Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Ανείσπρακτα μισθώματα, εκχώρηση στο Δημόσιο, ατομική ειδοποίηση, ανακοπή.

Μονομελές Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς 191/ 2016.

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ιωάννα Πέττα-Χριστοπούλου, Εφέτη.

Περίληψη.  Άσκηση ανακοπής του αρ. 73 παρ. 1. Εκχώρηση ανείσπρακτων μισθωμάτων από τον εκμισθωτή στο Ελληνικό Δημόσιο. Διατυπώσεις για το κύρος της. Έννοια του «νομίμου τίτλου» για την επίσπευση διοικητικής εκτέλεσης. Νομικά ελαττώματα της βεβαιωτικής διαδικασίας, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν λόγους της κατά το άρθρο 73 του Κ.Ε.Δ.Ε. ανακοπής. Αν και η ατομική ειδοποίηση του άρθρου 4 του Κ.Ε.Δ.Ε. δεν αποτελεί εκτελεστή πράξη, κατ’ εξαίρεση πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει εκτελεστό χαρακτήρα στην περίπτωση, που αποστέλλεται σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι κατά νόμο είτε αλληλεγγύως υπεύθυνο με τον οφειλέτη για την εξόφληση του χρέους είτε αυτοτελώς υπεύθυνο για την εξόφληση του προς τρίτο χρέους του με τις περί Κ.Ε.Δ.Ε. διατάξεις, χωρίς να προηγηθεί ταμειακή βεβαίωση σε βάρος του. Η εκχωρηθείσα απαίτηση δεν ήταν εκκαθαρισμένη ως προς το ακριβές ποσό των οφειλόμενων μισθωμάτων λόγω προηγούμενων καταβολών της μισθώτριας. Δέχεται εν μέρει την έφεση. 
Η ως άνω κρινόμενη έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, που άσκησε η εκκαλούσα εταιρία (αρχικά ανακόπτουσα) εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου (πρώτου εφεσίβλητου - καθού η ανακοπή) και των δεύτερου και τρίτης των εφεσιβλήτων προσεπικληθέντων και προσθέτως παρεμβάντων υπέρ του καθού η ανακοπή) και της υπ’ αριθμ. 5246/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 518 παρ 2 ΚΠολΔ), διότι δεν αποδεικνύεται επίδοση της απόφασης αυτής από οποιονδήποτε από τους διαδίκους και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή τόσον η έφεση όσο και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και πρέπει να εξεταστούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 533 παρ 1 ΚΠολΔ), μόνον όμως κατά το μέρος της έφεσης, που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, μετά από τη νομότυπη παραίτηση (άρθρα 294, 295, 297 ΚΠολΔ) της εκκαλούσας εταιρίας κατά το μέρος της, που στρέφεται κατά των λοιπών (πλην του Ελληνικού Δημοσίου) εφεσιβλήτων, ενώ οι εκ των υστέρων ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι έφεσης στρέφονται μόνον κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Με την από 21/3/2011 και με αύξ. αριθμ. κατάθεσης 2642/21-3-2011 ανακοπή της, την οποία άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρία ισχυρίστηκε, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, μέσω της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς, εξέδωσε, με βάση τις υπ` αριθμ. 1290/16-2-2011 και 12918/16-2- 2011 ταμειακές βεβαιώσεις, την υπ` αριθμ. 795/22-2-2011 ατομική ειδοποίηση χρεών σε βάρος της για χρηματικό ποσό 312.000,00 ευρώ και για τους λόγους που επικαλείται ζητεί να ακυρωθούν οι πιο πάνω πράξεις (ατομική βεβαίωση χρεών και ταμειακές βεβαιώσεις) και να καταδικαστεί το καθού στη δικαστική δαπάνη της. Το καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 1/2/2012 ανακοίνωση δικής - προσεπίκληση προς το ......., οι οποίοι άσκησαν την από 11/12/2012 πρόσθετη παρέμβασή τους υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου στην δίκη επί της παραπάνω ανακοπής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ένωσε και συνεκδίκασε την ανακοπή, την ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση των πιο πάνω διαδίκων και απέρριψε την ανακοπή και την προσεπίκληση, ενώ έκανε δεκτή την πρόσθετη παρέμβαση ως ουσιαστικά βάσιμη. Εναντίον της απόφασης αυτής η εκκαλούσα - ανακόπτουσα εταιρία παραπονείται με την κρινόμενη έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους και ζητεί να εξαφανιστεί για τους λόγους που επικαλείται.

