Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Συναλλαγματική, ενστάσεις, πλάνη, παραγωγικά αίτια βούλησης.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 1/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Ενοχή από συναλλαγματική. Παρά τον αναιτιώδη νομικό χαρακτήρα της, ο αποδέκτης της - οφειλέτης από συναλλαγματική, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την υποκείμενη (ή βασική) σχέση που τον συνδέει με τον εκδότη, προβάλλοντας την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της συναλλαγματικής, είτε διότι αυτή ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική, είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε, οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική και ο οφειλέτης ελευθερώνεται.
Ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης. Αν και η πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης, ωστόσο, αν τα παραγωγικά αίτια τέθηκαν ως αίρεση ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν έτσι, κατά τη θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, βάση ή προϋπόθεση αυτής, δηλαδή θεμέλιο της δικαιοπραξίας, η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης και δικαιολογεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όπως συμβαίνει όταν τα περιστατικά, που έλαβαν κυρίως υπόψη τα μέρη για τη σύναψη της σύμβασης δεν συνέτρεχαν εξ αρχής ή στη συνέχεια ανατράπηκαν. Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Παραδεκτή επίκληση των λόγων της ανακοπής. Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος. 

Κατά το άρθρο 575 εδ. α’ ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο, κατά δε το εδ. γ’ του ίδιου άρθρου νέα αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο με αίτηση του εισηγητή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδαφ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι είτε ότι ο απολιπόμενος, κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη αυτή παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, 3) ότι για την παράσταση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και μόνο αν αυτή υπάρχει θεωρείται έγκυρη η παράσταση του διαδίκου, καθώς και όλες οι πράξεις που είχαν προηγηθεί, το δε δικαστήριο εξετάζει σε κάθε στάση της δίκης, την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, 4) ότι εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί νόμιμα ρητή πληρεξουσιότητα, θεωρείται ότι παρίσταται νομίμως. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 5-12-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4655/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η εκδίκαση της οποίας αρχικά ορίσθηκε για τις 5-10-2015, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7-12-2015 με σχετική εγγραφή της στο πινάκιο για τη δικάσιμο εκείνη. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά τη νέα προσδιορισθείσα μετά από την αναβολή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα, ούτε κατέθεσε την από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, ενώ παραστάθηκε νομίμως ο αναιρεσίβλητος. Εξάλλου, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι η άνω αναιρεσείουσα, κατά την αρχική δικάσιμο της 5-10- 2015, κατά την οποία δόθηκε η αναβολή, παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δ. Γ., ο οποίος υπογράφει και την αίτηση αναίρεσης. Από το υπ’ αριθμ. .../19-1-2015 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. συζύγου Ν. Α., το γένος Ι. Α., που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα παρείχε μ’ αυτό στον άνω παρασταθέντα δικηγόρο την ειδική εντολή και την πληρεξουσιότητα, όπως αντ’ αυτής και για λογαριασμό της παρασταθεί και εκπροσωπήσει αυτή ενώπιον του Αρείου Πάγου και υποστηρίξει την με αριθ. κατάθ. .../5-12-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 4655/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και γενικά ενεργήσει και ό,τι άλλο είναι απαραίτητο, έστω και αν δεν αναφέρεται ρητά για την εκτέλεση και την περαίωση της εντολής και τέλος αναγνώρισε ως ισχυρές όλες τις πράξεις αυτού τις σχετικές με την παραπάνω εντολή. Συνεπώς, εφόσον η αναιρεσείουσα παραστάθηκε νομίμως δια του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά την προηγούμενη δικάσιμο που δόθηκε η αναβολή, χωρίς εναντίωση προς τούτο, η μεταφορά της υπόθεσης από τον αρμόδιο γραμματέα στο πινάκιο των υποθέσεων της παρούσης δικασίμου, ισχύει και ως προς αυτήν ως κλήτευση και δεν είναι αναγκαία η κλήτευσή της κατά τη δικάσιμο αυτή και επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 3, 9,11,15,17, 21 και 28 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν" προκύπτει ότι η ενοχή από συναλλαγματική είναι μεν αναιτιώδης, αφού η αιτία της έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, όμως ο οφειλέτης από συναλλαγματική, όπως προπάντων είναι ο αποδέκτης της, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την εσωτερική (υποκείμενη ή βασική) σχέση που τον συνδέει με τον εκδότη, προβάλλοντας την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της συναλλαγματικής, είτε διότι αυτή ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική (λχ. εικονική), είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε, οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική και ο οφειλέτης ελευθερώνεται (ΑΠ 903/2006, ΑΠ 896/2006), αφού διαφορετικά η πληρωμή της συναλλαγματικής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του εκδότη της συναλλαγματικής κατά τα άρθρ. 904επ. ΑΚ (ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 544/1998). Λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της συμπεριφοράς του εκδότη συναλλαγματικής προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (σχ ΑΠ 889/2003). Για να θεωρηθεί, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που στο μεταξύ διαμορφώθηκε ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν, ωστόσο, μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 993/2014, ΑΠ 68/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ιδίου κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης του κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή. Μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των τυχόν, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 339/2006). Συνιστά δε συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής, αφού και αυτοί επέχουν γενικώς θέση ιστορικής βάσης (ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 14/2010, ΑΠ 13/2010), κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή και αντικαθίσταται αυτή με άλλη (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1525/2013, ΑΠ 43/2011, ΑΠ 389/2010). Κατά την ίδια έννοια, όταν ο ισχυρισμός καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που αποτελεί το λόγο της ανακοπής, στηρίζεται σε περισσότερα περιστατικά, τα οποία είτε αυτοτελώς είτε συνολικά εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, καθένα από αυτά αποτελεί πράγμα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1029/2006), γι’ αυτό και πρέπει να έχει γίνει παραδεκτή επίκληση τους στο δικαστήριο της ουσίας με την ανακοπή ή κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ τρόπο, ήτοι με τους προσθέτους λόγους αυτής. Μεταγενέστερη επίκληση αυτών, κατά τρόπο διάφορο του προαναφερόμενου, όπως με τις έγγραφες προτάσεις στο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή με το δικόγραφο της έφεσης κατά απόφασης απορριπτικής της ανακοπής, οδηγεί σε ανεπίτρεπτη συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της και οδηγεί σε απαράδεκτο. 
Εξάλλου, ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του προβλεπομένου από τη διάταξη αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται ο ισχυρισμός, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό και να είναι νόμιμος (Ολ ΑΠ 14/2004). 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι μ’ αυτή η ήδη αναιρεσείουσα πρόβαλε ως πρώτο λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης με την ανακοπή υπ’ αριθ. .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι η έκδοση της διαταγής αυτής, που βασίζεται στην από 21-5-2011 συναλλαγματική, έκδοσης του αναιρεσίβλητου αδελφού της, σε διαταγή του, για ποσό 315.000,00€, σε βάρος της, ασκείται καταχρηστικά, αφού αποδέχτηκε τη συναλλαγματική αυτή, χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχει οποιαδήποτε οφειλή της προς αυτόν, αλλά ύστερα από πιεστική απαίτησή του και αφού προηγουμένως την έπεισε, εκμεταλλευόμενος την άγνοιά της ως προς τη λειτουργία της συναλλαγματικής, ότι η αποδοχή της δεν θα είχε δυσμενείς συνέπειες γι’ αυτή και ότι απλώς θα πιστοποιούσε την από μέρους του καταβολή ίσου ποσού σε πιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο της αναλογίας του, για οφειλόμενα σε αυτά δάνεια, που είχαν λάβει οι διάδικοι και οι γονείς τους για τις ανάγκες της ξενοδοχειακής τους επιχείρησης σε κοινό ακίνητο τους στην Κέρκυρα, του οποίου συγκύριοι κατά ψιλή κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ήταν αυτοί και επικαρπώτρια η μητέρα τους. Ο άνω λόγος της ένδικης ανακοπής απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμος, με την πρωτόδικη απόφαση. Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους της από 20-6-2013 έφεσης της κατά της άνω απορριπτικής της ανακοπής της απόφασης, όπως ομοίως από την, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου αυτών προκύπτει, δεν επανέφερε ενώπιον του Εφετείου τον άνω πρώτο λόγο της ανακοπής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, δηλαδή δεν παραπονέθηκε για την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά προέβαλε, ότι η έκδοση υπό του αναιρεσίβλητου της άνω διαταγής σε βάρος της ασκείται καταχρηστικά, διότι αυτή αποδέχθηκε την επίδικη συναλλαγματική, χωρίς να οφείλει το ποσό αυτής, αλλά με την προτροπή του αναιρεσίβλητου, για να μην εμφανίζεται ως αποδέκτρια η έχουσα δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα μητέρα τους, η οποία και έλαβε το ποσό των 300.000,00€ από τον αναιρεσίβλητο, από το έτος 2009 μέχρι του Σεπτεμβρίου 2011 και κατέβαλε αυτό στα πιστωτικά ιδρύματα για τις δανειακές υποχρεώσεις της ξενοδοχειακής επιχείρησης, με τη συμφωνία ότι το ποσό αυτό, καθώς και ποσό 15.000,00€ για τους τόκους του, θα αποδιδόταν στον αναιρεσίβλητο από το τίμημα της πώλησής της, την οποία είχε αναλάβει ο ίδιος. Το Εφετείο απέρριψε τους λόγους αυτούς της έφεσης ως απαράδεκτους, διότι κρίθηκε ότι με αυτούς γίνεται επίκληση περιστατικών για τη θεμελίωση της προβαλλόμενης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που δεν διαλαμβάνονται στην ένδικη ανακοπή και ειδικότερα ότι ο ισχυρισμός για πρώτη φορά στο Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε με την προτροπή του αναιρεσιβλήτου την επίδικη συναλλαγματική για να μην εμφανίζεται ως αποδέκτρια η έχουσα δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα μητέρα τους, η οποία και έλαβε το ποσό από τον αναιρεσίβλητο, αποτελεί απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης του σχετικού με την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος λόγου της ανακοπής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς απέρριψε ως απαράδεκτους τους παραπάνω λόγους έφεσης, αφού με αυτούς επιχειρείται ανεπίτρεπτα να εμφανισθεί ως καταχρηστική η έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής με βάση περιστατικά πρόσθετα των όσων αναφέρονται στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής, τα οποία προβλήθηκαν ανεπίτρεπτα με τους άνω λόγους της έφεσης κατά της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης και όχι με πρόσθετους λόγους ανακοπής. Κατ’ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του και, κατά την αληθή νοηματική του έννοια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ. 1, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο κήρυξε απαράδεκτο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους άνω πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσης κατά το μέρος τους, που παραπονείτο η αναιρεσείουσα για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του πρώτου λόγου της ανακοπής της, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτή με τους άνω λόγους δεν επανέφερε στο Εφετείο το λόγο αυτό της ανακοπής της και σε κάθε περίπτωση, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό της ανακοπής πραγματικά περιστατικά, που έχουν προαναφερθεί, δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο λόγο για έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου σε βάρος της κατά κατάχρηση δικαιώματος. Έτσι το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη το λόγο αυτό της ανακοπής και δεν ιδρύεται ο από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ουσιώδης δε κατά τη διάταξη τον άρθρ. 141 του ίδιου Κώδικα είναι η πλάνη, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πλάνη κατά τη δήλωση της βούλησης, δηλαδή η διάσταση μεταξύ δήλωσης και βούλησης, οφειλόμενη σε εσφαλμένη γνώση ή και άγνοια από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης πραγματικής κατάστασης, η οποία (πλάνη) μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης, παρέχει σ’ αυτόν που πλανήθηκε το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, μόνον όταν είναι ουσιώδης (ΑΠ 9/2013), η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για το αν η πλάνη είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιώδης, αφορά σε έννοια νομική και συνεπώς ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 5/1990). Τέτοια είναι και η πλάνη που αφορά στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας, τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 993/ 2014, ΑΠ 335/ 2012, ΑΠ 1270/ 2011, ΑΠ 463/ 2008, ΑΠ 80/ 2007), εφόσον όμως αυτές ανήκουν στο περιεχόμενο της δήλωσης, δηλαδή πρόκειται για τις έννομες συνέπειες, που επιδιώκεται, να επέλθουν αμέσως σύμφωνα με το νόημα της δήλωσης και όχι γι’ αυτές που επέρχονται ευθέως από το νόμο, ανεξάρτητα από τη βούληση του δηλούντος, συμπληρώνοντας τη δικαιοπρακτική ρύθμιση. Αντίθετα κατά το άρθρο 143 ΑΚ, η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης, νοούνται δε ως παραγωγικά αίτια της βούλησης όσα συμβάλλουν στο σχηματισμό της (ΑΠ 943/2006). Όμως αν τα παραγωγικά αίτια τέθηκαν ως αίρεση ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν έτσι, κατά τη θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, βάση ή προϋπόθεση αυτής, δηλαδή θεμέλιο της δικαιοπραξίας, η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης και δικαιολογεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όπως συμβαίνει όταν τα περιστατικά, που έλαβαν κυρίως υπόψη τα μέρη για τη σύναψη της σύμβασης δεν συνέτρεχαν εξ αρχής ή στη συνέχεια ανατράπηκαν (ΟλΑΠ 5/1990, 35/1998, ΑΠ 993/2014, ΑΠ 1769/ 2009). 
Με την ένδικη ανακοπή της η αναιρεσείουσα πρόβαλε ως δεύτερο λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης με αυτή διαταγής πληρωμής ότι αποδέχθηκε τη συναλλαγματική, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, χωρίς η ίδια να γνωρίζει τις έννομες συνέπειες της αποδοχής της, αφού μάλιστα ο αναιρεσίβλητος, καταχρώμενος της εμπιστοσύνης της, την είχε πείσει ότι η αποδοχή της δεν θα είχε γι’ αυτήν καμία δυσμενή συνέπεια. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον παραπάνω λόγο της ένδικης ανακοπής ως νομικά αβάσιμο, κρίνοντας ότι οι συνέπειες της αποδοχής συναλλαγματικής είναι συνέπειες που επέρχονται απευθείας από το νόμο και επομένως η πλάνη ως προς τις συνέπειες αυτές δεν ασκεί έννομη επιρροή. Η κρίση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου για την πλάνη, είναι δε, αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση πλημμέλεια, κατά την αληθή νοηματική του έννοια, από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο τις με αριθμούς .../8-4-2014 δύο ένορκες βεβαιώσεις των Γ. και Π. Ψ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μολονότι τις βεβαιώσεις αυτές παραδεκτά η αναιρεσείουσα τις επικαλέστηκε και τις προσκόμισε στην κατ’ έφεση δίκη. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού το Εφετείο, δεν ερεύνησε από άποψη ουσίας τους λόγους της έφεσης, ώστε να πρέπει να λάβει υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο και τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, αλλά απέρριψε, κατά τα προεκτεθέντα, τους λόγους της έφεσης ως απαράδεκτους ή ως νομικά αβάσιμους, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει προηγουμένως τους λόγους της ένδικης ανακοπής, επίσης χωρίς να τους ερευνήσει κατ’ ουσίαν, αλλά ως νομικά αβάσιμους. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. .../2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2014 αίτηση της Β. Ψ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4655/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis