Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Υπηρεσιακό απόρρητο, Τύπος, Εισαγγελέας.

Πράξη Αρχειοθέτησης ΕισΠρΑθ της 6.9.2016

Προς: τον κ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών

Αναφορά αρχειοθέτησης δικογραφίας (άρθρο 43 ΚΠΔ)

Περίληψη. Παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου κατ’ εξακολούθηση. Χρήση εγγράφου προελθόντος από παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Μυστικότητα ανακρίσεως. Χορήγηση εγγράφων στον Τύπο. Ποινική ευθύνη Εισαγγελέως και δημοσιογράφου. Εγκύκλιος Εισαγγελέως.
Η δημοσιευθείσα σε περιοδικό εγκύκλιος του Εισαγγελέως δεν συνιστά απόρρητο έγγραφο, αφού έχει το χαρακτήρα του εγγράφου εσωτερικής λειτουργίας τμήματος της Εισαγγελίας και απευθύνεται στο σύνολο των υπηρετούντων σε αυτό Εισαγγελέων. Αναφορά. Χορήγηση αντιγράφου αναφοράς στο δεύτερο αναφερόμενο (δημοσιογράφο) προς χρήση της ενώπιον Δικαστηρίου. Η εν λόγω αναφορά δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου, το δε επίμαχο έγγραφο δεν έφερε το χαρακτήρα της απορρήτου. Τίθεται η δικογραφία στο αρχείο, αφού δεν προέκυψε καμία ένδειξη τελέσεως των πράξεων από τους αναφερόμενους.

Σας υποβάλλω τη συνημμένη προκαταρκτική δικογραφία που σχηματίστηκε μετά την από 31.3.2015 υποβολή ενώπιον της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (η οποία και τη διαβίβασε στην Υπηρεσία μας δυνάμει του υπ αριθ. πρωτ. .../24.4.2015 σχετικού εγγράφου της) αναφοράς του Α.Β., κατοίκου Ν. Ερυθραίας Αττικής, κατά των 1) Ι.Α., Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 2) Κ.Β., κατοίκου Άνοιξης Αττικής, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τα διαδοχικά υπομνήματα που ο αναφέρων προσεκόμισε διαρκούσης της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης. Αφορά δε τις πράξεις της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου κατ εξακολούθηση (με δράστη τον 1ο εξ αυτών) και της χρήσης εγγράφου προελθόντος από παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου κατ εξακολούθηση (με υπαίτιο τον 2ο εξ αυτών, άρθρα 13α΄, 27, 98, 252 παρ. 1β΄, 3 ΠΚ), οι οποίες φέρονται ως τελεσθείσες στην Αθήνα από τον Νοέμβριο του 2014 έως τον Μάιο του 2016.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 252 παρ. 1 ΠΚ (ως ισχ. κατ άρθρο 13 Ν 3849/2010) «Ο υπάλληλος που εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 248, 249, 250 και 251 παραβαίνοντας τα καθήκοντά του, γνωστοποιεί σε άλλον ... β) έγγραφο που είναι εμπιστευμένο ή προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, αν τέλεσε κάποια από τις πράξεις αυτές με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών». Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου «Με τις ποινές των προηγούμενων παραγράφων τιμωρείται και ο τρίτος, ο οποίος χρησιμοποιεί την πληροφορία ή το έγγραφο εν γνώσει της προέλευσής του με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος ή για να βλάψει το κράτος ή άλλον. Δεν αποτελεί άδικη πράξη η χρησιμοποίηση, εντός του αναγκαίου μέτρου, της πληροφορίας ή του εγγράφου, που γίνεται για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της ενημέρωσης της κοινής γνώμης». Ενεργητικό υποκείμενο της πράξης της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου δύναται να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13α΄ και 263Α ΠΚ, δι' αυτής δε προστατεύεται το υπηρεσιακό απόρρητο ως αυτοτελές συμφέρον της Πολιτείας να τηρούνται μυστικές ορισμένες υπηρεσιακές ενέργειες ή έγγραφα. Ως ποινικώς προστατευτέο υπηρεσιακό απόρρητο (που η γνωστοποίησή του τυγχάνει παράνομη) νοείται μόνον εκείνο που λόγω της ειδικής φύσης του πρέπει να τηρηθεί μυστικό, τούτου επιβαλλομένου από ρητό κανόνα δικαίου κάθε είδους, όπως επίσης και εκείνο που η αποκάλυψή του μολονότι δεν απαγορεύεται ρητώς από κάποια ειδική διάταξη, εντούτοις διά του τρόπου που ενεργείται θίγει σοβαρά τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου. Τέτοια διάταξη που εισάγει ουσιαστικά απόρρητο υπηρεσιακών εγγράφων είναι αυτή του άρθρου 241 ΚΠΔ επί της οποίας εδράζεται η αρχή της μυστικότητας της ανακρίσεως στην ποινική διαδικασία και αφορά όλα τα στάδιά της (προκαταρκτική εξέταση, αστυνομική ή τακτική προανάκριση, κυρία ανάκριση), καθώς δι αυτής αποσκοπείται η ευχερέστερη βεβαίωση της τέλεσης των διερευνωμένων εγκλημάτων και η ανακάλυψη - εντοπισμός των δραστών. Συνεπώς εξ αυτής επιβάλλεται η μη δημοσιοποίηση των στοιχείων της ανάκρισης και των πράξεων των οργάνων που την παρήγγειλαν ή/και διενεργούν, όπως επίσης και των συνταχθέντων κατά τη διάρκειά της εγγράφων που αποτελούν υλικό της σχετικής ποινικής δικογραφίας (μηνύσεις, παραγγελίες Εισαγγελέων, αναφορές και εκθέσεις προανακριτικών υπαλλήλων κ.λπ.). Για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω μορφής του αδικήματος απαιτείται η γνωστοποίηση εγγράφου, το οποίο είναι εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν συνεπεία της υπηρεσίας του, με ταυτόχρονο σκοπό προσπορισμού ωφελείας σε αυτόν ή πρόκλησης βλάβης στο κράτος ή σε τρίτον. Το έγγραφο θεωρείται εμπιστευμένο στον δράστη όταν βρίσκεται υπό την παραφυλακή του ως υπαλλήλου λόγω της υπηρεσιακής του ιδιότητος, λογίζεται δε προσιτό σε αυτόν όταν ο υπαίτιος έχει τη δυνατότητα να το λάβει στην κατοχή του, ως εκ της θέσης του, που του επιτρέπει πρόσβαση και γνώση του περιεχομένου του. Η γνωστοποίηση είναι η δημοσιοποίηση - κοινολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου σε μη δικαιούμενο γνώσης του πρόσωπο, μπορεί δε να λάβει χώρα με κάθε πρόσφορο μέσο. Ο αναγκαίος δόλος συνίσταται στη γνώση ότι η γενομένη γνωστοποίηση σε τρίτο πρόσωπο του περιεχομένου του εγγράφου λαμβάνει χώρα κατά παράβαση των καθηκόντων του και συνιστά εκδήλωση θέλησης να γνωστοποιηθεί τούτο με σκοπό ιδίας ωφελείας ή βλάβης άλλου, όχι όμως μόνον του κράτους ή της λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας αλλά και τυχόν τρίτου ιδιώτη. Η δε ωφέλεια ή βλάβη μπορεί να είναι άμεση ή έμμεση, υλική ή ηθική, η δε τελική επέλευσή της είναι αδιάφορη [ενδ. ΑΠ 39/2003 ΠΛογ 2003, 81, ΑΠ 1453/2000 ΠοινΧρ ΝΑ΄, 535, ΑΠ 1311/1994 ΠοινΧρ ΜΔ΄, 1148, ΑΠ 344/1992 Υπερ 1992, 848, ΣυμβΠλημΛαρ 202/2001 Δικογρ 2001, 51, ΠραξΑρχειοθΕισΠρΑθ 4/2012 (Σπ. Παππάς) ΠοινΔικ 2014, 506, Α. Στοΐλα σε «Ερμηνεία Ποινικού Κώδικα» (επιμ. Αρ. Χαραλαμπάκης), 2011, τ. Β΄, σελ. 480-492, Μιχ. Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας, 2009, σελ. 680-682, Αθ. Κονταξής, Ποινικός Κώδικας, 1991, τ. II, σελ. 1696-1701, Νικ. Μπιτζιλέκης, Τα υπηρεσιακά εγκλήματα, 1993, σελ. 246-263, Γ.-Αλ. Μαγκάκης, Η παραβίασις του υπηρεσιακού απορρήτου ως έγκλημα κατά το άρθρο 252 ΠΚ, ΠοινΧρ 1965, 385 επ.].

