Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Αμέλεια, παράλειψη, μεταβολή κατηγορίας.

Συμβούλιο Εφετών Θεσ/ κης 6/ 1963, ΠοινΧ 1963.111.

Δικαστές: Δημήτριος Ρετάλης, Πρόεδρος, Λάμπρος Λογοθέτης, Λεωνίδας Ρωμανός, Εφέτες.
Εισαγγελέας: Παύλος Δελαπόρτας.

Περίληψη. «Ανθρωποκτονία εξ αμελείας υπό οδηγού αυτοκινήτου, όστις κατά παράβασιν του άρ. 41 παρ. 11 Ν. 4841 δεν εστάθμευσεν, αλλά διήλθεν προ δίτροχου κάρρου, καίτοι ο ίππος αυτού ευρίσκετο εν ερεθισμώ και είχεν ανορθωθή επί των δύο ποδών. - Ύπαρξις αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της γενομένης παραλείψεως και του επελθόντος θανάτου παρά το γεγονός ότι το αυτοκίνητο δεν ήγγισε το δίτροχον ουδέ τον παθόντα, προεκάλεσεν όμως τον πλήρη αφηνιασμόν τού ίππου όστις εφόνευσε τον παθόντα. - Επιτρεπτή μεταβολή τής κατηγορίας υπάρχει, όταν ο διωχθείς δι' ανθρωποκτονίαν προκληθείσαν εκ της προ-σκρούσεως του αυτοκινήτου επί του παθόντος, εισαχθή εις δίκην δι' ανθρωποκτονίαν οφειλομένην εις παράλειψιν σταθμεύσεως».

 Ο παθών, σύζυγος της εκκαλούσης πολιτικώς εναγούσης, πλανόδιος λαχειοπώλης ων, κατά τον εν τω προσβαλλομένω βουλεύματι τόπον και χρόνον διήρχετο διά του εμφόρτου λαχανικών κάρρου του, συρομένου υπό του παρ' αυτού εκ των χαλινών κρατουμένου ίππου του, την οδόν Τρούμαν, βαίνων προς την, ολίγον κατωτέρω, μείζονος δε κινήσεως κάθετον και ασφαλτοστρωμένην οδόν Βασιλέως Γεωργίου. Ευθύς ως ο ίππος έφθασεν εις την συμβολήν των οδών τούτων, αφηνιάσας ούτος αρχικώς εν στάσει, ανηγέρθη επί των οπισθίων ποδών του, παρά την προσπάθειαν δε του οδηγού αυτού (παθόντος), όπως τον καθησύχαση ου μόνον δεν επετεύχθη τούτο, αλλ' εξηγριώθη έτι μάλλον ούτος, καταρρίψας προ αυτού επί της οδού Βασ. Γεωργίου τον εξακολουθούντα στερρώς να βαστάζη αυτόν εκ των ηνίων παθόντα και εν συνεχεία εν τη προτροπή του εις αφηνιασμένην φυγήν του, πατήσας και διελθών επί του εκτάδην κειμένου σώματος του παθόντος, εφ' ου εν συνεχεία διήλθε και το συρόμενον έμφορτον κάρρον με αποτέλεσμα να υποστή ούτος τας εις την ιατρο-δικαστικήν έκθεσιν αναφερόμενος σωματικάς κακώσεις, συνεπεία των οποίων, εντός ολίγων λεπτών, επήλθεν ο θάνατος αυτού. Καθ' ον χρόνον ήρξαντο συμβαίνοντα τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος, οδηγών επί της οδού Βασ. Γεωργίου το υπ' αριθμ. [...] φορτηγόν Δ.Χ. αυτοκίνητον, όλως κανονικώς, με κατεύθυνσιν προς το κέντρον τής πόλεως προσήγγισε την διασταύρωσιν της εξ ης εξήλθε το κάρρον τού παθόντος οδών Τρούμαν και Βασιλέως Γεωργίου, διελθών εγγύς του αφηνιάσαντος ίππου. Κατατίθεται υπό των εξετασθέντων αυτοπτών μαρτύρων ότι το αυτοκίνητον του κατηγορουμένου ουδόλως μεν έθιξεν εξ επαφής τον ίππον ή τον παθόντα, ούτε και το κάρρον, πλην όμως εκ των καταθέσεων ιδία των εκ των αυτόπτων μαρτύρων προκύπτουν σοβαραί ενδείξεις ότι και αν δεν προυκλήθη εκ του θορύβου τής μηχανής τού εν λόγω αυτοκινήτου ο αρχικώς ακίνδυνος και συνήθης εις τοιαύτα ζώα επί τη προ αυτών διελεύσει αυτοκινήτων ερεθισμός τού ίππου, πάντως ούτος εκ μόνης τής προσεγγίσεως του αυτοκινήτου και εκ των εν λόγω θορύβων τούτου ενετάθη επί τοσούτον, ώστε να τραπή εις πλήρη αφηνιασμόν με το ως άνω θλιβερόν αποτέλεσμα.
Προκύπτει επίσης ότι ο κατηγορούμενος-οδηγός τού αυτοκινήτου αντελήφθη τον ίππον ταρασσόμενον πριν ή πλησιάση αυτόν, εξ αποστάσεως ήτις επέτρεπεν εις αυτόν, όπως, καταβάλλων την ην ώφειλεν εκ των προδιδουσών ενδεχόμενον δυστύχημα περιστάσεων τούτων (άρ. 41 παρ. 11 Ν. 4841/ 1930) και ηδύνατο να καταβάλη προσοχήν, αναστείλη και ουχί να επιβραδύνη την κίνησιν του αυτοκινήτου του μέχρι πλήρους ακινησίας του, ίνα ούτω δοθή καιρός και καταπραϋνθή ο ίππος, αντιπαρέλθη δε και το παρ' αυτού συρόμενον κάρρον, ότε ασφαλώς θα απεφεύγετο το εκ της αμελούς ταύτης συμπεριφοράς του επελθόν ως είρηται αποτέλεσμα, όπερ προείδε μεν ως δυνάμενον -αφ' ου άλλωστε τούτο, κατά κοινήν πείραν και αντίληψιν σύνηθες εστί- επίστευεν όμως, λόγω του κατά τύχην, έστιν ότε άλλως συμβαίνοντος, ότι δεν θα επήρχετο. Συνεπώς υπάρχει άμεσος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελείας ταύτης του κατηγορουμένου και του εν λόγω αποτελέσματος της θανατώσεως του παθόντος. Ταύτα δε πάντα ενδεικνύονται εντόνως και εκ της καταθέσεως ιδίως του μάρτυρος Π.Κ., εξ ης προκύπτει ότι, ως εκ του συγχρονισμού τού ατυχήματος και της διελεύσεως εκείθεν του αυτοκινήτου τού κατηγορουμένου, η αγανάκτησις και οργή των παρευρεθέντων επί τόπου εστράφη αμέσως κατά του συνεχίσαντος την πορείαν του κατηγορουμένου, ον ούτοι διά των φωνών των εσταμάτησαν εις απόστασιν 32 περίπου μέτρων και τον ηνάγκασαν εν τω συναισθήματί των περί της ευθύνης του και της εντεύθεν υποχρεώσεως του προς παροχήν βοηθείας, όπως επιστρέψη αμέσως επί τόπου, ένθα ούτος, προφανώς κατεχόμενος υπό του αυτού συναισθήματος της ευθύνης του, ταραχθείς προ του θανατηφόρου αποτελέσματος, απώλεσε τας αισθήσεις του λιποθυμήσας.

Η δεκτή γενομένη πρότασις τον Αντεισαγγελέως Εφετών Π. Δελαπόρτα έχει ούτω:
Παύλος Δελαπόρτας

