Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Ρύθμιση επιχειρηματικών οφειλών, Τειρεσίας, ακάλυπτη επιταγή, εκπροσώπηση ν.π.

Ειρηνοδικείο Θεσ/ κης 7182/ 2015.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Αικατερίνη Ιατρίδου.

Περίληψη. Ρύθμιση επιχειρηματικών οφειλών προς τις τράπεζες (ν. 3816/2010). Ασφαλιστικά μέτρα. Μη εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς ληξιπρόθεσμης οφειλής, για την οποία έχει ασκηθεί αγωγή ή ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, εφόσον σφόδρα πιθανολογείται η ανυπαρξία της οφειλής. Η αίτηση στρέφεται κατά του δανειστή που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής και κατά του φορέα που τηρεί τα σχετικά αρχεία (Τειρεσίας). Συντρέχει τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η κύρια υπόθεση.
Οταν έχει ασκηθεί ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η διαγνωστική δίκη της ανακοπής και όχι αυτό της γενικής δωσιδικίας των καθ` ων η αίτηση. Επιταγή. Τυπικά στοιχεία κύρους. Προϋποθέσεις για την δέσμευση νομικού προσώπου. Εξουσία εκπροσωπήσεως του υπογράφοντος. Ενσταση έλλειψης εξουσίας εκπροσώπησης κατά την έκδοση επιταγής. Προτείνεται και κατά του καλής πίστεως κομιστή, διότι δεν ανάγεται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής. Πλαστογράφηση λευκού φύλλου επιταγής από μέτοχο εταιρίας με παράνομη χρήση της εταιρικής σφραγίδας.

Κατά τις διατάξεις του άρθ. 6 παρ. 1 και 3 του Ν 3816/2010, η ρύθμιση επιχειρηματικών - επαγγελματικών οφειλών προς τις τράπεζες με αίτηση, που στρέφεται κατά του δανειστή και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 682 επ του ΚΠολΔ το αρμόδιο κατά τις διατάξεις αυτές δικαστήριο δικαιούται να διατάξει προσωρινά ως ασφαλιστικό μέτρο την μη εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που διατηρούν πιστωτικά η χρηματοδοτικά ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών, ληξιπρόθεσμης οφειλής, για την οποία έχει ασκηθεί αγωγή ή ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής ή κατά πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον σφόδρα πιθανολογείται η ανυπαρξία οφειλής (παρ. 1), ενώ η απόφαση που διατάζει το πιο πάνω ασφαλιστικό μέτρο παύει αυτοδικαίως να ισχύει, αν δημοσιευθεί οριστική απόφαση για την ουσία της κύριας υπόθεσης (παρ. 3). Από τις παραπάνω διατάξεις, σαφώς προκύπτει, ότι ο εμφανιζόμενος ως οφειλέτης διαταγής πληρωμής δικαιούται ευθέως με βάση τις παραπάνω διατάξεις να στραφεί κατά των φορέων, που τηρούν αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που διατηρούν πιστωτικά-χρημάτοδοτικά ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών και να ζητήσει ως ασφαλιστικό μέτρο την μη εμφάνιση (ήτοι δηλ. την μη καταχώρηση ή σε περίπτωση, που έχει γίνει αυτή, την διαγραφή αυτής) ληξιπρόθεσμης οφειλής, για την οποία έχει ασκήσει ανακοπή. Η σχετική αίτηση πρέπει κατά το γράμμα της παραπάνω διάταξης να στρέφεται κατά του προσώπου, που εμφανίζεται ως δανειστής με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Αρμόδιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραπάνω διατύπωση της διάταξης, καθ ύλη κατ` άρθ. 683 του ΚΠολΔ είναι το μονομελές πρωτοδικείο και εξαιρετικά το Ειρηνοδικείο, όταν η κύρια υπόθεση υπάγεται στην αρμοδιότητα αυτού και κατά τόπο αυτό της γενικής δωσιδικίας, ήτοι του τόπου κατοικίας και έδρας των καθ` ων η αίτηση κατ` άρθ. 22 και 25 του ΚΠολΔ (δανειστή, που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής ή του φορέα που τηρεί τα σχετικά αρχεία), ή και το Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, που κατά περίπτωση είναι αυτή της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής ή αυτή κατά πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης. Και τούτο σύμφωνα με τη γενική θεωρία των ασφαλιστικών μέτρων, αν η κύρια υπόθεση είναι ήδη εκκρεμής σε κάποιο Δικαστήριο, τότε αυτό είναι τοπικά αρμόδιο και για την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (Βλ Ράμμο εγχ.Αστ.Δικ σ.1785 και σχόλια Μ.Μαργαρίτη σε ΣEAK ΚΠολΔΙΚ 2012 Σ. τόμος II κάτω από άρθρο Α.683 σ.175 ,αριθ.19 σελ. 174- 175 -Κράνη σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, σελ. 1331, υπό 6, βλ και ΜονΠρωτΘεσσαλονίκης 2250/2012). Αλλωστε ο Π. Τσίφρας, (βλ. έκδοση 4η 1985, «ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ» σ.10) είναι σαφής "... τα ασφαλιστικά μέτρα τελούν σε τελεολογική σύνδεσμο προς την διαγνωστική δίκη περί του ασφαλιστέου δικαιώματος ...", η δε διάταξη του άρθ. 6 παρ. 1 του Ν 3816/2010, αναφέρει ως διαγνωστική δίκη και αυτή της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (Μ.Πρ Θεσσαλ 2250/2012 ΝΟΜΟΣ). Η σχετική αίτηση περαιτέρω μπορεί να σωρευθεί και στο δικόγραφο, με το οποίο ο ανακόπτων αιτείται την αναστολή εκτέλεσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Αδόκιμη δε η αντίθετη άποψη, ότι «δεν προκύπτει κατά την παραπάνω διατύπωση της διάταξης 6 παρ. 1, Ν 3816/2010, αρμοδιότητα του Δικαστηρίου του τόπου εκδόσεως της διαταγής πληρωμής δικαστηρίου της ανακοπής κατ` άρθρον 632 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ., να διατάξει προσωρινά ως ασφαλιστικό μέτρο την μη εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, όπως δηλαδή στην περίπτωση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής ή της αίτησης αναστολής της εκτέλεσής της». Και τούτο καθώς σύμφωνα με άποψη αυτή, με κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, καλούνται δυο διαφορετικά Δικαστήρια να αποφανθούν, «εάν σφόδρα πιθανολογείται η ανυπαρξία της οφειλής» και η εντεύθεν απόρριψη ή η αποδοχή της διαταγής πληρωμής, ήτοι το Δικαστήριο που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής και αυτό της γενικής δωσιδικίας, ήτοι του τόπου κατοικίας και έδρας των καθ` ων η αίτηση. Ακόλουθα το αρμόδιο Δικαστήριο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, εφόσον σφόδρα πιθανολογήσει την ανυπαρξία της οφειλής, δηλ., ότι θα ευδοκιμήσει π.χ. η ανακοπή και θα ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, διατάσσει την μη εμφάνιση αυτής στα σχετικά αρχεία.