Από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 477 Α.Κ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, και 2 ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 4 παρ. 7 του ν. 2238/1994 «Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος» προκύπτει ότι εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων που θεωρούνται ότι έχουν αποκτηθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2238/1994 και τα οποία αποδεδειγμένα δεν έχουν εισπραχθεί από το δικαιούχο επιτρέπεται να μη συνυπολογίζονται στο συνολικό καθαρό εισόδημά του, εφόσον εκχωρηθούν στο Δημόσιο, χωρίς αντάλλαγμα. Η εκχώρηση γίνεται με απλή έγγραφη δήλωση του υποχρέου σε φόρο, η οποία υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., μέσα στο οικονομικό έτος, στο οποίο τα εισοδήματα αυτά υπόκεινται σε φόρο, παραδίδοντας συγχρόνως σε αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα. Από της δηλώσεως αυτής του εκχωρητή, με τη βεβαίωση αυτού ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαίτησης υποκαθίσταται ως προς την εκχωρούμενη απαίτηση στα δικαιώματα του εκχωρητή, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτουμένης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου παρ. 7 του ν. 2238/1994, αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί περαιτέρω δημόσιο έσοδο που εισπράττεται από τον οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. Στον οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της άνω κατ’ αυτού ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσας απαίτησης, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του Κ.Ε.Δ.Ε., η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583 - 585 ΚΠολΔ. Με την ανακοπή αυτή επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κατά του νομίμου τίτλου της εκχωρηθείσης απαίτησης, στην απόδειξη της οποίας υποχρεούται το καθού η ανακοπή Δημόσιο (ΑΠ 1245/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΧρΙΔ 2011, 513, Δ/νη 201 1/1037).
Ειδικότερα, στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή αυτή του άρθρου 73 παρ. 1 ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ - η οποία μπορεί να ασκείται (και) κατά του «νομίμου τίτλου» - ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ’ ου (Δημόσιο) θέση, ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή. Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου και εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με την συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση. Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση τον «νόμιμο τίτλο» είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, κατόπιν εκχωρήσεως της απαιτήσεως (Α.Π. 175/2015, Α.Π. 2284/2009). Αν δεν υπάρχει ο από το άρθρο 2 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) προβλεπόμενος νόμιμος τίτλος ή αυτός είναι άκυρος τότε δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η διοικητική εκτέλεση. Η απόδειξη της ύπαρξης του νόμιμου τίτλου βαρύνει εκείνον που επισπεύδει τη διοικητική εκτέλεση, ο οποίος οφείλει να αποδείξει τη νόμιμη συγκρότηση των εγγράφων, που θεμελιώνουν τον τίτλο (νομιμότητα της διαδικασίας διοικητικής και ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής), καθώς και ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται η βεβαία, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση, δηλαδή τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την κίνηση της διοικητικής εκτέλεσης (άρθρα 1, 2, 5 και 7 ΚΕΔΕ). Νομικά ελαττώματα της βεβαιωτικής διαδικασίας, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν λόγους της κατά το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ ανακοπής είναι, μεταξύ άλλων, η έλλειψη αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του οργάνου που ενεργεί τη βεβαίωση (εν ευρεία έννοια), αλλά και γενικότερα η βεβαίωση εσόδου που έγινε κατά παράβαση των κειμένων νόμων, περίπτωση που συντρέχει και όταν η βεβαίωση γίνεται χωρίς να προβλέπεται από σχετική διάταξη νόμου, η χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας βεβαίωσης (ΑΠ 1549/1998 ΔΕΕ 1999, 534, ΔΙΚΗ 199). 
Με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 1 και 2 ν. 356/1974 (ΚΕΔΕ) προβλέπεται η άσκηση δύο ειδών ανακοπών κατά της διοικητικής εκτέλεσης, και δη της ανακοπής, που ασκείται πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης και στρέφεται είτε κατά του νομίμου τίτλου είτε κατά της ταμειακής βεβαίωσης, όχι όμως και κατά της ατομικής ειδοποίησης, γιατί αυτή έχει χαρακτήρα ανακοίνωσης, γνωστοποιώντας στον οφειλέτη την ύπαρξη χρέους του προς το δημόσιο, χωρίς να φέρει τα χαρακτηριστικά της εκτελεστής διοικητικής πράξης (βλ. ΔΕφΑθ 3827/1992 ΔΔικ 1992, 1358 επ., ΕφΑθ 2424/1988 ΔΔικ 1989, 915 επ.) και της ανακοπής που ασκείται, κατά της αρξάμενης εκτέλεσης, για τους περιοριστικά αναφερόμενους στην παρ. 2 λόγους. Όταν η υποκείμενη σχέση, από την οποία πηγάζει η απαίτηση του δημοσίου, θεμελιώνεται σε κανόνες δημοσίου δικαίου, αρμόδια είναι τα διοικητικά δικαστήρια, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση τα πολιτικά (βλ. ΑΕΔ 23/1999 ΕλλΔνη 1999, 1967).

Περαιτέρω στο άρθρο 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999, φ. 97 Α΄) ορίζεται ότι: "1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης. 2. Ανακοπή, επίσης, χωρεί κατά: α) της αρνητικής δήλωσης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κ.Ε.Δ.Ε., εφόσον και η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου, β) της δήλωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου, για την ύπαρξη απαίτησης δημοσίου δικαίου ή προνομίου του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 62 του Κ.Ε.Δ.Ε. 3. Η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 63 δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη διαδικασία" και στο άρθρο 219 παρ. 1 περ. α΄ του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: "Προς άσκηση ανακοπής νομιμοποιούνται: α) στις περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 217: ο καθ΄ ου ή ο θιγόμενος ενυπόθηκος δανειστής". Εξάλλου, στο μεν άρθρο 4 του Ν.Δ/τος 356/1974 ("Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", φ. 90 Α΄) ορίζεται ότι: "1. `Αμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται ... να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν και να κοινοποιήσει ταύτην περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις ... 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων", στο δε άρθρο 41 του Β.Δ/τος 757/1969 (φ. 241 Α΄), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Π.Δ/τος 26/1977 (φ. 14 Α΄), ορίζεται ότι: "Αι κατά τον Νόμον περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων εκδιδόμενοι ατομικαί ειδοποιήσεις διά την καταβολήν των βεβαιωθέντων εσόδων καταχωρούνται εις ειδικόν βιβλίον, δέον δε να είναι σαφείς, καθαρογεγραμμέναι και να περιέχουν πλήρη τα στοιχεία του χρέους του οφειλέτου. Επί χρεών καταβαλλομένων εις δόσεις, δέον να σημειούται απαραιτήτως το ποσόν και η χρονολογία καθ΄ ην είναι καταβλητέα εκάστη δόσις, επί δε εφάπαξ καταβαλλομένων χρεών η χρονολογία καταβολής των. Εφ΄ ενός εκάστου των τίτλων εισπράξεως συντάσσεται πράξις, πιστοποιούσα την έκδοσιν των ατομικών ειδοποιήσεων προς τους οφειλέτας".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και ενόψει όσων εκτίθενται στην αιτιολογική έκθεση του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σύμφωνα με τα οποία με την ανακοπή προσβάλλονται όλες οι πράξεις που εκδίδονται από την ταμειακή βεβαίωση της οφειλής έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκτέλεσης, συνάγεται ότι η ατομική ειδοποίηση του άρθρου 4 του Κ.Ε.Δ.