Η απαγγελθείσα κατηγορία έφερε τον παθόντα ως θανατωθέντα συνεπεία αμέσου ενεργείας εξ αμελείας τού κατηγορουμένου επ' αυτού, τουτέστι της επιπτώσεως και της προσκρούσεως του αυτοκινήτου επί του κάρρου. Από της πλευράς ταύτης το προσβαλλόμενον βούλευμα θα ήτο ορθότατον και, ως εκ τούτου, ανεπίδεκτον μεταρρυθμίσεως, καθ' όσον το αυτοκίνητον του κατηγορουμένου ούτε καν έψαυσε τον παθόντα ή το κάρρον του και δεν έπεσε χαμαί ο παθών συνεπεία προσκρούσεως του αυτοκινήτου επ' αυτού. Αλλαχού έγκειται η αξιόποινος αμέλεια του κατηγορουμένου, σοβαρωτάτη και έχουσα σχέσιν άμεσον με το επελθόν αποτέλεσμα της θανατώσεως του παθόντος. Κατά γενικήν και ειδικήν πείραν δεν έχουσιν εισέτι όλοι οι ίπποι εθισθεί με το αυτοκίνητον, ο εκ της μηχανής του οποίου προκαλούμενος θόρυβος τους συνταράσσει και παρουσιάζουν εισέτι, παρά τον κατά κανόνα εθισμόν των, αρκετά των ζώων τούτων έκδηλα σημεία τρόμου, ως χρεμετισμούς, ανόρθωσιν των ώτων, των τριχών των κ.λπ., πολλά δε αφηνιάζοντα τρέπονται εν τω άμα εις φυγήν. Τον ίππον τού παθόντος δεν ετάραξεν η θέα και μόνη του αυτοκινήτου εν ακινησία ευρισκομένου (οπότε ουδεμίαν ευθύνην θα ηδύνατο να αναζήτηση τις παρά του κατηγορουμένου), αλλά η προσέγγισίς του προς τον ίππον και εν ταυτώ ο θόρυβος της μηχανής του. Εφ' όσον δε ο κατηγορούμενος αντελήφθη εξ ικανής αποστάσεως πριν ή φθάση εις το ύψος τού ίππου τον ίππον εν αφηνιάσει με τους πόδας ανωρθωμένους, ώφειλε προς αποφυγήν δυστυχήματος, κατά ρητήν υποχρέωσιν, επικειμένην διά τας περιπτώσεις ταύτας εις αυτόν εκ του νόμου (άρ. 41 παρ. 11 4841) όχι απλώς να ελάττωση την ταχύτητα του, ήτις άλλως τε δεν αναφέρεται ως υπερβολική, αλλά να σταματήση τελείως το αυτοκίνητον μέχρις ου δυνηθή ο ατυχής οπωροπώλης να καταπραΰνη το ζώον ή να αντιπαρέλθη. Και δεν ήτο ανάγκη να επιτάσση την τοιαύτην προληπτικήν του δυστυχήματος ενέργειαν του κατηγορουμένου (της τελείας σταθμεύσεως του αυτοκινήτου) νομοθετική διάταξις, οία η ανωτέρω. Η πλέον υποτυπώδης, η πλέον στοιχειώδης πρόνοια και προσοχή ήτις επεβάλλετο εν τη προκειμένη περιπτώσει να επιδειχθη, όχι από άνθρωπον εξιδιασμένης πείρας και γνώσεως περί τα τοιαύτα, αλλά από τον πλέον άπειρον και ανίδεον ήτο η διακοπή τής λειτουργίας τού κινητήρος τού αυτοκινήτου και η ολοσχερής στάθμευσις αυτού, εφ' όσον είχε γίνει αντιληπτόν από τον οδηγόν τού αυτοκινήτου ότι ενώπιον του ευρίσκετο ίππος εν αφηνιάσει και εις τοιούτον σημείον συνταραχής, προελθούσης αποκλειστικώς εκ του θορύβου τού αυτοκινήτου, ώστε ευρίσκετο εστηριγμένος επί του εδάφους με τους οπίσθιους του πόδας μόνον, εν ανορθώσει με τους προσθίους πόδας εις τον αέρα, ενώ ο οδηγός κατέβαλεν απεγνωσμένην και απέλπιδα προσπάθειαν ίνα τον συγκράτηση, ήτο δε προδήλως ο κατηγορούμενος γνώστης και του κινδύνου, ον ήδη διέτρεχεν ο παθών, αλλά και του μείζονος κινδύνου ον θα διέτρεχεν ούτος εάν προσήγγιζεν έτι πλησιέστερον προς τον ίππον το εκ του μακρόθεν προκάλεσαν την αφηνίασίν του αυτοκίνητον. Αφού ο μακρόθεν θόρυβος και η θέα τού αυτοκινήτου ήρκεσαν διά να ορθωθή ο ίππος εν αφηνιάσει, η προσέγγισις του αυτοκινήτου θα καθίστα το ζώον αλλόφρον, με όλους τους ενδεχομένους κινδύνους επικρεμαμένους επί της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητος του οδηγού του ή και άλλων ανθρώπων. Τούτο έδει να πρόβλεψη και προέβλεψεν ο κατηγορούμενος ως δυνάμενον να επέλθη, πλην (συντελούντος και του ατομισμού του και της ελλείψεως ανθρωπίνης αλληλεγγύης παρ' αυτώ προς τον παλαίοντα και κινδυνεύοντα συνάνθρωπόν του), εν συνειδητή αμελεία διατελών, επίστευσεν ότι δεν θα επήρχετο το ως άνω επελθόν αποτέλεσμα. Επομένως υπάρχει άμεσος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελείας τού κατηγορουμένου (παραλείψεως του να σταμτήση το αυτοκίνητον του) και του επελθόντος μοιραίου αποτελέσματος της υπό τας άνω συνθήκας θανατώσεως του παθόντος. Ο δε βαθμός τής ευθύνης τού κατηγορουμένου εν προκειμένω είναι τοσούτω μάλλον μεγαλύτερος όσον μεγαλύτερος είναι και ο βαθμός της επιδειχθείσης ελλείψεως προσοχής, λαμβανομένου υπ' όψει ότι υπό τας ανωτέρω συνθήκας ήτο πιθανωτάτη η παραγωγή και η επέλευσις του αποτελέσματος και επομένως ευχερεστέρα η πρόβλεψις αυτού, ταύτης δ' υπαρχούσης, ασθενεστέρα η ελπίς τής αποφυγής τού αποτελέσματος (Ηλιοπούλου, Συστ. Ελλ. ΠοινΔ, Τόμ. Α', σ. 244· ΑΠ 424/1960 ΠοινΧρ ΙΑ', σ. 126-127). 
Πάντα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά τεθέντα υπό την κρίσιν τού Συμβουλίου των Πλημμελειοδικών έδει, ως φρονώ, να αγάγουν τούτο, κατ' ακριβεστέραν αυτών στάθμισιν και ορθοτέραν εκτίμησιν, εις όλως διάφορον απόληξιν και ουχί εις την περί απαλλαγής εκ της κατηγορίας διάταξιν, εις ην ουχί ορθώς ήχθη το Συμβούλων, δυνάμενον να προσδιορίση και τοποθέτηση επί άλλης βάσεως την αμέλειαν του κατηγορουμένου, ως ταύτην διεξοδικώς τοποθετώ ανωτέρω, χωρίς το τοιούτον να αποτελή μεταβολήν τής κατηγορίας, ως αύτη απηγγέλθη υπό του Ανακριτού, εφ' όσον όίά της νεωτέρας ταύτης βάσεως τής αμελείας (ουχί εις την πρόσκρουσιν τον αυτοκινήτου επί του παθόντος, ως εν τη απαγγελθείση κατηγορία, ήτις πρόοκρουσις όντως ουδόλως προέκυπτε και φυσικά δεν ήτο δυνατόν να ατηριχθή επ' αυτής κατηγορία) εις την παράλειψιν της σταθμεύσεως του αυτοκινήτου ουδαμώς μεταβάλλεται η κατάστασις της διωκόμενης πράξεως (ΑΠ 475/1950 ΠοινΧρ Α', σ. 38· 426/1952 ΠοινΧρ Β', σ. 516" 247/1951 ΠοινΧρ Α', σ. 370· ΑΠ 168/1953 ΠοινΧρ Γ', σ. 330· ΑΠ 82/1954 ΠοινΧρ [Δ'], σ. 223· Κωνσταντοπούλου, § 903' Κωστή/Μπουροπούλου, § 104· Ζησιάδης, ΠοινΔ, § 89).

Παρατήρηση. Η παρούσα ανάρτηση είναι ειλημένη από το σπουδαίο Έργο του καθηγητή Κων/ νου Βαθιώτη με τίτλο "Απάνθισμα ποινικής νομολογίας" [έκδοση Π.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ, 2002, σελίδες 68-70]. Συγκίνηση προκαλεί, βεβαίως, η επιστημονική άποψη του αείμνηστου Εισαγγελέα της υπόθεσης δολοφονίας του Βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη, Παύλου Δελαπόρτα ο οποίος φυσικά, απολύθηκε από την εφταετή Σκοταετία λόγω ακριβώς της τοποθέστηςη του στην δίκη των δολοφόνων του αείμνηστου Γρ. Λαμπράκη (την οποία περιγράφει, δι' ολίγων, στις σελίδες 259-263 του βιβλίου του "το σημειωματάριο ενός Πιλάτου, τέταρτη έκδοση ΘΕΜΕΛΙΟ, 1977). Συγαρητήρια ανήκουν και στον καθηγητή κ. Βαθιώτη για την εκπληκτική ποιότητα του Έργου του αυτού. Δεν πρέπει να απουσιάζει αυτό από καμιά νομική βιβλιοθήκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis