Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Ομόρρυθμη εταιρεία, διαχείριση, επιταγή, πλαστογραφία

Μονομελές Εφετείο Αθηνών 2999/ 2015

 Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή  Άλκηστη Σιάννου, Εφέτη.

Σπουδαία απόφαση, συγχαρητήρια στην Εφέτη κ. Σιάννου για την μείζονα πρόταση της που δείχνει το υψηλότατο επίπεδο της νομικής παιδείας της! 

Περίληψη. Ομόρρυθμες εταιρείες. Νόμιμη η διαχειριστική εξουσία μόνο σε εταίρους. Επιταγή. Η πληρεξουσιότητα για την έκδοση επιταγής ή η εκ των υστέρων έγκριση της έκδοσης επιταγής από τον αντιπροσωπευόμενο προς τον πληρεξούσιο απαιτείται να γίνεται εγγράφως.
Είχε δοθεί πληρεξουσιότητα ενέργειας διαχειριστικών πράξεων πλην της εκδόσεως επιταγών για λογαριασμό της ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας σε τρίτο. Δεν προσκομίστηκε πληρεξούσιο έγγραφο για την έκδοση ούτε για την έγκριση της επίδικης επιταγής. Δεν ασκεί επιρροή η ύπαρξη συναλλαγών μεταξύ της ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας και της καθ` ης η ανακοπή καθώς και η γνώση της πρώτης για την ύπαρξη του τιμολογίου που αφορά την απαίτηση της καθ` ης που ενσωματώνεται στην επίδικη επιταγή. Δεκτή η ένσταση πλαστογραφίας της επιταγής. Η ένσταση λόγω της έλλειψης πληρεξουσιότητας προβάλλεται και κατά του καλόπιστου τρίτου. Αλυσιτελής ο λόγος έφεσης ότι η ανακόπτουσα δεν ενημέρωσε για την ανάκληση των διαχειριστικών εξουσιών του υπογράφοντος. Ο υπογράφων δεν είχε αποκτήσει ποτέ διαχειριστικές εξουσίες. Ορθά και νόμιμα έγινε δεκτή πρωτόδικα η ένσταση πλαστογραφίας.

Ι. Οι ανακόπτοντες, με την πιο πάνω ανακοπή που άσκησαν εμπρόθεσμα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησαν, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, την ακύρωση της με αριθμό 35653/2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η πρώτη ανακόπτουσα και νυν πρώτη εφεσίβλητη να καταβάλει στην καθ` ης η ανακοπή και νυν εκκαλούσα το ποσόν των 67.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, με βάση την αναφερόμενη σε αυτήν τραπεζική επιταγή, την οποία φέρεται ότι εξέδωσε η πρώτη ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρεία δια του νομίμου εκπροσώπου της (τρίτου ανακόπτοντος) σε διαταγή της καθ` ης η ανακοπή και η οποία όταν εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ανακοπή κατά τον πρώτο αυτής λόγο και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η καθ` ης η ανακοπή με την κρινόμενη έφεσή της και με τους περιεχόμενους σ` αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

II. Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 19, 20, 22, 43 και 44 του ΕμπΝ, 61, 65, 67, 68, 70, 748 § 1, 749, 750, 751, 752, 754 § 1, 756, 757, 760 και 784 του ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο ενεργεί εντός των πλαισίων της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, στις προσωπικές εταιρείες, όπως είναι και η ομόρρυθμη εταιρεία, η εξουσία διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την εταιρική ιδιότητα και γι` αυτό δεν μπορεί με την εταιρική σύμβαση ή με μεταγενέστερη απόφαση των εταίρων να ανατεθεί σε τρίτο πρόσωπο, που δεν είναι εταίρος, διαχειριστική εξουσία, όπως αντίθετα αυτό είναι δυνατόν να συμβεί στις κεφαλαιουχικές εταιρείες. Ισχύει, δηλαδή, στις προσωπικές εταιρείες η αναγκαστικού δικαίου αρχή της αυτοδιαχείρισης σε αντιστοιχία με την απεριόριστη προσωπική ευθύνη των εταίρων (ΟλΑΠ 13/1997 ΕλλΔνη 1997.771 και ΕΕΜπΔ 1997.518 και ΕλλΔνη 1997.771 επ), που καθιερώνεται γενικώς στις προσωπικές εταιρείες (άρθρο 759 ΑΚ), με εξαίρεση τις ετερόρρυθμες εταιρείες, στις οποίες η ευθύνη του ετερόρρυθμου εταίρου είναι περιορισμένη κατ` άρθρο 26 του ΕμπΝ. Συνακόλουθα, μόνον οι απεριόριστα ευθυνόμενοι ομόρρυθμοι εταίροι μπορούν να είναι διαχειριστές της ομόρρυθμης εταιρείας και όχι τρίτα πρόσωπα μη εταίροι. Βέβαια, με σύμβαση εντολή ή εργασίας μπορεί να ανατεθεί από τους εταίρους ομόρρυθμης εταιρείας η διεξαγωγή συγκεκριμένων διαχειριστικών πράξεων σε τρίτο πρόσωπο και να του δοθεί και η αναγκαία πληρεξουσιότητα προκειμένου να ενεργήσει ως εντολοδόχος ή αναλόγως ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρείας, χωρίς όμως έτσι να γίνεται το πρόσωπο αυτό και διαχειριστής της εταιρείας αυτής κατά την τεχνική έννοια του νόμου ή όργανο του νομικού προσώπου της (ΑΠ 1859/2011 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2012.142, ΕφΑθ 110/2006 ΔΕΕ 2006.483, ΕφΘεσ/κης 110/2006 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2006.2313, ΕφΘεσ/κης 27/2000 ΔΕΕ 2000.398, ΕφΘεσ/κης 691/1999 ΔΕΕ 1999.502). Ετσι, από καμία διάταξη νόμου δεν συνάγεται ότι ο διαχειριστής ομόρρυθμης εταιρείας, όντας νόμιμος εκπρόσωπος της, δεν έχει τη δύναμη για τη σύναψη ορισμένης σύμβασης και την ενέργεια ορισμένων διαχειριστικών πράξεων να διορίσει τρίτο πρόσωπο ως πληρεξούσιο για να εκπροσωπήσει την ομόρρυθμη εταιρεία κατά τους ορισμούς των άρθρων 214επ ΑΚ και να τη δεσμεύσει άμεσα ως αντιπροσωπευόμενη (ΑΠ 476/1990 ΕλλΔνη 1991.118 και ΕΕμπΔ 1991.442, ΕφΘεσ/κης 2186/2006 ΕΠΙΚΣΕΜΠΔ 2006.1141). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 217 §§ 1 και 2 του ΑΚ, που ορίζουν ότι «η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τον τρίτο, με τον οποίο επιχειρείται η δικαιοπραξία (§ 1). Εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα (§ 2)», σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 6 § 2, 10 και 11 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», κατά τις οποίες για την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης από επιταγή απαιτείται έγγραφη δήλωση βούλησης επί του τίτλου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει και με αντιπρόσωπο, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 217 § 2 ΑΚ τυγχάνει εφαρμογής και επί των αξιόγραφων, όπως είναι και η επιταγή. Επομένως, τόσο η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης από την επιταγή, όσο και η, εκ των υστέρων, έγκριση της εκπροσώπησης του δήθεν αντιπροσώπου, πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, τουλάχιστον ιδιωτικό, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του έγγραφου τίτλου της επιταγής, αφού από την ιδιομορφία και το σκοπό του εγγράφου της επιταγής συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο η εξουσιοδότηση προς υπογραφή να προκύπτει εκ του τίτλου. Η τήρηση του εγγράφου τύπου στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται και από τις αρχές της προστασίας των τρίτων και της ασφάλειας των συναλλαγών, διότι ο αντιπροσωπευόμενος δεν ευθύνεται διαφορετικά ούτε απέναντι του καλής πίστεως τρίτου, αφού δεν υπήρξε βούληση του να δεσμευθεί υπό τον αυστηρό τύπο του αξιόγραφου της επιταγής, έτσι δε και ο καλόπιστος τρίτος παραμένει απροστάτευτος (ΟλΑΠ 19/2003 ΕλλΔνη 2003.944, ΑΠ 1150/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1624/2012 Αρμ 2013.2395 και ΕΕμπΔ 2013.874, ΑΠ 1834/2012 ΕΕμπΔ 2013.639, ΑΠ 673/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 321/2009 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2009.921, ΑΠ 1305/2009 ΧΡΙΔ 2010.465, ΕφΑθ 3520/2010 ΔΕΕ 2011.79, Εφθεσ/κης 504/2012 ΕλλΔνη 2012.1365 και ΕΦΑΔ 2014.461, Εφθεσ/κης 1330/2012 Αρμ 2013.2123). Συνεπώς, αν ο έγγραφος τύπος δεν τηρηθεί για τη χορήγηση της σχετικής πληρεξουσιότητας ή την εκ των υστέρων έγκριση της, υφίσταται έλλειψη πληρεξουσιότητας, αφού στην περίπτωση αυτή δεν νοείται φαινόμενη ή κατά ανοχή πληρεξουσιότητα, δηλαδή πληρεξουσιότητα συναγόμενη από τη συμπεριφορά του αντιπροσωπευόμενου, αφού η ύπαρξη τέτοιας συμπεριφοράς δεν καλύπτει και την έλλειψη του αναγκαίου για την πληρεξουσιότητα τύπου (ΟλΑΠ 19/2003 ΕλλΔνη 2003.944). Κατά την ίδια έννοια δεν καθίσταται υποκατάστατο όργανο διοίκησης της προσωπικής και ειδικότερα της ομόρρυθμης εταιρείας, ο μη εταίρος «de facto διαχειριστής της», δηλαδή ο τρίτος που ενεργεί με τη ρητή συναίνεση ή έγκριση των εταίρων διαχειριστικές πράξεις για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας, αφού όργανα διοίκησης αυτής μπορούν να είναι μόνον οι ομόρρυθμοι εταίροι της. Στην περίπτωση αυτή η σχέση του τρίτου με τους εταίρους είναι εξωεταιρική και αποτελεί στην ουσία σχέση εντολής ή εργασίας. Επομένως, ο μη εταίρος «de facto διαχειριστής» τρίτος, που δεν διαθέτει ως εκ τούτου γενική διαχειριστική εξουσία, ενεργεί ως αντιπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας και τη δεσμεύει έγκυρα, εφόσον διαθέτει την αναγκαία για τη συγκεκριμένη συναλλαγή πληρεξουσιότητα, η οποία για την έκδοση επιταγής και την εξ αυτής ανάληψη υποχρέωσης πρέπει να υποβληθεί απαραιτήτως στον έγγραφο τύπο (ΑΠ 1859/2011 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2012.142). Τέλος, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο και οι ομόρρυθμοι εταίροι μπορούν να αντιτάξουν την ένσταση πλαστότητας της υπογραφής που τέθηκε στο όνομα του φερόμενου ως υπόχρεου εκδότη από πρόσωπο που δεν είχε αντιπροσωπευτική εξουσία εναντίον κάθε μεταγενέστερου έστω και καλής πίστεως κομιστή της επιταγής, αφού αυτή δεν ανάγεται στις προσωπικές σχέσεις των εξ επιταγής εναγομένων μετά του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών και συνεπώς δεν ισχύει το από το άρθρο 22 του Ν. 5960/1933 απρόσβλητο των ενστάσεων, τούτο δε διότι η έννομη τάξη δεν ανέχεται τη δημιουργία υποχρέωσης εις βάρος ορισμένου προσώπου χωρίς τη θέληση του, ακόμη και αν αυτό αποβαίνει εις βάρος της προστασίας των συναλλαγών (ΟλΑΠ 19/2003 ΕλλΔνη 2003.944, ΑΠ 321/2009 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2009.921, ΑΠ 240/2009 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2009.919, ΑΠ 574/2001 ΔΕΕ 2001.1108, ΑΠ 580/2001 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1689/2001 ΕλλΔνη 2004.135 και ΧΡΙΔ 2002.66, ΕφΑθ 3520/2010 ΔΕΕ 2011.79, ΕφΑθ 1278/2008 ΔΕΕ 2008, ΕφΑθ 7453/2001 ΕλλΔνη 43.482, ΕφΑθ 10186/1998 ΕλλΔνη 40.1139, ΕφΘεσ/κης 1598/2009 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2009.1026, ΕφΘεσ/κης 204/2009 ΕΕμπΔ 2010.923, ΕφΘεσ/κης 962/2009 Αρμ 2011.447, βλ. και Ι. Π. Μάρκου, Το δίκαιο της επιταγής, έκδοση Β`, σελ. 164).