Περαιτέρω κατά τα άρθρα 1 περ. 6 και 2 του Ν 5960/1933 περί επιταγής, η επιταγή για να ισχύει ως αξιόγραφο (χρηματόγραφο) πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, την υπογραφή του προσώπου, που την εκδίδει. Κατά το άρθρο δε 10 του ίδιου νόμου, εάν η επιταγή φέρει υπογραφές προσώπων ανικάνων προς ανάληψη υποχρέωσης από επιταγή, υπογραφές πλαστές ή υπογραφές ανύπαρκτων προσώπων ή υπογραφές οι οποίες εξαιτίας οποιουδήποτε άλλου λόγου δεν μπορούν να υποχρεώσουν τα πρόσωπα που υπέγραψαν την επιταγή ή στο όνομα των οποίων υπογράφηκε αυτή, οι υποχρεώσεις των άλλων υπογραφέων παραμένουν έγκυρες. Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι, για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί, είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο πρέπει να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ` ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεως, δεν το δεσμεύει. Επιπρόσθετα, (όπως παγίως γίνεται δεκτό από τη νομολογία), η ένσταση ελλείψεως εξουσίας εκπροσωπήσεως ενός νομικού προσώπου κατά την έκδοση μίας επιταγής προτείνεται εναντίον κάθε κομιστή αυτής, ακόμη και κατά του καλής πίστεως, διότι δεν ανάγεται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής (βλ. ΑΠ 321/2009 - ΕφΑθηνών 2999/2015 -ΕφΘράκης 85/2014 - ΕφΛάρισας 757/2010 - ΕφΠειραιώς 33/2010 - Εφ.Αθηνών 3520/2010, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτησή της, η αιτούσα ανώνυμη εταιρία, ζητεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3816/2010, να διαταχθεί προσωρινά η μη εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που διατηρούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και δη στο διατραπεζικό σύστημα που τηρεί η «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ», της εμφανιζόμενης ως ληξιπρόθεσμης οφειλής της προς της καθ` ης Τράπεζα, βάσει της υπ` αρ.. 2.416/2015 Διαταγής Πληρωμής της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, μέχρι εκδόσεως οριστικής απόφασης επί από 7-7-2015 και με αριθμό καταθέσεως 8.302/9-7-2015 ανακοπή της αιτούσας ανώνυμης εταιρίας ενώπιον του οικείου Δικαστηρίου, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 30-11-2015. Τέλος ζητεί και να καταδικαστεί η καθ` ης στη δικαστική της δαπάνη.

Η αίτηση αρμόδια εισάγεται να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ` υλη και κατά τόπο αρμόδιο, αφού αυτό είναι το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, (η με αριθμό καταθέσεως 8.302/9-7-2015 ανακοπή), σύμφωνα με τις εισαγωγικές νομικές σκέψεις, απορριπτόμενων περί αντίθετου ισχυρισμών της πρώτης καθ` ης. Είναι δε η καθόλα ορισμένη η αίτηση, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού που προβάλει η παριστάμενη καθ` ης. Ακόλουθα είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3816/2010, σύμφωνα και με την άνω νομική σκέψη. Επίσης κατά την αυτεπάγγελτη κρίση του Δικαστηρίου δεν αντίκειται η σχετική διάταξη άρθρου 6 του ν. 3816/2010 στη διάταξη του άρθρου 20 του Συντάγματος. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω αν είναι και από ουσιαστική άποψη βάσιμη.

Από τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν με επίκληση, καθώς και από τις επί μέρους ομολογίες των διαδίκων που περιέχονται στα έγγραφα σημειώματα των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, πιθανολογείται, ότι η ανακοπτόμενη με αριθμό 2.416/2015 Διαταγή Πληρωμής της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε με βάση την με αριθμό ... επιταγή της ... τράπεζας, ποσού 14.800 ευρώ, ή οποία φέρεται να εξεδόθη από την αιτούσα εταιρία στην Κασσανδρεία Χαλκιδικής την 30.5.2015, εις διαταγή του μετόχου ... Η εν λόγω επιταγή οπισθογραφήθηκε από τον λήπτη στην ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία .., αυτή την οπισθογράφησε στην καθ` ης, η οποία με τη σειρά της την οπισθογράφησε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία .., που την εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή την 2.6.2015 στην τράπεζα .., οπότε και σφραγίσθηκε ως ακάλυπτη. Εν συνεχεία η πρώτη καθ` ης πλήρωσε την επιταγή στην τελευταία κομίστρια και ανέλαβε το σώμα της, καθιστάμενη εκ νέου νόμιμη κομίστρια αυτής. Ο άνω μέτοχος η ... πιθανολογήθηκε εξέδωσε ο ίδιος την 30.5.2015 την επίδικη με αριθμό ... επιταγή της ... τράπεζας, ποσού 14.800 ευρώ, υπό την εταιρική επωνυμία και εις διαταγή του ιδίου, χωρίς να υφίσταται συναλλαγή μεταξύ της εταιρίας και αυτού, η οποία να δικαιολογεί την έκδοση της. Όμως, κατά το χρόνο έκδοσης της, ο μέτοχος αυτός δεν εκπροσωπούσε την αιτούσα εταιρία άλλα έθεσε παράνομα και αυθαίρετα την εταιρική σφραγίδα επί της επιταγής. Η αντιπροσώπευση της εταιρίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έχει ως εξής: α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 του καταστατικού της εταιρίας, το διοικητικό συμβούλιο (εκπροσωπεί την εταιρία ενεργώντας συλλογικά, «... έχει όμως το δικαίωμα με απόφαση του να αναθέσει την αντιπροσώπευση, τα έργα, καθήκοντα ή δικαιώματα... σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα μη μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου». Κατόπιν αυτού: β. Την 27.7.2009 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ) με αριθμό 9156/2009 το από 2.7.2009 πρακτικό συγκρότησης σε σώμα του ΔΣ της εταιρίας που εκλέχθηκε από τη γενική συνέλευση των μετόχων (εφεξής, ΓΣ) της 30.6.2009 και το οποίο αποτελείτο από τους .., τον μέτοχο και την ... Ορίσθηκε την εταιρία δεσμεύουν οι .., ενεργώντας από κοινού. γ. Την 11.8.2011 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ) με αριθμό 8317/2011 το από 4.7.2011 πρακτικό συγκρότησης σε σώμα του ΔΣ της εταιρίας που εκλέχθηκε από τη ΓΣ των μετόχων της 3.7.2011 και το οποίο αποτελείτο από τους ... Ορίσθηκε ότι, την εταιρία δεσμεύει μόνο ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ... δ. Την 26.1.2015 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ δε ΕΠΕ) με αριθμό 374/2015 το από 29.11.2014 πρακτικό συγκρότησης σε σώμα του ΔΣ της εταιρίας που εκλέχθηκε από τη ΓΣ των μετόχων της 28.11.2014 και το οποίο αποτελείτο από τους ... Ορίσθηκε ότι, την εταιρία δεσμεύει μόνο ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ... ε. Τέλος, την 2.6.2015 δημοσιεύθηκε στο ΓΕΜΗ του Επιμελητηρίου Χαλκιδικής (εκκρεμεί η δημοσίευση στο ΦΕΚ) το από 3.5.2015 πρακτικό συγκρότησης σε σώμα του ΔΣ της εταιρίας που εκλέχθηκε από τη ΓΣ των μετόχων της 2.5.2015 και το οποίο αποτελείτο από τους ... Ορίσθηκε ότι, την εταιρία δεσμεύει μόνο ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ... Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι, κατά το χρόνο της εκδόσεως της επίδικης επιταγής και ήδη από την 11.8.2011 (βλ. ανωτέρω, υπό γ), ο ... δεν εκπροσωπούσε την εταιρία.
Πιθανολογήθηκε σφόδρα δε ότι, ο άνω μέτοχος παρακράτησε παράνομα το φύλλο της υπό κρίσιν επιταγής (η οποία ήταν λευκή και εσύρετο επί κλειστού, ήδη από την 31.7.2014, λογαριασμού της εταιρίας στην (πρώην) ... τράπεζα, μετά την ανάθεση της εκπροσώπησης της εταιρίας αποκλειστικά στον ... (Αύγουστος 2011) και, τελικά, τον Μάιο του 2015 κατασκεύασε μία σφραγίδα της εταιρίας, έθεσε αυτήν αυθαίρετα επί του σώματος της επιταγής, υπέγραψε την επιταγή στη θέση του εκδότη, τη συμπλήρωσε παράνομα αναγράφοντας το όνομα του στη θέση του λήπτη, την ημερομηνία εκδόσεως και το ποσό των 14.800 ευρώ (το οποίο προφανώς αντιστοιχούσε σε οφειλή του προς τη ... και στη συνέχεια έθεσε σε κυκλοφορία την επιταγή, όπως ανωτέρω αναφέρεται. Συνεπώς, η επίδικη επιταγή εξεδόθη από πρόσωπο που δεν εκπροσωπούσε την εταιρία κατά το χρόνο της έκδοσης της άρθρο 11 του Ν. 5960/1933, (Εφ. Θεσσαλονίκης 504/2012, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), με συνέπεια να είναι αυτή - η επιταγή - πλαστή (βλ. ΑΠ Συμβ 111/2008 - ΑΠ Συμβ 981/2002 - ΣυμβΠλημΠειραιώς 353/2009, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) Αλλωστε η αιτούσα ως πλαστογράφο, κατονόμασε τον ..., κάτοικο Κρυοπηγής Χαλκιδικής και για τον λόγο αυτό έχει υποβάλει την από 7-7-2015 έγκλησή της κατά .. για τη διάπραξη σε βάρος της του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε συρροή με απάτη κατ` επάγγελμα και κατ` εξακολούθηση.
Στην προκείμενη διαφορά δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 13, 21 και 22 του Νόμου Περί Επιταγής. Όπως παγίως γίνεται δεκτό από τη νομολογία, η ένσταση ελλείψεως εξουσίας εκπροσωπήσεως ενός νομικού προσώπου κατά την έκδοση μίας επιταγής προτείνεται εναντίον κάθε κομιστή αυτής, ακόμη και κατά του καλής πίστεως, διότι δεν ανάγεται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής (βλ. ΑΠ 321/2009 - ΕφΑθηνών 2999/2015 - ΕφΘράκης 85/2014 -ΕφΛάρισας 757/2010 - ΕφΠειραιώς 33/2010 - ΕφΑθηνών 3520/2010, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αλλωστε πιθανολογήθηκε ότι εμφάνιση της υπό κρίσιν διαταγής πληρωμής στα αρχεία του ΤΕΙΡΕΣΙΑ στερεί στην αιτούσα το δικαίωμα να προμηθευτεί μπλόκ επιταγών από οιαδήποτε τράπεζα, πράγμα που, αυτόδηλα, δυσχεραίνει τη λειτουργία οποιασδήποτε επιχείρησης. Αλλωστε και η ρύθμιση του άρθρου 7 του Ν. 3816/2010 επιβεβαιώνει ex lege τον ισχυρισμό της περί της αδυναμίας χορηγήσεως μπλοκ επιταγών. Είναι δε σαφές ότι, η ρύθμιση του άρθρου 7, η οποία προβλέπει την τριτεγγύηση ποσού 5.000 ευρώ ανά φύλλο επιταγής, δεν έχει την έννοια της εξάντλησης αυτής της δυνατότητας για τον ανακόπτοντα, προτού αυτός προσφύγει στην αίτηση του άρθρου 6. Κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο, αφού θα επιβάρυνε υπέρμετρα τον φερόμενο ως οφειλέτη.
Πρέπει συνεπώς, καθώς πιθανολογείται σφόδρα, ότι θα γίνει δεκτή η με αριθμό καταθέσεως 8.302/9-7-2015 ανακοπή της αιτούσας Ανώνυμης εταιρίας ενώπιον του οικείου Δικαστηρίου κατά της παραπάνω διαταγής, που εκκρεμεί στο παρόν Δικαστήριο και θα ότι θα ακυρωθεί η παραπάνω διαταγή πληρωμής, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να διαταχθεί προσωρινά η μη εμφάνιση της παραπάνω ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής ως δυσμενούς στοιχείου στα αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς, που τηρεί η δεύτερη καθ ης και τέλος να επιβληθούν σε βάρος της αιτούσας τα έξοδα της καθ ης κατ` άρθ. 177 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και με αυτές του άρθ. 178 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Τέλος γίνεται μνεία, ότι παρότι καταγγέλλεται από την αιτούσα πράξη, που χαρακτηρίζεται ως έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, ήτοι πλαστογραφίας και χρήσης της επίδικης επιταγής, δεν διατάσσεται να αποσταλεί η δικογραφία στον Εισαγγελέα, καθότι ήδη η αιτούσα έχει ήδη υποβάλλει σχετική μήνυση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ προσωρινά τη μη εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που διατηρούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και δη στο διατραπεζικό σύστημα που τηρεί η δεύτερη των καθ` ων, η «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ», της εμφανιζόμενης ως ληξιπρόθεσμης οφειλής της αιτούσας με βάση την με αριθμό ... επιταγή της ... τράπεζας, ποσού 14,800 ευρώ, η οποία φέρεται να εξεδόθη από την αιτούσα εταιρία στην Κασσανδρεία Χαλκιδικής την 30.5.2015, εις διαταγή του μετόχου ... και βάσει της ανακοπτόμενης με αριθμό 2.415/2015 Διαταγής Πληρωμής της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, μέχρι εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της με αριθμό καταθέσεως 8.302/9-7-2015 ανακοπής της απούσας ανώνυμης εταιρίας ενώπιον του οικείου Δικαστηρίου, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 30-11-2015
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης καθ` ης, τα οποία ορίζει σε εκατόν τριάντα (130) ευρώ.

 Νόμος 3816 /2010 [ΦΕΚ Α 6/26.01.2010]

Ρύθμιση επιχειρηματικών και επαγγελματικών οφειλών  προς τα πιστωτικά ιδρύματα, διατάξεις για την επεξεργασία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και άλλες διατάξεις.

          ΜΕΡΟΣ Α`

ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ
           
 Άρθρο 1 

Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών  

1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων για επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, δικαιούνται να ζητήσουν από τα ιδρύματα αυτά και να επιτύχουν την υπαγωγή σε ρύθμιση των συνολικών οφειλών από την κάθε σύμβαση δανείου ή πίστωσης οι οποίες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 30.6.2007 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Αν η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί, προϋπόθεση για τη ρύθμιση είναι να υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το υπό ρύθμιση συνολικά οφειλόμενο ποσό αφαιρούνται και διαγράφονται οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, πλην των ήδη καταβληθέντων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής που υπάγεται σε ρύθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει για κάθε σύμβαση το ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ.

 2. Η αποπληρωμή της κατά την προηγούμενη παράγραφο προκύπτουσας οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια ίση με αυτή που απομένει ή, σε περίπτωση σύμβασης που έχει καταγγελθεί θα απέμενε μέχρι τη λήξη της σύμβασης, προσαυξημένη κατά δύο έτη. Για ληξιπρόθεσμη οφειλή από σύμβαση που έχει καταγγελθεί, η διάρκεια της αποπληρωμής δεν μπορεί να είναι μικρότερη από επτά έτη. Κατά τα δύο πρώτα έτη θα καταβάλλονται μόνο τόκοι και η εν συνεχεία αποπληρωμή της οφειλής που έχει ρυθμισθεί θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση. Για ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που έχουν καταγγελθεί, η αποπληρωμή της οφειλής γίνεται κατ` αντιστοιχία προς τα παραπάνω σε επτά έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Οι πάσης φύσεως και με εκ του νόμου ημερομηνία λήξεως ρευστοποιούμενες κινητές αξίες, που έχουν δοθεί ως ενέχυρο, θα καλύπτουν την κατά παράγραφο 1 οφειλή, θα μειώνουν το ρυθμιζόμενο ποσό και θα αναπροσαρμόζεται το ποσό των περιοδικών δόσεων. Ο υπολογισμός των τόκων θα γίνεται, καθ` όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Απόκλιση από τα παραπάνω επιτρέπεται μόνο αν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Το σύνολο των υφιστάμενων πάσης φύσεως εξασφαλίσεων και εγγυήσεων διατηρείται χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη πράξη ή διατύπωση.

 3. Από την ψήφιση του παρόντος και μέχρι την 15.3.2010 η καταγγελία σύμβασης της παραγράφου 1 εξαιτίας ληξιπρόθεσμων οφειλών παράγει τα αποτελέσματα της μόνο αν ο οφειλέτης δεν ζητήσει εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της καταγγελίας την υπαγωγή σε ρύθμιση της ληξιπρόθεσμης οφειλής σύμφωνα με την παράγραφο

 2. Η προθεσμία του ενός μηνός δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμα αυτό.

 4. Οφειλέτες από συμβάσεις της παραγράφου 1, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1.1.2005 και μέχρι την 30.6.2007 δικαιούνται να ζητήσουν και να επιτύχουν να υπαχθούν στη ρύθμιση σύμφωνα με τα παραπάνω, υπό τον όρο ότι θα αποπληρωθεί μέχρι την 15.5.2010 ποσό ίσο με το δέκα τοις εκατό της οφειλής που προκύπτει, χωρίς να υπολογίζονται τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, για τους οποίους τηρείται χωριστός λογαριασμός. Αν ο οφειλέτης αποπληρώσει το ήμισυ της οφειλής σύμφωνα με τη ρύθμιση, διαγράφονται οριστικά οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, πλην των ήδη καταβληθέντων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης, αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων.

 5. Οι αιτήσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση των οφειλών των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.4.2010. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον οφειλέτη μέσα σε τριάντα ημέρες από την υποβολή της αίτησης το ύψος της οφειλής που προκύπτει κατά τα ανωτέρω. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 31.7.2010 δεν επιτρέπεται η έναρξη ή η συνέχιση της κύριας διαδικασίας της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, εκτός αν έχει διενεργηθεί ήδη ο πλειστηριασμός, για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων του Ελληνικού Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, για οποιαδήποτε αιτία οφειλής και υπό τον όρο ότι ο οφειλέτης θα έχει υποβάλει εμπρόθεσμα σχετική αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του παρόντος. Ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης.

6. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης με χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που δεν έχουν καταγγελθεί. Η διάρκεια της αποπληρωμής της οφειλής δεν μπορεί να υπερβαίνει τον εναπομένοντα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης χρόνο. Στην περίπτωση της υπέρβασης δεν εφαρμόζεται το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2. Καταγγελίες μετά την 15.12.2009 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν παράγουν τα αποτελέσματα τους. Η παράγραφος 3 εφαρμόζεται και για τις συμβάσεις αυτές.

 7. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, από ομολογιακά δάνεια, από δάνεια ή πιστώσεις εγγυημένα ή επιδοτούμενα από το Δημόσιο ή εγγυημένα από το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές Κοινωφελών Ιδρυμάτων.

 8. Δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή στο νόμο αυτόν έχουν οι πρωτοφειλέτες, οι εγγυητές και οι καθολικοί διάδοχοι τους, εφόσον διαθέτουν φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα.
«Η ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα δύναται να προσκομιστεί μέχρι την 30.7.2010. Η προθεσμία καταβολής του προβλεπόμενου από την παράγραφο 4 ποσού παρατείνεται μέχρι την 10.8.2010.»

*** Τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 8, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με την παρ.26 α` του άρθρου 10 του ν.3840/2010 (ΦΕΚ 53 Α), αντικαταστάθηκαν  ως άνω με την παρ.1 άρθρου 20 Ν.3853/2010,ΦΕΚ Α 90/17.6.2010.Με την παρ.3 του αυτού άρθρου και νόμου ορίζεται ότι: "Η παράταση των παραπάνω προθεσμιών για την προσκόμιση της φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας που επέρχεται με τις προηγούμενες παραγράφους ισχύει αναδρομικά από την 31.5.2010".
 
 Άρθρο 2 

Αποπληρωμή ενήμερων οφειλών
 
1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων για επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, δικαιούνται να ζητήσουν από αυτά και να επιτύχουν για οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, εφόσον διαθέτουν φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων, να εφαρμοστούν ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

 α) περίοδος χάριτος ενός έτους, χωρίς καταβολή τόκων και κεφαλαίου, με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και κεφαλαιοποίηση των τόκων στη λήξη της περιόδου χάριτος, εφόσον η σύμβαση δανείου δεν έχει διανύσει μέχρι την 15.4.2010 το ένα τρίτο της προβλεπόμενης συμβατικής διάρκειας,

 β) αναστολή επί διετία της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της αναστολής σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση, και

 γ) παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου κατά τρία έτη.

 2. Την επιλογή κατά την προηγούμενη παράγραφο και εφόσον το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ έχουν:

 α) φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, και εμφανίζουν κατά την τελευταία μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2009 χρήση ετήσιο κύκλο εργασιών μικρότερο των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ και έχουν κατά την ίδια χρήση ζημία,

 β) αγροτικοί συνεταιρισμοί, ενώσεις αυτών και ομάδες παραγωγών, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων που τηρούν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης περίπτωσης.

 3. Την επιλογή κατά την παράγραφο 1 και εφόσον το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ, έχουν:

 α) φυσικά και νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική δραστηριότητα και κατά τη χρήση του έτους 2008 εμφανίζουν ετήσια ακαθάριστα έσοδα μικρότερα των εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ,

 β) φυσικά πρόσωπα που ασκούν κατά κύριο επάγγελμα αγροτική δραστηριότητα,

γ) επιχειρήσεις που έχουν υποστεί σημαντικές καταστροφές από πυρκαγιές ή φυσικά φαινόμενα από το έτος 2007 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

 4. Αιτήσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.4.2010. Στην αίτηση επισυνάπτονται τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής που απαιτούνται.

 «Η ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα δύναται να προσκομιστεί μέχρι την 30.7.2010.»

*** Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με την παρ.26 περ.β` του άρθρου 10 του ν.3840/2010 (ΦΕΚ 53 Α),αντικαταστάθηκε  ως άνω με την παρ.2 άρθρου 20 Ν.3853/2010,ΦΕΚ Α 90/17.6.2010.Με την παρ.3 του αυτού άρθρου και νόμου ορίζεται ότι:
" Η παράταση των παραπάνω προθεσμιών για την προσκόμιση της φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας που επέρχεται με τις προηγούμενες παραγράφους ισχύει αναδρομικά από την 31.5.2010".

