Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Απεργία, μποϊκοτάζ, ανήθικη δικαιοπραξία, προσωπικότητα, δυσφήμιση

Περίληψη. Επιχειρηματική ελευθερία – Συλλογικός αγώνας με την μορφή μποϋκοτάζ – Νόμιμο μέσον εργασιακού αγώνα ως συνοδευτικό μέτρο απεργίας. Παράνομη πράξη όταν συνιστά διάδοση αναληθών γεγονότων – Ηθική βλάβη.

Ακολουθεί η μελέτη του καθηγητή κ. Γιώργου Λεβέντη (Δ.Ε.Ν 2017.813 επ)

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών 217/ 2017, Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας 2017.816 επ.

Πρόεδρος Πρωτοδικών: ΙΩΑΝΝΑ ΧΑΤΖΑΚΗ, Εισηγητής: ΧΑΡΑΛ. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις των δυο προηγούμενων άρθρων (άρα και του 57), το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του τελευταίου. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Εξάλλου, προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης στη σφαίρα αυτής από τρίτο, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου και συνιστούν συντελεστές και προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητάς του ως αυθύπαρκτου προσώπου. Τέτοιο αγαθό αποτελεί η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σε αυτόν από τους άλλους. Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο, όμως, είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των ως άνω προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της (βλ. ΑΠ 1897/06, ΧρΙΔ 2007, 410 και ΠΠρΑθ 6148/13, ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζομένων σε αυτό άυλων αγαθών (βλ. ΑΠ 1265/10, ΕλλΔνη 2011, 1054). Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ, προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (που υπέστη από την προσβολή), η οποία μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού. Δικαίωμα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει ο θιγόμενος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, και κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, εφόσον η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας συνιστά και αδικοπραξία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ (βλ. ΠΠρΑθ 6148/13, ο.π.). Μάλιστα, το νομικό πρόσωπο, ως ενάγον, την στο ίδιο πρόκληση ηθικής βλάβης πρέπει να αποδείξει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο στο πλαίσιο κύριας απόδειξης, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά σε μια συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (βλ. ΕφΘεσ/κης 880/11, ΕπισκΕΔ 2011, 1026).

Β. Από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι «όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει», προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη αυτού. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απείχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία (βλ. ΟλΑΠ 2/08, ΕΕμπΔ 2009, 898). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 920 του ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικό, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν «ειδήσεις». Επιπλέον, οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο. Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει, δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου φυσικού ή νομικού προσώπου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο. δ) Ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Τις ανωτέρω προϋποθέσεις εφαρμογής της σχετικής διάταξης ο ενάγων πρέπει όχι μόνο να αναφέρει στην αγωγή του, αλλά και να τις αποδείξει (βλ. ΑΠ 1265/10, ΤΝΠ Νόμος). Επιπλέον, ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις. Η προαναφερθείσα διάταξη (ΑΚ 920) ρυθμίζει μία ειδική μορφή αδικοπραξίας, με σκοπό την προστασία της οικονομικής υπόστασης των προσώπων (φυσικών - νομικών) από ζημίες που θα μπορούσαν να προκληθούν με την υποστήριξη ή τη διάδοση αναληθών γεγονότων και ειδήσεων, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον τους. Η ίδια προστασία θα μπορούσε να παρασχεθεί και με βάση το άρθρο 57 του ΑΚ, που ρυθμίζει την υπαίτια προσβολή του απολύτου δικαιώματος στην προσωπικότητα, αλλά η ως άνω ρύθμιση κρίθηκε αναγκαία ώστε να μη δημιουργηθούν αμφισβητήσεις για το αν τα αγαθά που προστατεύονται από το άρθρο 920 του ΑΚ αποτελούν ή όχι εκφάνσεις του γενικού αυτού και απολύτου δικαιώματος στην προσωπικότητα (βλ. ΑΠ 882/13, ΤΝΠ Νόμος).