Β. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 237 § 1 εδ. β(β), 346 και 453 § 1 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στις διαφορές από πιστωτικούς τίτλους (άρθρο 642 του ΚΠολΔ), συνάγεται ότι ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς και νομίμως προταθέντος ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης ή αντέφεσης. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε δι` αναφοράς με αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, το οποίο, αν και αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 23/2008 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 9/2000 ΝοΒ 2000.668 και ΕλλΔνη 2000.345, ΑΠ 128/2014 ΝοΒ 2014.1430, ΑΠ 168/2014 ΧΡΙΔ 2014.510, ΑΠ 892/2013 ΕΠΟΛΔ 2013.707).

III. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους (κατά το μέρος που πλήττεται με την υπό κρίση έφεση) ισχυρίστηκαν ότι η επίδικη επιταγή βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεν τη δεσμεύει διότι είναι πλαστή αφού η επ` αυτής φερόμενη ως υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της (τρίτου ανακόπτοντος) υπό την εταιρική επωνυμία της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας δεν είναι δική του και δεν έχει τεθεί δια χειρός του, αλλά από τρίτο πρόσωπο και δη από τον ..., ο οποίος κατά το χρόνο έκδοσης της επίμαχης επιταγής δεν ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος ή πληρεξούσιος της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας αφού δεν του είχε παρασχεθεί η σχετική εξουσία από το καταστατικό της εταιρείας, ούτε του δόθηκε οποιαδήποτε έγγραφη πληρεξουσιότητα, ούτε οποιαδήποτε προφορική ή έγγραφη μεταγενέστερη σχετική έγκριση από το νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εταιρείας, τρίτο των ανακοπτόντων, ... και κατά συνέπεια ούτε η εταιρεία ούτε οι ομόρρυθμοι εταίροι της φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ένδικη επιταγή. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην υπό στοιχείο ΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, ο λόγος αυτός της ανακοπής συνιστά νόμιμη ένσταση, η οποία προτείνεται και κατά του καλής πίστεως κομιστή, προτάθηκε δε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της καθ` ης η ανακοπή στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, που με επίκληση προσκομίζονται [χωρίς να ληφθεί υπόψη η ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επιμέλεια των ανακοπτόντων, μάρτυρος ..., ο οποίος τυγχάνει αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της δεύτερης ανακόπτουσας ανώνυμης εταιρείας (και νυν δεύτερης εφεσίβλητης), η οποία είναι ομόρρυθμο μέλος της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας (και νυν πρώτης εφεσίβλητης), σε βάρος της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και ως εκ τούτου αυτή τυγχάνει ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 1328/1977 ΝοΒ 1978.1048, ΑΠ 420/2013 ΝοΒ 2013.1910, ΑΠ 715/2013 ΕΦΑΔ 2014.305, ΑΠ 988/2013 ΝοΒ 2013.2511, ΑΠ 1621/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1910/2011 ΝοΒ 2012.1231)], από όλα τα έγγραφα που νόμιμα μετ` επικλήσεως προσκομίζουν αμφότεροι οι διάδικοι, χωρίς να παραλείπεται κάποιο για την κατ` ουσία διάγνωση της διαφοράς έστω και αν για ορισμένα θα γίνει αναφορά ειδικώς παρακάτω, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εκκαλούσας περί μη νόμιμης επίκλησης των αποδεικτικών μέσων εκ μέρους των εφεσίβλητων, κατ` άρθρο 240 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι στις προτάσεις τους της παρούσας συζήτησης γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η επίκληση όλων των εγγράφων και εκείνων που προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με συνοπτική περιγραφή αυτών βλ. ΑΠ 892/2013 ΕΠΟΛΔ 2013.707, ΑΠ 1212/2013 ΝΟΜΟΣ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως νέα αποδεικτικά στοιχεία υπ` αριθ. 28.968/20.4.2010 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ... και από 7.3.