Ε. δεν αποτελεί εκτελεστή πράξη, που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης, αλλά πληροφοριακό έγγραφο, το οποίο αποστέλλεται από τον Προϊστάμενο της οικείας Δ.Ο.Υ. προς τον οφειλέτη για να του γνωστοποιήσει το υφιστάμενο χρέος του, κατά του οποίου δεν χωρεί ανακοπή του άρθρου 217 Κ.Διοικ.Δικ. Εφόσον όμως στην ατομική αυτή ειδοποίηση περιέχεται, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του Κ.Ε.Δ.Ε., η πράξη ταμειακής βεβαίωσης του σχετικού χρέους, τότε η ανακοπή είναι δυνατόν, κατ΄ εκτίμηση του δικογράφου, να θεωρηθεί ότι στρέφεται και κατά της ταμειακής βεβαίωσης και να ερευνηθεί η ανακοπή ως προς αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 1639/2003). Κατ΄ εξαίρεση όμως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ατομική ειδοποίηση έχει εκτελεστό χαρακτήρα στην περίπτωση, που αποστέλλεται σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι κατά νόμο είτε αλληλεγγύως υπεύθυνο με τον οφειλέτη για την εξόφληση του χρέους είτε αυτοτελώς υπεύθυνο για την εξόφληση του προς τρίτο χρέους του (το οποίο επιδιώκεται να εισπραχθεί σε βάρος του, λόγω εκχώρησης προς το Δημόσιο) με τις περί Κ.Ε.Δ.Ε. διατάξεις, χωρίς να προηγηθεί ταμειακή βεβαίωση σε βάρος του. Και τούτο, διότι η αποστολή ατομικής ειδοποίησης στην περίπτωση αυτή έχει συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, καθ΄ όσον ο οφειλέτης καλείται για πρώτη φορά, ως είτε εις ολόκληρον είτε αυτοτελώς αντίστοιχα υπόχρεος, να καταβάλει ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο, με την απειλή λήψης μέτρων εκτέλεσης σε βάρος του, ενώ η δυνατότητα προσβολής μεταγενέστερων πράξεων εκτέλεσης (έκθεσης κατάσχεσης, προγράμματος πλειστηριασμού κ.λ.π.) δεν εξασφαλίζει πλήρως το Συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμά του για δικαστική προστασία (άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος), αφού κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την έκδοση μεταγενέστερων πράξεων εκτέλεσης δεν του παρέχεται κανένα ένδικο βοήθημα προς υποστήριξη των δικαιωμάτων του (σε περίπτωση που δεν εκδίδεται ταμειακή βεβαίωση σε βάρος του), παράλληλα δε υφίσταται τις δυσμενείς συνέπειες από την ύπαρξη της οφειλής του (υπολογισμός προσαυξήσεων, ενδεχόμενη άσκηση ποινικής δίωξης κλπ.). 

Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι έχουν εκδοθεί οι αναφερόμενες στην ατομική ειδοποίηση χρεών υπ` αριθμ. 1290 και 1291/2011 ταμειακές βεβαιώσεις, οι οποίες και συμπροσβάλλονται, ορθά κατ` αποτέλεσμα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινεν, ότι η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση έχει χαρακτήρα ανακοίνωσης και δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της εκτελεστής διοικητικής πράξης. Ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας ορίζει στο άρθρο 224, παρ. 1 και 2, ότι: "1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. Κατ΄ εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου" και στο άρθρο 225 ότι: "Το Δικαστήριο αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής".

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του (που, με το αυτό περιεχόμενο, συνετάγησαν εις τριπλούν με αριθμούς κατάθεσης 2642/14-2-2013 για την ανακοπή, 959/14-2-2013 για την ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση και 10029/14-2-2013 για την πρόσθετη παρέμβαση αντίστοιχα), τις ομολογίες των διαδίκων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται και από την εν γένι διαδικασία, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Δυνάμει του από 1/9/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης οι πρωτόδικα προσεπικληθέντες και προσθέτως παρεμβάντες, ......., εκμίσθωσαν το κείμενο στη Γλυφάδα Αττικής και επί της πλατείας .... (πρώην ..) αριθμ. .. ακίνητο, που ανήκει στην κυριότητά τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, στην ανακόπτουσα εταιρία με την επωνυμία «..........», που έχει την έδρα της στον Πειραιά, για χρονικό διάστημα από 1/2/2004 έως 31/1/2013, έναντι μηνιαίου μισθώματος 30.000 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου 3,6% αναπροσαρμοζόμενου ετησίως κατά τα οριζόμενα στον υπ` αριθμ. 