 5. Αν καταγγελθούν από το πιστωτικό ίδρυμα συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μετά την πάροδο δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να αποπληρώσει το κατάλοιπο του λογαριασμού σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, καταβάλλοντος κατά το πρώτο έτος μόνο τόκους. Για τον υπολογισμό των τόκων ισχύει το συμβατικό επιτόκιο οφειλής, το οποίο θα εφαρμοζόταν αν η σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί. Το δικαίωμα του οφειλέτη για ρύθμιση της οφειλής ασκείται μέσα σε έναν μήνα από την κοινοποίηση σε αυτόν της καταγγελίας. Η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμα του. Το συνολικό ποσό που ρυθμίζεται κατά τους όρους της παραγράφου αυτής δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.

 6. Αν μειωθεί ή δεν ανανεωθεί μονομερώς από το πιστωτικό ίδρυμα το πιστωτικό όριο συμβάσεων ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τον τελευταίο μήνα πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ή μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού και κατά το μέρος που αυτό δεν υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 σε πέντε έτη σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

 7. Επιχειρήσεις και επαγγελματίες των πυρόπληκτων νομών κατά τις πυρκαγιές του 2007 στους οποίους χορηγήθηκαν δάνεια "δυνάμει των με αριθμό 36579/Β. 1666/27.8.2007 (ΦΕΚ 1740 Β) και
2/54310/0025/13.9.2007 (ΦΕΚ 1858 Β) αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών, όπως ισχύουν,"  δικαιούνται να ζητήσουν «μέχρι την 30.8.2010» αναστολή επί διετία και αναδρομικά από 1.1.2010 της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της αναστολής σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση. Υπόχρεοι προς αποπληρωμή των τόκων είναι οι δανειολήπτες.

*** Η φράση "δυνάμει της με αριθμό 2/54310/0025/13.9.2007 απόφασης τουΥπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 1858 Β`)"  της παρ.7 αντικαταστάθηκε με     την εντός " " ως άνω φράση με την παρ.10 άρθρου 90 Ν.3842/2010, ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

*** Οι λέξεις «μέχρι την 30.8.2010» τέθηκαν αντί  των λέξεων «μέχρι την 15.4.2010»  με το άρθρο 21 παρ.5 Ν.3867/2010,ΦΕΚ Α 128/3.8.2010.

 8. Οι εξαιρέσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του παρόντος ισχύουν και για τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου.

9. Οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 εφαρμόζονται για δάνεια ή πιστώσεις που χορηγήθηκαν μέσω υποκαταστημάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα από πιστωτικά ιδρύματα που έχο υν την έδρα τους ή έχουν νομίμως εγκατασταθεί στην Ελλάδα.

Άρθρο 3

Γενική διαγραφή δυσμενών δεδομένων για εξοφληθείσες οφειλές

  1. Διαγράφονται από τα αρχεία δεδομένων οικονομικής  συμπεριφοράς που τηρούνται από τα πιστωτικά ή  χρηματοδοτικά εν γένει ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών όλες οι καταχωρισμένες περιπτώσεις για απλήρωτες επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί  εμπρόθεσμα από την πληρωτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, ανεξόφλητες κατά τη λήξη τους συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν, καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων, διαταγές πληρωμής, κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν.δ. της  17.7./13.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προγράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές Κυρώσεις, υπό  την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολο  της ή θα εξοφληθεί μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

  2. Αίρεται κάθε περιορισμός χορήγησης νέου βιβλιαρίου  επιταγών που έχει επιβληθεί με βάση τη με αριθμό  234/23/11.12.2006 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών  και Πιστωτικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β 63/2007) για επιταγές που έχουν εξοφληθεί ή θα  εξοφληθούν μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του  νόμου αυτού.

Άρθρο 4

Περιορισμοί στην επεξεργασία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 40 του ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149 Α`), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 70 του ν. 3746/2009 (ΦΕΚ 27 Α`), αντικαθίσταται ως ακολούθως:

 "1. Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά και εν γένει χρηματοδοτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα χάριν αυτών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα για τις αντίστοιχες αναφερόμενες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολο της και έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για το σύνολο των καταχωρημένων στο αρχείο δεδομένων, με την επιφύλαξη της περίπτωσης α`, για την οποία αρκεί η πάροδος του χρόνου της συγκεκριμένης κατηγορίας:

 α) Απλήρωτες επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρωτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, ανεξόφλητες κατά τη λήξη τους συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν και καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων, δύο έτη. Επιταγές, που εξοφλούνται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σφράγιση τους δεν εμφανίζονται στα ανωτέρω αρχεία και οι καταχωρισμένες
διαγράφονται.
 Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται αναλόγως και για συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν που εξοφλούνται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη λήξη τους.

 β) Διαταγές πληρωμής, τρία έτη.

 γ) Κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προγράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές Κυρώσεις του Υπουργείου Οικονομικών, τέσσερα έτη."

 2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 40 του ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149 Α`), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 70 του ν. 3746/2009 (ΦΕΚ 27 Α`), αντικαθίσταται ως ακολούθως:

 "3. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν στο σύνολο τους τα χίλια ευρώ, δεν εμφανίζονται στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών."

 3. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν στο σύνολο τους τις τρεις χιλιάδες ευρώ και δεν υπερβαίνουν τις τρεις καταχωρίσεις, δεν εμφανίζονται στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών.

 4. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί διαγράφονται δέκα έτη μετά την εγγραφή.

 5. Η παύση της εμφάνισης στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών επιταγών επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρωτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, αίρει το μέτρο στέρησης του βιβλιαρίου επιταγών που έχει επιβληθεί κατ` εφαρμογή της με αριθμό 234/23/11.12.2006 απόφασης της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β 63/2007), για τις επιταγές αυτές.

Άρθρο 5 

Υποχρέωση ενημέρωσης

  Το πιστωτικό και εν γένει το χρηματοδοτικό ίδρυμα που  έχει διαβιβάσει σε αρχεία δεδομένων οικονομικής  συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα δυσμενή δεδομένα για οφειλές υποχρεούται μέσα σε δύο εργάσιμες  ημέρες από την περιέλευση σε αυτό των στοιχείων που  αποδεικνύουν την εξόφληση της οφειλής να προβεί αδαπάνως για τον οφειλέτη στην ενημέρωση του υπευθύνου επεξεργασίας των παραπάνω αρχείων.

Άρθρο 6 
      
Προσωρινή δικαστική προστασία 
 
1. Με αίτηση που στρέφεται κατά του δανειστή και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 682 επ. Κ.Πολ.Δ., το αρμόδιο κατά τις διατάξεις αυτές δικαστήριο δικαιούται να διατάξει προσωρινά ως ασφαλιστικό μέτρο τη μη εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που διατηρούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών, ληξιπρόθεσμης οφειλής, για την οποία έχει ασκηθεί αγωγή ή ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής ή κατά πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης εφόσον σφόδρα πιθανολογείται η ανυπαρξία της οφειλής.

 2. Οι υπεύθυνοι επεξεργασίας των αρχείων υποχρεούνται, με τη γνωστοποίηση σε αυτούς της δικαστικής απόφασης που δέχεται την αίτηση, να μεριμνήσουν μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες να μην εμφανίζονται στα αρχεία και να μην μεταβιβάζονται τα παραπάνω δεδομένα.

 3. Η απόφαση που διατάζει το πιο πάνω ασφαλιστικό μέτρο παύει αυτοδικαίως να ισχύει, αν δημοσιευθεί οριστική απόφαση για την ουσία της κύριας υπόθεσης.

Άρθρο 7

 Παροχή βιβλιαρίου επιταγών με εγγύηση
 
 Το πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται να χορηγεί κατά τη  διάρκεια ισχύος μέτρου στέρησης χορήγησης βιβλιαρίου επιταγών νέο βιβλιάριο επιταγών εφόσον παρέχεται επ` αυτών τριτεγγύηση έως πέντε χιλιάδες ευρώ για κάθε  επιταγή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο δεν  υφίσταται το ανωτέρω μέτρο στέρησης. Η πληρωτέα αξία  της επιταγής δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της εγγυήσεως.

Άρθρο 8 

Κυρώσεις

  Ο Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επιβάλλει για κάθε παράβαση των υποχρεώσεων από τον παρόντα νόμο πρόστιμο που ανέρχεται από δέκα χιλιάδες έως πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ.
  
Κατά την επιμέτρηση του προστίμου λαμβάνονται ιδίως υπόψη και συνεκτιμώνται: 
α) η βαρύτητα της παράβασης, β) η συχνότητα αυτής, γ) η διάρκεια της, δ) οι ειδικές συνθήκες τέλεσης της, ε) η ύπαρξη υπαιτιότητας, στ) ο κύκλος εργασιών του παραβάτη και ζ) η υπότροπη  συμπεριφορά. Οι καταγγελίες για παράβαση του παρόντος νόμου κατατίθενται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

Άρθρο 9
 
Διαγραφή Απαιτήσεων

  Για απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που διαγράφονται με τον παρόντα νόμο εφαρμόζεται το άρθρο 30 παρ.  10 του ν. 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α`). Τα διαγραφόμενα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης εντός  της οποίας ενεργείται η διαγραφή προκειμένου για τον  προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών. Η ωφέλεια που αποκτάται από τη διαγραφή τόκων δεν θεωρείται  εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία.

Άρθρο 15 

Τελική διάταξη

  Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από  τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
  Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην  Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως  νόμου του Κράτους.

                 Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...