Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Δικαιοσύνη και Εκτελεστική εξουσία. Ο εμφύλιος!

Ο Πρόεδρος του Σ.Τ.Ε κ. Νίκος Σακελλαρίου
1. Δήλωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας κ. Νίκου Σακελλαρίου. ΠΗΓΗ.
Ο φετινός εορτασμός της 43ης επετείου από την πτώση της Δικτατορίας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Χώρα μας σκιάζεται δυστυχώς από τις συνεχιζόμενες, άνευ προηγουμένου, επιθέσεις  κατά της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της.
Από της θέσεως ταύτης ως Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, αρχαιότερος Δικαστής της Χώρας και Πρόεδρος του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, εκπροσωπώντας το σύνολο της ελληνικής Δικαιοσύνης καταδικάζω με τον πλέον κατηγορηματικό  τρόπο τις παντελώς αδικαιολόγητες αυτές επιθέσεις από όπου και αν προέρχονται, επιθέσεις, οι οποίες στρέφονται ευθέως κατά του Κράτους Δικαίου, θεμελιώδης πυλώνας του οποίου είναι η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, στη μείωση του κύρους της οποίας προδήλως αποβλέπουν.
Με άκριτες ενέργειες, λοιδωρίες, αδικαιολόγητους και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς αλλά και προσβλητικούς για τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης υπαινιγμούς περί δήθεν αρνήσεώς τους να εκπληρώσουν βασικές υποχρεώσεις τους επιχειρείται, κατά συστηματικό πλέον τρόπο, να κλονισθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών προς την Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της.
Λησμονείται προφανώς ότι η Δύναμις της Δημοκρατίας μας συνίσταται στην αξιοπιστία των θεσμών της, αξιοπιστία, η οποία όμως υπονομεύεται από τέτοιου είδους ατυχείς ενέργειες.
Οι απρόκλητες αυτές επιθέσεις κατά της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της επιβάλλεται να παύσουν αμέσως για να μπει ένα τέλος στην απαράδεκτη και στείρα αυτή αντιπαράθεση μεταξύ της Κυβερνήσεως και της Δικαιοσύνης.
Προς τούτο καλώ όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να επιδείξουν την δέουσα αυτοσυγκράτηση πριν η ιδιαίτερα σοβαρή αυτή θεσμική κρίση που προκλήθηκε από τις επιθέσεις αυτές και οδήγησε στην θλιβερή αυτή αντιπαράθεση λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την κοινωνική ειρήνη και συνοχή.
Πρέπει επιτέλους να γίνει αντιληπτό ότι το Σύνταγμά μας καθορίζει με σαφήνεια τον διακριτό ρόλο και τα όρια της δράσεως μιάς εκάστης των τριών λειτουργιών της Πολιτείας, τα όργανα των οποίων οφείλουν να περιορίζονται αυστηρά και μόνον στον θεσμικό ρόλο που τους επιφυλάσσει το ίδιο το Σύνταγμα.
Η Δικαιοσύνη σέβεται απολύτως τον θεσμικό ρόλο της νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας, απαιτεί όμως και τον ανάλογο σεβασμό του δικού της θεσμικού ρόλου.
Η Δικαιοσύνη απαντά στις ακρότητες μόνον δια της αψόγου επιτελέσεως από τους λειτουργούς της του υπηρεσιακού τους καθήκοντος.
Σύμφωνα με το Σύνταγμά μας, τα Δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να μην εφαρμόζουν νόμο, το περιεχόμενο του οποίου είναι αντίθετο προς αυτό, η δε συμμόρφωση στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης – οι οποίες εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού Λαού – είναι υποχρεωτική.
Η Δικαιοσύνη όμως δεν διεκδικεί το αλάθητο των αποφάσεών της και όχι μόνον δεν αποκρούει, αλλά αντιθέτως επιδιώκει την καλοπροαίρετη επιστημονική κριτική των αποφάσεών  της, η οποία αναμφισβήτητα συμβάλλει στην διαρκή βελτίωσή της.
Η εποχή στην οποία ζούμε σήμερα είναι η εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσεως και των μνημονίων.
Είναι η εποχή της επικρατήσεως του οικονομικού επί του θεσμικού παράγοντος, η οποία έχει οδηγήσει σε πρωτοφανή υποχώρηση του Κράτους Δικαίου και ιδίως του Κοινωνικού Κράτους, σε σημείο μάλιστα που η Δημοκρατία μας να κινδυνεύει πλέον να υποκύψει οριστικά σε ένα στυγνό ολοκληρωτισμό του οικονομισμού.
Η αποτελεσματική όμως αντιμετώπιση της κρίσεως αυτής προϋποθέτει την συμπαράταξη όλων ανεξαιρέτως των δυνάμεων της δημοκρατικής μας κοινωνίας και την ενίσχυση των βασικών θεσμών του Κράτους που την εκφράζουν.
Αποτελεί επομένως πρωταρχικό καθήκον όλων μας η ενίσχυση των βασικών θεσμών του Κράτους, που στηρίζουν και εκφράζουν το δημοκρατικό μας πολίτευμα και τον πνευματικό και ηθικό μας πολιτισμό.
Το Σύνταγμά μας ορίζει ότι οι δικαστές – στους οποίους επιβάλλει αυστηρή πολιτική ουδετερότητα – κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν λειτουργικής ανεξαρτησίας, υπόκεινται μόνον στο Σύνταγμα και τους συνάδοντες προς αυτό νόμους και δεν εξαρτώνται ούτε δέχονται οδηγίες από τα όργανα των δύο άλλων εξουσιών.
Συγχρόνως, το Σύνταγμά μας θεσπίζει τις κατάλληλες εγγυήσεις για την διασφάλιση της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών.
Η αξιοπιστία των θεσμών προκύπτει από την αξιοπιστία των προσώπων, τα οποία τους εκφράζουν, η δε ποιότης της δικαιοδοτικής λειτουργίας εξαρτάται από τους συγκεκριμένους φορείς της, τους δικαστές.
Η ανεξάρτητη όμως και αμερόληπτη άσκηση του δικαιοδοτικού έργου δεν εξασφαλίζεται μόνο με την θέσπιση των κατάλληλων εγγυήσεων, αλλά εξαρτάται κυρίως από τον ανθρώπινο παράγοντα, αυτόν που βρίσκεται στην έδρα του Δικαστηρίου, τον δικαστή.
Εξαρτάται δηλαδή από το κατά πόσον αυτός διαθέτει η όχι ηυξημένο αίσθημα ευθύνης κατά την επιτέλεση του δικαστικού του καθήκοντος.
Ο δικαστής πρέπει να σκέπτεται και να ενεργεί ως τρίτο πρόσωπο, να δρα δηλαδή κατά τρόπο αντικειμενικό και ουδέτερο και να είναι απαλλαγμένος από κάθε είδους επηρεασμό, ακόμη και από εκείνον που προέρχεται από την ατομική του ιδιοσυγκρασία.
Οι δικαστές ούτε αντιπολιτεύονται ούτε όμως και συμπολιτεύονται. Οφείλουν και πρέπει να είναι πολιτικά ουδέτεροι.
Για να είναι όμως σε θέση ο δικαστής να απομονώσει τους παράγοντες αυτούς επηρεασμού του, πρέπει να διαθέτει ήθος και σθένος δηλαδή την απαιτούμενη  ψυχική δύναμη.
Τα χαρακτηριστικά αυτά, τα οποία πρέπει να συγκεντρώνει ο Δικαστής συνθέτουν την εικόνα του προς τα έξω, θεμελιώνουν το κύρος του και δικαιολογούν την ιδιαίτερη θέση στην οποία τον τοποθετεί το κοινό.
Βλέπετε όπως και να το κάνουμε το να είναι κάποιος δικαστής δεν είναι απλή υπόθεση.
Είναι απόφαση ζωής, αφού η ιδιότητα του δικαστή και η αναμενόμενη από αυτόν συμπεριφορά τον ακολουθούν  όχι μόνο στην επαγγελματική του ζωή αλλά ακόμη και στην ιδιωτική του ζωή.
Τον ακολουθούν και μετά την υποχρεωτική αποχώρησή του από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, το ακριβές χρονικό σημείο της οποίας προσδιορίζεται από το ίδιο το Σύνταγμα με απόλυτη σαφήνεια και κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφισβητήσεως.
Οφείλουμε τέλος να προειδοποιήσουμε ότι υπό τις παρούσες αμιγώς μνημονιακές συνθήκες θεωρούμε εξαιρετικά επικίνδυνο κάθε συνταγματικό πειραματισμό, ο οποίος θα οδηγούσε σε έλλειμμα δικαιοσύνης.
Φρονούμε ότι δεν  υπάρχει τίποτε πιο τραγικό για τους Έλληνες από το να στερηθούν, δια της εισαγωγής  αμφιβόλου λειτουργικότητος θεσμών, της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία διασφαλίζεται πλήρως από το ισχύον Σύνταγμα και αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της Χώρας.
Το υφιστάμενο συνταγματικό πλαίσιο είναι απολύτως επαρκές για να  αντιμετωπισθεί η κρίσις και η αποτελεσματική λειτουργία του εξασφαλίζεται πλήρως από την ανεξάρτητο Δικαιοσύνη, η οποία και το απαιτούμενο σθένος διαθέτει αλλά και την βούληση  να πράξει ό,τι απαιτείται, όπως έχει άλλωστε αποδειχθεί με την πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Με τις σκέψεις αυτές καλώ όλους τους δικαστές, ανεξαρτήτως κλάδου και βαθμού να συνεχίσουν απερίσπαστοι, αγνοώντας τις επιθέσεις, τις προσβολές και τους πάσης φύσεως επηρεασμούς να επιτελούν με νηφαλιότητα, σύνεση και αποφασιστικότητα το υπηρεσιακό τους καθήκον, εντείνοντας συνεχώς τις προσπάθειές τους για μία ταχύτερη και πιο ποιοτική απονομή της δικαιοσύνης, έχοντας πάντοτε κατά νούν ότι η Δικαιοσύνη είναι το τελευταίο καταφύγιο για τον αδικούμενο πολίτη.

2. Η συστηματική προσπάθεια πλήρους υποταγής της Δικαιοσύνης και η αλλαγή μεθόδων.
Ανακοίνωση της πλειοψηφίας της Ε.Δ.Ε. ΠΗΓΗ.
ο Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε κ. Χρ. Σεβαστίδης

Συστηματικά και μεθοδικά επιχειρείται εδώ και καιρό η πλήρης υποταγή και χειραγώγηση της Δικαιοσύνης ώστε να λειτουργεί όχι ως ανεξάρτητη εξουσία αλλά ως κυβερνητικός μηχανισμός. Υπουργοί και Βουλευτές εκτοξεύουν καθημερινά αστήρικτες κατηγορίες σε βάρος Δικαστών και Εισαγγελέων για μεροληπτικές αποφάσεις και ύπαρξη σκοπιμοτήτων που στόχο έχουν δήθεν την παρεμπόδιση του Κυβερνητικού έργου. Επιχειρούν έτσι να τρωθεί το κύρος της Δικαιοσύνης ώστε να μπορούν να την ελέγχουν ευκολότερα και να εμφανιστούν οι ίδιοι ως μοναδικοί υπερασπιστές της νομιμότητας και ‘’γνήσιοι εκφραστές του κοινού συμφέροντος’’, ακολουθώντας το παράδειγμα της Τουρκίας και της Πολωνίας, οι κυβερνήσεις των οποίων είτε με διώξεις κατά δικαστικών λειτουργών είτε με ωμές νομοθετικές παρεμβάσεις καταργούν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Για τις εξελίξεις στην Πολωνία έχει εκδοθεί ήδη αίτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών στον Πρόεδρο της Χώρας και υπάρχει μεγάλο κύμα διεθνών αντιδράσεων. Ο δικαστικός έλεγχος των νόμων, που θωρακίζει ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα από κρατικές αυθαιρεσίες, θεωρείται πλέον εμπόδιο στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς.

Στην Ελλάδα η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων υπερασπίστηκε, όπως ήταν υποχρεωμένη, με σθένος και αποφασιστικότητα τη Συνταγματική νομιμότητα. Προτάξαμε θεσμικά θέματα και εμποδίσαμε τους σχεδιασμούς που επιχειρήθηκαν από άμισθους συμβούλους του Πρωθυπουργού και κυβερνητικούς παράγοντες για αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης των δικαστικών λειτουργών κατά παράβαση ρητών συνταγματικών επιταγών. Εμποδίσαμε ακόμη τους σχεδιασμούς κυβερνητικών παραγόντων σε σειρά ζητημάτων που αφορούσαν νομοθέτηση αντίθετη προς το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό δίκαιο και στηρίξαμε δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι λόγω της δικαιοδοτικής κρίσης που εξέφεραν, αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν την εχθρότητα ορισμένων. Στην απόπειρα ελέγχου και υποταγής της Δικαιοσύνης, χρησιμοποίησαν από τότε τους πιο βρώμικους μηχανισμούς που διαθέτει το Κράτος: το παρακράτος ευτυχώς ελάχιστων διαθέσιμων «δημοσιογράφων» – έμμισθων κονδυλοφόρων. Οι εντολείς τους καλύπτονται συχνά πίσω από «ασυλίες» και προνόμια και παραμένουν στο παρασκήνιο, χρησιμοποιώντας ενίοτε το κοινοβουλευτικό βήμα, για βολικούς μονολόγους. Οι ίδιοι οι εντολοδόχοι δεν έχουν να χάσουν τίποτα αφού οι συκοφαντίες και οι μηχανορραφίες είναι το κύριο επάγγελμά τους.

Στο στόχαστρο αυτών των κύκλων μπήκε από χθες και ο Α΄ Αντιπρόεδρος της Ένωσης, που σήκωσε μεγάλο βάρος της ανυποχώρητης μάχης της Ένωσης για την Δικαστική Ανεξαρτησία και την Δημοκρατία, με έωλες και ανυπόστατες λασπολογίες. Διαμηνύουμε στους διάφορους σκευωρούς και στους προστάτες τους ότι η Ένωσή μας θα πράττει το καθήκον της, που είναι η κατοχύρωση του ελεύθερου δικαστικού φρονήματος και η συνταγματική ομαλότητα, με οποιοδήποτε τίμημα, χωρίς να φοβάται από τέτοιου είδους πιέσεις, που αντίθετα δυναμώνουν την προσήλωσή μας. Η ελληνική κοινωνία αντιλαμβάνεται τους τεράστιους κινδύνους που ελλοχεύουν από μια αδηφάγο εκτελεστική εξουσία, που επιθυμεί με τη χρήση κάθε μέσου να δρα ανεξέλεγκτη, τη στιγμή που η εμπιστοσύνη των πολιτών σ’ αυτήν ως θεσμού αγγίζει μετά βίας το 13% (το χαμηλότερο σε όλες τις Ευρωπαϊκές Χώρες).

Αθήνα, 23 Ιουλίου 2017.

3. Ανακοίνωση της μειοψηφίας της Ε.Δ.Ε. ΠΗΓΗ.

«Με θλίψη παρακολουθούμε, ιδιαίτερα το τελευταίο χρονικό διάστημα, τα όσα γράφει (και δεν πράττει) το δήθεν ενωτικό Προεδρείο της Ένωσής μας, με αποκορύφωμα το δελτίο τύπου, που εξέδωσε σήμερα το Γραφείο Τύπου, με ύφος που σε καμία περίπτωση δεν αρμόζει σε Ένωση Δικαστικών Λειτουργών και Εισαγγελέων, το οποίο εκδόθηκε ερήμην μας και, φυσικά, δεν συνυπογράφουμε, με αφορμή το οποίο ξέσπασε έντονη πολιτική αντιπαράθεση. Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, είμαστε υποχρεωμένοι, με αίσθημα ευθύνης απέναντι, πρωτίστως, στους συναδέλφους, να υπενθυμίσουμε στο Προεδρείο ότι σκοπός του είναι να υπερασπίζεται αποτελεσματικά το κύρος της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της απέναντι σε όποιον προσπαθεί να το τρώσει, εμπεδώνοντας το σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων στη Δικαστική Λειτουργία και όχι να γίνεται μέρος του πολιτικού προβλήματος της Χώρας, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Οι ανεπίτρεπτες ευθείες βολές, που δέχθηκε, ως μη όφειλε, τις τελευταίες ημέρες η Δικαιοσύνη από κυβερνητικούς και άλλους γραφικούς πλέον παράγοντες, με αφορμή συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις και δη ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας, δεν νομιμοποιούν το Προεδρείο της Ένωσης να υπερβαίνει τον προαναφερόμενο σκοπό του και να θέτει τη Δικαστική Λειτουργία στο μέσο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Έχουμε θέσει πολλές φορές μέχρι σήμερα το Προεδρείο προ των ευθυνών του, πλην όμως η αυταπόδεικτη ανεπάρκειά του δεν του επιτρέπει να αντιληφθεί ότι η Ένωσή μας πρέπει ν΄ αποτελεί φωνή σύνεσης, σοβαρότητας και σωφροσύνης, με αποφυγή ακραίων και υπερβολικών δηλώσεων (Τουρκία και Πολωνία), όπως εν προκειμένω, με αποτέλεσμα να έχει εκπέσει του σεβασμού όλων.
Καλούμε το Προεδρείο της Ένωσής μας, έστω και τώρα, να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και του σκοπού του, υπερασπιζόμενο, ως έχει καθήκον, στο ακέραιο το κύρος της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της, με πειστικά επιχειρήματα, ευπρέπεια και ήθος χωρίς να μετέρχεται ύφος και φρασεολογία απάδουσα και κατώτερη του κύρους της και του θεσμού που εκπροσωπεί».

Παρατήρηση. Έγραφε, σχετικά πρόσφατα, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Αθανάσιος Κονταξής, μεταξύ άλλων, “Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι με το πρόσχημα της κριτικής δεν μπορούν να εξευτελίζονται στο σύνολο τους θεσμοί χωρίς άλλο. Ειδικότερα μάλιστα όταν μια απόφαση υιοθετεί μια γνώμη αντίθετη με την δική μας ή σε μια προγενέστερη του αυτού δικαστηρίου δεν μπορεί να λέγεται ότι αυτό αποτελεί σκάνδαλο και γενική κατακραυγή! Από την άλλη πλευρά όμως δεν μπορούμε να λέμε ότι όταν κατακρίνεται μια δικαστική απόφαση κλονίζεται ο θεσμός του Δικαστηρίου! Τούτο θα ισοδυναμούσε με ταύτιση του δικαστή με την Δικαιοσύνη. Κριτική προσώπων και πολεμική κατά θεσμών είναι δυο διάφορα αντικείμενα. Η κριτική των πρώτων δεν σημαίνει και πολεμική κατά των δεύτερων, γιατί τότε υπάρχει ταύτιση προσώπων και θεσμών” [ερμηνεία ποινικού κώδικα, τόμος Β', 2000, σελ. 3063]. Σε άλλο δε σημείο του σπουδαίου αυτού Έργου του ο κ. Αθ. Κονταξής έγραφε, “Γενικότερον πρέπει να λεχθεί ότι κατ'  αρχήν ο υβρίζων δεν έχει δίκαιο. Διότι υβρίζει τις όταν δεν έχει επιχειρήματα και ο έχων επιχειρήματα δεν έχει χρόνον για ύβρεις. Η δυσφήμιση και η εξύβριση είναι η δύναμη των αδυνάτων σε επιχειρήματα, το καταφύγιο όσων δεν μπορούν να πείσουν με την αλήθεια της λογικής και των γεγονότων” [όπ.πάρ, σελ. 3.069].
Θεωρώ πως είναι σοβαρό λάθος η αντιπαράθεση ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία αυτή (θλιβεροί υπάλληλοι των Νεοναζιστών του Βερολίνου!) και των συνδικαλιστών των Δικαστών. Διαβάζοντας την ανακοίνωση της πλειοψηφίας του Δ.Σ της Ε.Δ.Ε  παρατηρώ, έκπληκτος, να διαμαρτύρεται για την κριτική ή ύβρι ή όπως αλλιώς ήθελε την χαρακτηρίσει κανείς, για τον Αντιπρόεδρο της! Η άποψη μου είναι πως δεν έχει καμιά αρμοδιότητα να παρέμβει υπέρ του μέλους και συναδέλφου τους αυτού. Αν αισθάνεται ότι υβρίζεται ο συγκεκριμένος δικαστής γνωρίζει πολύ καλά πως να προστατέψει τον εαυτό του. Και οι συνάδελφοι του θα του επιδικάσουν γεναία χρηματική ικανοποίηση. Η τότε μειοψηφία της ΕΔΕ, εξ όσων θυμάμαι, όταν δεχόταν πρωτοφανείς ύβρεις η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Β. Θάνου-Χριστοφίλου (και προσέφυγε, όπως εδικαιούτο, στον Εισαγγελέα για να προστατεύσει την τιμή και υπόληψη της) από κάποιον άγνωστο Πανεπιστημιακό χαρακτηρίζοντας την “αφελή”, “ανίκανη να ανέβει πλέον στην έδρα” κλπ υποστήριζε δημοσίως ότι “Επί του ζητήματος που τέθηκε στη συνεδρίαση του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, σήμερα 26/2/2016, αναφορικά με την έκδοση ή μη ανακοίνωσης επί της εγκλήσεως που κατατέθηκε από την  Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, κα Β. Θάνου , κατά του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου κ. Στ. Τσακυράκη, διατυπώσαμε την ακόλουθη άποψη: Η ´Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων δε νομιμοποιείται νομικά και ηθικά να εκδόσει ανακοίνωση επί ιδιωτικής υποθέσεως, για την οποία έχουν ήδη επιληφθεί οι δικαστικές αρχές” ο δε μέχρι πρόσφατα Πρόεδρος του ΣτΕ κ. Κ. Μενουδάκος αρθρογράφησε-εξ αφορμής της έγκλησης της Προέδρου κ. Θάνου-Χριστοφίλου, μεταξύ άλλων, “Η κατάθεση από την πρόεδρο του Αρείου Πάγου έγκλησης κατά του καθηγητή Σταύρου Τσακυράκη για την κριτική την οποία άσκησε κατά του περιεχομένου της επιστολής της αποτελεί ενέργεια που ξαφνιάζει, αλλά και δημιουργεί ανησυχίες. Διότι προδίδει αδυναμία αποδοχής της κριτικής και έλλειψη νηφαλιότητας και ψυχραιμίας, που αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ορθή άσκηση του έργου της απονομής δικαιοσύνης”.  Το ίδιο θα μπορούσε κάποιος να πει κι εδώ, ότι δηλαδή πρόκειται για ιδιωτική υπόθεση του Αντιπροέδρου της Ένωσης. Συμφωνώ όμως απόλυτα με το ύφος της έκφρασης της πλειοψηφίας του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε για δημοσιεύματα του τύπου “Τα ερωτήματα, όμως, παραμένουν: οι δικαστές και οι ενώσεις τους τι ρόλο θα παίξουν στη μεγάλη προσπάθεια για την ανασύνταξη της χώρας; Θα αποδίδουν δικαιοσύνη ή θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως μακρύ χέρι της Νέας Δημοκρατίας και του διεφθαρμένου παλιού πολιτικού συστήματος; Ας ξέρουν όμως αυτό: εκτός από παραδικαστικά κυκλώματα, αντιδραστικούς και συνοδοιπόρους της Ν.Δ., το δικαστικό σώμα έχει και δικαστές που τιμούν το λειτούργημα και τους όρκους τους. Όσο για τα μαθήματα περί δημοκρατίας, η Ένωση θα έπρεπε να είναι πιο φειδωλή όταν απευθύνεται στην Αριστερά που μάτωσε για να μπορούν σήμερα οι εν λόγω κύριοι και κύριες να βρίσκονται πάνω στις έδρες τους”!! (Σύριζα: Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ανέλαβε και επίσημα το ρόλο της αντιπολίτευσης).
Εδώ πλέον κατηγορείται η μεγάλη πλειοψηφία των δικαστών μας ως μακρύ χέρι αντιπολιτευόμενου κόμματος που μας έφερε στην μνημονιακή γενοκτονία που το ίδιο το ΣτΕ όμως την έχει αποδεχθεί!!! Έχει δίκιο η μειοψηφία του Δ.Σ. της ΕΔΕ ότι η κριτική των δικαστικών αποφάσεων ασκείται, στις μέρες μας, από “γραφικούς πλέον παράγοντες” και προσθέτω εγώ από πανάσχετους ξερόλες της Νομικής Επιστήμης, της-μακράν!-δυσκολότερης επιστήμης! 
Θεωρώ ότι είναι λάθος η απόπειρα έμμεσης επαναφοράς της περιύβρισης δικαστικής αρχής! Τι προτείνω: ότι μας κυβερνάει μια ΑΔΙΣΤΑΚΤΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΕΝΩΝ στους Νεοναζιστές του Βερολίνου είναι αναμφίβολο. Το θράσος τους-και η γραφικότητα τους-ξεπερνάει κάθε όριο, είναι ΑΣΥΛΛΗΠΤΟ για τον κοινού νου! Αυτοί που υπογράφουν τα γενοκτονικά μνημόνια-τα οποία νομιμοποιεί το ΣτΕ όμως-να υποδύονται την τεθλιμένη χήρα για μια απόφαση του Αρείου Πάγου για εργαζόμενο σε αντιδικία με εργοδότη, αυτοί που υπογράφουν-ροχαλίζοντας στα βουλευτικά έδρανα- νόμους σταλμένους από τους  Νεοναζιστές του Βερολίνου να παριστάνουν τους προστάτες του γενοκτονούμενου λαού εξηγείται μονάχα από την ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ του “ελεύθερου” ψηφοφόρου που τους επέλεξε και τώρα αναμένει την σωτηρία από αυτούς που τον οδήγησαν στην μνημονιακή γενοκτονία να τον σώσει! Δεν χρειάζεται να επικαλεστώ ούτε τον Καστοριάδη (εδώ όμως) ούτε τον J.J. Rousseau (εδώ) για το τι ελευθερία υπάρχει σε καθεστώτα μνημονιακής γενοκτονίας, ούτε φυσικά τον Joseph Goebbels (εδώ) όπως ορματιζόταν οι αυθεντικοί ναζιστές του 1933 την Ευρώπη του μέλλοντος. Η πρόταση μου είναι: περιφρόνηση αυτών των γραφικών ΑΘΛΙΩΝ πολιτικάντηδων. Ο συγκεκριμένος κριτικαριζόμενος ή έστω υβριζόμενος έχει μεγάλη προστασία από το ισχύον νομικό πλαίσιο. Σε κριτική όμως του τύπου “η πλειοψηφία των δικαστών θα συνεχίσει να αποτελεί το μακρύ χέρι σάπιου πολιτικού συστήματος...” οφείλεται απάντηση και μάλιστα με σκληρά λόγια.

1 σχόλιο:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

"Αποτελεί διεθνή πρωτοτυπία το γεγονός ότι κατά το κατά το πρόσφατο χρονικό διάστημα κατά της Ελληνικής Δικαιοσύνης εκτοξεύονται ασχημίες και ύβρεις, η δε υπηρεσιακή ηγεσία των Ελληνικών Δικαστηρίων παραμένει τελείως σιωπηλή.
Κατά το πρόσφατο χρονικό διάστημα τα κυβερνητικά στελέχη προσπαθούν να ανακαλύψουν «μονοπάτια», προκειμένου να παραβιάσουν απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου. Γράφουν μαντινάδες, για να λοιδορήσουν δικαστικούς λειτουργούς, τους οποίους, εκτός από τυφλούς, αποκαλούν και κωφούς, απαρνούμενοι, με τον τρόπο αυτόν, «την ίδια τους την μάνα και το πατρικό τους σπίτι» μέσα στο οποίο ανδρώθηκαν. Έτσι λοιπόν καταρρακώνονται πλήρως οι θεσμοί και αισθανόμαστε ότι ζούμε σε καθεστώς στυγνής δικτατορίας.
Μετά από 40 χρόνια πραγματικής δικαστικής υπηρεσίας δικαιούμαι νομίζω να απευθύνω προς τους Έλληνες δικαστικούς λειτουργούς την ευχή να ασχοληθούν απερίσπαστοι με τα δικαστικά τους καθήκοντα και να γυρίσουν την πλάτη σε όλους όσοι ασχημονούν και υβρίζουν την Ελληνική Δικαιοσύνη, όλοι αυτοί δεν είναι μόνον νομικά άσχετοι, είναι και θεσμικά κατάπτυστοι.
Οι Έλληνες δικαστικοί λειτουργοί μόνο με την στάση αυτή θα δώσουν την ελπίδα ότι στην Πατρίδα μας θα λειτουργήσουν οι Δημοκρατικοί θεσμοί" [Γ. Παναγιωτόπουλος, πρώην Πρόεδρος ΣτΕ]
Για «καθεστώς στυγνής δικτατορίας» κάνει λόγο ο πρώην Πρόεδρος του ΣτΕ

Addthis