Προς διερεύνηση της βασιμότητας της υπό κρίση «εγκλήσεως» ενεργήθηκε, μετά την από 23.6.2015 σχετική παραγγελία προκαταρκτική εξέταση, από αυτή δε προέκυψαν τα εξής:

Ο πρώτος των αναφερομένων Ι.Α. τυγχάνει Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, στον οποίον από 30.9.2014 είχε ανατεθεί αρμοδίως η άσκηση και των υπηρεσιακών καθηκόντων του Προϊσταμένου του Τμήματος Εκδόσεων - Δικαστικών Συνδρομών της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών (βλ. από 9.6.2015 υπηρεσιακή βεβαίωση ΕισΕφΑθ). Κατά την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων του επελήφθη υπηρεσιακώς αιτήματος δικαστικής συνδρομής των Κυπριακών Αρχών, οι οποίες διερευνούσαν κακουργηματικής φύσεως αδικήματα τελεσθέντα από ημεδαπούς και Κυπρίους υπηκόους στην Ελλάδα και την Κύπρο προς όφελος του επιχειρηματικού ομίλου με την επωνυμία «...», που επικεφαλής του τυγχάνει ο αναφέρων Α.Β. Προς εξυπηρέτηση του σκοπού της ταχύτερης διερεύνησης της εν λόγω υπόθεσης έλαβε χώρα στην Αθήνα την 4.9.2014 συντονιστική συνάντηση στα πλαίσια της Eurojust των αρμοδίων υπηρεσιακών παραγόντων των δύο χωρών με τη συμμετοχή του I.Α., ο οποίος ακολούθως την 13.11.2014 συνέταξε επί της υπόθεσης 15σέλιδη αναφορά κατ' άρθρο 37 ΚΠΔ, την οποία και απηύθυνε στον Επόπτη Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ν.Π. Ταυτόχρονα δε αυθημερόν την κοινοποίησε στο γραφείο της Εισαγγελέως Εγκλημάτων κατά της Διαφθοράς, η οποία είχε ήδη σχηματίσει την υπό ΑΒΜ ... συναφή με την εν θέματι υπόθεση προκαταρκτική ποινική δικογραφία (βλ. υπ αριθμ. πρωτ. .../13.11.2014 αναφορά και υπ αριθμ. πρωτ. .../13.11.2014 διαβιβαστικό έγγραφο ΕισΕφΑθ). Η συγκεκριμένη αναφορά τέθηκε αυθημερόν στο αρχείο από τον προαναφερθέντα Επόπτη Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και Διαφθοράς εκ της μη ανάγκης διενέργειας περαιτέρω υπηρεσιακών ενεργειών του ενόψει της αποστολής του και στην αρμόδια προς διερεύνηση της βασιμότητάς της Εισαγγελέα Διαφθοράς (βλ. υπ αρ. πρωτ. .../22.7.2015 έγγραφο ΕισΑΠ). Η τελευταία επικληθείσα λόγους δεοντολογίας λόγω του ανώτερου αυτής υπηρεσιακού βαθμού που έφερε ο αναφέρων Εισαγγελέας Εφετών διεβίβασε την αναφορά Α. στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου (βλ. υπ αριθ. πρωτ. .../16.12.2014 έγγραφό της). Την επομένη η επίμαχη αναφορά Α. στην οποία συσχετίσθηκε η ανασυρθείσα εκ του αρχείου όμοια που απευθύνθηκε εξαρχής στον Επόπτη Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και Διαφθοράς διαβιβάσθηκε από την ΕισΑΠ στην ΕισΕφΑθ με την εντολή διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης κατ' άρθρο 35 ΚΠΔ, όπερ και εγένετο (βλ. υπ αριθμ. πρωτ. .../17.12.2014 και .../22.7.2015 έγγραφα ΕισΑΠ). Περαιτέρω, ο αναφέρων Β. διατηρούσε αντιδικία με τον 2ο των αναφερομένων δημοσιογράφο του γραπτού και ηλεκτρονικού Τύπου και εκδότη Β., με βάση δε δύο δικές του εγκλήσεις είχε σε βάρος του τελευταίου ασκηθεί ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση διά του Τύπου και μη, παραπεμφθέντος αυτού να δικαστεί ως υπαίτιος της τέλεσης της ενώπιον του αρμοδίου προς τούτο ΣΤ΄ ΤρΠλημΑθ και στη δικάσιμο της 5.2.2015. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο αναφέρων Β. παρέστη ως πολιτικώς ενάγων, τελικώς δε το εν λόγω Δικαστήριο μετά από διαδοχικές συνεδριάσεις κήρυξε ένοχο τον Β. επιβάλλοντας σε αυτόν ποινές φυλάκισης 18 και 8 μηνών αντίστοιχα, δυνάμει των υπ αριθ. 4443, 5355, 9172, 11020, 13716, 15040/2015 και 4444, 5356, 9173, 13717, 15040/2015 αποφάσεών του. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης είτε ως αναφερθέντα παρά πόδαν του κατηγορητηρίου είτε ως προσκομισθέντα επί της έδρας από τους διαδίκους αναγνώστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία συνολικά 24 έγγραφα, κοινά και για τις 2 συνεκδικαθείσες υποθέσεις, κατά τις δικασίμους της 9.3.2015 και 20.3.2015. Η πλήρης και ακριβής ταυτότητα αυτών προκύπτει από τα κείμενα των ως άνω ποινικών αποφάσεων (βλ. αντίστοιχα σελ. 229 και 225 των ταυτάριθμων πρακτικών τους). Ακολούθως, την 27.4.2015 ο διευθύνων την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών εξέδωσε την υπ αριθ. πρωτ. 25553 εγκύκλιό του προς τους Εισαγγελικούς Λειτουργούς της Υπηρεσίας του που υπηρετούσαν στο Τμήμα Δικαστικής Συνδρομής και Εκδόσεων αυτής, με την οποία και αναφερόταν σε λειτουργικά θέματά του. Σημειωτέον ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν είχε διαβάθμιση εμπιστευτικότητας. Τούτο δε δημοσίευσε ο 2ος αναφερόμενος Β. μετά την πάροδο 7μηνου στο 15ήμερο περιοδικό με τον τίτλο «...» που ο ίδιος εκδίδει και αρθρογραφεί και συγκεκριμένα στο τεύχος 89 που κυκλοφόρησε την 26.11.2015. Τέλος, ο 1ος αναφερόμενος I.Α. υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την υπ αρ. πρωτ. .../15.4.2016 αναφορά του κατ άρθρο 37 ΚΠΔ, στην οποία ανέφερε περιστατικά δυνάμενα κατά την άποψή του να θεμελιώσουν ποινική ευθύνη για υπηρεσιακά εγκλήματα με δράστες κυρίως Εισαγγελικούς Λειτουργούς (βλ. έγγραφό της). Την εν λόγω αναφορά του κοινοποίησε σε πληθώρα φορέων όλων των λειτουργιών του Κράτους οι οποίοι εκ των αρμοδιοτήτων τους σχετίζονταν υπηρεσιακώς με την υπόθεση (Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Υπουργό & Αναπληρωτή Υπουργό Δικαιοσύνης, Επιτροπή Θεσμών - Διαφάνειας της Βουλής των Ελλήνων). Η συγκεκριμένη αναφορά υποβλήθηκε από την Υπηρεσία μας την 28.4.2016 στην Εισαγγελία Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι διενεργείτο από αυτήν ποινική προκαταρκτική εξέταση κατ άρθρο 35 ΚΠΔ σχετικά με τα δι αυτής καταγγελλόμενα, όπου και συσχετίστηκε στην οικεία δικογραφία. Το πλήρες και αυτούσιο κείμενο της εν λόγω αναφοράς δημοσιεύθηκε διαδοχικά στα εξής έντυπα α) την 14.5.2016 στην εβδομαδιαία εφημερίδα «...», β) την 15.5.2016 στην Κυπριακή εφημερίδα «...» και την 20.5.2016 στο περιοδικό «...».

Τούτων αποδειχθέντων ο αναφέρων Β. καταγγέλλει:

α) Τον 1ο αναφερόμενο Εισαγγελέα Εφετών I.Α., ως υπαίτιο της πράξης της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου κατ εξακολούθηση διά: i) της παραχώρησης της προαναφερθείσας από 13.11.2014 απόρρητης αναφοράς του κατ άρθρο 37 ΚΠΔ προς τον Επόπτη Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και την Εισαγγελέα Εγκλημάτων κατά της Διαφθοράς σε μη ρητώς κατονομαζομένους διαδικτυακούς ιστοτόπους, που προχώρησαν στη δι' αναρτήσεως περαιτέρω δημοσιοποίηση του περιεχομένου της στο ευρύ κοινό, ii) της χορήγησης αντιγράφου αυτής στον 2ο αναφερόμενο Β., που φέρεται να την προσκόμισε και επικαλέστηκε προς απόδειξη υπερασπιστικών ισχυρισμών του ενώπιον του ΣΤ΄ ΤρΠλημΑθ κατά τις δικασίμους της 9.3.2015 και 20.3.2015, οπότε και δικαζόταν ως υπαίτιος συκοφαντικής δυσφήμησης διά του Τύπου και μη, κατόπιν εγκλήσεως του εκεί παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Β., iii) της παράδοσης στον ίδιο της υπ αριθ. πρωτ. .../27.4.2015 εγκυκλίου του ΕισΕφΑθ, ο οποίος και τη δημοσίευσε στο περιοδικό «...» που ο ίδιος εκδίδει και αρθρογραφεί και συγκεκριμένα στο τεύχος 89 που κυκλοφόρησε την 26.11.2015 και iv) της παράδοσης σε στελέχη των ημεδαπών εντύπων «...» και «...» και της Κυπριακής εφημερίδας «...» της υπ αριθ. πρωτ. .../15.4.2016 ενώπιόν μας αναφοράς του κατ άρθρο 37 ΚΠΔ, τα οποία και τη δημοσίευσαν στα έντυπα που εκδίδουν και συντάσσουν.

β) Τον 2ο αναφερόμενο Β. ως δράστη του εγκλήματος της χρήσης εγγράφου προελθόντος από παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου κατ εξακολούθηση, διά: i) της προσκομιδής και επικλήσεως της προαναφερθείσας από 13.11.2014 απόρρητης αναφοράς κατ άρθρο 37 ΚΠΔ του 1ου εξ αυτών ενώπιον του ΣΤ΄ ΤρΠλημΑθ κατά τις δικασίμους της 9.3.2015 και 20.3.2015, όπου ήταν κατηγορούμενος, κατά τα προεκτεθέντα, ii) της δημοσίευσης στο περιοδικό «...» που εκδίδει (τεύχος 89/26.11.2015) της υπ αριθ. πρωτ. .../27.4.2015 εγκυκλίου του διευθύνοντος την ΕισΕφΑθ, κατά τα προαναφερθέντα.

Πλην όμως ουδέν στοιχείο βασιμότητας των ως άνω καταγγελλομένων δεν εντοπίστηκε καθόσον:

Α) Για τον αναφερόμενο I.Α.:

α) Ως προς τη φερόμενη μέσω διαδικτύου κοινοποίηση της επίμαχης αναφοράς διότι δεν προέκυψε με κανέναν τρόπο η ηλεκτρονική δημοσίευσή της. Τούτο συνάγεται ανενδοιάστως: 1) από την ανομοιότητα της προσκομισθείσας από τον αναφέροντα φερόμενης ως δημοσιευθείσας αναφοράς με το πρωτότυπο έγγραφο αυτής και συγκεκριμένα 1) το γνήσιο έγγραφο αριθμεί έκταση 15 σελίδων ενώ το φερόμενο ως αναρτηθέν μόλις (7) επτά, 2) από την απουσία επ αυτού κάθε στοιχείου προσδιορισμού της ταυτότητάς του, καθόσον τούτο τυγχάνει ανυπόγραφο, φέρει παρότι ηλεκτρονικώς εκτυπωμένο χειρόγραφη σημείωση χρονολογίας «13 Νοεμβρίου 2014» και ελλείπει από το κείμενό του οποιοδήποτε στοιχείο δηλωτικό της προέλευσής του (π.χ. αριθ. πρωτ., εκδούσα Αρχή κ.λπ.) & 3) από την αποσιώπηση των ιστοσελίδων όπου φέρεται ως αναρτηθείσα, αλλά και τη μη προσκομιδή εκτυπώσεων από την πρωτότυπη μορφή τους, παρά μόνον φωτοτυπημένων αντιγράφων αγνώστου κατασκευής και προελεύσεως. Όλως δε εκ του περισσού πληθώρα Αρχών (Ελληνικών, Κυπριακών) είχε στην κατοχή της την επίμαχη απόρρητη αναφορά, συνακόλουθα ευρύτατη πλειονότητα προσώπων είχε πρόσβαση στο έγγραφό της, οπότε πιθανή διαρροή του (η οποία σε καμία περίπτωση δεν προέκυψε) θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί από οιονδήποτε υπηρεσιακώς εμπλακέντα με την υπόθεση υπάλληλο αυτών.

β) Ως προς τη φερόμενη χορήγηση αντιγράφου της επίμαχης αναφοράς στον 2ο αναφερόμενο Β. προς χρήση της ενώπιον του ΣΤ΄ ΤρΠλημΑθ διότι δεν προέκυψε η προσκομιδή και επίκλησή της ενώπιον του εν λόγω ποινικού Δικαστηρίου. Τούτο συνάγεται αναμφιβόλως από 1) τη μη συμπερίληψη του εγγράφου της μεταξύ της πληθώρας των επακριβώς αναφερομένων ως αναγνωσθέντων στο ακροατήριο αυτού (βλ. σελ. 229 και 225 των ως άνω ποινικών αποφάσεων) και 2) από την απουσία και της παραμικρής αναφοράς επ αυτής στο κείμενο των πολυσέλιδων πρακτικών των συγκεκριμένων δικών.

γ) Ως προς τη φερόμενη χορήγηση στον ίδιο αντιγράφου της υπ αριθ. πρωτ. .../27.4.2015 εγκυκλίου του ΕισΕφΑθ προς δημοσίευσή της στο περιοδικό «...» που εκδίδει (τεύχος 89/26.11.2015) διότι το εν λόγω έγγραφο δεν έφερε τον χαρακτήρα του απορρήτου. Τούτο συνάγεται ευκρινώς από 1) το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της επίμαχης εγκυκλίου ως εγγράφου εσωτερικής - διοικητικής λειτουργίας επιμέρους Τμήματος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, με το οποίο καθοριζόταν η ακριβής διαδικασία άσκησης των καθηκόντων των Εισαγγελέων που το στελέχωναν, 2) από την απεύθυνσή της στο σύνολο των υπηρετούντων σε αυτό Εισαγγελικών Λειτουργών και όχι προσωπικά - ειδικά στον I.Α., 3) από τον μη χαρακτηρισμό του εγγράφου της ως εμπιστευτικού με τη χρήση ειδικού προς τούτο πρωτοκόλλου, 4) από το ότι τούτο δεν αποτελούσε ακόμη τότε μέρος ποινικής δικογραφίας, ως εκ τούτου δεν καλυπτόταν από τη μυστικότητα της ποινικής προδικασίας. Όλως εκ του περισσού η κατοχή του εγγράφου από τους πλείονες αποδέκτες του, ως επίσης και πληθώρα υπηρεσιακώς αναμιχθέντων στην έκδοση και διακίνησή του ατόμων, δεν επιτρέπει τη σύνδεση της όποιας διαρροής του στον Τύπο με κάποιον εξ αυτών προσωπικώς, τούτο δε επιρρωνύεται από τη σοβαρή χρονική απόκλιση (7 μήνες) μεταξύ του χρόνου έκδοσης της εγκυκλίου και δημοσίευσής της από τον 2ο αναφερόμενο.

δ) Ως προς τη φερόμενη χορήγηση στα ημεδαπά έντυπα «...» και «...» και το αντίστοιχο της Κύπρου «...» της υπ αριθ. πρωτ. .../15.4.2016 ενώπιόν μας αναφοράς του κατ άρθρο 37 ΚΠΔ, τα οποία και τη δημοσίευσαν αυτούσια διότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε η παράδοσή της προς τούτο σε πρόσωπα που επιμελούνται της έκδοσης τους από τον ίδιο τον συντάκτη αυτής. Τούτο συνάγεται από: 1) την κατοχή του εγγράφου της από ευρύ αριθμό υπηρεσιακώς εμπλακέντων αποδεκτών της (ιδίως δημοσίων υπαλλήλων Αρχών που ανήκουν στην εκτελεστική εξουσία), ενόψει μάλιστα και της αποστολής της σε πολυπρόσωπο συλλογικό όργανο της νομοθετικής εξουσίας (Επιτροπή Θεσμών - Διαφάνειας της Βουλής των Ελλήνων), 2) τη δημοσίευσή της το πρώτον τότε στα συγκεκριμένα έντυπα εγγράφου που συνέταξε ο I.Α., καθόσον δεν προέκυψε καμία προηγούμενη επαφή του με αυτά, ούτε και μέχρι τότε του προσήψε τέτοια ο ίδιος ο αναφέρων, 3) τη μη κατοχή - δημοσίευσή τους από τον 2ο αναφερόμενο Β., με τον οποίο τον διασυνδέει ως τακτικώς «συνεργαζόμενο» ο αναφέρων και 4) τη χρονική εγγύτητα των επίμαχων δημοσιευμάτων μεταξύ τους.

Β) Για τον αναφερόμενο Κ.Β. διότι: α) δεν προέκυψε η χρήση της επίμαχης αναφοράς ενώπιον του ΣΤ΄ ΤρΠλημΑθ, β) η δημοσιευθείσα από τον ίδιο εγκύκλιος του ΕισΕφΑθ δεν έφερε τον χαρακτήρα απορρήτου εγγράφου, κατά τα αμέσως παραπάνω παρατεθέντα υπό ψηφίο Α)β & Α)γ, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων.

Δυνάμει των ανωτέρω δεν προέκυψε καμία ένδειξη για την τέλεση των συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων (αλλά και οιασδήποτε άλλης) από τους αναφερομένους, δεδομένων: α) της μη διαρροής του περιεχομένου του απορρήτου εγγράφου της από 13.11.2014 απόρρητης αναφοράς του I.Α., β) του χαρακτήρα ως μη απορρήτου του εγγράφου της υπ αριθ. πρωτ. .../27.4.2015 εγκυκλίου του ΕισΕφΑθ και γ) του μη εντοπισμού ουδενός στοιχείου που να συνδέει προσωπικά τον τελευταίο με την παραχώρηση στον Τύπο της υπ αριθ. πρωτ. .../15.4.2016 ενώπιόν μας αναφοράς του, κατ άρθρο 37 ΚΠΔ, προς δημοσίευση αυτής.

Ως εκ τούτου φρονώ ότι δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος τους. Μετά ταύτα Σας αναφέρω ότι έθεσα τη συνημμένη δικογραφία στο αρχείο, κατ άρθρο 43 ΚΠΔ.

Τέλος, Σας αναφέρω ότι προέβην στην αρχειοθέτηση της δικογραφίας κατ άρθρο 43 ΚΠΔ και όχι στην έκδοση διατάξεως κατ άρθρο 47 ΚΠΔ διότι τα καταγγελθέντα συνιστούν εγκλήματα περί την υπηρεσία, ο δε αναφέρων δεν επικαλέστηκε επέλευση ίδιας ζημίας, αλλά ούτε και προέβη σε αντίστοιχη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ως παθών κατά την προδικασία, η οποία ασκείται παραδεκτώς σε περίπτωση επέλευσης βλάβης και σε ιδιώτη (ΑΠ 344/1992, ό.π.).

Για τους ανωτέρω λόγους, παρακαλώ να εγκρίνετε την ενέργειά μου αυτή, άλλως να παραγγείλετε το κατά την κρίση Σας ορθό.

Ο Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, 
Γεώργιος Στ. Νούλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...