2 όρο του μισθωτηρίου, προκειμένου να λειτουργήσει εντός αυτού πολυκατάστημα ειδών ενδύσεως. Η μίσθωση αυτή λύθηκε στις 24/6/2010 δυνάμει της υπ’ αριθμ. 29029 πράξεως λύσεως επαγγελματικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών ..... και η απόδοση του μισθίου συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί εκουσίως στις 29/7/2010. Εν τέλει το μίσθιο αποδόθηκε στις 6/8/2010. Μετά από την απόδοση του μισθίου, με τις από 112/4/2010 υπ’ αριθμ. πρωτ. 17617/19-7-2010 και 17615/19-7-2010 έγγραφες δηλώσεις περί εκχωρήσεως μη εισπραχθέντων μισθωμάτων των ως άνω εκμισθωτών - προσθέτως πρωτόδικα παρεμβάντων προς τη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας εξεχώρησαν αυτοί στο Ελληνικό Δημόσιο τα από 1/1/2009 έως 31/12/2009 μισθώματα του προαναφερόμενου μισθίου ακινήτου, το οποίο είχαν εκμισθώσει στην ανακόπτουσα εταιρία. Τα μισθώματα αυτά δεν τα εισέπραξαν και ζήτησαν για το λόγο αυτό να μην συνυπολογισθούν στο ετήσιο εισόδημά τους από μισθώματα, παρέδωσαν δε στη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας τα αναφερόμενα στη δήλωση έγγραφα προς απόδειξη της απαιτήσεώς της. Οι δηλώσεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση έκδοσης των προβαλλομένων ταμειακών βεβαιώσεων, οι οποίες αποτελούν τον προσβαλλόμενο νόμιμο τίτλο.

Με τον 1ο λόγο της κρινόμενης έφεσης και το συναφή 1ο πρώτο λόγο αυτής, η εκκαλούσα εταιρία παραπονείται, διότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι η επικαλούμενη εκχώρηση των οφειλομένων από αυτήν μισθωμάτων του έτους 2009 (από 1/1/2009 έως 31/12/2009) ύψους 312.000 ευρώ αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα από τους εκμισθωτές έγγραφα. Η αιτίαση αυτή της ανακόπτουσας - εκκαλούσας εταιρίας αποδεικνύεται βάσιμη. Και τούτο διότι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο (επέχοντας θέση ενάγοντα) φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης της βασιμότητας της εκχωρούμενης σε αυτό απαίτησης προσκομίζοντας τα τότε επισυναφθέντα σε κάθε δήλωση εκχώρησης αποδεικτικά αυτής έγγραφα, δεν προσκόμισε τα έγγραφα αυτά, από το περιεχόμενο και μόνο των οποίων θα αποδεικνύονταν οι αντίστοιχα εκχωρηθείσες απαιτήσεις των εκμισθωτών. Όμως, όπως αποδεικνύεται από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, το Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε τα έγγραφα, τα οποία, σύμφωνα με την αντίστοιχη δήλωση καθενός των εκμισθωτών κατά την κατάθεση των δηλώσεών τους και την επισύναψη σε αυτές των σχετικών εγγράφων τους, αποδείκνυαν την ύπαρξη των εκχωρηθεισών απαιτήσεών τους εναντίον της εκκαλούσας εταιρίας. Τόσο από το περιεχόμενο των προτάσεών του αυτών όσο και από την έρευνα του φακέλου, που προσκόμισε στο δικαστήριο, αποδεικνύεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο προσκόμισε με επίκληση μόνο τα εξής (πέραν των διαδικαστικών) έγγραφα: την υπ` αριθμ. 795/22-2-2011 ατομική ειδοποίηση χρεών (σχετ. 2), τις από 12.4.2010 έγγραφες δηλώσεις περί εκχωρήσεως μη εισπραχθέντων μισθωμάτων (σχετ. 3α και 3β) και τις περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης φόρου για τους υπ` αριθμ. 