Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Δημοσιογραφικό απόρρητο, ψευδορκία.

Συμβούλιο Πλημ/ κών Ηρακλείου 60/ 1999, ΠοινΧρ 2001.1107.

Δικαστές: Στυλιανός Γωνιωτάκης, Πρόεδρος, Αγγελική Κόφφα και Αγάπη Τζουλιαδάκη. 
Εισαγγελέας: Ζαχαρίας Κοκκινάκης.

Περίληψη. Ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος. Δημοσιογραφικό απόρρητο και ελευθερία του τύπου κατά το άρθρο 14 του Συντάγματος. Αποκλείεται ο άδικος χαρακτήρας της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού ο κατηγορούμενος δημοσιογράφος άσκησε το δικαίωμα που του παρέχει η ανωτέρω συνταγματική διάταξη και νομίμως δεν αποκάλυψε την πηγή των πληροφοριών. Σύμφωνη εισαγγελική πρόταση. 

Με το ως άνω βούλευμα έγινε δεκτή η πρόταση του Εισαγγελέως Ζ. Κοκκινάκη, η οποία έχει ως εξής:
Μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρος κατ` εξακολούθηση (άρ. 98, 224 παρ. 2-1 ΠΚ). Για την υπόθεση αυτή διενεργήθηκε στη συνέχεια προανάκριση, που περατώθηκε νόμιμα. Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα της δικογραφίας προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Μετά από καταγγελίες δύο αλλοδαπών γυναικών για διάπραξη σε βάρος τους αξιοποίνων πράξεων από τον υπηρετούντα το έτος 1996 στην Υποδ/νση Ασφαλείας Ηρακλείου (γραφείο αλλοδαπών) ανθυπαστυνόμο Ν.Δ., σχηματίστηκε σε βάρος του τελευταίου ποινική δικογραφία και διατάχθηκε από την Αστυνομική Διεύθυνση Ηρακλείου η διενέργεια ένορκης διοικητικής εξετάσεως (Ε.Δ.Ε.). Με το απολογητικό υπόμνημα που υπέβαλε ο ανθυπαστυνόμος Ν.Δ. στο πλαίσιο της Ε.Δ.Ε., διατύπωσε αιτιάσεις σε βάρος του αστυνόμου Β` Ι.Μ., ο οποίος εκτέλεσε καθήκοντα προανακριτικού υπαλλήλου και σχημάτισε την προμνησθείσα ποινική δικογραφία. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος ενήργησε μεροληπτικά και του στέρησε δικονομικά δικαιώματα κατά την προανάκριση. Για τη διακρίβωση της βασιμότητας των αιτιάσεων και τον τυχόν καταλογισμό πειθαρχικής ευθύνης του Ι.Μ., διατάχθηκε από το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως η διενέργεια Ε.Δ.Ε. Η σχετική διαταγή με αρ. [...] παραλήφθηκε από την Αστυνομική Διεύθυνση Ηρακλείου την [...] και η διενέργεια της εν λόγω Ε.Δ.Ε. ανατέθηκε στον Αστυνόμο Α`Α.Κ.