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρεται ότι καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εφεσίβλητης εταιρείας και της εκκαλούσας, τα οποία προσκομίστηκαν παραδεκτά, σύμφωνα με το άρθρο 529 § 2 ΚΠολΔ, όχι από βαριά αμέλεια ή πρόθεση στρεψοδικίας (ΑΠ 731/2014 ΝοΒ 2014.2132, ΑΠ 86/2013 ΝοΒ 2013.1271 και 1864, ΕφΘεσ/κης 401/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΟεσ/κης 962/2009 Αρμ 2011.447, ΕφΛαμ 82/2012 ΝΟΜΟΣ), τις υπ` αριθ. 1.828/4.3.2015 και 1.829/4.3.2015 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εκκαλούσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ... αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν νομότυπα ύστερα από εμπρόθεσμη κλήτευση των εφεσίβλητων προ τουλάχιστον 24 ωρών (βλ. τις υπ` αριθ. 2643Α/27.2.2015, 2644Α/27.2.2015 και 2645Α/27.2.2015 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αντωνίας Κολοκυθά), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 632 § 2 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 4055/2012 και ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης, άρθρο 533 § 2 ΚΠολΔ), 643 § 2, 650 § 1 εδάφιο δ` και 529 § 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1196/2004 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 748/2002 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5824/2001 ΕλλΔνη 2002.185) και την υπ` αριθ. 1522/4.3.2015 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος των εφεσίβλητων, ..., η οποία ελήφθη νομότυπα ύστερα από εμπρόθεσμη κλήτευση της εκκαλούσας προ τουλάχιστον 24 ωρών (βλ. την υπ` αριθ. 7262Η/26.2.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Νίκου Τσαλουχίδη), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 632 § 2 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 4055/2012 και ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης, άρθρο 533 § 2 ΚΠολΔ), 643 § 2, 650 § 1 εδάφιο δ` και 529 § 2 του ΚΠολΔ, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει του από 13 Μαρτίου 2007 ιδιωτικού συμφωνητικού (καταστατικού σύστασης ομορρύθμου εταιρείας), που καταχωρήθηκε στο βιβλίο εταιρειών του Πρωτοδικείου Αιγίου με αύξοντα αριθμό 46/2007, συστήθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «...», με έδρα το δημοτικό διαμέρισμα Κουνινά του Δήμου Αιγίου. Στη συνέχεια, με το από 2 Μαΐου 2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, που καταχωρήθηκε στο βιβλίο εταιρειών του Πρωτοδικείου Αιγίου με αύξοντα αριθμό 74/2009, μεταβιβάστηκε ποσοστό 99% στην εταιρεία με την επωνυμία «...» και ποσοστό 1% στον ..., η επωνυμία της εταιρείας μεταβλήθηκε σε «...» με διακριτικό τίτλο «...», μεταφέρθηκε δε η έδρα της από το Δήμο Αιγίου στο Δήμο Πατρέων, ορίστηκε διαχειριστής αυτής ο εκ των εταίρων ... και τροποποιήθηκε το άρθρο 13 του καταστατικού που αφορά τη λύση και εκκαθάριση της εταιρείας. Ακολούθως, με το από 12 Νοεμβρίου 2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, που καταχωρήθηκε στο βιβλίο εταιρειών του Πρωτοδικείου Πατρών με αύξοντα αριθμό 1201/2009, αποφασίστηκε η μεταφορά της έδρας της εταιρείας από το Δήμο Πατρέων στο Δήμο Γλυφάδας Αττικής και ορίστηκαν διαχειριστές και εκπρόσωποι αυτής ο εταίρος ... και ο μη εταίρος (τρίτος) ... Με το από 16 Σεπτεμβρίου 2011 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, που καταχωρήθηκε στο βιβλίο εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό 14784/2011, αποφασίστηκε η αλλαγή της επωνυμίας της εταιρείας σε «...» (πρώτη ανακόπτουσα), στη συνέχεια δε με το από 1 Μαρτίου 2012 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του ως άνω καταστατικού, που επίσης καταχωρήθηκε στο βιβλίο εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό 5257/2012, αποφασίστηκε η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, ενώ με το από 17 Δεκεμβρίου 2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. στις 21.12.2012 με ΚΑΚ 29617, μοναδικός διαχειριστής και εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας χωρίς κανένα περιορισμό ανέλαβε ο εταίρος ............. και ορίστηκε ότι για την ανάληψη από την ως άνω εταιρεία κάθε φύσεως υποχρεώσεων απαιτείτο η υπογραφή του ως άνω διαχειριστή της, που πρέπει να τίθεται απαραιτήτως κάτω από την εταιρική επωνυμία, οπότε και μόνον θα δεσμεύεται η εταιρεία (άρθρο 9 του καταστατικού) και τέλος, με το από 1 Μαρτίου 2013 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του ως άνω καταστατικού, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. στις 17.6.2013 με ΚΑΚ 65389, αποφασίστηκε ως έδρα της εταιρείας ο Δήμος Γλυφάδας Αττικής. Η παρέκκλιση από τη νόμιμη ατομική διαχείριση των υποθέσεων της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας από τα ομόρρυθμα μέλη της που έλαβε χώρα με το από 12 Νοεμβρίου 2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης, με το οποίο ορίστηκε (συν)διαχειριστής και εκπρόσωπος της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας πλην του εταίρου της, ..., τρίτο πρόσωπο και δη ο μη εταίρος .., σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχείο ΝΑ νομική σκέψη της παρούσας, δεν ήταν νόμιμη, έγκυρη και ισχυρή έναντι των τρίτων, αφού η εξουσία διαχείρισης είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την εταιρική ιδιότητα και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να μεταβιβασθεί σε τρίτο μη εταίρο, διότι έρχεται σε αντίθεση με την προσωπική φύση της ομόρρυθμης εταιρείας και αντιβαίνει στην αναγκαστικού δικαίου