Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Προθεσμία προσφυγής κατά απορριφθείσας έγκλησης, αξιολόγηση αποδεικτικού υλικού.

Διάταξη Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς 23/ 2016

Περίληψη. Ποινική Δικονομία. Προσφυγή κατά της απορριπτικής επί εγκλήσεως διατάξεως του Εισαγγελέως ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών. Παραδεκτό-απαράδεκτο προσφυγής. Προθεσμία προσφυγής. Τρίμηνη προθεσμία αρχόμενη από την επόμενη ημέρα της δημοσιεύσεως στο οικείο βιβλίο της Εισαγγελίας. Σωματική βλάβη εξ αμελείας παρ’ υποχρέου. Παραβίαση ερυθρού σηματοδότη ρυθμίσεως της κυκλοφορίας από τον εγκαλούμενο οδηγό δίκυκλης μοτοσυκλέτας και πρόκληση σωματικής βλάβης στον εγκαλούντα. Σειρά καταθέσεων που κρίνονται ανακριβείς. Δέχεται την προσφυγή και εξαφανίζει τη διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών. Παραγγέλλει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών να ασκήσει ποινική δίωξη εις βάρος του εγκαλουμένου.

I. Κατά με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθ. 47 ΚΠΔ (όπως αντικ. αρχικώς με άρθρο 7 Ν. 3160/ 2003, και εκ νέου με άρθ. 28 § § 2,3 Ν. 4055/2012(ισχύς από 2.4.2012)), προβλέπεται ότι: «1. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης την απορρίπτει με διάταξη, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία. Ο εγκαλών έχει δικαίωμα να λάβει γνώση και αντίγραφο της διάταξης.». Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 1,2 και 3 του άρθρου 48 ΚΠΔ(όπως αντικ. αρχικώς με άρθρο 7 Ν. 3160/ 2003, και εκ νέου με άρθ. 28§4 Ν. 4055/2012, ενώ το εδάφιο β`της παρ.2 προστέθηκε με το άρθρο 93 παρ.2.Α.Ν. 4139/2013,ΦΕΚ A 74/20.3.2013 και (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου, Διόρθ.σφαλμ. ΦΕΚ A 92/2013) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις), προβλέπεται ότι: «1. Ο εγκαλών μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μηνών από την έκδοση της διάταξης κατά τις παραγράφους 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, μπορεί να προσφύγει κατά αυτής στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών. Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται για κανένα λόγο. Για την προσφυγή συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα της εισαγγελίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διάταξη. 2. Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο πιο πάνω γραμματέας. Σε περίπτωση που υποβλήθηκε μία έγκληση από περισσότερους εγκαλούντες, κατατίθεται μόνο ένα παράβολο. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν δεν κατατεθεί το παράβολο η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών.3. Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή παραγγέλλει είτε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης αν πρόκειται για κακούργημα για το οποίο δεν έχει ήδη διενεργηθεί είτε την άσκηση ποινικής δίωξης στις λοιπές περιπτώσεις και διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.». Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται πως ο εγκαλών του οποίου απερρίφθη η έγκληση από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, δικαιούται να προσφύγει, κατά της απορριπτικής Διάταξης του τελευταίου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών μηνών, η οποία αρχίζει από την έκδοσή της, σύμφωνα με τα παρακάτω αναλυτικά εκτιθέμενα. Σημειώνεται πως: 1) η ως άνω προσφυγή αποτελεί οιονεί ένδικο μέσο, οπότε εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί ενδίκων μέσων του ΚΠΔ (Ολ ΑΠ 1345/1988, Π.Χ. ΛΘ’311, ΑΠ869/2001, Πραξ Λογ ΠΔ 2001, 182, Εισ.Εφετ. Πατρ. 11/ 1993, Π.Χ. ΜΓ740), και επομένως το επιτρεπτό καθώς και οι λόγοι ασκήσεως αυτής κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή του βουλεύματος στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών (Ολ.ΑΠ 1282/1992 ΝοΒ1992/1074, Ποιν.Χρ. 1992/921), 2) η προαναφερθείσα τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής: α) δεν παρεκτείνεται εξαιτίας της απόστασης, και επομένως, ισχύει ανεξάρτητα από το εάν ο εγκαλών διαμένει στην έδρα της εισαγγελίας, που εξέδωσε την κατ` άρθρο 47 ΚΠΔ διάταξη, ή εκτός της έδρας ή ακόμα και στο εξωτερικό, και β) δεν υπολογίζεται πλέον, μετά την τροποποίηση της ως άνω διατάξεως(άρθ. 48 ΚΠΔ) με άρθ. 28 § 4 Ν. 4055/2012, όπου, ενώ με τη παλαιά διάταξη χορηγούνταν προθεσμία για άσκηση της προσφυγής κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, εκείνη των 15 ημερών από της επιδόσεώς της στον εγκαλούμενο, μετά τη τροπ/ση που επήλθε αυτή (προθεσμία) κατέστη αποκλειστική εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών από της εκδόσεώς της, και άρα ο υπολογισμός της τελευταίας, δεν γίνεται πλέον σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθ. 168 και 169§2 ΚΠΔ, οι οποίες αναφέρονται όταν αυτή(προθεσμία) τίθεται σε ημέρες (βλ. Α. Κονταξή «η έγκληση στην ποινική δίκη», 2003, σελ. 309, σημ. 917, Μ. Παπαδογιάννη, άρθρο 48, σελ. 110) ΔιατΕισΕφΘεσ (Κ. Ηρακλείδη) 112/1985, Αρμ (1988), αλλά ελλείψει ειδικότερης ρυθμίσεως του Κ.Ποιν.Δ, εφαρμόζονται αναλογικώς «ένεκα της ενότητας της εννόμου τάξεως» (ΑΠ 204/2008, Νόμος), οι διατάξεις των άρθ. 145§2 Κ.Πολ.Δ. και 243 εδ. β` Α.Κ.. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ερμηνευτική προσέγγιση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων: α) 240, 241, 242 και 243 του Αστικού Κώδικα, και β) 144 παρ. 1 και 145 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, σχετικά με τις καθοριζόμενες από το νόμο, δικαστική απόφαση και δικαιοπραξία προθεσμίες ορίζονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: η προθεσμία αρχίζει την επόμενη της ημέρας όπου έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της (άρθρο 241 εδ. α`). Η προθεσμία λήγει όταν περάσει ολόκληρη η τελευταία ημέρα και αν είναι κατά νόμο εορτάσιμη, όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη (άρθρο 242). Προθεσμία που έχει προσδιοριστεί σε μήνες λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε και αν δεν υπάρχει αντίστοιχη η τελευταία ημέρα του μηνός (άρθρο 243 εδ. β`)(ΑΠ 156/2008(πολιτική), η οποία δέχθηκε ότι:«... η πενταετής παραγραφή αρχίζει από την επομένη της ημέρας κατά την οποία ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, λήγει δε μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου χρόνου και αν αυτή είναι κατά νόμο εορτάσιμη, όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη (Α.Κ. 241,242,243 παρ.3)». Το ίδιο θέμα έχει λυθεί νομολογιακά και από ποινικής απόψεως(βλ. ενδεικτικά ΑΠ 204/2008, Νόμος) η οποία δέχθηκε ότι: «... η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή της εγκλήσεως είναι ανεξάρτητη από την κατά το άρθρο 111 ΠΚ παραγραφή των εγκλημάτων και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 243 εδ. β` ΑΚ και 145 παρ.2 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και εν προκειμένω, ένεκα της ενότητος της εννόμου τάξεως, λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός, που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, δηλαδή με την ημέρα κατά την οποίαν ο δικαιούμενος σε υποβολή εγκλήσεως έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμετόχους. ». Κατά συνέπεια στη προκειμένη περίπτωση, η τρίμηνη προθεσμία της προσφυγής του άρθ.48 Κ.Ποιν.Δ. αρχίζει την επόμενη της ημέρας όπου έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της (την επομένη της ημερομηνίας έκδοσης (με τις παρακάτω διακρίσεις) της Διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών), και λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε και αν δεν υπάρχει αντίστοιχη η τελευταία ημέρα του μηνός, και αν αυτή είναι κατά νόμο εορτάσιμη (δηλαδή Σάββατο ή Κυριακή ή άλλη εορτή), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη. Τέλος, σημειώνεται πως, επειδή η ημερομηνία της εκδόσεως της Διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, δεν συμπίπτει κατά κανόνα με εκείνη της δημοσιεύσεώς της, κατά την αληθή έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθ. 48 § 1ΚΠΔ, με την οποία καθορίζεται η χρονική αφετηρία της τριμήνου προθεσμίας για την εμπρόθεσμη προσφυγή κατά αυτής, νοείται ότι είναι εκείνη της δημοσιεύσεώς της στο οικείο βιβλίο ή στο ηλεκτρονικό αρχείο της Εισαγγελίας, αφ` ής υποστασιοποιείται η έκδοσή της και όχι ασφαλώς εκείνη της συντάξεώς της από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, η οποία, κατά κανόνα είναι διάφορη της τελευταίας, αφού ως γνωστόν οι Εισαγγελικοί Λειτουργοί, δεν εργάζονται στα γραφεία τους, έχουν ελεύθερο ωράριο εργασίας, και άρα ως εκ τούτου αποκλείεται η σύμπτωση της ημερομηνίας συντάξεως, με εκείνη της δημοσιεύσεως, 3) για την προσφυγή συντάσσεται από τον γραμματέα της εισαγγελίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διάταξη, έκθεση, κατά την έννοια των άρθ.148 έως και 153 του ΚΠΔ, με την παρουσία είτε του ιδίου του προσφεύγοντα είτε του πληρεξουσίου συνηγόρου του, ο οποίος υποχρεούται στη περίπτωση αυτή να έχει εξουσιοδοτηθεί νομίμως, κατά την έννοια των άρθ. 42 § 2 και 96 § 2, 465 § 1α,β,γ ΚΠΔ, 4) ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο πιο πάνω γραμματέας, σε περίπτωση δε, που δεν κατατεθεί το ως άνω παράβολο - η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών, και 5) σε περίπτωση που ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή παραγγέλλει είτε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης αν πρόκειται για κακούργημα για το οποίο δεν έχει ήδη διενεργηθεί είτε την άσκηση ποινικής δίωξης στις λοιπές περιπτώσεις και διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στον καταθέσαντα αυτό.