Γ. Όπως προαναφέρθηκε, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα και εν προκειμένω και οι ανώνυμες εταιρίες, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον. Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Δ. Μορφή συλλογικής δράσης των κοινωνικών εταίρων, που δεν ρυθμίζεται ρητά στο νόμο, αποτελεί το μποϋκοτάζ. Το φαινόμενο αυτό, στο συναλλακτικό πεδίο, μπορεί να ορισθεί ως η παρότρυνση, η προτροπή στην οποία προβαίνει ο υποκινητής ή παρακινών προς τους αποδέκτες, δηλαδή συγκεκριμένο ή απεριόριστο αριθμό συναλλασσόμενων ή εργαζομένων, να μην συνάπτουν συμβάσεις ή να διακόπτουν συναλλακτικές σχέσεις, ήτοι να μην συναλλάσσονται με συγκεκριμένη επιχείρηση - στόχο, είτε για αόριστο είτε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, κυρίως ως μία μορφή κύρωσης για τη συμπεριφορά που η τελευταία επιδεικνύει προς ομάδες συναλλασσόμενων με αυτή, δηλαδή εργαζόμενων, πελατών, προμηθευτών ή ανταγωνιστών, αλλά, ταυτόχρονα, και ως άσκηση πίεσης προκειμένου η επιχείρηση - στόχος που υφίσταται μποϋκοτάζ να επιδείξει συγκεκριμένη συναλλακτική συμπεριφορά. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι αναγκαίο στοιχείο του μποϋκοτάζ είναι η συλλογικότητα, διότι για τη στοιχειοθέτησή του απαιτούνται τρία μέρη, ο υποκινητής - παρακινών, η επιχείρηση στόχος και ο αποδέκτης· στην περίπτωση αυτή, μάλιστα, γίνεται λόγος για τριμερές μποϋκοτάζ (βλ. Λαδά, Μποϋκοτάζ - Μορφές συλλογικής δράσης συνδικαλιστικών οργανώσεων και ενώσεων καταναλωτών, Αθήνα 2010, σελ. 4). Εξάλλου, ένα από τα πεδία εκδήλωσης του μποϋκοτάζ αποτελούν και οι εργασιακές σχέσεις, όπου οι εργαζόμενοι, κυρίως μέσω των συλλογικών τους φορέων, προτρέπουν πελάτες ή προμηθευτές του εργοδότη τους σε άρνηση σύναψης ή διακοπή συναλλαγών, ασκώντας πίεση προς επίτευξη διεκδικήσεων, είτε στο πλαίσιο ενός εργασιακού αγώνα, και ιδίως μιας απεργίας, που βρίσκεται σε εξέλιξη, είτε αυτοτελώς είτε μεμονωμένα. Κατά την ορθότερη άποψη δε, το μποϋκοτάζ, αν και αρρύθμιστη νομοθετικά μορφή συλλογικής δράσης, στον εργασιακό τομέα αποτελεί κατ’ αρχήν θεμιτή εκδήλωση στοχεύουσα στην προστασία συμφερόντων των εργαζόμενων, και μπορεί να συνδυάζεται με απεργία, η οποία άπτεται συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος των εργαζόμενων (άρθρο 23 παρ. 2 Συντ.), κηρύσσεται από συνδικαλιστικές οργανώσεις και ρυθμίζεται από το νόμο, και να τη συνοδεύει, καθώς ο εργασιακός αγώνας μπορεί να διεξαχθεί με τη χρήση περισσότερων μέσων συλλογικής κινητοποίησης, ακόμη και σωρευτικά, και τα μέσα αυτά δεν καθορίζονται περιοριστικά στο νόμο (βλ. Λαδά, ο.π., σελ. 143 και 149). Υπό αυτό το πρίσμα, καθίσταται σαφές ότι το μποϋκοτάζ, εκδηλούμενο στα εργασιακά πράγματα, με δεδομένο το εγγενές διανοητικό του στοιχείο της εξωτερίκευσης γνώμης μέσω της προτροπής και της παρακίνησης προς τρίτους να διακόψουν ή να μη συνάπτουν συναλλαγές με την επιχείρηση - στόχο, άπτεται των συνταγματικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων της ελευθερίας της γνώμης, ως ειδικότερης εκδήλωσης της αξίας του ανθρώπου, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Συντ.) και της συνδικαλιστικής ελευθερίας (άρθρο 23 παρ. 1 Συντ.), τα οποία αναμφίβολα μπορούν να αφορούν και σε σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Εντούτοις, τα συγκεκριμένα συνταγματικής εξασφάλισης (θεμελιώδη) δικαιώματα δεν είναι απολύτως ατομοκεντρικά, αλλά προσλαμβάνοντα κοινωνικοποιημένη οριοθέτηση, ευρίσκουν περιορισμούς, ως προς την έκταση και την ένταση της άσκησής τους, στα συνταγματικά δικαιώματα των θιγόμενων τρίτων (κυρίως της επιχείρησης - στόχου) και στη γενική ρήτρα των χρηστών ηθών, μέσω μιας αξιολόγησης, συντελούμενης με γνώμονα τη στάθμιση των αντίρροπων εννόμων συμφερόντων και των μέσων εκδήλωσης των οικείων συμπεριφορών των μερών σε κάθε βιοτική περίσταση, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καθιερώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και διαπνέει το σύνολο της ημεδαπής έννομης τάξης (βλ. ΑΕΔ 25/10, ΤΝΠ Νόμος και ΟλΑΠ 9/15, ΧρΙΔ 2015, 575). Υπό τη συγκεκριμένη οπτική, λοιπόν, κρίσιμο είναι κάθε φορά το όριο που καθιστά απαραβίαστη την προσωπικότητα ενός κοινωνού από την ανάπτυξη της συνδικαλιστικής δράσης και της προσωπικότητας ενός άλλου κοινωνού, κατά την ειδικότερη έκφραση της ελευθερίας γνώμης στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή κάποιος διεισδύει και προσβάλλει την προσωπική ατομικότητα ενός άλλου, ενασκώντας τα θεμελιώδη δικαιώματα στην ελεύθερη συνδικαλιστική δράση και την έκφραση γνώμης, τραυματίζοντας, όμως, παράλληλα, την τιμή και την υπόληψη του άλλου ή διαδίδοντας αναλήθειες για το πρόσωπο ή την επιχείρησή του (βλ. Λαδά, ο.π., σελ. 31 και Χρυσόγονο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 3η έκδοση, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 296 επ.). Όσον αφορά την επιχείρηση - στόχο, συναφώς, η οικονομική ελευθερία της, ως στοιχείο της προσωπικότητάς της, και η επιχειρηματική φήμη της, ως έκφανση τόσο της προσωπικότητας όσο και της περιουσίας της (άρθρα 5 παρ. 1 και 17 Συντ.), είναι άξιες προστασίας έναντι δυσφημήσεων και διάδοσης αναληθών και παραπλανητικών ισχυρισμών, τόσο κατά τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του Ν. 146/14 όσο και κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, των άρθρων 57, 281, 919 και 920, και των άρθρων 361 έως 364 του Ποινικού Κώδικα (βλ. ΟλΑΠ 2/08, ΔΕΕ 2008, σελ. 949 επ.).
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, επομένως, συνάγεται ότι η νομιμότητα μποϋκοτάζ κατά των προϊόντων ή υπηρεσιών επιχείρησης ως συνοδευτικού μέτρου απεργίας, εξαρτάται εν τέλει από τη νομιμότητα της απεργίας καθ’ εαυτήν, κατ’ εύλογη στάθμιση των αντικρουόμενων εννόμων συμφερόντων εργοδότη και εργαζόμενων. Εφόσον, δηλαδή, η διεξαγόμενη απεργία είναι νόμιμη, επειδή με αυτή διώκονται νόμιμοι σκοποί, έχουν τηρηθεί όλες οι κατά νόμο προβλεπόμενες διατυπώσεις και προϋποθέσεις για την άσκηση του οικείου δικαιώματος και, παράλληλα, η ίδια η απεργιακή κινητοποίηση μαζί με το συνοδευτικό μέσο του μποϋκοτάζ δεν πραγματοποιούνται κατά κατάχρηση δικαιώματος και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, τότε η συγκεκριμένη πρακτική μποϋκοτάζ μαζί με την όλη απεργία είναι κατ’ αρχήν νόμιμες.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, θεωρείται παράνομο το μποϋκοτάζ όταν η συνδικαλιστική οργάνωση που το έχει προκηρύξει χρησιμοποιεί αθέμιτα μέσα για να πείσει το κοινό, τους τρίτους και τα μέλη της για την εφαρμογή του, όπως σκόπιμα αναληθείς ανακοινώσεις ή ανακοινώσεις με υβριστικό ή συκοφαντικό περιεχόμενο για την επιχείρηση - στόχο (βλ. Λεβέντη, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 2η έκδοση, Αθήνα 2007, σελ. 659).
Η επίδικη αγωγή είναι και νόμω βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 61, 70, 71, 299, 330, 345, 346, 481, 482, 914, 919, 920, 926 και 932 του ΑΚ, 47 παρ. 1, 362, 363 και 364 του ΠΚ, 12 του Ν. 146/14, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 και 17 του Συντάγματος, 176, 180 παρ. 3, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1, 947 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ (όπως η πρώτη παράγραφος εκάστου των δύο τελευταίων άρθρων ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς της με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του Ν. 4335/15, ο οποίος, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 αυτού, έτυχε γενικής εφαρμογής από την 1-1-2016), εκτός από τον αγωγικό ισχυρισμό ότι υπέχουν συκοφαντικό για την ενάγουσα περιεχόμενο και οι διαφόρων ειδών παροτρύνσεις των εναγόμενων προς μποϋκοτάζ των προϊόντων της, οι εγκείμενες σε σκέλη του περιεχομένου των αναλυτικώς περιγραφόμενων στο εισαγωγικό δικόγραφο μέσων επικοινωνίας τούτων με το κοινό (αφίσες, φυλλάδια, μπλούζες, αναρτήσεις στο διαδίκτυο, δημοσιεύσεις στον συνδικαλιστικό τύπο, προφορικές παραστάσεις και ανακοινώσεις), ο οποίος (ισχυρισμός) κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο Γ’ νομική σκέψη της παρούσας, καθώς οι συγκεκριμένες παροτρύνσεις, μεμονωμένα, ως συνάγεται από το λειτουργικό προορισμό τους, δεν συνιστούν διαδόσεις ή ισχυρισμούς γεγονότων. (...)

Ε. Κατά το άρθρο 367 παρ. 1 του ΠΚ το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. του ιδίου Κώδικα πράξεων, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 364 του ΠΚ, δηλαδή της απλής δυσφήμησης (όχι και της συκοφαντικής) ανώνυμης εταιρίας, αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 - 59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερομένων πράξεων (με την επιφύλαξη βέβαια όσων ορίζει η δεύτερη παράγραφος του ίδιου άρθρου) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Τέτοια άρση του άδικου της πράξης καθιερώνεται και με τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 του ΠΚ (βλ. ΕφΑθ 3071/14, ΤΝΠ Νόμος και ΠΠρΑθ 2284/14, ΕΦΑΔ 2014, 481). Δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς ενημέρωση, και μέσω αυτής σε διαμόρφωση και αποκρυστάλλωση της άποψης του κοινού για τις κρατούσες στη χώρα εργασιακές συνθήκες, αναγνωρίζεται και στα πρόσωπα που μετέχουν ενεργά στο συνδικαλιστικό κίνημα, τα οποία, αποβλέποντας στα ανωτέρω, δικαιούνται, στα πλαίσια νομίμως προκηρυχθείσας απεργίας, να ασκούν κριτική σε πρόσωπα εργοδοτών αναφορικά με τη στάση τους απέναντι στα διωκόμενα προς ικανοποίηση εργατικά αιτήματα.
Περαιτέρω, στις ως άνω εγκαταστάσεις της ενάγουσας στη Θεσσαλονίκη, λειτουργούσε πλήρως αυτόνομη μονάδα παραγωγής προϊόντων μέχρι και το Φεβρουάριο του 2012, οπότε και η ενάγουσα, κατόπιν αποφάσεως της διοίκησής της για οικονομοτεχνικούς λόγους μείωσης του λειτουργικού κόστους, προς αντιμετώπιση των δυσμενών συνεπειών της συντρέχουσας ακόμα επί του παρόντος οξείας οικονομικής κρίσης, προέβη σε διακοπή της οικείας παραγωγικής διαδικασίας και σε κλείσιμο του αντίστοιχου τμήματος, δημιουργηθεισών σχετικά ήπιων αντιδράσεων των εργαζομένων, με τη μορφή απεργιακών κινητοποιήσεων σύντομης διάρκειας, περίπου ενός και ημίσεος μηνός, οι οποίες διευθετήθηκαν χωρίς δικαστική αντιπαράθεση κατόπιν ικανοποιήσεως εκ μέρους τής ως άνω διαδίκου των σχετικώς εγερθέντων αιτημάτων των εργαζομένων, με προγράμματα οικειοθελούς αποχώρησης, αυξημένες αποζημιώσεις και μεταθέσεις πλεονάζοντος προσωπικού σε άλλες παραγωγικές μονάδες της. Κατόπιν τούτου δε, στο ανωτέρω υποκατάστημα της ενάγουσας παρέμεινε σε λειτουργία, εκτός από το τμήμα αποθήκευσης και διαχείρισης αποθεμάτων εμπορευμάτων, και τμήμα διακίνησης των προϊόντων της στις περιοχές της Βόρειας Ελλάδος, στο οποίο απασχολούνταν περίπου τριάντα τρεις (33) εργαζόμενοι, οδηγοί και βοηθοί οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, ιδιοκτησίας της εταιρίας, με τα οποία και πραγματοποιούνταν οι μεταφορές των προϊόντων της ιδίοις εξόδοις. Εντούτοις, και η διατήρηση και λειτουργία του προαναφερόμενου τμήματος διακίνησης ήταν ασύμφορη οικονομικά για την ως άνω διάδικο, καθώς ανέκυπτε προφανής δυσαναλογία μεταξύ των δαπανών διακίνησης των προϊόντων της με τα ιδιόκτητα φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως και των δαπανών διακίνησης τούτων με φορτηγά δημοσίας χρήσεως μέσω εξωτερικών συνεργατών, οι οποίοι και δεν συνδέονταν μαζί της με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα αποφάσισε την οριστική κατάργηση του εν λόγω τμήματος, στην οποία προέβη την 1-10-2013. Η συγκεκριμένη επιχειρηματική απόφαση τής, εν προκειμένω επιτιθέμενης διαδίκου ήταν απολύτως δικαιολογημένη, επί τη βάσει αμιγώς οικονομοτεχνικών κριτηρίων, δεδομένου ότι, σύμφωνα με οικονομική μελέτη με σύστημα υπολογισμού του κόστους μεταφοράς των εμπορευμάτων της ανά χιλιομετρική απόσταση, στην οποία αυτή προέβη, το ετήσιο κόστος μεταφοράς των εμπορευμάτων της από μεταφορικές επιχειρήσεις με φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης θα ανερχόταν στο ποσό των 819.460 €, ενώ το ετήσιο κόστος μεταφοράς με τα δικά της φορτηγά αυτοκίνητα, που οδηγούντο από υπαλλήλους της, καθ’ έκαστο των ετών 2011 και 2012, ανερχόταν στο ποσό του 1.972.607 €, με αποτέλεσμα την ετήσια εξοικονόμηση σε δαπάνη μεταφοράς εμπορευμάτων του ποσού του 1.153.147 €· η δε συγκεκριμένη μεγάλη απόκλιση στο κόστος μεταφοράς οφείλετο στο γεγονός ότι, εκ του νόμου, η ενάγουσα μπορούσε να μεταφέρει με τα ιδιόκτητα φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης μόνον τα δικά της προϊόντα, με αποτέλεσμα, λόγω της πτώσης των πωλήσεών της κατά την ως άνω περίοδο, ένεκα της οικονομικής κρίσης, αυτά (τα φορτηγά) να εκτελούν δρομολόγια με περιορισμένο φορτίο, ενώ ο ιδιώτης μεταφορέας ηδύνατο να καταρτίσει φορτίο με προϊόντα περισσοτέρων εταιριών, επιμερίζοντας έτσι τη συνολική δαπάνη διανομής προς όφελος περισσότερων πελατών του. Ενόψει, όμως, της υλοποίησης της ως άνω απόφασής της, η οποία επηρέαζε άμεσα τις θέσεις εργασίας των προαναφερόμενων εργαζόμενων, οδηγών και βοηθών οδηγών, και πολύ πριν αυτή υλοποιηθεί, η ενάγουσα προσπάθησε να βρεθεί κοινώς αποδεκτή λύση και ήλθε σε σχετικές συζητήσεις και διάλογο με τους εκπροσώπους του πρώτου και του ένατου των εναγομένων σωματείων. Έτσι, σε συνάντηση των εκπροσώπων της εν λόγω επιτιθέμενης διαδίκου και του πρώτου και του ένατου των εναγομένων σωματείων, που πραγματοποιήθηκε το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 σε ξενοδοχείο στη Θεσσαλονίκη, αυτή πρότεινε, ενόψει της ειλημμένης απόφασής της για την οριστική κατάργηση του προαναφερόμενου τμήματος διακίνησης, να παραχωρήσει δωρεάν στους απασχολούμενους τότε οδηγούς και βοηθούς οδηγούς την κυριότητα των φορτηγών αυτοκινήτων της και οι τελευταίοι να αναλάβουν, ως ανεξάρτητοι επιτηδευματίες, τη διανομή των προϊόντων της, είτε ιδρύοντας ατομική εταιρία είτε μέσω τρίτης εταιρίας που θα ίδρυαν όλοι μαζί, ενώ παράλληλα η ίδια αναλάμβανε τα έξοδα της σύστασης της νέας εταιρίας, το κόστος έκδοσης αδειών δημοσίας χρήσης και εξασφάλιζε, καταρχήν, τριετές συμβόλαιο μεταξύ αυτής και της υπό σύσταση εταιρίας. Ακόμη, για όσους εργαζόμενους δεν αποδέχονταν την ανωτέρω πρόταση, η ενάγουσα προσέφερε το διπλάσιο της δικαιούμενης νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης ποσό, ενώ γι’ αυτούς που θα συμμετείχαν στη νέα εταιρία, αυτή υποσχέθηκε να καταβάλει και τις νόμιμες, λόγω καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων, αποζημιώσεις. Οι εκπρόσωποι του πρώτου εναγόμενου σωματείου δεν απάντησαν στην ανωτέρω πρόταση μέχρι την ταχθείσα σε αυτούς προθεσμία, ήτοι μέχρι τις 15-12-2011, και για το λόγο αυτό η ενάγουσα επεδίωξε και πέτυχε και άλλη συνάντηση μαζί τους, στον ίδιο ως άνω χώρο, οπότε και οι τελευταίοι, λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους 2011, απέρριψαν τις πιο πάνω προτάσεις. Οι προσπάθειες της ενάγουσας, εν τούτοις, προς εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης που θα διασφάλιζε επαγγελματικά τους ως άνω υπό απόλυση εργαζόμενούς της, συνεχίστηκαν και κατά το επόμενο έτος 2012, αλλά οι σχετικές συζητήσεις δεν κατέληξαν σε κάποιο αποτέλεσμα. Μόνον τρεις από τους εργαζόμενους αποδέχθηκαν τις προτάσεις της ενάγουσας για τη διάθεση σε αυτούς φορτηγών αυτοκινήτων και τη συνεργασία τους μαζί της, ως ανεξάρτητων επιτηδευματιών, ενώ ο τότε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του πρώτου εναγόμενου σωματείου αποχώρησε από την εταιρία το Δεκέμβριο του έτους 2012, λαμβάνοντας διπλάσια αποζημίωση, ύψους 230.000 €. Το 2013, η ενάγουσα επανήλθε με νέα βελτιωμένη πρόταση, σύμφωνα με την οποία σε όσους οδηγούς και βοηθούς οδηγούς επιθυμούσαν τη συνεργασία με αυτήν, ως ανεξάρτητοι επιτηδευματίες, για τη διανομή των προϊόντων της, θα πρόσφερε πέραν των ανωτέρω όρων, ήτοι τη δωρεάν παραχώρηση των φορτηγών αυτοκινήτων της και την προαναφερόμενη συνεργασία, οικονομική κάλυψη του κόστους έκδοσης αδείας δημοσίας χρήσης και των εξόδων της για τις αναγκαίες επισκευές και τεχνικές αναβαθμίσεις των φορτηγών αυτοκινήτων. Οι εκπρόσωποι του πρώτου εναγόμενου σωματείου απέρριψαν και την τελευταία αυτή πρόταση και έτσι η ενάγουσα τους ανακοίνωσε ότι θα λειτουργούσε το ως άνω τμήμα διακίνησης μέχρι τις 30-9-2013 και θα το καταργούσε οριστικά από την 1-10-2013, όπως και πράγματι έπραξε, διατηρώντας στο εξής τις ως άνω εγκαταστάσεις της στη Θεσσαλονίκη ως κέντρο αποθήκευσης και διανομής των προϊόντων της στη Βόρεια Ελλάδα μέσω εξωτερικών συνεργατών - ιδιωτών μεταφορέων. Συναφώς δε, αυτή προχώρησε και στην καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων των απασχολουμένων στην ως άνω οργανική υπομονάδα, (...) Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η απόλυση των ως άνω τριάντα τριών (33) εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και πολλοί των ήδη εναγόμενων, πυροδότησε πολλαπλές απεργιακές κινητοποιήσεις των μελών του πρώτου εναγόμενου σωματείου και σφοδρή αντιδικία μεταξύ αυτού, του ένατου των εναγομένων δευτεροβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου και της ενάγουσας. Ειδικότερα, το πρώτο εναγόμενο σωματείο, σε δεκατέσσερις (14) διαδοχικές έκτακτες γενικές συνελεύσεις των μελών του, αποφάσισε απεργίες. (...)