Την 27.10.1997 στο αντίστοιχο φύλλο της εβδομαδιαίας εφημερίδας με τίτλο [...] και στη μόνιμη στήλη [...] δημοσιεύτηκε ως είδηση η εντολή για τη διενέργεια της τελευταίας αυτής Ε.Δ.Ε. και η αιτία που την προκάλεσε (αιτιάσεις του Ν.Δ.), ενώ παράλληλα ο συντάκτης της στήλης διατύπωσε επικριτικά σχόλια για τη διαταγή διενέργειας της εν λόγω Ε.Δ.Ε. Κατόπιν τούτου η Επιθεώρηση Αστυνομίας Κρήτης με τη με αρ. [...] διαταγή διέταξε τη διενέργεια της εν λόγω Ε.Δ.Ε. για να διακριβωθούν ο συνθήκες διαρροής στον τύπο πληροφοριών και στοιχείων αναφορικά με τη σε βάρος του Ι.Μ. διαταχθείσα Ε.Δ.Ε. και για τον εντοπισμό τυχόν πειθαρχικής ευθύνης αστυνομικών για την εν λόγω διαρροή. Η διενέργεια της Ε.Δ.Ε. αυτής ανατέθηκε στον αστυνομικό υποδιευθυντή Ε.Κ., ο οποίος στο Ηράκλειο στις 27.12.1997, 15.1.1998 και 11.2.1998 εξέτασε ένορκα ως μάρτυρα τον κατηγορούμενο, διευθυντή της εφημερίδας [...]. Ο τελευταίος στις ανωτέρω καταθέσεις του δήλωσε ότι ως διευθυντής της εφημερίδας αναλαμβάνει την ευθύνη των δημοσιευμάτων αυτής, αρνήθηκε όμως να αποκαλύψει τα στοιχεία ταυτότητας του συντάκτη της στήλης [...] (τα οποία δεν δημοσιεύονται στην εφημερίδα) καθώς και τις πηγές των πληροφοριών της εφημερίδας του αναφορικά με το επίμαχο δημοσίευμα, επικαλούμενος ότι τούτο του επιβάλλει το καθήκον του ως επαγγελματίας δημοσιογράφος, δεσμευόμενος από το "δημοσιογραφικό απόρρητο". Κατόπιν τούτου αντίγραφα των ανωτέρω καταθέσεων, των καταθέσεων των υπολοίπων μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της Ε.Δ.Ε., των εγγράφων και του πορίσματος αυτής μας υποβλήθηκαν κατ` άρ. 37 ΚΠΔ. Η κατηγορία λοιπόν που αποδίδεται στον Ε.Π. συνίσταται στην άρνησή του να αποκαλύψει τις πηγές των πληροφοριών και στοιχείων της εφημερίδας και των στοιχείων ταυτότητας του ανωτέρω συντάκτη της, κατά τις προμνησθείσες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις του στο πλαίσιο της διενεργηθείσας Ε.Δ.Ε.

Από τα εκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία διαφαίνεται ότι η διαταγή για τη διενέργεια Ε.Δ.Ε. και η αιτία αυτής ήταν γνωστή σε ικανό αριθμό τρίτων (πολιτών και αστυνομικών), αναφέρεται δε και φραστικό επεισόδιο μεταξύ Μ. και Δ. κατά τη διάρκεια γενικής συνελεύσεως των μελών της Ενώσεως Αστυνομικών Υπαλλήλων Ηρακλείου, σχετιζόμενο με την υπόθεση εκείνη. Ετσι διατυπώθηκε η άποψη ότι το επίμαχο δημοσίευμα βασίστηκε στην κρατούσα τότε "φημολογία" [...]. Εξ άλλου επισημαίνεται ότι ο διενεργήσας την Ε.Δ.Ε. αστυνομικός υποδιευθυντής Ε.Κ. πρότεινε να μην κριθεί πειθαρχικά ή ποινικά ελεγκτέος οποιοσδήποτε αστυνομικός, καθ` όσον δεν προέκυψε ευθύνη αστυνομικών για τη διαρροή στον τύπο των στοιχείων που δημοσιεύτηκαν [...].

Υπό τα δεδομένα αυτά πρέπει να ερευνηθεί αν η εκτεθείσα άρνηση του κατηγορουμένου θεμελιώνει την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται.

Κατά τη διάταξη του άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ αυτουργός του εγκλήματος της ψευδορκίας είναι και εκείνος ο οποίος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή που περιλαμβάνεται στο ενδέκατο κεφάλαιο του ΠΚ, το οποίο έχει τίτλο "εγκλήματα σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης", προκύπτει ότι με αυτή σκοπήθηκε η τιμωρία των παραβατών του καθήκοντος της αλήθειας που έχουν όσοι εξετάζονται ενόρκως ως μάρτυρες, υποχρεούμενοι για τη διευκόλυνση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης που αντανακλά στο γενικότερο κοινωνικό όφελος, να καταθέτουν την αλήθεια. Για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται ένορκη κατάθεση σε αρχή αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση, ανακριβών περιστατικών, ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών περιστατικών, τα οποία σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με την υπόθεση, ανεξάρτητα αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβασή της, ενώ για την υποκειμενική υπόσταση απαιτείται άμεσος δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση της πράξεως (ΑΠ 1736/1994 ΠοινΧρ ΜΕ` 60, ΑΠ 1611/1989 ΠοινΧρ Μ` 739, ΑΠ 402/1989 ΠοινΧρ ΛΘ` 956). Εξ άλλου, κατά το άρ. 209 ΚΠΔ, αν κάποιος καλείται νόμιμα για μαρτυρία, δεν μπορεί να την αρνηθεί, εκτός από τις εξαιρέσεις που ρητά αναγράφονται στον κώδικα. Η αρχή αυτή του υποχρεωτικού της μαρτυρίας κάμπτεται, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις προσώπων που δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Σε αντίθεση με τα ισχύοντα σε άλλα δίκαια (πρβλ. παρ. 53 γερμανικού ΚΠΔ, κατά την οποία τα πρόσωπα που συνεργάζονται επαγγελματικά στην προετοιμασία, παραγωγή ή διάδοση του τύπου, της ραδιοφωνίας και της τηλεοράσεως δικαιούνται να αρνηθούν τη μαρτυρία τους σχετικά με το πρόσωπο του συγγραφέα ή αυτών που βοήθησαν την παραγωγή με υλικό τους ή τις πληροφορίες που έδωσαν (βλ. αναλυτικά Α. Κωνσταντινίδη: "Καθήκον μαρτυρίας και επαγγελματικό απόρρητο στην ποινική δίκη" τεύχος Β` έκδοση 1991 σελ. 47 επ., Θ. Γιαννοπούλου: "Σύγχρονες διαστάσεις της προβληματικής του επαγγελματικού απορρήτου" ΕλλΔ/νη 27 σελ. 929 επ.), στην περιοριστική αναφορά στο άρ. 212 ΚΠΔ των προσώπων που δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο δεν διαλαμβάνονται οι δημοσιογράφοι, ούτε αναφέρονται αυτοί στη "συγγενική" με το άρ. 212 ΚΠΔ διάταξη του άρ. 371 ΠΚ, η οποία προβλέπει ποινική κύρωση για την παραβίαση της επαγγελματικής εχεμύθειας. Έτσι έχει κριθεί ότι δεν υπάρχει απαγόρευση για τους δημοσιογράφους να καταθέσουν ως μάρτυρες όσα περιήλθαν σε γνώση τους από την άσκηση του επαγγέλματός των, αντίθετα οφείλουν να δίδουν την μαρτυρία τους (ΑΠ 980/1987 ΠοινΧρ ΛΖ` 797). Σημειώνεται ότι ήδη με το άρ. 200 του σχεδίου του νέου κώδικα ποινικής δικονομίας προβλέπεται ότι οι δημοσιογράφοι μέλη αναγνωρισμένων επαγγελματικών ενώσεων δεν είναι υποχρεωμένοι να αναφέρουν τα ονόματα των προσώπων από τα οποία έλαβαν εμπιστευτικού χαρακτήρα πληροφορίες κατά την ενάσκηση του επαγγέλματός των, πλην αν κριθεί με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, ότι οι πληροφορίες αυτές είναι απολύτως απαραίτητες για τη διαλεύκανση του δικαζομένου εγκλήματος και η βασιμότητά τους μπορεί να επιβεβαιωθεί μόνο με την αποκάλυψη της ταυτότητας της πηγής.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, τουλάχιστο με τη σημερινή μορφή τους, οι διατάξεις των άρ. 212 ΚΠΔ και 371 ΠΚ δεν παρέχουν νομικό έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί άρνηση μαρτυρίας του δημοσιογράφου ακόμη και ως προς την πηγή των πληροφοριών του. Όμως, το τελευταίο ζήτημα θα πρέπει να κριθεί από την άποψη της ελευθερίας του τύπου, η οποία καθιερώνεται στο πλαίσιο της ελευθερίας του λόγου και της εκφράσεως (που περιλαμβάνει το δικαίωμα λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών).
Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται με την Οικουμενική Διακήρυξη της Γενικής Συνελεύσεως των Ηνωμένων Εθνών του έτους 1948 για τα δικαιώματα του ανθρώπου (άρ. 19), ενώ στο άρ. 10 της "Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" του έτους 1950 ορίζεται ότι "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερία εκφράσεως. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης ως και την ελευθερία λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών...". Η σημαντική αποστολή του τύπου ως μέσου εκφράσεως και διαδόσεως των στοχασμών και των πληροφοριών και ως παράγοντα διαμορφώσεως της κοινής γνώμης επέβαλε τη συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας του. Ήδη με το άρ. 26 του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827 απαγορεύτηκαν τα προληπτικά μέτρα γενικώς (βλ. άρ. 10 Συντάγματος 1844, άρ. 14 Συντάγματος 1864, άρ. 14 Συντάγματος 1911, άρ. 16 Συντάγματος 1927, άρ. 14 Συντάγματος 1952). Κατά τις διατάξεις του άρ. 14 παρ. 1, 2 του ισχύοντος Συντάγματος (1975) "Εκαστος δύναται να εκφράζει και να διαδίδει προφορικώς και διά του τύπου τους στοχασμούς του, τηρών τους νόμους του Κράτους. Ο τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται". Το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών προϋποθέτει την ελευθερία των πηγών τους, η οποία επιτυγχάνεται με τη διασφάλιση του απορρήτου τους. Το δικαίωμα επομένως σιωπής του δημοσιογράφου αναφορικά με την ταυτότητα της πηγής των πληροφοριών του έχει νομικό έρεισμα τις ως άνω Συνταγματικές διατάξεις (βλ. Αθ. Κονταξή: "Τύπος και Δίκαιο" έκδ. 1989 σελ. 345 επ. με παραπομπές, Α. Κωνσταντινίδη ό.π. σελ. 44 και 47 επ., ΠλημΑθ 10541/1976 ΠοινΧρ ΚΣΤ` 667).
Παρεμπιπτόντως πρέπει να σημειωθεί ότι από απόψεως δημοσιογραφικής δεοντολογίας υπάρχει διεθνώς ομοφωνία για το απαράδεκτο της αποκαλύψεως των πηγών των δημοσιογράφων (άρ. 6 του προοιμίου του κώδικα τιμής των δημοσιογράφων που υιοθετήθηκε από τη διεθνή ομοσπονδία δημοσιογράφων στο δεύτερο συνέδριό της στο Μπορντώ το 1954), ενώ και στην Ελλάδα υπάρχει ανάλογη πρόβλεψη στο άρ. 7 παρ. 1 του καταστατικού της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Σ.Η.Ε.Α.).
Υπό τα δεδομένα αυτά ο κατηγορούμενος δημοσιογράφος και διευθυντής της εφημερίδας Ε. αρνούμενος να αποκαλύψει την πηγή των πληροφοριών και στοιχείων της εφημερίδας του άσκησε νόμιμο δικαίωμα και ενήργησε μέσα στα όρια των προμνησθεισών συνταγματικών διατάξεων, σκοπώντας στη διασφάλιση του απορρήτου των πηγών πληροφοριών της εφημερίδας, στοιχείου απαραιτήτου της ελευθερίας λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ληφθεί υπ` όψη ότι η εξέταση του κατηγορουμένου έγινε στο πλαίσιο διοικητικής εξετάσεως (και όχι ποινικής ή άλλης δίκης), της οποίας μάλιστα το πόρισμα ήταν απαλλακτικό. Συνεπώς, κατά το άρ. 20 ΠΚ αποκλείεται ο άδικος χαρακτήρας τη πράξεως που αποδίδεται στον ως άνω κατηγορούμενο (βλ. γνωμοδ. ΕισΑΠ 9/1988 ΕλλΔ/νη 29, 1485 αναφερομένη στους κοινωνικούς λειτουργούς και στην υποχρέωση εχεμυθείας τους). Το ίδιο ισχύει και ως προς την άρνηση του κατηγορουμένου να αποκαλύψει τα στοιχεία του συντάκτη του δημοσιεύματος. Όπως αναφέρθηκε, αντικείμενο της Ε.Δ.Ε. ήταν ο εντοπισμός τυχόν ευθύνης αστυνομικών για τη διαρροή πληροφοριών στον τύπο και συνεπώς η έρευνα των στοιχείων του συντάκτη (κειμένη εκτός του αντικειμένου της Ε.Δ.Ε.) κατέτεινε στην αποκάλυψη της πηγής των πληροφοριών της εφημερίδας. Επομένως ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα "σιωπής" και ως προς το ως άνω θέμα, δεδομένου ότι εμμέσως οδηγούσε στην αποκάλυψη των πηγών της εφημερίδας του.
Κατ` ακολουθία όσων εκτέθηκαν και κατ` εφαρμογή των άρ. 309 παρ. 1α` και 310 παρ. 1 ΚΠΔ δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου. Τέλος τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στο Δημόσιο (άρ. 581 επ. ΚΠΔ). 

2 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

"από το άρ. 14 παρ. 2 του Συντάγματος 1975/86 προκύπτει ότι το δημοσιογραφικό απόρρητο θεμελιώνεται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία του τύπου, γι` αυτό και η διάταξη αυτή του Συντάγματος υπερισχύει στην περίπτωση κατά την οποία ο δημοσιογράφος ευλόγως δεν επιθυμεί να αποκαλύψει τα όσα γνωρίζει και τις πηγές του καθώς το αντίθετο θα σήμαινε περιορισμό της ελευθερίας του τύπου ο οποίος είναι ουσιώδες στοιχείο σε μια δημοκρατική κοινωνία, στην οποία ο δημοσιογράφος ασκεί λειτούργημα ύψιστης κοινωνικοπολιτικής σημασίας και ταυτόχρονα βιοποριστικό επάγγελμα, εντός πλέγματος νόμιμων απαγορεύσεων και επιταγών, με τις οποίες επιβάλλεται, ανάλογα, ως επαγγελματικό καθήκον η τήρηση εχεμύθειας και όσον αφορά στις πηγές του (βλ. και άρ. 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με το ν. 53/74, Α. Κωνσταντινίδη, Το δημοσιογραφικό απόρρητο, ΠοινΧρ ΜΔ` 57 επ., Δαγτόγλου, Τύπος και Σύνταγμα, 1989, σελ. 64, Κ. Μπέη, Το απόρρητο των πηγών του δημοσιογράφου, Η Δικαιοσύνη σε δοκιμασία, 1983, 96, Κ. Μπέη, Το απόρρητο των πηγών του δημοσιογράφου, εφ. Ελευθεροτυπία, 7.1.1982, του ιδίου, Η ελευθερία εκφράσεως των στοχασμών και η ελευθερία του τύπου, ΕΕργΔ 1980, 63, B. Παππά, Η τρομοκρατική βία, ο πραγματογνώμων και ο δικαστής, η δικαία δίκη και το δημοσιογραφικόν απόρρητον, Δ/νη 1978, 169, Α. Καραμούντζου, Η αρμοδιότης επί των αδικημάτων του τύπου και η νομική σημασία της δημοσιογραφικής ιδιότητος, Αρμ. 1963, και από τη νομολογία ΠλημΑρτ 125/1995 Ποιν Χρ ΜΕ` 977, ΠληΑθ 36773/1980, αδημ., cοntra ΑΠ 980/87 ΝοB 1987. 1446, από τη νομολογία του Ευρ. Δικ. Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η απόφαση για το δικαίωμα σιωπής στην υπόθεση Μυrray κατά Ηνωμένου Βασιλείου Ε.Η.R.R. Jul. 1996/29 ΠοινΧρ ΜΗ` 13 και από τα ξένα δίκαια άρ. 38 παρ. 3 του Πορτογαλικού Συντάγματος του 1976 και άρ. 23 του περί τύπου νόμου της Βάδης-Bυτεμβέργης)" (Συμβούλιο Πλημ/ κών Αθηνών 4092/ 1999 ΠοινΧ ΜΘ 1057).
Αυτά τα δυο βουλεύματα πρωτοπόρησαν στην προστασία του δημοσιογραφικού απόρρητου. Σήμερα ο Εισαγγελέας κ. Ζαχαρίας Κοκκινάκης είναι Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Ηρακλείου.
Κατά την αντιθέτως αποφανθείσα Αρείου Πάγου 980/ 1987 (Ι. Γρίβας, Γ. Αντωνόπουλος), "εν πάσει περιπτώσει εις τα πρόσωπα του άρθρου 212 ΚΠοινΔ δεν αναφέρονται οι δημοσιογράφοι". Εκ τούτου δεν υπάρχει απαγόρευση γι' αυτούς να καταθέσουν ως μάρτυρες στα ποινικά δικαστήρια, όσα περιήλθαν σε γνώση των από την άσκηση του επαγγέλματος των, αντίθετα δε οφείλουν να δίδουν την μαρτυρία τους σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 209 ΚΠοινΔ" (ΠοινΧ 1987.797 επ, εδώ 798).

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Στην εμβληματική απόφαση Goodwin κ. Ηνωμένου Βασιλείου (27-3-1996, πργφ. 39), το Δικαστήριο ανέλυσε τους λόγους για την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών: «Η προστασία των δημοσιογραφικών πηγών είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της ελευθερίας του Τύπου (...). Η απουσία αυτής της προστασίας θα μπορούσε να αποθαρρύνει τις πηγές από την παροχή Βοήθειας στον Τύπο για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με τα θέματα γενικού ενδιαφέροντος. Ως εκ τούτου, ο τύπος δεν θα ήταν σε θέση να παίξει τον απαραίτητο ρόλο του «φύλακα» και η ικανότητα του να παρέχει ακριβείς και αξιόπιστες πληροφορίες θα μπορούσε να αποδυναμωθεί (...). Η διαταγή δημοσιοποίησης (...) δεν θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με το άρθρο 10 της Σύμβασης παρά μόνον εάν δικαιολογείται από ένα επιτακτικό υπέρτερο δημόσιο συμφέροντος" (την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ βλ. στο σπουδαίο Έργο με τίτλο Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμηνεία κατ' άρθρο, έκδοση ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 2017, άρθρο 10 πλαγιάριθμος 11, σελ. 480. ερμηνεία από την κ. Τ. Σταυρινάκη).
Μια από τις αιτίες οι οποίες δύνανται να περιορίσουν την ελευθερία της έκφρασης των δημοσιογράφων είναι η απαίτηση αποκάλυψης στοιχείων τα έρευνας τους με σκοπό την πρόληψη εγκλήματος. Έτσι, κρίθηκε ότι η διαταγή κοινοποίησης των αποτελεσμάτων τα έρευνας δημοσιογράφου, ο οποίος είχε διεισδύσει σε κύκλωμα παιδοφιλίας, δεν ήταν αντισυμβατική καθώς ο επιδιωκόμενος σκοπός ήταν η πρόληψη σοβαρών εγκλημάτων σε βάρος ανηλίκων (Nordisk Film & TV A/S κ. Δανίας, 8-12-2005). Ωστόσο, η αντιμετώπιση του εγκλήματος δεν συνεπάγεται αυτομάτου την άρση της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών. Εναπόκειται στις αρχές του κράτους να αποδείξουν ότι μέτρα, όπως οι κατ'οίκον ή στο χώρο εργασίας των δημοσιογράφων έρευνες και οι κατασχέσεις είναι καταλληλότερα από άλλα μέτρα για την υπεράσπιση της τάξης. Το κράτος οφείλει να επικαλείται τους λόγους οι οποίοι συνδέουν την πραγματοποίηση τέτοιων ερευνών με τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά κυρίως οφείλει να αποδεικνύει ότι θα ήταν αδύνατο χωρίς τη λήψη των υπό εξέταση μέτρων να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός.
Η υποχρέωση αυτή καθίσταται επιτακτικότερη στις περιπτώσεις δημοσιοποίησης πληροφοριών που άπτονται σημαντικού ζητήματος δημόσιου ενδιαφέροντος, όπως η τέλεση φορολογικής απάτης από υπουργό (Roemen και Schmitt κ. Λουξεμβούργου, 25-2-2003), η διαρροή πληροφοριών από τις εισαγγελικές αρχές (Ernst κ. Βελγίου, 15-7-2003), η αποκάλυψη ενός συστήματος αξιολόγησης των εκδοτών και των δημοσιογράφων με σκοπό να αποκλείονται όσοι θεωρούνται εχθρικοί έναντι των ενόπλων δυνάμεων (Goermus κ. Τουρκίας, 19-1-2016). Το δικαίωμα απόκρυψης των δημοσιογραφικών πηγών δεν συνιστά απλώς ένα προνόμιο των δημοσιογράφων, αλλά μια πτυχή του δικαιώματος στην πληροφορία (Tillack κ. Βελγίου 27-11-2007) [στο ίδιο έργο, πλαγιάριθμος 12, σελίδες 480-481].

Addthis