ΙΙ. Η παρούσα προσφυγή είναι δικονομικά: α) εμπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε την 03.06.2016, ήτοι εμπρόθεσμα, εντός της ως άνω τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας, η οποία αφετηριάσθηκε στις 09.03.2016, ήτοι την επομένη της δημοσιεύσεως της ως προσβαλλομένης διατάξεως (08.03.2016), και όχι από την ημερομηνία εκδόσεώς της 01.03.2016),(βλ. συνημμένο δελτίο κίνησης της δικογραφίας), β) νομότυπη, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο πρόσωπο (άρθρο 48 ΚΠΔ(ως αυτό ίσχυε αρχικώς μετά την αντικατάστασή του με άρθρο 7 Ν. 3160/ 2003, αλλά και με την εκ νέου όμοια με άρθ. 28§4 Ν. 4055/2012),με αυτοπρόσωπη δήλωση του προσφεύγοντος - εγκαλούντος στη Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, Αναστασίας Παπαδοπούλου, με ημερομηνία 03.06.2016, ενώ η σχετική έκθεση περιέχει τα κατά νόμο στοιχεία, όπως και λόγους προσφυγής, πρόδηλο δε τυγχάνει και το έννομο συμφέρον αυτού προς άσκηση της παρούσας προσφυγής, αφού επιδιώκει την κίνηση της ποινικής δίωξης κατά του εγκαλουμένου με βάση την προαναφερόμενη έγκλησή του, και γ) παραδεκτή, καθόσον επιτρέπεται στον προσφεύγοντα - εγκαλούντα, του οποίου η έγκληση απορρίφθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, κατ` άρθρο 47 ΚΠ η προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών κατά της απορριπτικής διάταξης εκείνου (άρθρα 48,463,465 παρ 1,474 παρ 1, ΚΠΔ, εκ των οποίων, η μεν πρώτη διάταξη εφαρμόζεται ευθέως οι δε λοιπές αναλογικά και επί προσφυγών ως κρινόμενη, που θεωρείται ως οιονεί ένδικο μέσο), προς δε, ο προσφεύγων επισύναψε - ως υποχρεούτο από την ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθ.48 ΚΠΔ- στην υπό κρίση προσφυγή -επί ποινή απαραδέκτου- το ειδικό παράβολο των 300€(βλ. σχετικό παράβολο δημοσίου, συνημμένο).

Κατά συνέπεια, η υπό κρίση προσφυγή θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ` ουσία.

III. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α του Π.Κ., προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου δε ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 28 Π.Κ. η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ευσυνείδητη κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως (ΑΠ 689/2015, ΑΠ 457/2015 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη των παραγράφων 1 περ. η και 3 του άρθ. 6 του ΚΟΚ(Ν. 2696/1999) Οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο. α)...,β)....,γ)....,δ)...,ε)...,στ) ζ)..., η) Ερυθρό φως με μορφή βέλους(παρ.Ι) Ο οδηγός που παραβαίνει τις διατάξεις των περίπτώσεων β`, ε’, η` και ι` της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο επτακοσίων (700,00) ευρώ και με αφαίρεση επιτόπου της άδειας ικανότητας οδηγού για εξήντα (60) ημέρες, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία του άρθρου 103 του παρόντος Κώδικα(παρ.3).

Με την κρινόμενη προσφυγή του ο προσφεύγων - εγκαλών στρέφεται κατά της υπ` αριθ. 103 από 08.03.2016 Διάταξης του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε, κατ` άρθρο 47 ΚΠΔ, η υπ` ΑΒΜ Α15/15 από 14.01.2015 έγκλησή του (που συσχετίσθηκε με την Γ15/2817), κατά του ως άνω εγκαλουμένου, για την αναφερόμενη πράξη. Ειδικότερα, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πειραιά με την πληττόμενη υπ` αριθ. 103 από 08.03.2016 Διάταξή του, απέρριψε την υπ` ΑΒΜ Α15/15 από 14.01.2015 έγκληση του (που συσχετίσθηκε με την Γ15/2817), του ως άνω προσφεύγοντος - εγκαλούντος, κατά του εγκαλουμένου, διότι δέχθηκε ότι η υπό κρίση έγκληση τυγχάνει ουσιαστικώς αβάσιμη για τους αναφερομένους σε αυτή λόγους. Από τη παράθεση του περιεχομένου της πληττομένης διατάξεως, σε συνδυασμό με τους λόγους που εκτίθενται στην υπό κρίση προσφυγή και γενικώς από όλο το υλικό της προκαταρκτικής εξετάσεως (έγγραφα, μάρτυρες, (πλην της 10.01.2015 ένορκης κατάθεσης του νυν εγκαλουμένου ως μάρτυρα, η οποία τίθεται εκτός δικογραφίας στο αρχείο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιά, για το λόγο ότι προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. προτελευταίο ΚΠΔ, ΟλΑΠ 2/1999 ΤΝΠ Νόμος )) καθώς και το από 14.08.2015 υπόμνημα έγγραφων εξηγήσεων του εγκαλουμένου, συνάγονται τα εξής:

Ο προσφεύγων-εγκαλών, στις 15.10.2014, ημέρα Τετάρτη και περί ώρα 16:00 μμ, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, μοντέλο POLO, 1390 κυβικών, χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας του κατά ποσοστό 50%, έβαινε επί της Λεωφόρου ... η οποία είναι διπλής κυκλοφορίας και έχει πλάτος ανά ρεύμα επτά (7) μέτρων, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Π...(βλ. έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα Τ.Τροχαίας Κορυδαλλού, συνημμένα). Μετά πεντάλεπτο και ενώ προσέγγιζε τη διασταύρωση της ως άνω Λεωφόρου (...) με την οδό .., όπου για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας αυτής, λειτουργούσαν σηματοδότες οχημάτων και πεζών κόκκινης, κίτρινης και πράσινης φωτεινής ένδειξης κατά τα ειδικότερα αποτυπωθέντα τόσο στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, όσο και στην με ημερομηνία 26.04.2016 οριζοντιογραφία κλπ σχετικά έγγραφα που εγχειρίστηκαν από τον προσφεύγοντα- εγκαλούντα εκδοθέντα από την αρμόδια διεύθυνση κατασκευής έργων-συντήρησης οδοποιίας της Περιφέρειας Αττικής, έχοντας πράσινη ένδειξη στο σηματοδότη της πορείας του, ήτοι του ρεύματος από Αθήνα προς Π..., επιχείρησε να διέλθει αυτής, πλην από απόσταση τουλάχιστον τριάντα(30) μέτρων αντελήφθη ότι στην πορεία του παρανεβλήθη, η υπ`αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα εργοστασίου κατασκευής Gorgolis, χρώματος χρυσαφί που οδηγούσε ο εγκαλούμενος ... με συνεπιβάτιδα την δεκάχρονη (γεν.στις 23.10.2004) ανήλικη κόρη του ..., και κινείτο με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από Π..... προς Αθήνα, με πρόθεση να διασταυρωθεί αριστερά σε σχέση με αυτή για να εισέλθει στην οδό ..., παρά το ότι δε, είχε κόκκινη φωτεινή ένδειξη, στο σηματοδότη της πορείας του, σύμφωνα με την οποία υποχρεούτο να συμμορφωθεί (άρθ. 6 παράγραφοι 1 περ. η και 3 του ΚΟΚ (Ν.2696/1999)), ακινητοποιώντας το όχημά του, μέχρις ότου, η ως άνω ένδειξη γίνει πράσινη, την παραβίασε, με αποτέλεσμα να αποκόψει την κανονική πορεία του οχήματος του προσφεύγοντος- εγκαλούντος, και, παρά τους ορθούς κατά τον ΚΟΚ χειρισμούς του τελευταίου (: άμεση πέδηση και αποφευκτικός ελιγμός προς τα δεξιά), (βλ. σχετικά ευρήματα όπως ίχνη πεδήσεως αμφοτέρων των τροχών του οχήματός του, μήκους 29,3 μ(δεξιός) και 19μ(αριστερός), αντιστοίχως, αλλά και χαραγιές επί του οδοστρώματος και του πεζοδρομίου μήκους 10,1 μ, αποτυπωθέντα σε έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα Τ.Τροχαίας Κορυδαλλού,συνημμένα), να μην καταφέρει να συγκρατήσει το όχημά του, επειδή κατά την κρίση μας η ταχύτητα αυτού ήταν αυξημένη σε σχέση με το ως άνω σημείο, ήτοι τουλάχιστον 66 km/h/(βλ. σχετικό δελτίο που συνέταξε η Τροχαία, συνημμένο) -χωρίς να συνυπολογισθεί η ταχύτητα που απορροφήθηκε συνεπεία της πρόσκρουσης- και να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος του επί της μοτοσυκλέτας, να την ανατρέψει παρασύροντάς τη σε ικανή απόσταση, με επακόλουθο τον σοβαρό τραυματισμό αμφοτέρων των επιβαινόντων (βλ. σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις, συνημμένες) αλλά και του ιδίου (εγκαλούντος), ο οποίος αρχικά δεν είχε δηλώσει τραυματισμό, γεγονός όμως που πραγματοποίησε στην πορεία, με την υπό κρίση έγκληση, καταλογίζοντας στον νυν εγκαλούμενο, αποκλειστική υπαιτιότητα, για τη σωματική βλάβη που υπέστη (βλ. συνημμένα ιατρικά πιστοποιητικά), η οποία (υπαιτιότητα) εστιάζεται κυρίως στην ως άνω παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη που είχε στην πορεία του. Τα ανωτέρω, διασταυρώνονται αποχρώντως: α) από την από 15.10.2014, ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα .., ο οποίος πράγματι ήταν αυτόπτης κατά τη σύνταξη της από 15.10.2014, έκθεσης αυτοψίας, ως σημειώνεται στην 1η σελίδα του 1ου φύλλου της, η οποία άρχισε να συντάσσεται στις 16.40μμ, σε συνδυασμό με το χρόνο (:16.45μμ) που έγινε η λήψη της κατάθεσής του (βλ. την 15.10.2014, έκθεση αυτοψίας, σε συνδυασμό σε σύγκριση και σε αντιπαραβολή με την από 15.10.2014, ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα ..., συνημμένες), και, ο οποίος, μετά λόγου γνώσεως, καταθέτει πως ενώ οδηγούσε το όχημά του (σχολικό λεωφορείο) στην ίδια διασταύρωση με αντίθετη κατεύθυνση εκείνης του νυν προσφεύγοντος-εγκαλούντος και ανέμενε προ ερυθρού σηματοδότη να κινηθεί προς Αθήνα, είδε τον εγκαλούμενο, ο οποίος έβαινε ομόρροπα προς αυτόν να επιχειρεί να στρίψει αριστερά για να εισέλθει στην οδό ..., να παραβιάζει καταφανώς τον ερυθρό σηματοδότη που είχε και αυτός στην πορεία του προς τους βαίνοντες αριστερά, συνεπεία τούτου δε, να παρεμβληθεί ανεπίτρεπτα στην πορεία του οχήματος του νυν προσφεύγοντος- εγκαλούντος, με επακόλουθο το ως άνω γνωστό αποτέλεσμα, δοθέντος ότι ο τελευταίος νομίμως εισήλθε στην διασταύρωση αυτή, διότι είχε πράσινη φωτεινή ένδειξη στον σηματοδότη της πορείας του, και, β) από την με ημερομηνία 26.04.2016 οριζοντιογραφία κλπ σχετικά έγγραφα που εγχειρίστηκαν από τον προσφεύγοντα-εγκαλούντα εκδοθέντα από την αρμόδια διεύθυνση κατασκευής έργων-συντήρησης οδοποιίας της Περιφέρειας Αττικής, από την ανάλυση της οποίας συνάγεται το αυτό ως άνω συμπέρασμα, δοθέντος ότι: καθόν χρόνον οι απεικονιζόμενοι με τους αριθμούς 1, 1a, 1b και 5, 5b οδηγοί των οχημάτων ... (αυτόπτης μάρτυρας) και ... (νυν εγκαλούμενος) αντιστοίχως, κατά τη χρονική ακολουθία των φωτεινών ενδείξεων των σηματοδοτών που ρύθμιζαν την κυκλοφορία της ως άνω διασταύρωσης σε σχέση με την προεκτεθείσα πορεία ενός εκάστου εξ αυτών, είχε ο μεν ... (αυτόπτης μάρτυρας) από το μηδέν (0) δευτερόλεπτο έως και το εικοστό (20°)πράσινη ένδειξη και στη συνέχεια για τρία δευτερόλεπτα είχε κίτρινη και αμέσως μετά κόκκινη, ο ... (νυν εγκαλούμενος) είχε κόκκινη ένδειξη από το μηδέν(Ο) δευτερόλεπτο έως και το πεντηκοστό πέμπτο(55°), έως ότου από το πεντηκοστό πέμπτο(55°) δευτερόλεπτο έως και το εξηκοστό δεύτερο(62° ) συμπέσουν ταυτόχρονα και οι δύο να έχουν πράσινη ένδειξη κ.οκ., αντιστοίχως ο αντιθέτως βαίνων προσφεύγων - εγκαλών που απεικονίζεται με τους αριθμούς 2,2a,2b είχε στην πορεία του πράσινη ένδειξη από το μηδέν(Ο) δευτερόλεπτο έως και το τριακοστό(30°), ακολουθούν τρια(3) δευτερόλεπτα κίτρινη και έπεται κόκκινη ένδειξη έως και το εξηκοστό έκτο(66°), γεγονός που σηματοδοτεί άνευ άλλου τινός ότι εφόσον ο αυτόπτης μάρτυρας ... είχε στην πορεία του (ρεύμα προς Αθήνα) κόκκινη ένδειξη και ο ... (νυν εγκαλούμενος) παραβίασε τον ερυθρό υπό μορφή βέλους σηματοδότη που και αυτός είχε στην πορεία του, επιχειρώντας να εισέλθει αριστερά στην οδό .., ο νυν προσφεύγων εγκαλών είχε πράσινη ένδειξη καθώς μόνο τότε και τρεις οδηγοί συμπίπτουν να κείνται εντός του κύκλου μεταξύ του εικοστού δευτέρου (22ου ) δευτερολέπτου και του τριακοστού(30ου) κατά την αληθή ερμηνεία των ως άνω εγγράφων, όπου οι με δυο πρώτοι έχουν κόκκινη ένδειξη ο δε τρίτος πράσινη. Η ως άνω κρίση δεν αναιρείται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο (μάρτυρες ή έγγραφα) ή εύρημα, δοθέντος ότι οι προταθείσες υπό του εγκαλουμένου μάρτυρες, πέραν του ότι δεν ήσαν αυτόπτες, οι καταθέσεις τους ελέγχονται ανακριβείς αφού για μεν την εξ αυτών ... πηγή της μεταφερόμενης γνώσεώς της για το τροχαίο συμβάν είναι πληροφορίες που έλαβε από περαστικούς, όταν αμέσως μετά από αυτό μετέβη στο σημείο (βλ. την από 27.12.2014 ένορκη κατάθεσή της,συνημμένη,) για την εξ αυτών ... ουδέν εισέφερε σχετικά με το διερευνώμενο θέμα αφού περιορίσθηκε να αναφέρει ότι οι συγκεντρωθέντες περαστικοί «δεν είχαν πάρει το μέρος του» βλ. την από 15.07.2015 ένορκη κατάθεσή της, συνημμένη), για δε τέλος την εξ αυτών .., η οποία εμφανίζεται ως δήθεν αυτόπτης του τροχαίου συμβάντος, ωστόσο παρά το ότι το όλο συμβάν φέρεται πως εξελίχθηκε ενώπιόν της, καθώς ούσα πεζή ανέμενε να διασταυρωθεί κάθετα την Λεωφόρο ..., μόλις ο φωτεινός σηματοδότης θα έδειχνε πράσινη για τους πεζούς φωτεινή ένδειξη, παραταύτα, απέδρασε από το σημείο, χωρίς να δώσει τα στοιχεία της ταυτότητάς της, ως ώφειλε, έτσι ώστε η κατάθεσή της να τίθεται επ`αμφιβόλω, καθώς φαίνεται πως ήταν σε θέση να καταθέσει μετά την πάροδο οκταμήνου και πλέον (εξετάσθηκε την 23.06.2015) (βλ. την από 23.06.2015 ένορκη κατάθεσή της, συνημμένη), από το τροχαίο, σχετικά με το πως λειτουργούσαν οι σηματοδότες στη συγκεκριμένη διασταύρωση του ρεύματος προς Αθήνα και επίσης ότι ο νυν εγκαλούμενος ξεκίνησε να εισέλθει στην οδό .., μόλις είχε ανοίξει το πράσινο φανάρι που επέτρεπε την στροφή αριστερά, με ταυτόχρονη ίδια ένδειξη για την ευθεία προς Αθήνα. Ο ισχυρισμός της αυτός όμως ελέγχεται ανακριβής, για το λόγο ότι εφόσον ως ισχυρίζεται η ίδια ότι «περίμενε ώστε να ανάψει πράσινο για τους πεζούς ώστε να διασχίσει κάθετα τη Λεωφόρο» (βλ. την από 23.06.2015 ένορκη κατάθεσή της, συνημμένη), που σημαίνει ότι στην πορεία της ο σηματοδότης για τους πεζούς είχε ερυθρή ένδειξη ενόσω η ίδια ίστατο στο «πεζοδρόμιο του ρεύματος προς Αθήνα της Λ...» και ταυτόχρονα από το σημείο στο οποίο ευρίσκετο, είχε τη δυνατότητα να δει τους σηματοδότες της ευθείας για Αθήνα και αριστερά προς οδό ..., οι οποίοι την αυτή χρονική στιγμή ταυτόχρονα από ερυθρή ένδειξη που είχαν μέχρι τότε εναλλάχθησαν σε πράσινη, γεγονός που ηδύνατο να συμβεί πράγματι αν συνέπιπτε ο συγχρονισμός τους μεταξύ του 47ου και 55ου δευτερολέπτου, που οι τελευταίοι είχαν αμφότεροι πράσινη ένδειξη, πλην όμως στην περίπτωση αυτή, αν υποτεθεί ότι συνέπεσε και η ιδία να βρίσκεται κατ` εκείνη τη χρονική στιγμή παρούσα για να διασταυρωθεί μαζί με τα οχήματα προς αμφότερες τις ως άνω κατευθύνσεις, δεν θα έπρεπε να ίστατο στο πεζοδρόμιο -ως ανακριβώς καταθέτει- αλλά στη διαχωριστική νησίδα των δυο ρευμάτων κυκλοφορίας, καθόσον θα είχε νωρίτερα διασχίσει καθέτως το ρεύμα πορείας προς Αθήνα, αφού διαφορετικά δεν θα μπορούσε ποτέ να συμπέσει ταυτόχρονα -την ίδια χρονική στιγμή- η ίδια να έχει κόκκινη φωτεινή ένδειξη στο σηματοδότη της πορείας της, με τους βαίνοντες προς αμφότερες τις ανωτέρω κατευθύνσεις (ευθεία προς Αθήνα και αριστερά προς ... ), οι οποίοι θα είχαν αμφότεροι πράσινη ένδειξη. Κατά συνέπεια από τη θέση στην οποία φέρεται ότι ίστατο (πεζοδρόμιο) δεν είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει το ταυτόχρονο άνοιγμα των φωτεινών ενδείξεων των σηματοδοτών πορείας του αυτόπτη μάρτυρα ... και του νυν εγκαλουμένου ... , ως τούτο προκύπτει από το σχέδιο της ανωτέρω οριζοντιογραφίας, στην οποία η πορεία του σηματοδότη των πεζών, απεικονίζεται με τους αριθμούς 21, 21a (για το κάθετο ρεύμα προς Αθήνα) και 22,22a(για το κάθετο ρεύμα προς Π...). Σημειώνεται δε, πως στην υποθετική περίπτωση που πράγματι ήταν παρούσα (γεγονός που αμφιβάλλουμε σφόδρα) και ίστατο στη διαχωριστική νησίδα των δυο ρευμάτων κυκλοφορίας, και πάλι θα ήταν ασήμαντη η μαρτυρία της αφού από εκείνη τη θέση δεν θα είχε ορατότητα προς τους σηματοδότες των κατευθύνσεων της ευθείας προς Αθήνα και αριστερά προς ..., και ως εκ τούτου, δεν θα έβλεπε πότε θα εναλλάσσονταν.

IV. Επομένως, όπως συνάγεται από τα εκτεθέντα, ουχί ορθώς, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πειραιά, απέρριψε με την ως άνω υπ’ αριθ. 103 από 08.03.2016 προσβληθείσα διάταξή του, σύμφωνα με το άρθρο 47 ΚΠΔ για λόγους ουσίας την έγκληση του προσφεύγοντος. Κατ’ ακολουθίαν πρέπει, η κρινόμενη προσφυγή να γίνει δεκτή και κατ` ουσία, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη διάταξη και να παραγγελθεί ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πειραιά, να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του ως άνω εγκαλουμένου ... για την πλημμεληματική πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ` υποχρέου (άρθρα. 1,12, 14, 15, 16,17, 18,26 παρ.1β, 28,51,53,57,79,80 και 314 παρ. 1 εδ. α ΠΚ σε συνδυασμό με άρθ. 6 παρ. 1 περ. η και 13, 12 παρ. 1 και 11 ΚΟΚ (Ν. 2096/1999)) που φέρεται ότι τελέστηκε στο ... Πειραιά στις 15.10.2014.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

I. Δεχόμαστε τυπικά και κατ` ουσία την υπ` αριθ. 05 από 03.06.2016 προσφυγή του εγκαλούντα: ...κατά της υπ` αριθ. 103 από 08.03.2016 Διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε, κατ` άρθρο 47 ΚΠΔ, η υπ` ΑΒΜ Α15/15 από 14.01.2015 έγκλησή του (που συσχετίσθηκε με την Γ15/2817), σε βάρος του εγκαλουμένου... για την πλημμεληματική πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ` υποχρέου (άρθρα. 1,12, 14, 15, 16,17, 18,26 παρ.1β, 28,51,53,57,79,80 και 314 παρ. 1 εδ. α ΠΚ σε συνδυασμό με άρθ. 6 παρ. 1 περ. η και 13, 12 παρ. 1 και 11 ΚΟΚ (Ν. 2096/1999)) που φέρεται ότι τελέστηκε στο .......... Πειραιά στις 15.10.2014,

II. Εξαφανίζουμε την υπ` αριθ. 103 από 08.03.2016 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά,

III. Παραγγέλλουμε τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του ως άνω εγκαλουμένου... για την πλημμεληματική πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ` υπόχρεου (άρθρα. 1,12, 14, 15, 16.17. 18.26 παρ1β, 28.51,53,57,79,80 και 314 παρ. 1 εδ.α ΠΚ σε συνδυασμό με άρθ. 6 παρ. 1 περ. η και 13, 12 παρ. 1 και 11 ΚΟΚ (Ν. 2096/1999)) που φέρεται ότι τελέστηκε στο ... Πειραιά στις 15.10.201

IV. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου των 300€ του Ελληνικού δημοσίου στον καταθέσαντα προσφεύγοντα- εγκαλούντα.

Πειραιάς, 16.06.2016 

Ο Εισαγγελέας Εφετών

Κων/νος Σοφουλάκης Αντεισαγγελέας Εφετών.

Παρατήρηση. Τέτοια εξαντλητική αιτιολογία όπως αυτής της δημοσιευόμενης Διάταξης του Εισαγγελέα κ. Σοφουλάκη δεν βλέπουμε-ή πολύ σπάνια!-σε δικαστική απόφαση! Για να αποδειχθεί για πολλοστή φορά ότι, Δικαστής είναι αυτός που έχει παράφορο Έρωτα με την Νομική Επιστήμη και όχι αυτός που απλώς φέρει τον τίτλο του Δικαστή. Πραγματικά τέτοιες διατάξεις αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση. Και ο Εισαγγελέας κ. Σοφουλάκης πάντοτε-και όχι μόνο τώρα με την παρούσα Διάταξη του- δείχνει τον Έρωτα του στην Νομική Επιστήμη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...