Όλες οι ανωτέρω αποφάσεις των εργαζόμενων μελών του πρώτου εναγόμενου συνδικαλιστικού σωματείου είχαν, σύμφωνα με τα ανωτέρω ψηφίσματα - αποφάσεις της έκτακτης γενικής συνέλευσής του, ως βασικό αίτημα των συναφώς κηρυχθεισών απεργιών, την άμεση επαναπρόσληψη των απολυθέντων συναδέλφων τους και, κατά λογική ακολουθία, την επανέναρξη λειτουργίας του καταργηθέντος τμήματος διακίνησης της ενάγουσας στη Θέρμη Θεσσαλονίκης, στο οποίο αυτοί απασχολούνταν. Η ενάγουσα δε, προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στις εγκαταστάσεις της στη Θεσσαλονίκη από τις ανωτέρω αλλεπάλληλες απεργίες, άσκησε τις από 7-10-2013, 25-10-2013 και 21-11-2013, τρεις αγωγές της κατά του πρώτου εναγόμενου σωματείου και των νομίμων εκπροσώπων του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με τις οποίες ζήτησε να αναγνωριστεί ο παράνομος και καταχρηστικός χαρακτήρας των απεργιών (...)
Ενώ επί της τρίτης αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 24982/13 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, ύστερα από την άσκηση κατ’ αυτής αντίθετων εφέσεων, η υπ’ αριθμ. 2674/13 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες τελεσίδικες αποφάσεις κηρύχθηκαν καταχρηστικές οι απεργιακές κινητοποιήσεις του πρώτου εναγόμενου σωματείου, αντίστοιχα, διότι κρίθηκε ότι η απόφαση της ενάγουσας για οριστική κατάργηση του τμήματος διανομής της Θεσσαλονίκης, που είχε ως αποτέλεσμα την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των τριάντα τριών (33) σε αυτό εργαζόμενων, λήφθηκε στα πλαίσια σύννομης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος σχετικά με τη βελτίωση της οργανωτικής της δομής και τη διάρθρωση της επιχείρησής της και δικαιολογείτο απολύτως από οικονομοτεχνικούς λόγους, και, συναφώς, ότι οι ως άνω απεργιακές κινητοποιήσεις, με αίτημα την επαναλειτουργία του επίμαχου τμήματος διακίνησης της εν λόγω επιτιθέμενης διαδίκου, προσέβαλλαν τον πυρήνα του ως άνω δικαιώματός της και έτειναν στον περιορισμό της επιχειρηματικής και οικονομικής της ελευθερίας και ήταν παράνομες και καταχρηστικές παράλληλα, με τις συγκεκριμένες αποφάσεις του ανωτέρω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατ’ εξαφάνιση των οικείων απορριπτικών διατάξεων των πρωτόδικων αποφάσεων, απαγορεύθηκε στο μέλλον η πραγματοποίηση από το πρώτο εναγόμενο σωματείο απεργιακών κινητοποιήσεων για την ίδια αιτία, τους αυτούς λόγους και τα ίδια αιτήματα. Ήδη δε, επί ασκηθεισών αναιρέσεων των πρώτου εναγόμενου σωματείου και των ως άνω των νομίμων εκπροσώπων αυτού κατά των ανωτέρω υπ’ αριθμ. 2674/13 και 2675/13 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν εκδοθεί οι απορριπτικές τούτων (των αναιρέσεων) υπ’ αριθμ. 857/15 και 858/15 αντίστοιχες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με συνεπακόλουθο η ως άνω αναπτυσσόμενη δικανική κρίση περί του παράνομου χαρακτήρα και της καταχρηστικότητας των προαναφερόμενων απεργιακών κινητοποιήσεων να έχει καταστεί αμετάκλητη
Έτι περαιτέρω, προέκυψε ότι ο ως άνω απεργιακός αγώνας, με αιτιακή βάση την παύση λειτουργίας του τμήματος διακίνησης προϊόντων της ενάγουσας στη Θεσσαλονίκη, συνεχίστηκε και μετά τα τέλη του έτους 2013 και εξακολουθεί μέχρι τον παρόντα χρόνο και με την οργάνωση και εκδήλωση συστηματικού μποϋκοτάζ κατά των προϊόντων της εν προκειμένω επιτιθέμενης διαδίκου, το οποίο υλοποιείται με δημόσιες προτροπές προς τους καταναλωτές να μην αγοράζουν τα προϊόντα αυτής και συνοδεύεται από ισχυρισμούς και διαδόσεις προς το ευρύ καταναλωτικό κοινό γεγονότων σχετικά με την επιχειρηματική οργάνωση και λειτουργία της. Ειδικότερα, οι ανωτέρω απεργοί υπάλληλοι και απολυθέντες πρώην υπάλληλοι της ενάγουσας, εναγόμενοι μέλη των διοικήσεων του πρώτου και ένατου εξ αυτών συνδικαλιστικών σωματείων, δράσαντες κατ’ εκπροσώπησή τους, αλλά και ως αυθύπαρκτα φυσικά πρόσωπα, και οι υποστηρικτές τους, από την 30-9-2013, τελευταία ημέρα λειτουργίας του προαναφερόμενου τμήματος διακίνησης, μέχρι και τα τέλη Απριλίου - αρχές Μαΐου του έτους 2014, στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, προέβησαν, πέραν από την ανταλλαγή ανακοινώσεων και εξωδίκων δηλώσεων κατά περίπτωση με την ως άνω επιτιθέμενη διάδικο και τις μαζικές δημόσιες παρακινήσεις προς το ευρύ κοινό να απέχει από την αγορά των προϊόντων αυτής, σε υιοθέτηση γεγονότων ενώπιον καταναλωτών, σε δράσεις με φυσική παρουσία, καθώς και σε διάδοση, με ποικίλα μέσα, όπως αφίσες, φυλλάδια (φέιγ-βολάν) και αυτοκόλλητα διασπαρέντα σε δημόσιους χώρους, αναρτήσεις σε ιστολόγια και ιστοθέσεις στο διαδίκτυο, δελτία και ανακοινώσεις προς τον τύπο, δημοσιεύσεις σε συνδικαλιστικά έντυπα, αναμετάδοση μέσω μεγαφωνικών εγκαταστάσεων σε περιφερόμενα οχήματα, ισχυρισμών περί από μέρους αυτής (της ενάγουσας) μεταφοράς της παραγωγικής της δραστηριότητας στη Βουλγαρία. Διώκοντας την παύση των συγκεκριμένων πρακτικών και τη χρηματική ικανοποίησή της για ηθική βλάβη, λόγω της κατά την ίδια αδικοπρακτικής τους διάστασης, η ενάγουσα ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 4-11-2013 (πρώτη) αγωγή και την από 18-12-2103 (δεύτερη) αγωγή. Τα συγκεκριμένα ένδικα βοηθήματα συνεκφωνήθηκαν και συζητήθηκαν ενώπιον του ως άνω, ομοιοβάθμου του παρόντος, Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 4-5-2015 και επ’ αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1885/16 οριστική απόφασή του, με την οποία αυτά συνεκδικάσθηκαν, αξιολογήθηκαν ορισμένες εκδηλώσεις των εκεί εναγόμενων ως μη έχουσες δυσφημιστικό και, συναφώς, αδικοπρακτικό για την ενάγουσα χαρακτήρα, κρίθηκε παρεμπιπτόντως το μποϋκοτάζ κατά των προϊόντων της ως μη εμπίπτον στο ρυθμιστικό πλαίσιο του Ν. 146/14 περί αθέμιτου ανταγωνισμού και ως σύννομο, αποτελούν νόμιμη απόρροια του ατομικού συνταγματικού δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης των εκεί αμυνόμενων διαδίκων, αξιολογήθηκαν οι ισχυρισμοί περί μεταφοράς της παραγωγικής της βάσης στη Βουλγαρία ως συκοφαντικοί για την εν προκειμένω επιτιθέμενη διάδικο, διατάχθηκε σχετικώς η άρση και η παράλειψη της σχετικής προσβολής στο μέλλον και απορρίφθηκε το κονδύλιο περί χρηματικής της ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως ουσία αβάσιμο. Η απόφαση αυτή, εν τούτοις, έχει ήδη προσβληθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης από την ενάγουσα. Προσέτι, από τα τέλη Μαΐου - αρχές του έτους 2014 οι εναγόμενοι επέκτειναν και στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής τις ως άνω κινητοποιήσεις τους, συνεχίζοντας την υιοθέτηση και τη διάδοση γεγονότων για την επιχειρηματική οργάνωση της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, τόσο αυτοτελώς, όσο και προς προώθηση του μποϋκοτάζ κατά των προϊόντων της, ως συνοδευτικού μέσου του απεργιακού τους αγώνα με πυρήνα την οργανική της μονάδα στη Θέρμη της Θεσσαλονίκης, τροποποιώντας, όμως, το αίτημα τούτου, μετά την έκδοση των προαναφερόμενων αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, από την επαναπρόσληψη των εξ αυτής απολυθέντων τριάντα οδηγών και βοηθών οδηγών, στην επαναλειτουργία του εργοστασίου, ήτοι της γραμμής παραγωγής, των ανωτέρω εγκαταστάσεων (...) Επιπλέον, το υπό κρίση μποϋκοτάζ, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, εκπορεύεται από τους εναγόμενους, υποστηριζόμενο, για να πεισθούν οι καταναλωτές, από την εκ μέρους τους, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, χρησιμοποίηση σκοπίμως αναληθών ανακοινώσεων με συκοφαντικό περιεχόμενο για την ενάγουσα, ως επιχείρηση - στόχο. Οι δύο συγκεκριμένες παράμετροι δε, ήτοι η έδραση σε ήδη αμετακλήτως κριθείσες ως παράνομες απεργίες και η συνοδεία από συκοφαντικούς ισχυρισμούς για την επιχειρηματική οργάνωση της ενάγουσας, καθιστούν την επίμαχη πρακτική συλλογικής κινητοποίησης, επί τη βάσει αξιολογικής στάθμισης των συναφών αντικρουόμενων εννόμων συμφερόντων υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, εκτός των ορίων θεμιτής άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγόμενων - εργαζόμενων και συνδικαλιστικών τους σωματείων στην ελευθερία της γνώμης, ως ειδικότερη εκδήλωση της αξίας του ανθρώπου, στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Συντ.) και στη συνδικαλιστική ελευθερία (άρθρο 23 παρ. 1 Συντ.), και προσβάλλουσα, κατά τρόπο αδικαιολόγητο, στον πυρήνα τους, τα συνταγματικά δικαιώματα της ενάγουσας επιχείρησης - στόχο στην οικονομική ελευθερία της, ως στοιχείο της νομικής προσωπικότητάς της, και στην επιχειρηματική φήμη της, ως έκφανση τόσο της νομικής προσωπικότητας όσο και της περιουσίας της (άρθρα 5 παρ. 1 και 17 Συντ.). Συνεπώς η ένδικη έκφραση μποϋκοτάζ αξιολογείται ως αντίθετη στα χρηστά ήθη και συναφώς, παράνομη· εφόσον, μάλιστα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, εκπορεύεται στα πλαίσια μιας οξύτατης διαμάχης της ενάγουσας με τους εναγόμενους και εξάγεται η γνώση τούτων σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της, εκ της αναμφίβολης λήψης από μέρους τους υπόψη των προαναφερόμενων αποφάσεων του Αρείου Πάγου και του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες οι απεργίες - έρεισμα κρίθηκαν καταχρηστικές, καταφάσκεται και η υπαιτιότητα (πρόθεση) των τελευταίων ως προς τη μεθόδευση της εν λόγω έκφρασης, με αποτέλεσμα αυτή να συνιστά αυτοτελώς και αδικοπραξία εις βάρος της εν προκειμένω επιτιθέμενης διαδίκου, προσβάλλουσα τη νομική της προσωπικότητα (...) βλ. τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο Δ’ μείζονα πρόταση της παρούσας).

Για τους λόγους αυτούς (...)

Δέχεται αυτή εν μέρει.
Υποχρεώνει άπαντες τους εναγόμενους, πλην του εικοστού τρίτου (23ου) εξ αυτών, να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον την παραγωγή και διάθεση δημοσίως, με οποιονδήποτε τρόπο, αφισών με τα συνθήματα: «ΟΥΤΕ ΓΟΥΛΙΑ... Amita, Fanta, Coca Cola μέχρι να ΞΑΝΑΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ το εργοστάσιο», «Coca Cola Μετά τα «ΚΛΕΙΣΤΟΝ» και τις ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ σε 6 ΕΛΛΗΝΙΚΑ εργοστάσια... Εγκαταλείπει την Ελλάδα!! Επενδύει στα Βαλκάνια!! Επιβαρύνει την Ελληνική οικονομία!! και προωθεί με απατηλές διαφημίσεις την κατανάλωση στους Έλληνες. ΜΠΟΫΚΟΤΑΖ Ούτε γουλιά Αμίτα - Φάντα - Κόκα Κόλα - Αύρα. Μέχρι να ξαναλειτουργήσει το εργοστάσιο», «Σκέψου πριν ... με μια κίνηση τους αδειάζεις! Εκατοντάδες απολυμένοι, κλειστά εργοστάσια», καθώς και με κάθε άλλο παραπλήσιο προς αυτά περιεχόμενο.
Υποχρεώνει άπαντες τους εναγόμενους, πλην του εικοστού τρίτου (23ου) εξ αυτών, να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον την παραγωγή και διάθεση δημοσίως, με οποιονδήποτε τρόπο, φυλλαδίων με τα συνθήματα: «Coca Cola, ΠΑΡΑΓΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ, ΦΟΡΟΛΟΓΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΒΕΤΙΑ, ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ», «ΜΠΟΫΚΟΤΑΖ σε ΦΑΝΤΑ, ΑΜΙΤΑ, ΚΟΚΑ ΚΟΛΑ, ΟΥΤΕ ΓΟΥΛΙΑ μέχρι να ανοίξει το εργοστάσιο Θεσσαλονίκης, facebook: coca cola apergia», καθώς και με κάθε άλλο παραπλήσιο προς αυτά περιεχόμενο.
Υποχρεώνει τα πρώτο (1ο) και ένατο (9ο) των εναγομένων εργατοϋπαλληλικά σωματεία να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον την ανάρτηση και αναπαραγωγή στις ιστοσελίδες (...), καθώς και εν γένει στο διαδίκτυο, μηνυμάτων με περιεχόμενο αντίστοιχο ή παρόμοιο με τα ανωτέρω.
Υποχρεώνει τους (...) να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον τη διάδοση και αναμετάδοση δια της περιφοράς αυτοκινήτων, ιδιοκτησίας τους ή και τρίτων προσώπων, που φέρουν μεγαφωνικές εγκαταστάσεις ή/και επικολλημένες αφίσες, μηνυμάτων με περιεχόμενο αντίστοιχο ή παρόμοιο με τα ανωτέρω, καθώς και να διαθέτουν οχήματα ιδιοκτησίας τους προς το συγκεκριμένο σκοπό.
Απειλεί για κάθε παράβαση των αμέσως παραπάνω διατάξεων από τους εναγόμενους, κατά απάντων χρηματική ποινή χιλίων ευρώ (1.000 €) και κατά των εξ αυτών φυσικών προσώπων, ήτοι των δεύτερου (2ου) έως όγδοου (8ου) και δέκατου (10ου) έως εικοστού όγδοου (28ου), και προσωπική κράτηση έως ένα (1) μήνα.
Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά τις ανωτέρω διατάξεις της.
Υποχρεώνει τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην ενάγουσα ανώνυμη εταιρία το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €), με το νόμιμο τόκο (επιδικίας) από την επίδοση της αγωγής έως και την ολοσχερή εξόφληση.

Το μποϋκοτάζ ως συνοδευτικό μέσο απεργίας.
Μελέτη του καθηγητή κ. Γιώργου Λεβέντη.

(εξ αφορμής της αποφ. 217/17 του Πολ. Πρωτ. Αθηνών)

Η απόφαση υπ’ αριθμ. 217/17 του Πολ. Πρωτ. Αθην. είναι άξια σχολιασμού διότι ασχολείται με το μποϋκοτάζ ως συνοδευτικό μέσο απεργίας και με την ευθύνη που προκύπτει για τους εργαζομένους και τη συνδικαλιστική τους οργάνωση εξαιτίας της διάρκειας, της έκτασης, του σκοπού και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του μποϋκοτάζ.

1. Το ιστορικό της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η άνω απόφαση έχει συνοπτικά ως εξής: Εταιρία παραγωγής μη αλκοολούχων ποτών, με έδρα και μονάδες παραγωγής στην Ελλάδα, αποφάσισε να κλείσει μία μονάδα παραγωγής στη Θεσ/κη για οικονομικο-τεχνικούς λόγους. Οι αντιδράσεις των εργαζομένων επί της παραπάνω επιχειρ. αποφάσεως υπήρξαν σχετικά ήπιες (απεργιακές κινητοποιήσεις σύντομης διάρκειας ενός και ημίσεος μηνός που διευθετήθηκαν χωρίς προσφυγή στα δικαστήρια). Επίσης για τους ίδιους οικονομικοτεχνικούς λόγους η εταιρία αποφάσισε να διακινεί από 30-9-2013 και εφεξής τα προϊόντα της από τα εργοστάσια παραγωγής της προς τη Θεσ/κη και τις γύρω περιοχές με αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης τρίτων μεταφορέων και όχι πλέον με τα ιδιόκτητα αυτοκίνητα της εταιρίας. Η επιχειρηματική αυτή απόφαση επηρέαζε τις θέσεις εργασίας των μέχρι τότε υπαλλήλων - οδηγών της εταιρίας. Προκειμένου να ευρεθεί συμβιβαστική λύση, η εταιρία προχώρησε σε διαβουλεύσεις με το σωματείο και την αντίστοιχη δευτεροβάθμια οργάνωση των εργαζομένων. Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων αυτών η εταιρία πρότεινε περισσότερες εναλλακτικές λύσεις. Οι οδηγοί (πλην τριών) και το σωματείο τους απέρριψαν όλες τις προτάσεις της εταιρίας. Κατόπιν αυτού η εταιρία γνωστοποίησε την 30-9-2013 την οριστική διακοπή της λειτουργίας του τμήματος διακίνησης των προϊόντων της και από 17-10-2013, υλοποιώντας την παραπάνω απόφασή της, κατήγγειλε σταδιακά μέχρι τέλους 2013 τις συμβάσεις εργασίας 30 οδηγών και βοηθών.
Έκτοτε αρχίζει μία μακρά και έντονη αντιπαράθεση των απολυθέντων, του σωματείου τους και της δευτεροβάθμιας οργάνωσης με την εταιρία. Η αντιπαράθεση είχε αρχικά τη μορφή απεργιών που διήρκεσαν από 30-9-2013 έως 21-12-2013 με αίτημα την επαναπρόσληψη των απολυθέντων. Το Μον. Εφετ. Θεσ/κης με τις αποφάσεις 2674 και 2675/13 έκρινε τις παραπάνω απεργίες μη νόμιμες. Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι οι απολύσεις ήταν νόμιμες, διότι έγιναν στο πλαίσιο νόμιμης άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος, και κήρυξε τις απεργιακές κινητοποιήσεις παράνομες και καταχρηστικές και απαγόρευσε την επανάληψή τους στο μέλλον για την ίδια αιτία (με αίτημα την επαναπρόσληψη). Οι παραπάνω αποφάσεις του Μον. Εφετ. κατέστησαν αμετάκλητες με τις αποφάσεις 857 και 858/15 του ΑΠ (βλ. σελ. 808 ανωτ.).
Εκτός όμως από τις παραπάνω απεργιακές κινητοποιήσεις, οι απολυθέντες οδηγοί και οι οργανώσεις τους άρχισαν να προβαίνουν σε πληθώρα ανακοινώσεων και να διαδίδουν στο καταναλωτικό κοινό ανακριβείς πληροφορίες για την εταιρία και τα προϊόντα της, ιδίως άρχισαν να προβαίνουν σε πράξεις μποϋκοτάζ, αφού οι ανακοινώσεις αυτές περιέχουν έντονη προτροπή προς τους καταναλωτές να μην αγοράζουν τα προϊόντα της εταιρίας. Οι ανακοινώσεις αυτές και πράξεις μποϋκοτάζ γίνοντο και διαδίδοντο με διάφορα μέσα, όπως έντυπα, αφίσες, φυλλάδια, αυτοκόλλητα, πανό που αναρτώντο, τοιχοκολλούντο ή διανέμοντο σε κεντρικά μέρη της Θεσ/κης, Αθηνών και όλης της Ελλάδος, αλλά και με αναρτήσεις στο διαδίκτυο. Ακόμη και τα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα χρησιμοποίησαν οι απεργοί και οι οργανώσεις τους αλλά και μπλουζάκια για να διαδίδουν τις ανακοινώσεις τους.
Το Μον. Πρωτ. Αθην. με την αποφ. 8839/14 (ασφαλιστικών μέτρων, βλ. ΕΕργΔ 2014, 1067 με σχολ. Ι. Παππά) απαγόρευσε προσωρινά στο σωματείο των οδηγών την παραγωγή και διάθεση του εντύπου με το περιεχόμενο: το προϊόν «παράγεται στη Βουλγαρία, φορολογείται στην Ελβετία, καταναλώνεται από τους Έλληνες». Κατά την απόφαση το περιεχόμενο του παραπάνω εντύπου είναι ψευδές και ικανό να προκαλέσει ζημία στην εταιρία, επειδή η εταιρία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα παραγωγικά (διαθέτει εδώ εργοστάσια) και εμπορικά και εξακολουθεί να καταβάλλει φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα. Αντιθέτως η παραγωγή και διάθεση των λοιπών εντύπων δεν είναι δυνατόν να απαγορευθεί, κατά την απόφαση, διότι το μποϋκοτάζ, στο οποίο προτρέπουν τα παραπάνω έντυπα το καταναλωτικό κοινό, δεν έχει σκοπό τον ανταγωνισμό αλλά την επαναλειτουργία του εργοστασίου της Θεσ/κης και την επαναπρόσληψη των απολυθέντων, δηλ. αποτελεί μέσο πίεσης για την επίτευξη ενός συνδικαλιστικής φύσεως σκοπού. Εν συνεχεία η εταιρία άσκησε αγωγή (τακτική διαδικασία) με την οποία ζητούσε από το Πολ. Πρωτ. να υποχρεωθούν οι οδηγοί και το σωματείο τους να παύσουν την εναντίον της προσβολή με τη διάδοση ψευδών και δυσφημιστικών μηνυμάτων, να παραλείπουν την επανάληψή της στο μέλλον και να της επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.

2. Οι σκέψεις της αποφάσεως

Το βασικό ζήτημα που αντιμετώπισε η απόφαση 217/17 του Πολ. Πρωτ. Αθην. ήταν να διευκρινίσει μέχρι πού φθάνουν τα όρια άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας έκφρασης και από ποιο σημείο και μετά η άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων προσβάλλει άλλα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, όπως η επιχειρηματική ελευθερία και η προσωπικότητα. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το μποϋκοτάζ είναι μορφή συλλογικής δράσης η οποία δεν ρυθμίζεται από το νόμο. Αναγκαίο στοιχείο του μποϋκοτάζ είναι ―κατά την απόφαση― η συλλογικότητα. Για τη στοιχειοθέτηση του μποϋκοτάζ απαιτούνται τρία μέρη: α) ο υποκινητής - παρακινών, β) η επιχείρηση - στόχος και γ) ο αποδέκτης (βλ. και Λαδά, Μποϋκοτάζ 2010, σελ. 4). Εξ άλλου ένα από τα πεδία εκδήλωσης του μποϋκοτάζ είναι οι εργασιακές σχέσεις, όπου οι εργαζόμενοι μέσω των συλλογικών τους φορέων προτρέπουν πελάτες ή προμηθευτές του εργοδότη τους να διακόψουν τις συναλλαγές μαζί του, ασκώντας έτσι πίεση προς ικανοποίηση διεκδικήσεων είτε στο πλαίσιο ενός εργατικού αγώνα είτε και αυτοτελώς. Δηλ. κατά την απόφαση το μποϋκοτάζ είναι μία θεμιτή μορφή συλλογικής δράσης (καίτοι αρρύθμιστη από το νόμο), η οποία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων και μπορεί να συνδυάζεται με απεργία (βλ. και Λαδά, Μποϋκοτάζ, σελ. 143 επ.).(παρ. 5) Και επειδή το μποϋκοτάζ εμπεριέχει το στοιχείο της εξωτερίκευσης γνώμης μέσω της προτροπής προς τρίτους να μη συνάπτουν συναλλαγές με την επιχείρηση - στόχο, «άπτεται (κατά την απόφαση το μποϋκοτάζ) των συνταγματικών δικαιωμάτων της ελευθερίας γνώμης, ως ειδικότερης εκδήλωσης της αξίας του ανθρώπου, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Συντ.) και της συνδ. ελευθερίας (23 παρ. 1 Συντ.)». Τα παραπάνω όμως συνταγματικά δικαιώματα υποβάλλονται σε περιορισμούς, ως προς την έκταση και την ένταση της άσκησής τους, οι οποίοι (περιορισμοί) προκύπτουν από τα συνταγματικά δικαιώματα των θιγομένων τρίτων (στην προκειμένη περίπτωση της επιχείρησης - στόχου) και από τη γενική ρήτρα των χρηστών ηθών. Οι περιορισμοί αυτοί εξευρίσκονται στο πλαίσιο μιας στάθμισης των αντιτιθεμένων συμφερόντων και των μέσων εκδήλωσης των οικείων συμπεριφορών με βάση την αρχή της αναλογικότητας (25 παρ. 1 Συντ.).
Αναφορικώς με την επιχείρηση - στόχο η οικονομική ελευθερία της και η επιχειρηματική της φήμη ως εκδήλωση της προσωπικότητας και της περιουσίας της, είναι κατά την απόφαση, άξιες προστασίας έναντι δυσφημήσεων και διάδοσης αναληθών ισχυρισμών τόσο κατά τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του Ν. 146/14 όσο και κατά τις διατάξεις του ΑΚ (αρθρ. 57, 281, 919, 920) και των άρθρων 361 έως 364 του Ποιν. Κωδ. (ΟλΑΠ 2/08, ΔΕΕ 2008, 949 επ.). Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχτηκε η σχολιαζομένη απόφαση ότι η νομιμότητα του μποϋκοτάζ εξαρτάται τελικά από τη νομιμότητα της απεργίας. Εφ’ όσον η διεξαγόμενη απεργία είναι νόμιμη και η απεργιακή κινητοποίηση μαζί με το συνοδευτικό μέσο του μποϋκοτάζ δεν πραγματοποιούνται κατά κατάχρηση δικαιώματος και κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, τότε η συγκεκριμένη πρακτική μποϋκοτάζ μαζί με την απεργία είναι νόμιμες. Ανεξάρτητα πάντως από τη νομιμότητα της απεργίας, η απόφαση θεωρεί το μποϋκοτάζ καθ’ εαυτό παράνομο, όταν η συνδ. οργάνωση που το έχει προκηρύξει χρησιμοποιεί αθέμιτα μέσα για να πείσει το κοινό, τους τρίτους και τα μέλη της για την εφαρμογή του, όπως σκόπιμα αναληθείς ανακοινώσεις ή ανακοινώσεις με υβριστικό ή συκοφαντικό περιεχόμενο για την επιχείρηση - στόχο (βλ. Λεβέντη, Συλλογικό Εργατικό 2007, σελ. 659).
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, επειδή οι συγκεκριμένες απεργιακές κινητοποιήσεις έχουν κριθεί με αμετάκλητες αποφάσεις του ΑΠ (857 και 858/15) παράνομες, η απόφαση 217/17 του Πολ. Πρωτ. Αθην. στηρίζει την κρίση της για το παράνομο του μποϋκοτάζ σε δύο παραμέτρους: α) στον παράνομο χαρακτήρα των απεργιών τις οποίες υπηρετεί το μποϋκοτάζ και β) στο γεγονός ότι στο πλαίσιο του μποϋκοτάζ χρησιμοποιούνται συκοφαντικοί ισχυρισμοί για την επιχείρηση - στόχο. Με βάση το σκεπτικό αυτό η απόφαση υποχρεώνει τους εργαζομένους και τις οργανώσεις τους να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον την παραγωγή και διάθεση δημοσίως με οποιοδήποτε τρόπο (αφίσες, φυλλάδια, αναρτήσεις σε ιστοσελίδες κ.οκ.) των αναληθών και συκοφαντικών ανακοινώσεων, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή, και κατά των φυσικών προσώπων προσωπική κράτηση και υποχρεώνει τους εναγομένους να καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρον στην επιχείρηση - στόχο χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της διάρκειας, της έκτασης, του σκοπού και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του μποϋκοτάζ.

3. Οι υποστηριζόμενες για το μποϋκοτάζ θέσεις

Το μποϋκοτάζ λαμβάνει συνήθως χώρα στο πλαίσιο μιας διεξαγόμενης απεργίας, αποτελεί συνοδευτικό μέτρο αυτής και θεωρείται από πολλούς ως μέσο εργατικού αγώνα. Ειδικότερα το μποϋκοτάζ που κηρύσσει συνδικαλιστική οργάνωση, με το οποίο καλούνται εργαζόμενοι να μη συνάψουν σύμβαση εργασίας με την επιχείρηση όπου διεξάγεται η απεργία και να μην προσφέρουν εργασία απεργοσπάστη, θεωρείται συμπλήρωμα της απεργίας και θεμιτό μέσο εργατικού αγώνα, διότι διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα της διεξαγόμενης απεργίας.(παρ. 6) Μάλιστα κατά το Γερμανικό Εργατικό Ακυρωτικό (BAG) «το γεγονός ότι στο πλαίσιο μιας διεξαγόμενης απεργίας λαμβάνονται μέτρα μποϋκοτάζ κατά του εργοδότη (υπό την έννοια ότι καλούνται εργαζόμενοι να μη συνάπτουν συμβάσεις εργασίας με τον εργοδότη αυτόν και να μην προσφέρουν εργασία απεργοσπάστου) δεν αφαιρεί από τον εργατικό αγώνα το χαρακτήρα της απεργίας ούτε μπορεί να εκληφθεί ως μποϋκοτάζ».(παρ. 7)
Τίθεται το ερώτημα ποια πρέπει να είναι η νομική αντιμετώπιση του μποϋκοτάζ, όταν με αυτό καλούνται από τη συνδ. οργάνωση όχι απλώς εργαζόμενοι αλλά τρίτοι ή το καταναλωτικό κοινό να μην αγοράζουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της επιχείρησης ή καλούνται οι προμηθευτές να μην προμηθεύουν την επιχείρηση με τις αναγκαίες πρώτες ύλες, ενδιάμεσα προϊόντα κ.ο.κ. Και τα μέτρα αυτά μποϋκοτάζ λαμβάνουν συνήθως χώρα στο πλαίσιο ενός διεξαγόμενου εργατικού αγώνα. Κατά μία άποψη το μποϋκοτάζ που σχεδιάζει, αποφασίζει και οργανώνει η συνδ. οργάνωση, με βάση το οποίο καλούνται το καταναλωτικό κοινό, οι προμηθευτές και γενικότερα οι τρίτοι να αποφεύγουν κάθε συναλλακτική πράξη με την επιχείρηση δεν αποτελεί νόμιμο μέσο εργατικού αγώνα και για το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να επιλεγεί από τη συνδικαλιστική οργάνωση ούτε ως συνοδευτικό μέτρο μιας διεξαγόμενης απεργίας. Παρά λοιπόν την ελευθερία που διαθέτει η συνδ. οργάνωση (στο πλαίσιο της κατοχυρούμενης από τη συνδ. ελευθερία δράση της) να επιλέγει τα μέσα εργατικού αγώνα, η προσφυγή σε μέτρα μποϋκοτάζ τέτοιου είδους δεν είναι επιτρεπτή.(παρ. 8) Κατ’ άλλη ενδιάμεση άποψη τα παραπάνω μέτρα μποϋκοτάζ δεν αποτελούν απεργία, αφού δεν περιέχουν αποχή ή ελάττωση της εργασίας και κατά συνέπεια δεν απολαμβάνουν της ειδικής προστασίας του δικαιώματος απεργίας. Επομένως, η νομιμότητα των μέτρων αυτών μποϋκοτάζ θα κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τις γενικές διατάξεις ανάλογα με τους σκοπούς που επιδιώκουν και τα μέσα που χρησιμοποιούν, π.χ. θα κρίνεται αν τα μέτρα αυτά συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά».(παρ. 9)
Κατά τρίτη, επιεικέστερη άποψη η νομιμότητα της χρήσης των μέτρων αυτών, τα οποία συνοδεύουν μία διεξαγόμενη απεργία, εξαρτάται τελικά από τη νομιμότητα της όλης απεργίας. Εφ’ όσον δηλ. η διεξαγόμενη απεργία είναι νόμιμη, διότι επιδιώκει νόμιμους σκοπούς, έχουν τηρηθεί όλοι οι προβλεπόμενοι κανόνες για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος απεργίας και παράλληλα η διεξαγόμενη απεργία μαζί με τα συνοδευτικά μέτρα μποϋκοτάζ δεν πραγματοποιείται κατά κατάχρηση δικαιώματος ούτε παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, τότε τα χρησιμοποιούμενα μέτρα μποϋκοτάζ μαζί με την όλη απεργία είναι κατ’ αρχήν νόμιμα.(παρ. 10) Εννοείται ότι τα μέτρα αυτά μποϋκοτάζ περιορίζονται σε μία ειρηνική έκκληση προς τους τρίτους προς επίδειξη αλληλεγγύης και δεν χρησιμοποιούνται βίαια ή άλλα ανεπίτρεπτα μέσα για τον επηρεασμό των τρίτων. Εξ άλλου θεωρείται παράνομο το μποϋκοτάζ, όταν η συνδ. οργάνωση χρησιμοποιεί αθέμιτα μέσα, π.χ. σκόπιμα αναληθείς ανακοινώσεις ή ανακοινώσεις με υβριστικό ή συκοφαντικό για τον αντίπαλο περιεχόμενο, προκειμένου να πείσει το κοινό τους τρίτους και τα μέλη της να εφαρμόσουν τα μέτρα μποϋκοτάζ.(παρ. 11) Τέλος, μέτρα μποϋκοτάζ δεν αποτελούν νομική δικαιολογία για τη μη τήρηση υφιστάμενων συναλλακτικών συμβάσεων (π.χ. συμβάσεων προμήθειας πρώτων υλών) με την πληττόμενη με το μποϋκοτάζ επιχείρηση.

Υποσημειώσεις μελέτης Γ. Λεβέντη.

(παρ. 1) Η απόφαση δημοσιεύθηκε ολόκληρη στο ΔΕΝ 2012 σ. 1028.
(παρ. 2) Δημοσιεύθηκε στο ΔΕΝ 2014 σ. 593.
(παρ. 3) Επικυροί τήν 2674/13 Μον. Εφετείου Θεσ/νίκης.
(παρ. 4) Δημοσιεύθηκε στην ΕΕργΔ 2012, σελ. 738.
(παρ. 5) Επίσης το ΔΕΕ αναγνωρίζει το μποϋκοτάζ ως μορφή συλλογικής συνδ. δράσης. Βλ. αποφάσεις Viking και Laval.
(παρ. 6) Gerhard Müller, Arbeitskampf und Rechr, 1987, σελ. 134, Gesetz zur Regelung kollektiver Arbeitskonflikte (γνωστό ως «Professoren-Entwurf», διότι είναι κοινό έργο των καθηγητών Birk, Konzen, Löwisch, Raiser, Seiter), H. Otto, Arbeitskampf und Schlichtungsrechr, 2006, παρ. 11 αριθμ. 29, Gamillscheg, kollektives Arbeitsrechr 1997, σελ. 1053, Kissel, Arbeitskampfrechr, 2002, παρ. 61 αριθμ. 122, Λαδά Μποϋκοτάζ, σελ. 148 επ.
(παρ. 7) BAGE 15, σελ. 211 επ. Όπως είναι γνωστό, στο γερμανικό δίκαιο (όπου το δίκαιο της απεργίας έχει διαπλασθεί από τη νομολογία) δεν απαγορεύεται η πρόσληψη απεργοσπαστών κατά τη διάρκεια της απεργίας. Αντιθέτως στο ελληνικό δίκαιο απαγορεύεται κατά τη διάρκεια νόμιμης απεργίας η πρόσληψη απεργοσπαστών (αρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 1264/82).
(παρ. 8) G. Müller, Arbeitskampf und Recht, σελ. 135 επ., Gesetz zur Regelung kollektiver Arbeitskonflikte (Professorenentwurf), σελ. 36.
(παρ. 9) Kissel, Arbeitskampfrecht, παρ. 61 αριθμ. 128, Λεβέντη, Συλλογικό Εργατικό, σελ. 659.
(παρ. 10) Βλ. ιδίως Gamillscheg, kollektives Arbeitsrecht, σελ. 1053 επ., H. Otto, Arbeitskampf und Schlichtungsrecht, παρ. 11, αριθμ. 30.
(παρ. 11) Βλ. Seiter, Streikrecht und Aussperungsrecht, 1975, σελ. 523 επ., Λεβέντη, Συλλογικό Εργατικό, σελ. 659, Λαδά, Μποϋκοτάζ, σελ. 155 επ.
(παρ. 12) Δημοσιεύθηκε στην ΠειρΝομ. 2011 σ. 188.
(παρ. 13) Δημοσιεύθηκε στην ΕΕργΔ 2012, σελ. 817.
(παρ. 14) Ολόκληρη η απόφαση έχει δημοσιευθή στο ΔΕΝ 2012 σ. 1116.
(παρ. 15) Δημοσιεύθηκε στην Πειρ.ΝΟΜ 2009 σ. 187.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...