αρχή της αυτοδιαχείρισης που επιβάλλει ο νόμος για τις προσωπικές εταιρείες, ενόψει της απεριόριστης προσωπικής ευθύνης των εταίρων. Επομένως, ο ως άνω ... ουδέποτε εξ αυτού του καταστατικού απέκτησε εξουσία αντιπροσώπευσης της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας και συνακόλουθα δικαίωμα υπογραφής επιταγών (που ενδιαφέρει εδώ), από τις οποίες θα ανέκυπτε αντίστοιχη υποχρέωση της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας προς πληρωμή τους, μοναδικός δε διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα ο ... (ΟλΑΠ 13/1997 ΕλλΔνη 1997.771, ΕφΘεσ/κης 27/2000 ΔΕΕ 2000.398, ΕφΘεσ/κης 691/1999 ΔΕΕ 1999.502). Και ναι μεν με σύμβαση εντολής ή εργασίας μπορεί τρίτος μη εταίρος να αναλάβει την υποχρέωση διεξαγωγής διαχειριστικών πράξεων, αλλά από το γεγονός αυτό ο τρίτος δεν γίνεται διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρείας, ούτε όργανο του νομικού προσώπου της, εφαρμόζονται δε προς αυτόν, στις μεν σχέσεις του προς τα έσω οι διατάξεις για την εντολή ή τη σύμβαση εργασίας στις δε σχέσεις του προς τα έξω οι διατάξεις για την πληρεξουσιότητα (ΑΠ 476/ 1990 ΕλλΔνη 1991.118, ΕφΘεσ/κης 2186/ 2006 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2006.1141). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πρώτης ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας, ..., χωρίς να υπάρχει αντίθετη απαγόρευση στο καταστατικό της, με το υπ` αριθ. 28.968/20.4.2010 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ... διόρισε ειδικό αυτού πληρεξούσιο και αντίκλητο του τον ..., στον οποίο παρείχε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα όπως αντ` αυτού και για λογαριασμό του (αυτολεξεί όπως αναφέρεται στο εν λόγω πληρεξούσιο) «εκπροσωπεί (μεταξύ άλλων και) την πρώτη ανακόπτουσα εταιρεία και ενεργεί στο όνομα της κάθε πράξη που καλύπτεται από τον καταστατικό της σκοπό. Να δύναται να ενεργεί κάθε τιμολογιακή πράξη για την εταιρεία, να εισπράττει για λογαριασμό της από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, Δημόσιο Ταμείο, Οργανισμό, Τράπεζα ή Τελωνείο κλπ, χρήματα, να παραλαμβάνει πράγματα, να δίδει αποδείξεις, να εκδίδει τιμολόγια και δελτία αποστολής εμπορευμάτων, να καταβάλει και εξοφλεί απαιτήσεις τρίτων κατά της εταιρείας κ.λ.π. Να παρίσταται και αντιπροσωπεύει την ως άνω εκπροσωπούμενη εταιρεία ενώπιον πάσης Αρχής Δημοσίας ή Δημοτικής, ενώπιον οιουδήποτε Οργανισμού, πάσης φύσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου, ενώπιον της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), της Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε., του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ), της Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως (ΕΥΔΑΠ), των Δήμων και Κοινοτήτων, των ΕΛΤΑ και κάθε άλλου οργανισμού ή εταιρείας, να τον αντιπροσωπεύει, υπό τις ως άνω εκτεθείσες ιδιότητές του, ήτοι του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας, στο (Ι.Κ.Α.), σε οποιαδήποτε υπόθεση της, καταβάλλων για λογαριασμό της, εάν απαιτείται οποιαδήποτε χρηματικά ποσά και να υπογράφει οποιαδήποτε έγγραφα απαιτούνται δια λογαριασμό του υπό τις ως άνω εκτεθείσες ιδιότητες του, να παρίσταται και αντιπροσωπεύει αυτόν στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. σχετικά με οποιαδήποτε υπόθεση του υπό τις ως άνω εκτεθείσες ιδιότητες του. Να προβαίνει σε πράξεις συμβιβαστικές με την αρμόδια ΔΟΥ, να εισπράττει τυχόν χρηματικά ποσά ως αχρεωστήτως καταβληθέντα ή που τυχόν οφείλονται στην υπ` αυτού άνω εκπροσωπούμενη εταιρεία για οποιαδήποτε αιτία και να υπογράφει τις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις και ό,τι άλλο έγγραφο χρειαστεί. Επίσης, ενδεικτικά, να συνάπτει κάθε είδους συμβάσεις στο όνομα της άνω εταιρείας, να ανοίγει λογαριασμούς σε Τράπεζες, να συνάπτει και να υπογράφει οποιασδήποτε μορφής σύμβαση με Τράπεζες, ανοικτού τρεχούμενου λογαριασμού, δανείων, κάθε είδους πιστωτική σύμβαση, να ζητεί την έκδοση εγγυητικών επιστολών. Να κινεί τους τραπεζικούς λογαριασμούς των ως άνω εταιρειών, να κάνει καταθέσεις και αναλήψεις από τους λογαριασμούς αυτούς χωρίς περιορισμό ποσού, να υπογράφει την αποστολή και λήψη εμβασμάτων από την Ελλάδα, να εκδίδει και αποδέχεται για λογαριασμό της εταιρείας συναλλαγματικές, να οπισθογραφεί φορτωτικές και κάθε είδους δικαιόγραφα. Να υπογράφει κάθε δήλωση έγγραφη και του Ν. 1599/1986. Να εμφανίζεται ενώπιον και κάθε εν γένει Δημόσιας Αρχής και να υπογράφει κάθε απαιτούμενο έγγραφο. Να εμφανίζεται ενώπιον των αρμόδιων Φορολογικών Αρχών, της αρμόδιας Νομαρχίας και των αρμόδιων Επιμελητηρίων για κάθε ζήτημα που αφορά την ως άνω εταιρεία. Να εκδίδει ακριβή αντίγραφα των Πρακτικών συνεδρίασης της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας. Επίσης να εμφανίζεται ενώπιον παντός Δικαστηρίου ή Αρχής, για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά την ως άνω εταιρεία, να εγείρει αγωγές, υποβάλλει μηνύσεις, ασκεί ένδικα μέσα, τακτικά ή έκτακτα, παραιτείται από τέτοιες αγωγές, μηνύσεις και ένδικα μέσα. Να διορίζει Δικηγόρους και άλλους πληρεξούσιους για την εκπροσώπηση της εταιρείας, ενώπιον των δικαστικών και λοιπών Αρχών και για ενέργεια οποιασδήποτε από τις ως άνω πράξεις. Διευκρινίζεται ότι η άνω απαρίθμηση των εξουσιών είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική. Τέλος, δήλωσε ότι αναγνωρίζει από τώρα όλες τις άνω πράξεις του πληρεξουσίου του εφ` όσον ενεργηθούν μέσα στα πλαίσια των άνω εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και νομικώς δεσμευτικές γι` αυτόν και την ως άνω εταιρεία...». Με το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, το οποίο δεν έχει ανακληθεί μέχρι και σήμερα, αφού σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο ανάκλησης δεν προσκομίζεται (άρθρο 220 ΚΠολΔ), είχε δοθεί από το διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας στον ... εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί σε όλες τις αναφερόμενες σε αυτό ενέργειες, εξαιρώντας όμως από αυτές την έκδοση επιταγών για λογαριασμό της εταιρείας, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες. Ειδικότερα, η χορήγηση εντολής και πληρεξουσιότητας για έκδοση επιταγών δεν μπορεί να συναχθεί από την κατά τα λοιπά ευρεία παρασχεθείσα εντολή και πληρεξουσιότητα στον ... με το ως άνω πληρεξούσιο και παρά την ενδεικτική, όπως σημειώνεται σε αυτό, απαρίθμηση των ενεργειών στις οποίες θα μπορούσε αυτός να προβαίνει ως αντιπρόσωπος της ανακόπτουσας εταιρείας, δεδομένου ότι σε αντίθεση με τα λοιπά αξιόγραφα για τα οποία αναλυτικά αναφέρονται οι ενέργειες στις οποίες δύναται να προβεί αυτός (έκδοση και αποδοχή συναλλαγματικής, οπισθογράφηση φορτωτικής και κάθε είδους δικαιόγραφου) παραλείφθηκε συγκεκριμένα η εντολή για έκδοση επιταγών, αν και στη συναλλακτική πρακτική, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι ο πλέον συνήθης τρόπος πληρωμής μεταξύ των εμπόρων. Τούτο δε είναι εύλογο δεδομένου ότι με την έκδοση ακάλυπτης επιταγής ο νομίμως αντιπροσωπευόμενος και εν προκειμένω ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ομόρρυθμης εταιρείας υπέχει βάσει των άρθρων 46, 47 ΠΚ και 79 του Ν. 5960/1933 και ποινική ευθύνη και δη αυτή του ηθικού αυτουργού ή συνεργού στο ως άνω αδίκημα (ΑΠ 671/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 106/2011 ΠοινΧρ 2012.33). Ετσι, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας των τρίτων αλλά και της ασφάλειας των συναλλαγών επιβάλλουν τη ρητή προς έκδοση επιταγών αναφορά στα σχετικά πληρεξούσια, διότι διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε στο αποδοκιμαζόμενο από τις ως άνω αρχές αποτέλεσμα να αναλαμβάνεται και ποινική ευθύνη από τον αντιπροσωπευόμενο, του οποίου η βούληση προς παροχή πληρεξουσιότητας για έκδοση επιταγών δεν εκδηλώνεται ρητά στο σχετικό πληρεξούσιο. Επομένως, ο προαναφερόμενος ... ουδέποτε με το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο έλαβε σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα από το μοναδικό νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας, .., να εκδίδει επιταγές στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας και ως εκ τούτου τυχόν υπογραφή επιταγής από αυτόν ουδόλως δεσμεύει την εταιρεία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 2 Οκτωβρίου 2013, κατόπιν αίτησης της καθ` ης η ανακοπή εταιρείας, εκδόθηκε η με αριθμό 35653/2013 διαταγή πληρωμής του δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας, με την οποία η τελευταία επιτάσσεται να καταβάλει στην καθ` ης η ανακοπή το ποσόν των 67.000 ευρώ, με βάση τον τίτλο που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η καθ` ης ενώπιον του δικαστηρίου, ήτοι τη με αριθμό ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, με το νόμιμο τόκο από την επομένη εμφάνισης της ανωτέρω επιταγής προς πληρωμή. Η ως άνω επιταγή, ποσού 67.000,01 ευρώ, φέρεται να έχει εκδοθεί στις 30.8.2013 από την πρώτη ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρεία σε διαταγή της καθ` ης και σε χρέωση του με αριθμό ... τραπεζικού λογαριασμού της εκδότριας ομόρρυθμης εταιρείας, τηρούμενου στο κατάστημα της ... Τράπεζας στη Γλυφάδα, ενώ, παράλληλα, φέρεται να έχει θέσει την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία (και σφραγίδα) στη θέση του εκδότη, ο νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικός διαχειριστής της, ... (τρίτος ανακόπτων και ομόρρυθμο μέλος της πρώτης ανακόπτουσας). Ομως, από τα έγγραφα που προσκομίζονται αποδεικνύεται ότι η υπογραφή που έχει τεθεί στη θέση του εκδότη κάτω από την εταιρική επωνυμία (και σφραγίδα) της ομόρρυθμης εταιρείας δεν είναι του μοναδικού νομίμου διαχειριστή και εκπροσώπου της, ..., αλλά του ... To γεγονός αυτό αποδεικνύεται αδιαμφισβήτητα από την εμφανή ανομοιομορφία της ένδικης υπογραφής που φέρει στη θέση του «εκδότη» η ως άνω επιταγή με αυτήν του ... στα ακόλουθα έγγραφα που προσκομίζονται με νόμιμη επίκληση από τους ανακόπτοντες και ειδικότερα: 1) στα από 2.5.2009, 12.11.2009, 16.9.2011, 1.3.2012, 17.12.2012 και 1.3.2013 ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης των καταστατικών της εταιρείας, 2) στις από 25.9.2012, 11.12.2012, 8.1.2013 και 21.3.2013 υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 προς τη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας, στις οποίες βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του.. από το AT. Γλυφάδας και το ΚΕΠ του Δήμου Βάρης - Βούλας - Βουλιαγμένης και 3) στο από 1.3.