Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Φοβού το ΔΝΤ και δώρα φέρον.

Υπό Γεωργίου Αγαπητού, ομ. Καθηγητού τού Οικονομικού Παν/μίου Αθηνών, πρώην υπηρ. Υπουργού Οικονομικών. Από το Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας 2017.865 επ. Θυμηθείτε εδώ άλλο ένα άρθρο του κ. Αγαπητού.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η συμμετοχή τού ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα το 2010 αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ούτε ενδεδειγμένη ούτε εποικοδομητική.
Δεν ήταν ενδεδειγμένη γιατί αποκάλυψε την ανικανότητα τής ΕΕ να διαχειρισθεί τά προβλήματα τών κρατών - μελών της και δεν ήταν εποικοδομητική γιατί, όπως παραδέχθηκε το ίδιο το ΔΝΤ, έκανε λάθος εκτιμήσεις και επιπλέον οι προτάσεις του δεν βελτίωσαν την Ελληνική Οικονομία σε σχέση με το 2009. Είναι τραγικός ο ισχυρισμός ότι τα προγράμματα λιτότητας μέχρι το 2060 θα επαναφέρουν την Ελληνική Οικονομία στα επίπεδα τού 2009. Τα προγράμματα αυτά ήταν καταδικασμένα και σχεδιασμένα να αποτύχουν. Αυτό, δυστυχώς, επιβεβαιώνεται από ένα προφητικό άρθρο μας (2010) το οποίο έχει σημασία γιατί και σήμερα ακολουθείται η ίδια συμπεριφορά τής ΕΕ και θα έχει τα ίδια αποτελέσματα με εκείνα τών προγραμμάτων τού 2010. Αυτό μας διδάσκει, έστω και αργά, ότι η ΕΕ και η χώρα μας πρέπει να ακολουθήσουν άλλη οικονομική πολιτική για να αποφευχθούν επώδυνες συνέπειες για την Ελλάδα και για την Ευρώπη. Σ’ αυτό, ακριβώς, αποσκοπεί η επαναδημοσίευση αυτού τού άρθρου.

*

Η ασκούμενη οικονομική πολιτική τις τελευταίες 10ετίες έχει δημιουργήσει σοβαρό δημοσιονομικό πρόβλημα. Το δημοσιονομικό έλλειμμα διογκώνει συνεχώς το δημόσιο χρέος που επαυξάνεται με το κόστος εξυπηρέτησής του. Κυρίως όμως, η χαμηλή παραγωγικότητα της δημόσιας διοίκησης, σε συνδυασμό με τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα τών ελληνικών προϊόντων και τον αυξανόμενο πληθωρισμό (με μείωση μισθών), έχουν δημιουργήσει οικονομικό αδιέξοδο και οικονομική κρίση. Άμεση συνέπεια είναι η μείωση της απασχόλησης (αύξηση ανεργίας), η χρηματοπιστωτική στενότητα και η αδυναμία αποπληρωμής τού δημοσίου χρέους. Η έξοδος από την κρίση δεν είναι καθόλου εύκολη γιατί χρειάζεται προσεκτική οικονομική πολιτική και εξασφάλιση οικονομικών πόρων. Ενδεδειγμένη πολιτική είναι εκείνη η οποία ενισχύει τη ζήτηση ώστε να ανακάμψει η οικονομία και να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα. Η πολιτική που ασκείται σήμερα δεν πρόκειται να έχει θετικά αποτελέσματα προς αυτήν την κατεύθυνση γιατί επικεντρώνεται μόνο στην «ταμιευτική» πλευρά μειώνοντας τις δημόσιες δαπάνες κι αυξάνοντας τους φορολογικούς συντελεστές. Επιπλέον, ο ταμιευτικός αυτός στόχος δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί, αλλά και αν επιτευχθεί, δεν είναι αρκετός για την αντιμετώπιση τού δημοσιονομικού προβλήματος. Χρειάζονται επιπλέον πόροι από δανεισμό (εσωτερικό ή εξωτερικό) ή κοινοτική βοήθεια. Ο εσωτερικός δανεισμός είναι πιο ανώδυνη λύση και πρέπει να εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες, ενώ ο εξωτερικός δανεισμός έχει υψηλό κόστος (spreads). Η δυνατότητα κοινοτικής βοήθειας δεν είναι ορατή γιατί δυστυχώς δεν έχει προβλεφθεί σχετικός μηχανισμός από τις Κοινοτικές Συνθήκες.
Είναι φανερό, συνεπώς, ότι οι πολλαπλοί στόχοι πρέπει να επικεντρωθούν στην ενίσχυση τής ενεργού ζήτησης, στην καλύτερη απόδοση τών φορολογιών (μείωση φοροδιαφυγής), εξάντληση τών περιθωρίων εσωτερικού δανεισμού και δανεισμό από το εξωτερικό με λογικά επιτόκια.
Σύμφωνα με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα ο εξωτερικός δανεισμός είναι αναπόφευκτος. Ο δανεισμός αυτός μπορεί να προέλθει κυρίως από την Κοινότητα κι έχει δύο διαστάσεις: δανεισμός από τις χώρες τής Ε.Ε. ή/και από ένα μηχανισμό στήριξης τών ευρωπαϊκών οικονομιών ή από την ΕΚΤ. Το πρώτο και το τελευταίο απαιτούν τη βούληση τών Βρυξελλών για δανεισμό με χαμηλά επιτόκια ή έκδοση νέου χρήματος, ενώ το δεύτερο προϋποθέτει τη δημιουργία ενός χρηματοπιστωτικού φορέα ο οποίος θα στηρίζει τις χώρες - μέλη τής ΕΕ και τής ΟΝΕ όταν αντιμετωπίζουν σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα. Δυστυχώς ένας τέτοιος μηχανισμός (π.χ. Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο/ΕΝΤ) δεν έχει προβλεφθεί στα πλαίσια τής ευρωπαϊκής ενοποίησης και απαιτεί χρόνο για να δημιουργηθεί και να λειτουργήσει. Αυτό σημαίνει ότι απομένουν δύο λύσεις: ο δανεισμός με λογικά επιτόκια και η προσφυγή στο ΔΝΤ. Η πρώτη λύση είναι πιο επιθυμητή, ενώ η δεύτερη θα είναι πολύ επώδυνη.
Για να γίνει κατανοητό αυτό το επιχείρημα είναι σκόπιμο να αναλύσουμε τη δομή τού ΔΝΤ και τού απαραίτητου πλέον ΕΝΤ.
Το ΔΝΤ είναι ένας διεθνής χρηματοπιστωτικός οργανισμός (όχι τράπεζα), ιδρύθηκε (με τη συμφωνία τού Bretton Woods) το 1945 και έχει 182 μέλη. Κύρια αποστολή του είναι η επίβλεψη τού παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, για τη διασφάλιση - αποτροπή μελλοντικών οικονομικών κρίσεων, η προώθηση τής διεθνούς νομισματικής συνεργασίας και η ανασυγκρότηση τού διεθνούς συστήματος πληρωμών, με την προσφορά οικονομικής και τεχνικής βοήθειας στα μέλη του όταν το έχουν ανάγκη. Παράλληλα, το ΔΝΤ πρέπει να συμβάλλει στην οικονομική σταθερότητα, να είναι φιλικό προς τις δημοκρατικές αρχές και υπέρ τών ανθρωπίνων - εργατικών δικαιωμάτων, και να μεριμνά για τη μείωση τής φτώχειας. Είναι υπέρ τής νομισματικής προσέγγισης κι όχι υπέρ τής θεωρίας τών οικονομικών τής προσφοράς, ενώ η δημιουργία του απέβλεπε στην εφαρμογή τής κεϋνσιανής θεωρίας. Το ΔΝΤ δεν είναι τράπεζα γιατί δεν μπορεί να δανείσει πέραν τού ύψους τών ιδίων κεφαλαίων. Μέλη τού ΔΝΤ γίνονται, όταν το ζητήσουν, μόνο ελεύθερες και κυρίαρχες χώρες οι οποίες μπορούν να αποχωρήσουν όποτε το θελήσουν. Το μερίδιο κάθε κράτους - μέλους καθορίζει τη συνδρομή του, το ειδικό βάρος τής ψήφου του, την πρόσβαση για χρηματοδότηση και τα ειδικά τραβηχτικά δικαιώματα (Special Drawing Rights). Οι αποφάσεις τού ΔΝΤ απαιτούν πλειοψηφία 85% και δεδομένου ότι το μερίδιο τών ΗΠΑ ανέρχεται σε 17,1% είναι η μόνη χώρα η οποία μπορεί μόνη της να παρεμποδίσει τη λήψη μιας απόφασης (Ιαπωνία 6,1%, Γερμανία 6%, Γαλλία 4,9% κι Αγγλία 4,9%).
Ιστορικά - παραδοσιακά πρόεδρος τού ΔΝΤ είναι Ευρωπαίος, και αντιπρόεδρος Αμερικανός, ενώ πρόεδρος τής Παγκόσμιας Τράπεζας είναι Αμερικανός.
Το ΔΝΤ δημιούργησε ένα αποθεματικό από τις εισφορές (quotas) τών μελών του, όπου οι εισφορές είναι ανάλογες με το ΑΕΠ κάθε μέλους και καταβάλλονται κατά 75% σε εθνικό νόμισμα και 25% σε χρυσό/δολλάριο.Το 2008 το ΔΝΤ είχε έλλειμμα 400 εκ. δολ. και το 2009 οι G-20 αποφάσισαν την αύξηση τών πόρων του κατά 500 εκ. δολ.
Τα κράτη μέλη τού ΔΝΤ μπορούν να πάρουν μετρητά από το κοινό αποθεματικό και να τους χορηγηθούν δάνεια, υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί προσαρμογή τής οικονομίας τους σύμφωνα με τις υποδείξεις τού ταμείου. Οι δεσμεύσεις που επιβάλλει το ΔΝΤ δεν δίνουν περιθώρια για πολιτικές διαπραγματεύσεις. Οι δεσμεύσεις αυτές είναι επώδυνες και περιλαμβάνουν: απολύσεις, μειώσεις μισθών - συντάξεων, ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων, ιδιωτικοποιήσεις, προγράμματα λιτότητας, αύξηση φόρων και αναδιάρθρωση τού δημόσιου χρέους.
Το δάνειο το οποίο μπορεί να χορηγήσει το ΔΝΤ περιορίζεται στο 10πλάσιο τής συνδρομής τού κράτους μέλους (δηλ. 12 δισ. δολ. για την Ελλάδα) και μπορεί να ζητηθεί όταν η οικονομία χρεωκοπεί και αδυνατεί να καλύψει τις δαπάνες εξυπηρέτησης τού δημοσίου χρέους (τοκοχρεολύσια).
Η πολιτική που ακολουθεί το ΔΝΤ έχει πολλούς επικριτές, επειδή στήριξε κατά τη διάρκεια τού ψυχρού πολέμου στρατιωτικές δικτατορίες (φιλικές στις ΗΠΑ και σε πολυεθνικές), είναι απαθές προς τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα - εργατικά δικαιώματα και επηρεάζει αρνητικά την κοινωνική σταθερότητα, ενισχύοντας την φτώχεια στις χώρες που δανειοδοτεί. Επιπλέον, επιβάλλει ιδιωτικοποιήσεις υπέρ τών πολυεθνικών εταιριών, αυξήσεις φόρων (με εξαίρεση το φόρο επί τών κερδών που παροτρύνει τη μείωσή του). Συγκεκριμένα, ο πρώην Πρόεδρος τών ΗΠΑ B. Clinton είχε κατηγορήσει το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα (2008) για την πολιτική τους σχετικά με τα τρόφιμα και τον αγροτικό τομέα. Η καταστροφική πολιτική τού ΔΝΤ επιβεβαιώνεται από τις συνέπειές της στη Αργεντινή (2001), στην Κένυα, στη Ρουμανία (2005) και στην Ιρλανδία (2007). Από δημοσιευμένες, επίσης, μελέτες τών πανεπιστημίων Cambridge και Yale προκύπτει ότι οι δεσμευτικοί όροι τού ΔΝΤ για δανειοδοτήσεις οδήγησαν στο θάνατο εκατοντάδες ανθρώπους στην ανατολική Ευρώπη εξαιτίας τών ασθενειών από την υποβάθμιση τών παρεχόμενων υπηρεσιών δημόσιας υγείας (tuberculosis/φυματίωση).
Η πρόσφατη εξάλλου περίπτωση τής Λιθουανίας επιβεβαιώνει τις επιπτώσεις τών αδυσώπητων μέτρων που επέβαλε το ΔΝΤ. Συγκεκριμένα, ο ΦΠΑ από 5% αυξήθηκε στο 21%, μειώθηκαν: οι συντάξεις κατά 10 - 70%, οι μισθοί τών δημοσίων υπαλλήλων κατά 50%, οι δαπάνες υγείας κατά 40% και απολύθηκαν εργαζόμενοι στον τομέα τής υγείας και τής παιδείας. Άμεσες επιπτώσεις αυτής τής πολιτικής ήταν (2009) το ΑΕΠ να μειωθεί κατά 18% και η ανεργία να αυξηθεί από 11,3% σε 22,8%.
Η προσφυγή, συνεπώς, στο Δ.Ν.Τ. συνοδεύεται με πολλές δεσμεύσεις και είναι ένας μηχανισμός εκτός Ε.Ε. Η εμπλοκή τού ΔΝΤ στην επίλυση τού ελληνικού προβλήματος δεν ενδείκνυται για την Ελλάδα (εξάλλου, υπάρχει και το ερωτηματικό εάν η κυβέρνηση έχει την πολιτική νομιμοποίηση και την εξουσία αυτής τής προσφυγής, ιδιαίτερα όταν το ΔΝΤ έχει χαρακτηριστεί «φωλιά τού νεοφιλελευθερισμού») και είναι προσβλητική για την ΕΕ (ουσιαστικά είναι παρέμβαση τών ΗΠΑ στις εξελίξεις τής ευρωπαϊκής ενοποίησης), η οποία πρέπει να έχει το δικό της νομισματικό ταμείο. Φαντασθήτε μια πολιτεία τών ΗΠΑ να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και να προσφύγει στην ΕΕ για βοήθεια.
Το ελληνικό πρόβλημα αποκάλυψε («ουδέν κακόν αμιγές καλού») την έλλειψη ετοιμότητας και θεσμών τής ΕΕ να ανταποκρίνεται στις βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν κάθε ένωση κρατών. Αυτό συμβαίνει γιατί στην ΕΕ δεν υπάρχει κοινό πλαίσιο το οποίο μπορεί να συμβιβάζει διαφορετικές ανάγκες τών κρατών - μελών ούτε οικονομική διακυβέρνηση. Η έλλειψη αυτή τροφοδότησε την κερδοσκοπία και δημιουργήθηκε ντόμινο μετάδοσης τής κρίσης και σε άλλα κράτη - μέλη.
Με αφορμή το ελληνικό πρόβλημα ο πρώην πρωθυπουργός τού Βελγίου (Γκι Φέρχοφστατ) δήλωσε: «Δεν είναι αυτή η Ευρώπη που οικοδομήσαμε στη διάρκεια 10ετιών. Δεν είναι η Ευρώπη που πρέπει να αντικαταστήσει τον πόλεμο με τη συνεργασία και την αλληλεγγύη. Δεν είναι, επίσης, η Ευρώπη την οποία οραματίζονται οι πολίτες της».
Ειδικότερα, δεν έχει προβλεφθεί από τις ευρωπαϊκές Συνθήκες η δημιουργία τών θεσμών εκείνων οι οποίοι θα έπρεπε να ενεργοποιηθούν στην περίπτωση που ένα κράτος - μέλος αντιμετωπίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες δημοσιονομικές - ισοζυγίου πληρωμών) ή δέχεται επιθέσεις από τη διεθνή κερδοσκοπία (οικονομικοί εκτελεστές). Ένας τέτοιος θεσμός (όπως και το κοινό αποθεματικό νόμισμα) είναι το ΕΝΤ το οποίο έπρεπε να έχει δημιουργηθεί μαζί με το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ) το 1978, και θα ολοκλήρωνε την οικονομική ενοποίηση. Αντίθετα, η ΟΝΕ ολοκλήρωσε μόνο τη νομισματική ενοποίηση και δεν εξασφάλισε την ευρωζώνη τής μιας ταχύτητας. Είναι σωστή, συνεπώς, η άποψη ότι μια Ένωση κρατών χωρίς τις αρχές τής ισότητας και τής αλληλεγγύης δεν είναι Ένωση (βλ. προοίμιο τού Συντάγματος τής ΕΕ).
Η ίδρυση ενός ΕΝΤ θα αποτελέσει το ανάχωμα για την αντιμετώπιση δημοσιονομικών προβλημάτων σε χώρες - μέλη τής ΕΕ και τη δυνατότητα αυτών τών χωρών να αποφύγουν την προσφυγή στο ΔΝΤ. Η δημιουργία τού ΕΝΤ, ως χρηματοπιστωτικού μηχανισμού στήριξης τών χωρών - μελών, πρέπει να σχεδιασθεί προσεκτικά και να γίνει αποδεκτό από όλα τα μέλη τής ΕΕ. Θα είναι άστοχο το ΕΝΤ να χρησιμοποιήσει τη φιλοσοφία τού ΔΝΤ και να επιβάλει επαχθείς όρους σε όσα κράτη - μέλη αναγκασθούν να προσφύγουν σ’ αυτό. Από τα σχέδια τών Βρυξελλών έχουν διαρρεύσει ορισμένα χαρακτηριστικά τού ΕΝΤ:
α) η συνδρομή τών κρατών - μελών θα συνδέεται με το χρέος και το δημοσιονομικό τους έλλειμμα και συγκεκριμένα: 1% για το τμήμα τού χρέους που υπερβαίνει το 60% τού ΑΕΠ και 1% για το τμήμα τού ελλείμματος που υπερβαίνει το 3% τού ΑΕΠ. Εάν αυτό υιοθετηθεί, τότε για τη χώρα μας με δημόσιο χρέος 115%, η εισφορά θα είναι 0,55% τού ΑΕΠ δηλ. 1,32 δις ευρώ, και με έλλειμμα 12,7% η εισφορά θα είναι 0,10% δηλ. 240 εκατ. ευρώ. Η συνολική, συνεπώς, εισφορά τής Ελλάδος θα είναι 1,6 δις ευρώ.
β) Εάν ένα κράτος - μέλος έχει ανάγκη κεφαλαίων που υπερβαίνουν τις εισφορές του, τότε θα τού επιβάλλονται σκληροί όροι από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Eurogroup.
γ) Οι εισφορές θα τοκίζονται και το κεφάλαιο αυτό θα είναι το αποθεματικό τού ταμείου από το οποίο θα χρηματοδοτείται όποιο μέλος προσφύγει σ’ αυτό.
δ) Το 60% (ΑΕΠ) τού χρέους κάθε κράτους θα είναι πλήρως εγγυημένο και για το υπερβάλλον το ταμείο θα εγγυάται το 60% και
ε) Σε περίπτωση χρεωκοπίας (μαζική απόσυρση κεφαλαίων) ενός κράτους - μέλους, το ταμείο θα παρεμβαίνει ανταλλάσσοντας τα κρατικά ομόλογα τού κράτους - μέλους με ομόλογα που έχει εκδώσει το ταμείο.
Δεδομένου ότι η διαδικασία αυτή θα πάρει χρόνο γιατί απαιτεί ακόμη και αλλαγές στις Συνθήκες, για να αντιμετωπισθούν οι σημερινές κρίσεις (όπως η ελληνική) και να αποτραπεί η διολίσθηση τού ευρώ, χρειάζονται άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα εκ μέρους τής ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό στη Σύνοδο Κορυφής τού Μαρτίου (2009), σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, αποφασίσθηκε η στήριξη τής ελληνικής οικονομίας (δίχτυ ασφαλείας) μέσω τής δανειοδότησης με χαμηλά επιτόκια. Στόχος αυτών τών μέτρων είναι να μειωθεί το κόστος δανεισμού (όχι ο δανεισμός) τού ελληνικού δημοσίου και να ενισχυθεί η ρευστότητα τών εμπορικών τραπεζών ώστε να χρηματοδοτηθεί ο ιδιωτικός τομέας. Συγκεκριμένα:
α) η ΕΚΤ δεσμεύτηκε ότι θα δέχεται τα ελληνικά ομόλογα ως εγγύηση για τη δανειοδότηση τών ελληνικών τραπεζών, ακόμη κι αν τα ομόλογα αυτά θεωρούνται υποβαθμισμένα (ΒΒΒ+) από οίκους αξιολόγησης.
β) Ενεργοποίηση μηχανισμού στήριξης τής ελληνικής οικονομίας όταν φθάσει στο έσχατο σημείο αδυναμίας πληρωμών. Ως έσχατο σημείο θεωρείται εκείνο όπου το ελληνικό δημόσιο θα αδυνατεί να δανεισθεί από τις αγορές με λογικά επιτόκια.
Τα στενόκαρδα αυτά μέτρα τής ΕΕ, μετά από τόσες προσπάθειες τής Ελλάδος, ουσιαστικά δεν αποτελούν έμπρακτη αλληλεγγύη προς την Ελλάδα γιατί δεν τής διαθέτουν πόρους, εμπλέκεται το ΔΝΤ όταν ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός στήριξης και απαιτείται ομοφωνία τών μελών τής ΕΕ. Άμεσα, συνεπώς, η ΕΕ δεν παρέχει καμιά βοήθεια στην Ελλάδα αλλά ενισχύει την αυστηρή επιτήρηση τής ελληνικής οικονομίας, και γι’ αυτό οι αγορές αγνόησαν τις κοινοτικές αποφάσεις. Ουσιαστική θα ήταν αυτή η Συμφωνία εάν η ΕΚΤ ή η ΕΕ χορηγούσε στο ελληνικό δημόσιο, όχι στις τράπεζες, ρευστό ή δάνεια ή νέο χρήμα με επιδοτούμενο επιτόκιο. Επιπλέον, η Συμφωνία αυτή εμπεριέχει πολλές ασάφειες οι οποίες σχετίζονται με τον καθορισμό τού «έσχατου σημείου» τής οικονομίας και το βαθμό ελέγχου τού ΔΝΤ, το οποίο σε περίπτωση ενεργοποίησης αυτού τού μηχανισμού θα συμβάλει κατά 33%. Ο μηχανισμός όμως αυτός ίσως δεν ενεργοποιηθεί ποτέ, όπως δήλωσε ο Πρωθυπουργός. Για να ενεργοποιηθεί απαιτείται αίτηση τού κράτους - μέλους προς την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, η οποία θα εγκριθεί με ομόφωνη απόφαση τού Eurogroup.Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι η Ελλάδα να είναι υπό τριπλή επιτήρηση: ΔΝΤ, ΕΕ και ΕΚΤ. Σύμφωνα με το ΔΝΤ όποιο κράτος χρειάζεται τη βοήθειά του πρέπει να υποβάλει το ίδιο, κι όχι η ΕΕ, αίτηση σ’ αυτό. Επιπλέον, το ΔΝΤ επεμβαίνει σε νομισματικές - συναλλαγματικές κρίσεις και θα είναι η πρώτη φορά που θα επέμβει σε μια χώρα για δημοσιονομική κρίση και μάλιστα με νόμισμα που δεν μπορεί να μεταβάλει (ευρώ).
Οι αισιόδοξοι προσδοκούν ότι οι διεθνείς νευρικές χρηματοπιστωτικές αγορές θα αποκλιμακώσουν τα επιτόκια δανεισμού και ότι οι ελληνικές τράπεζες θα μειώσουν τα επιτόκια χορήγησης δανείων. Εάν υποθέσουμε ότι θα επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, δεν είναι επαρκείς για να βγει η Ελλάδα από την κρίση, ιδίως μακροχρόνια, δεδομένου ότι για την αποπληρωμή τού δημοσίου χρέους για τα επόμενα 3 - 4 χρόνια απαιτούνται τουλάχιστον 135 δισ. ευρώ. Η αναποτελεσματικότητα τής Συμφωνίας επιβεβαιώθηκε από την τελευταία δημοπρασία ομολόγων όπου το κόστος δανεισμού δεν αποκλιμακώθηκε και η συμμετοχή τών ξένων επενδυτών ήταν υποτονική, σε σύγκριση με τις δύο προηγούμενες τών 5ετών και 10ετών ομολόγων.
Η πολιτική η οποία ασκείται, με την παρότρυνση τής ΕΕ (μείωση μισθών - συντάξεων και αύξηση φόρων) ενισχύει την ύφεση και τελικά τα ελλείμματα και δεν αποκλείεται, εάν μειωθούν τα ελλείμματα αντίστοιχα να μειωθεί και το ΑΕΠ. Απαιτούνται, συνεπώς, αναπτυξιακά κίνητρα και περιστολή ορισμένων δαπανών (π.χ. μείωση επιχορηγήσεων τών κομμάτων, μείωση τού αριθμού τών Υπουργών, μείωση επιχορηγήσεων ορισμένων ΔΕΚΟ, κατάργηση τών Υφυπουργών, Γενικών - Ειδικών Γραμματέων, μείωση τού αριθμού τών βουλευτών, μείωση κατά 50% τών μισθών τών βουλευτών - διοικητών οργανισμών - τραπεζών, κατάργηση ορισμένων ραδιοφωνικών - τηλεοπτικών καναλιών, κατάργηση ορισμένων οργανισμών - υπηρεσιών, απαγόρευση υπουργοποίησης πολιτευτών - βουλευτών, ορθολογική διαχείριση τών δαπανών τών νοσοκομείων). Επιπλέον είναι απαραίτητη η εξεύρεση πόρων (π.χ. επέκταση τού σχεδίου πόλεων, αξιοποίηση - ρευστοποίηση ακινήτων τού δημοσίου τα οποία ξεπερνούν τα 100.000, ενίσχυση τών ανανεώσιμων πηγών αιολικής - ηλιακής ενέργειας, ενίσχυση τού τομέα τών οικοδομών, προσέλκυση ξένων - ομογενών επενδυτών, αξιοποίηση τών πλεονεκτημάτων τής χώρας στη ναυτιλία, τον πολιτισμό και τον τουρισμό).
Τέλος, η χώρα θα πρέπει να απευθυνθεί σε άλλες χώρες, εκτός ΕΕ, για δανεισμό, οι οποίες χορηγούν δάνεια με 3% επιτόκιο (π.χ. Κίνα) και παράλληλα να επιδιώξει αναδιάρθρωση και μετακίνηση τών ημερομηνιών λήξεως τών υπαρχόντων δανείων τού δημοσίου.

ΙΙ. Δυστυχώς Μόνον το Δημόσιο Χρέος Είναι «Βιώσιμο».

Υπό Γεωργίου Αγαπητού, ομ. Καθηγητού τού Οικονομικού Παν/μίου Αθηνών, πρώην υπηρ. Υπουργού Οικονομικών
Ο όρος «βιώσιμος» στα οικονομικά (livable) σημαίνει ότι κάποια οικονομική μονάδα διαθέτει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να επιβιώσει και να μην αφανισθεί (αποβιώσει). Το ίδιο συμβαίνει όταν γεννιέται ένας άνθρωπος: ευχόμαστε να ζήσει και να μεγαλώσει φυσιολογικά. Αντίθετα, το δημόσιο χρέος όταν μεγαλώνει συστηματικά, ουσιαστικά και μεταφορικά, επιβιώνει και διαιωνίζεται. Το επιθυμητό όμως θα ήταν να συρρικνώνεται, να αφανίζεται, να μην επιβιώνει και να είναι «μη βιώσιμο».
Η εμμονή, συνεπώς, στον όρο «βιωσιμότητα» τού ελληνικού δημοσίου χρέους είναι μια απατηλή συζήτηση και ένας πρωτότυπος - αυταρχικός όρος τών δανειστών τής χώρας, που τους ωφελεί και τους δίνει τη δυνατότητα να επιβάλλουν σκληρά μέτρα λιτότητας. Τα προγράμματα λιτότητας συνεπάγονται τη φτωχοποίηση, την ύφεση και την ανάγκη συνεχούς δανεισμού, ο οποίος διαιωνίζει το χρέος και το καθιστά κύριο ρυθμιστή τής πορείας τής χώρας, τουλάχιστον μέχρι το 2060. Ο σωστός όρος είναι «δυνατότητα εξυπηρέτησης» (εξόφληση τοκοχρεολυσίων) τού δημόσιου χρέους κι όχι «βιωσιμότητα». Η αδυναμία εξυπηρέτησης τού χρέους σημαίνει ότι τα τοκοχρεολύσια έχουν υπερβεί τις δυνατότητες τής οικονομίας, με συνέπεια τη δημιουργία «κρίσης χρέους» και τελικά τη χρεωκοπία τής χώρας. Είναι, συνεπώς, λανθασμένη η ταύτιση τής «βιωσιμότητας» με την «εξυπηρετησιμότητα» τού δημοσίου χρέους, γιατί η «βιωσιμότητα» ουσιαστικά σημαίνει διατήρηση (διόγκωσή) του, κάτι που δεν είναι επιθυμητό από τον δανειζόμενο, αλλά μόνο από τον δανειστή. Άρα, είναι θετικό όταν το χρέος είναι «εξυπηρετήσιμο», και αρνητικό εάν είναι «βιώσιμο». Γενικά, «εξυπηρετήσιμο» θεωρείται το δημόσιο χρέος όταν ο ρυθμός ανάπτυξης υπερβαίνει το ύψος τών επιτοκίων δανεισμού και το ρυθμό αύξησης τού χρέους.
Η χρησιμοποίηση, επίσης, τού ποσοστού τού δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ, ως κυρίαρχου οικονομικού δείκτη, αποτελεί πρόσχημα γιατί η πολιτική που επιβάλλουν οι εταίροι μας αποβλέπει στην αύξησή του, αφού ο αριθμητής συστηματικά αυξάνεται, ενώ ο παρονομαστής διαρκώς μειώνεται. Ο εμπαιγμός (το 2012) ότι το ποσοστό αυτό κατά το ΔΝΤ θα ήταν 120% το 2020 αποκαλύφθηκε πλήρως, γιατί για το 2017 έφθασε ήδη το 177%, ενώ το 2008 ήταν 112%. Οι λανθασμένες εκτιμήσεις τού ΔΝΤ συνεχίζονται με την εμμονή του ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος θα είναι βιώσιμο αν το 2022 είναι 110% τού ΑΕΠ. Αντίθετα, υπάρχουν χώρες με αντίστοιχα ποσοστά άνω τού 200% και το χρέος τους χαρακτηρίζεται «βιώσιμο».
Το δημόσιο χρέος, επομένως είναι «πολύ βιώσιμο», αλλά η ελληνική οικονομία δεν είναι βιώσιμη. Όταν η οικονομία δεν είναι βιώσιμη, τότε το χρέος με βεβαιότητα δεν είναι εξυπηρετήσιμο και είναι το μόνο στοιχείο που διογκώνεται και επιβιώνει προς όφελος τών δανειστών. Βιώσιμη θα γίνει η οικονομία όταν η αρνητική εξέλιξη τού ΑΕΠ γίνει θετική, αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα, μειωθεί η ανάγκη για νέους δανεισμούς και τής δοθεί η ευκαιρία από την ΕΚΤ έκδοσης νέου χρήματος. Μόνον έτσι θα μειωθεί αυτό το ποσοστό. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με μείωση τών φορολογικών επιβαρύνσεων, ενίσχυση τών επενδύσεων και τής κατανάλωσης (ενεργού ζήτησης).
Το ότι η οικονομία δεν είναι βιώσιμη με την επιβαλλόμενη πολιτική (νέες μειώσεις συντάξεων, αύξηση φόρων από το 2019 και αναγκαστική εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων τού κρατικού προϋπολογισμού όταν αυτά οδηγούν τη χώρα σε συνεχή ύφεση) επιβεβαιώνεται από τη φτωχοποίηση τών νοικοκυριών - επιχειρήσεων, το υψηλό ποσοστό ανεργίας, την υποβάθμιση τών κοινωνικών αγαθών, την μετανάστευση τών νέων στο εξωτερικό και τον μηδενισμό τής αποταμίευσης.
Τίποτε, συνεπώς, δεν είναι πιο βιώσιμο από ό,τι το δημόσιο χρέος! Αυτό, ίσως, φαίνεται παράδοξο, είναι όμως αληθινό. Όπως πολύ αληθινή είναι η απορία τού αγρότη από τη Νάξο: «ήθελα νά ξερα ω! Θεέ μου αν θα ξεχρεωθώ ποτέ μου».
Η μοναδική, επομένως διέξοδος για τη χώρα από τον επικίνδυνο αυτό φαύλο κύκλο είναι οι εταίροι να δείξουν αλληλεγγύη (όπως έκανε η Ελλάδα το 1953 για τη Γερμανία), να γίνει αναθεώρηση ορισμένων απαράδεκτων όρων τών Δανειακών Συμβάσεων/Μνημονίων (ιδίως εκείνων τού 2010) και ανάκτηση εθνικής κυριαρχίας - πολιτικής, παράλληλα με τις αναγκαίες ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις τής ελληνικής οικονομίας. Διαφορετικά το μόνο που απομένει, δυστυχώς για τη χώρα μας, είναι η μη εφαρμογή τής επιβαλλόμενης πολιτικής και η ανάκτηση τού εθνικού προνομίου έκδοσης νέου χρήματος από την Τράπεζα τής Ελλάδος, κάτι που δεν είναι επιθυμητό ούτε από την Ελλάδα ούτε από την Ε.Ε. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...