37 και 39/2001 χρηματικούς καταλόγους δυνάμει των οποίων έλαβαν χώρα οι προσβαλλόμενες υπ` αριθ. 1290 και 1291/16.2.2011 ταμειακές βεβαιώσεις αντιστοίχως (σχετ. 4α και 4β). Επομένως το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε τη βασιμότητα των εκχωρηθεισών σε αυτό απαιτήσεων, διότι δεν προσκόμισε ούτε επικαλέστηκε τα φερόμενα ως επισυναφθέντα στις παραπάνω δηλώσεις εκχώρησης αποδεικτικά της βασιμότητας αυτών έγγραφα, από το περιεχόμενο των οποίων θα μπορούσε να αποδειχθεί η ύπαρξη (βασιμότητα) των απαιτήσεων που τότε εκχωρήθηκαν. Πέραν τούτου η κρίση αυτή του παρόντος δικαστηρίου ενισχύεται και από τα εξής: α) Όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με ημερομηνία 12/4/2010 δύο (2) δηλώσεις εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου απευθυνόμενες προς τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας, οι εκμισθωτές δήλωσαν, ότι εκχωρούν προς το Ελληνικό Δημόσιο "τα μισθώματα της περιόδου από 1/1/2009 έως 31/12/2009 μηνιαίου ποσού 26.000 ευρώ και συνολικού ποσού 156.000 ευρώ". Για την απόδειξη της βασιμότητας της απαίτησής τους αυτής εναντίον της εκκαλούσας εταιρίας, οι εκμισθωτές κατέθεσαν (επισύναψαν στην αντίστοιχη δήλωσή τους) τα εξής έγγραφα: α) το από 1/9/2003 συμφωνητικό μίσθωσης και 24/10/2007 τροποποιητικό β) την από 11/5/2007 αγωγή απόδοσης του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων και γ) την υπ` αριθμ. 3127 από 6/12/2007 δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Πλην όμως από το περιεχόμενο αυτών των κατατεθέντων εγγράφων δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη οφειλής της εκκαλούσας εταιρίας προς τους παραπάνω εκμισθωτές, η οποία να προκύπτει από οφειλόμενα μισθώματα της χρονικής περιόδους από 1/1/2009 έως 31/12/2009 για τους πιο κάτω λόγους: α) Από το περιεχόμενο του προσκομιζόμενου με ημερομηνία 1/9/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης δεν αποδεικνύεται ότι κατά το έτος 2009 το μίσθωμα είχε ανέλθει στο ποσό των 26.000 ευρώ/μήνα. Αντίθετα στον υπ` αριθμ. 2 περ. δ όρο του συμφωνητικού αυτού αναφέρεται ότι από 1/9/2007 το μηνιαίο μίσθωμα θα ανέλθει στο ποσό των 40.000 ευρώ (και όχι στο πιο πάνω ποσό των 26.000 ευρώ). Εξάλλου, σύμφωνα με τον υπ` αριθμ. 2 περ. β όρο του ίδιου συμφωνητικού, η αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος συμφωνήθηκε ότι θα γίνεται ετησίως με έναρξη την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους (γιαυτό και ο αμέσως παραπάνω αναφερόμενος καθορισμός του μισθώματος συμφωνήθηκε να γίνει με έναρξη την 1/9/2007 και όχι την 1/1/2007), οπότε δεν μπορεί να συναχθεί, ότι το σύνολο του εκχωρηθέντος ποσού των (156.000 + 156.000 αντίστοιχα =) 312.000 ευρώ αποδεικνύεται από τον πολλαπλασιασμό του ποσού των 26.000 ευρώ επί τους 12 μήνες του έτους 2009, διότι είτε πριν από την 1/9/2009 το ποσό του μηνιαίου μισθώματος θα ήταν μικρότερο των 26.000 ευρώ είτε μετά την 1/9/2009 το ποσό του μηνιαίου μισθώματος θα ήταν μεγαλύτερο των 26.000 ευρώ, σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο περί αναπροσαρμογής του.

β) Το φερόμενο ως επισυναπτόμενο στις κατατεθείσες με ημερομηνία 12/4/2010 δηλώσεις εκχώρησης μισθωμάτων "από 24-10-2007 τροποποιητικό" (έτσι κατά λέξη σε αυτές τις δηλώσεις εκχώρησης) δεν προσκομίζεται από το Ελληνικό Δημόσιο ούτε στις προτάσεις του γίνεται επίκληση αυτού του "τροποποιητικού", ενώ και στο φάκελο της εκκαλούσας εταιρίας αυτό δεν ανευρέθη, παρόλον ότι στις προτάσεις της (βλ. προτελευταία σελίδα αυτών) και μάλιστα με έντονη γραφή αναφέρεται ως εκ μέρους της προσκομιζόμενο με επίκληση.

γ) Από το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης υπ` αριθμ. 3127/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα μισθώσεων) αποδεικνύεται ότι έγινε δεκτή η από 11/5/2007 αγωγή (απόδοσης του μισθίου και) καταβολής μισθωμάτων των εκμισθωτών, ... και ..., εναντίον της εδώ εκκαλούσας εταιρίας και συγκεκριμένα (εκτός των άλλων) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εδώ εκκαλούσας εταιρίας (και του εις ολόκληρον με αυτήν ευθυνομένου, αλλά μη εδώ διαδίκου, ...) να καταβάλει στους εκμισθωτές το συνολικό ποσό των 205.438,80 ευρώ (ήτοι το ποσό των 102.719,40 σε κάθε τότε ενάγοντα). Πλην όμως, πέραν του ότι το ποσό αυτό είναι μικρότερο του συνολικά εκχωρηθέντος ποσού των 312.000,00 ευρώ, από το σκεπτικό της απόφασης αυτής αποδεικνύεται, ότι η αγωγή αυτή αφορούσε σε οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από το Δεκέμβριο του έτους 2006 έως και το Μάϊο του έτους 2007 (βλ. 2ο φύλλο εμπρός σελίδα της απόφασης αυτής) και όχι σε μισθώματα του έτους 2009, δηλαδή σε οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1/1/2009 έως 31/12/2009, για την απόδειξη της ύπαρξης απαίτησης των εκμισθωτών εναντίον της εδώ εκκαλούσας είχαν προσκομιστεί. Επομένως οι απαιτήσεις των εκμισθωτών για τα εκχωρηθέντα στο Ελληνικό Δημόσιο οφειλόμενα σε αυτούς μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1/1/2009 έως 31/12/2009 δεν αποδεικνύονταν από τα τότε επισυναφθέντα στις αντίστοιχες δηλώσεις εκχώρησής τους και, ως εκ τούτου, οι δηλώσεις αυτές των εκμισθωτών δεν έπρεπε να γίνουν δεκτές από το Ελληνικό Δημόσιο ως μη αποδεικνυόμενες από τα επισυναφθέντα έγγραφα.

δ) Από την εκκαλούσα εταιρία προσκομίζονται με επίκληση και τα παρακάτω έγγραφα:

- το με ημερομηνία 29/1/2009 καταθετήριο της τράπεζας ..... για ποσό κατάθεσης 26.936,30 ευρώ, με καταθέτιδα την εκκαλούσα εταιρία και δικαιούχο το .... στον υπ` αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου 
- το με ημερομηνία 18/6/2009 παραστατικό συναλλαγής της τράπεζας .......... για ποσό κατάθεσης 10.000,00 ευρώ στον υπ` αριθμ. ................... τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου του .........
- το με ημερομηνία 11/6/2009 καταθετήριο της τράπεζας .... για ποσό κατάθεσης 10.000,00 ευρώ, με καταθέτιδα την εκκαλούσα εταιρία και δικαιούχο το ..................... στον υπ` αριθμ. .......... τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου 
- το με ημερομηνία 3/7/2009 καταθετήριο της τράπεζας ...... για ποσό κατάθεσης 5.792,00 ευρώ, με καταθέτιδα την εκκαλούσα εταιρία και την ένδειξη ΕΞΟΦΛ 04/09 και δικαιούχο το ......... στον υπ` αριθμ. ......... τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου 
- το με ημερομηνία 15/7/2009 παραστατικό συναλλαγής της τράπεζας ......... για ποσό κατάθεσης 12.792,00 ευρώ στον υπ` αριθμ. ................ τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου του .......
- το με ημερομηνία 27/7/2009 παραστατικό συναλλαγής της τράπεζας ......... για ποσό κατάθεσης 13.000,00 ευρώ στον υπ` αριθμ. ................. τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου του ..........
- το με ημερομηνία 11/9/2009 παραστατικό συναλλαγής της τράπεζας .......... για ποσό κατάθεσης 14.000,00 ευρώ στον υπ` αριθμ. .................. τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου του .........
- το με ημερομηνία 20/1/2010 καταθετήριο της τράπεζας .... για ποσό κατάθεσης 30.000,00 ευρώ, με καταθέτιδα την εκκαλούσα εταιρία και την ένδειξη ΙΟΥΛ & ΑΥΓ 2009 και δικαιούχο το ........ στον υπ` αριθμ. ........... τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου 
- το με ημερομηνία 26/1/2010 καταθετήριο της τράπεζας ....... για ποσό κατάθεσης 5.584,00 ευρώ, με καταθέτιδα την εκκαλούσα εταιρία και την ένδειξη ΕΞΟΦ 08/09 και δικαιούχο το ........ στον υπ` αριθμ. ......... τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου και
- το με ημερομηνία 25/1/2010 καταθετήριο της τράπεζας .... για ποσό κατάθεσης 10.000,00 ευρώ, με καταθέτιδα την εκκαλούσα εταιρία και την ένδειξη ΕΝΑΝΤΙ 9/09 και δικαιούχο το .............. στον υπ` αριθμ. ........ τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου.

Από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται, ότι η εκκαλούσα εταιρία έχει προβεί στις πιο πάνω καταβολές προς τους εκμισθωτές πριν από την ημερομηνία της 12/4/2010 (ημερομηνία δήλωσης εκχώρησης των μισθωμάτων). Η δε ένδειξη "ΕΝΑΝΤΙ 9/09", η οποία υπάρχει στο αμέσως παραπάνω καταθετήριο της 25/1/2010 αποδεικνύει, ότι η εκκαλούσα εταιρία έχει καταβάλει διάφορα αδιευκρίνιστου ύψους ποσά έναντι των οφειλομένων προς τους εκμισθωτές μισθωμάτων, τα οποία κατά τους υπολογισμούς της καλύπτουν το προηγούμενο του Σεπτεμβρίου 2009 χρονικό διάστημα (όπως φαίνεται από την ένδειξη αυτή), χωρίς αυτό να αντικρούεται από το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Κατά συνέπεια η εκχωρηθείσα απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη ως προς το ακριβές ποσό (ύψος) των οφειλομένων μισθωμάτων και η εκχωρηθείσα απαίτηση δεν αποδεικνύεται στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμη

Μετά από τα πιο πάνω πρέπει, αφού γίνει δεκτός ο 1ος λόγος έφεσης κατά το σκέλος του, που στρέφεται κατά της βασιμότητας των εκχωρηθεισών απαιτήσεων, καθώς και ο συναφής 1ος πρόσθετος λόγος της, να γίνει αυτή δεκτή ως και κατ΄ ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών κύριων και προσθέτων λόγων έφεσης μετά των προσθέτων λόγων της. Τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας εταιρίας και των δύο βαθμών πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ 2 ΚΠολΔ) μειωμένα όμως (άρθρο 22 παρ 1 του ν. 3693/1957, όπως αυτό ισχύει μετά την υπ΄ αριθμ. 134423/8.12.1992 απόφαση των Υπ.Οικ. και Δικ/νης, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ 12 του ν. 1738/1987), σύμφωνα με το διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατ΄ άρθρο 495 παρ 4 εδ δ΄ ΚΠολΔ η επιστροφή του απαιτουμένου για την παραδεκτή άσκηση της έφεσης παραβόλου στην καταθέσασα εκκαλούσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί καταργημένη τη δίκη ως προς τους 2ο και 3η των εφεσιβλήτων
Συνεκδικάζει με παρόντες τους διαδίκους την από 6.11.2013 έφεση και τους από 25.7.2014 πρόσθετους λόγους.
Δέχεται τυπικά την κρινόμενη έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους.
Δέχεται κατά ένα μέρος κατ` ουσία την κρινόμενη έφεση και τον 1ο πρόσθετο λόγο αυτής.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ` αριθμ. 5246/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά
Δέχεται την από 21/3/2011 και με αύξ. αριθμ. κατάθεσης 2642/21-3-2011 ανακοπή. Ακυρώνει τις υπ` αριθμ. 1290/16-2-2011 και 1291/16-2-2011 ταμειακές βεβαιώσεις της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας εταιρίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. 
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...