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης επαγγελματικής στέγης που συνήφθη μεταξύ του τρίτου ανακόπτοντος (...), με την ιδιότητα του υπομισθωτή, και της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας, με την ιδιότητα της μισθώτριας, το οποίο κατατέθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. στις 5.3.2013. Επίσης, τα ίδια προκύπτουν και από την αντιπαραβολή της υπογραφής του τρίτου ανακόπτοντος με αυτήν του κατονομαζόμενου ως πλαστογράφου, .., στα ακόλουθα έγγραφα: 1) στην από 3.12.2012 σύμβαση έργου εγκατάστασης, που κατατέθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. στις 4.12.2012 και συνήφθη μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας δια του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της, τρίτου ανακόπτοντος, ... και της εταιρείας με την εποονυμία «...», της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει ο κατονομαζόμενος ως πλαστογράφος, .., 2) στο από 30.8.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης μεριδίων ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας, που συνήφθη μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία «..», της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει ο ...που κατατέθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. στις 4.9.2013, 3) στην από 30.8.2013 εξοφλητική βεβαίωση της εταιρείας με την επωνυμία «...», της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει ο .., 4) στην από 7.3.2013 βεβαίωση είσπραξης της ίδιας ως άνω εταιρείας με την επωνυμία «...» και 5) στο από 7.3.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό που έχει υπογραφεί μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας δια του ... δυνάμει του υπ` αριθ. .../20.4.2010 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ... και της καθ` ης η ανακοπή. Σημειώνεται δε ότι κατά το χρόνο έκδοσης της επίμαχης επιταγής αλλά και προγενέστερα, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, μοναδικός διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας, που φέρεται ως εκδότρια της ως άνω επιταγής, ήταν ο ..., ο οποίος και μόνον δέσμευε την εταιρεία δια της υπογραφής του στις επιταγές, ενώ αντίθετα ο .., o οποίος δεν ήταν εταίρος, ουδέποτε κατέστη (συν)διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής κατά την τεχνική έννοια του νόμου, παρά τη σχετική αναφορά στο από 12.11.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της ως άνω εταιρείας και ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης από 17.12.2012 τροποποίησης του καταστατικού της. Στον τελευταίο βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, είχε χορηγηθεί από τον ... σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα προκειμένου να προβαίνει σε ορισμένες διαχειριστικές πράξεις για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας, ήτοι να ενεργεί αυτές ως de facto διαχειριστής αυτής, χωρίς όμως ουδέποτε να του έχει χορηγηθεί αντίστοιχη εντολή και πληρεξουσιότητα για έκδοση επιταγών και ως εκ τούτου αυτός δεν μπορούσε να προβεί έγκυρα στο όνομα της ομόρρυθμης εταιρείας σε υπογραφή οποιασδήποτε επιταγής ούτε βέβαια αποδείχθηκε ότι του χορηγήθηκε εκ των υστέρων εγγράφως έγκριση για την εν λόγω ενέργεια του. Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι όπως αποδείχθηκε, αν και από το 2010 είχε συνταχθεί το εν λόγω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο μέχρι την έκδοση της επίμαχης επιταγής τον Αύγουστο του 2013 (καθώς και των άλλων επιταγών από το ίδιο όμως μπλοκ), ουδέποτε ο ... είχε προβεί ως αντιπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας σε έκδοση κάποιας επιταγής για άλλη εμπορική συναλλαγή. Εξάλλου, εν προκειμένω ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί α) η ύπαρξη ή μη συναλλαγών μεταξύ της ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας και της καθ` ης η ανακοπή καθώς και η γνώση της πρώτης για την ύπαρξη του επίμαχου τιμολογίου που αφορά τυχόν απαίτηση της καθ` ης που ενσωματώνεται στην επίμαχη επιταγή, όπως αυτή αποτυπώνεται στην από 20.9.2013 εξώδικη δήλωση της πρώτης ανακόπτουσας προς τις εταιρείες «...» και «...» και β) η οποιαδήποτε έγκυρη ή μη ανάληψη σχετικής υποχρέωσης της ομόρρυθμης εταιρείας που τυχόν απορρέει από το από 7.3.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψε ως αντιπρόσωπος της και για λογαριασμό της ο ... με την καθ` ης η ανακοπή, δυνάμει του ως άνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, δεδομένου ότι εν προκειμένω αποδείχθηκε πλαστογράφηση της επίμαχης επιταγής από τον ..., o οποίος δεν είχε έγγραφη εντολή και πληρεξουσιότητα να εκδίδει για λογαριασμό της εταιρείας επιταγές από οποιαδήποτε αιτία και να δεσμεύει αυτήν, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε μεταγενέστερη έγγραφη από μέρους της ανακόπτουσας έγκριση της πράξης αυτής. Ο ισχυρισμός δε της καθ` ης η ανακοπή, ο οποίος επαναφέρεται με το συναφή πρώτο λόγο της έφεσής της, ότι δηλαδή η ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρεία ουδεμία μέριμνα επέδειξε για την ενημέρωση της πληρώτριας τράπεζας και κατ` επέκταση για την προστασία των καλόπιστα συναλλασσόμενων τρίτων προσώπων (όπως και της ίδιας), αναφορικά με το από 17.12.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της και την απορρέουσα από αυτό ανάκληση των διαχειριστικών εξουσιών του ... που του είχαν χορηγηθεί με το προγενέστερο από 12.11.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης, αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην υπό στοιχείο ΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, ουδέποτε κατέστη σύμφωνα με το νόμο δυνάμει του ως άνω συμφωνητικού ο προαναφερόμενος συνδιαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρείας και επομένως οποιαδήποτε τροποποίηση του καταστατικού της δεν συνιστά ανάκληση των μηδέποτε κτηθέντων από αυτόν διαχειριστικών εξουσιών. Επομένως, όπως αποδείχθηκε, η υπογραφή που ετέθη στην επίμαχη επιταγή με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής στη θέση του εκδότη κάτω υπό την εταιρική επωνυμία και την αδιαμφισβήτητα γνήσια σφραγίδα της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας (αφού ούτε οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται κάτι διαφορετικό) δεν είναι του μοναδικού διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της, .., αλλά του ..., ο οποίος δεν είχε οποιαδήποτε έγγραφη εντολή και πληρεξουσιότητα να εκδίδει επιταγές από το μπλοκ επιταγών της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας αλλά και να χρησιμοποιεί τη σφραγίδα αυτής για έκδοση επιταγών ούτε βέβαια να θέτει υπό την εταιρική επωνυμία (και σφραγίδα) στη θέση του εκδότη την υπογραφή του ως άμεσος αντιπρόσωπος της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας και ως εκ τούτου ουδόλως ενέχεται προς πληρωμή της η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία καθώς και οι ομόρρυθμοι εταίροι της. Τέλος, οι ισχυρισμοί της καθ` ης αναφορικά με τη γνώση του τρίτου ανακόπτοντος σχετικά με την ύπαρξη του μπλοκ επιταγών από το οποίο προέρχεται ή επίμαχη επιταγή αλλά και της ίδιας (της επιταγής), με τους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει σιωπηρή πληρεξουσιότητα του ... να προβεί στην έκδοση της επιταγής και σε κάθε περίπτωση σιωπηρή εκ των υστέρων έγκριση αυτής (πράξης έκδοσης), που προβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρονται στο Δικαστήριο αυτό με το δεύτερο λόγο της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμοι, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχεία ΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, τόσο η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης από επιταγή όσο η εκ των υστέρων έγκριση της εκπροσώπησης του δήθεν αντιπροσώπου, πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, γεγονότα που εν προκειμένω δεν αποδείχθηκαν (βλ. και ΕφΘεσ/κης 504/2012 ΕλλΔνη 2012.1365 και ΕΦΑΔ 2014.261, ΕφΘεσ/κης 1330/2012 Αρμ 2013.2123). Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένσταση των ανακοπτόντων περί πλαστότητας της επίμαχης επιταγής πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και ουσιαστικά, απορριπτόμενων ως αβασίμων των σχετικών ισχυρισμών της καθ` ης και των συναφών λόγων της έφεσης που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη αττόφασή του έκρινε ομοίως, αν και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε κατ` αποτέλεσμα και πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικαστεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 106, 176, 183, 189 και 191 § 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 57, 58, 63 § Ιι, 65, 68 § 1, 69 § 1 και το Παράρτημα του Ν. 4194/2013, βλ. και ΑΠ 1031/2008 ΝΟΜΟΣ, για την αμοιβή του δικηγόρου του καθ` ου η ανακοπή), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, λόγω της ήττας της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 εδάφιο ε` του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ` ουσία την έφεση κατά της 403/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis