Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Ιδιωτική κλινική, μειωμένα νοσήλεια.

Άρειος Πάγος, Β΄ τακτική Ολομέλεια, 6/ 2017.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β’ Σύνθεσης: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αριστείδη Πελεκάνο, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αρτεμισία Παναγιώτου, Σοφία Ντάντου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Ιωάννη Μαγγίνα, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Χοϊμέ - Εισηγητή, Νικήτα Χριστόπουλο, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Γεώργιο Μιχολιά, Παρασκευή Καλαϊτζή, Νικόλαο Τσάκο, Θωμά Γκατζογιάννη, Μαρία Γκανιάτσου, Μαρία Τζανακάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Περίληψη. Εφαρμογή από τις ιδιωτικές κλινικές του μειωμένου τιμολογίου για τους ασθενείς, που είναι ασφαλισμένοι σε ασφαλιστικά ταμεία του δημοσίου ή άλλων ασφαλιστικών φορέων. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η έκτακτη, δηλαδή η αιφνίδια και απρόβλεπτη, εισαγωγή των ασφαλισμένων ασθενών στην ιδιωτική κλινική για νοσηλεία, χωρίς να προσδιορίζεται ο λόγος που προκάλεσε αυτή την εισαγωγή, αν, δηλαδή, αυτή οφείλεται στη μη ανεύρεση θέσης για νοσηλεία σε κρατικό νοσοκομείο ή στο επείγον της περίπτωσης του ασθενούς. Το γεγονός ότι δεν προσδιορίζονται ρητά οι προϋποθέσεις της «έκτακτης εισαγωγής» σημαίνει ότι η εξειδίκευση της έννοιας αυτής πρέπει να γίνεται από το δικαστήριο, με βάση τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης. Η εισαγωγή της ενάγουσας στην κλινική της εναγόμενης δεν υπήρξε αναγκαστική, αλλά ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής της ιδίας και του συζύγου της, συνδεόμενη ευθέως και με την προηγούμενη επιλογή τους να λάβει χώρα ο τοκετός στη συγκεκριμένη κλινική, χωρίς να υφίσταται περίπτωση αδυναμίας μεταφοράς της σε κλίνη δημοσίου νοσοκομείου, η, δε, εισαγωγή των δίδυμων τέκνων των εναγόντων στη μονάδα εντατικής νοσηλείας της εναγόμενης αναγκαίως συνέχεται με την επιλογή των εναγόντων γονέων τους να λάβει χώρα ο τοκετός της πρώτης αυτών στην κλινική της εναγομένης.

Με τη 1264/2015 ομόφωνη απόφαση του Α1’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην τακτική Ολομέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β’ του ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδάφ. γ’ του ν. 1756/1988, όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1995, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης της από 20-2-2014 αίτησης των 1) Ο. συζ. Α. Κ. και 2) Α. Ε. Κ. κλπ. για αναίρεση της 2377/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο αυτό παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ. 234/1980, με το να δεχθεί ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην επίδικη υπόθεση, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι η εισαγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας στην ιδιωτική κλινική της αναιρεσίβλητης συνιστούσε έκτακτο περιστατικό. Ειδικότερα, παραπέμπεται στην παρούσα τακτική Ολομέλεια, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, το θέμα αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, αντικειμενικώς κρινόμενα, συνιστούν την έννοια του έκτακτου περιστατικού, ώστε να είναι έκτακτη και αναγκαία προς αποφυγή βλάβης της υγείας και της ζωής της, αλλά και των νεογνών που κυοφορούσε, η εισαγωγή της στην ιδιωτική κλινική της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός νόμιμα εισάγεται στην παρούσα Ολομέλεια, με την από 26-11-2015 κλήση των αναιρεσειόντων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του π.δ/τος 234 της 13/21-3-1980 "Περί καθορισμού τιμολογίων νοσηλίων των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων και των Ιδιωτικών κλινικών εν γένει", τα τιμολόγια νοσηλίων που καθορίζονται από τις σχετικές διατάξεις (ημερήσια νοσήλια, αμοιβές ιατρικών πράξεων και έξοδα χειρουργείου) για ασφαλισμένους, καθώς και για ασθενείς των οποίων η δαπάνη νοσηλείας βαρύνει το δημόσιο, σε περιπτώσεις εκτάκτου εισαγωγής, εφαρμόζονται υποχρεωτικά από τις ιδιωτικές κλινικές και τα νοσηλευτικά ιδρύματα, ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι σύμβαση μεταξύ αυτών και των ασφαλιστικών φορέων. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση, για την εφαρμογή από τις ιδιωτικές κλινικές του μειωμένου τιμολογίου για τους ασθενείς, που είναι ασφαλισμένοι σε ασφαλιστικά ταμεία του δημοσίου ή άλλων ασφαλιστικών φορέων, είναι η έκτακτη, δηλαδή η αιφνίδια και απρόβλεπτη, εισαγωγή τους στην ιδιωτική κλινική για νοσηλεία, χωρίς να προσδιορίζεται ο λόγος που προκάλεσε αυτή την εισαγωγή, αν, δηλαδή, αυτή οφείλεται στη μη ανεύρεση θέσης για νοσηλεία σε κρατικό νοσοκομείο ή στο επείγον της περίπτωσης του ασθενούς. Το γεγονός ότι δεν προσδιορίζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη οι όροι και οι προϋποθέσεις της "έκτακτης εισαγωγής" έχει προφανώς την έννοια ότι η εξειδίκευση της έννοιας αυτής πρέπει να γίνεται από το δικαστήριο, με βάση τα περιστατικά καθεμιάς περίπτωσης. Σκοπός, πάντως, του νομοθέτη ήταν να προστατεύσει τον ασφαλισμένο σε δημόσιο ταμείο, που κινδυνεύει η ζωή του ή η υγεία του, ο οποίος, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δεν μπορεί να τύχει της απαιτούμενης νοσηλείας σε δημόσιο νοσοκομείο.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης του κρινόμενου ένδικου μέσου (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.2 και 4 του ίδιου νόμου, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την 1η-1-2016), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν 1) παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 2377/2013 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση του λόγου αναίρεσης ζήτημα:
"Στις 15.11.2002 και ώρα 17:00 η πρώτη των εναγόντων, σύζυγος του δευτέρου των εναγόντων, ασφαλισμένη στον ... και διανύουσα την 27η εβδομάδα της κύησής της, εισήλθε στο μαιευτήριο της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας, ..., με έντονους πόνους στην κοιλιακή χώρα μετά από σύσταση ταυ συνεργαζόμενου με την εναγομένη ιατρού της, μαιευτήρα γυναικολόγου Γ. Α., προκειμένου να υποβληθεί σε εξέταση με υπερήχους. Από τις, σχετικές εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι η πρώτη των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων είχε πρόωρες συσπάσεις της μήτρας εξαιτίας τοπικής λοίμωξης, οι οποίες έπρεπε να κατασταλούν, διότι υπήρχε κίνδυνος πρόωρου τοκετού. Παρά τις προσπάθειες για φαρμακευτική αντιμετώπιση της λοίμωξης και καταστολή των συσπάσεων, την επόμενη ημέρα 16.11.2002 έγινε ρήξη του αμνιακού σάκου και η ενάγουσα μεταφέρθηκε στο χειρουργείο, όπου γέννησε με καισαρική τομή δύο άρρενα τέκνα, βάρους 1.130 και 1.000 γραμμαρίων, αντίστοιχα. Στη συνέχεια, τα νεογνά εισήχθησαν αναγκαστικά, λόγω της προωρότητάς τους, στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών της εναγομένης και τοποθετήθηκαν σε θερμοκοιτίδες. Μάλιστα, το μικρότερο από τα ανωτέρω νεογνά κατά τη διάρκεια της νοσηλείας παρουσίασε σοβαρή πεπτική επιπλοκή με κίνδυνο νεκρωτικής εντεροκολίτιδας. Μόλις παρήλθε ο κίνδυνος για τη ζωή και την υγεία των βρεφών, ήτοι στις 24.11.2002, αναζητήθηκε από τους ενάγοντες γονείς τους η μεταφορά και περαιτέρω νοσηλεία τους σε εντατική μονάδα κρατικού νοσοκομείου, η οποία κατέστη τελικά εφικτή στις 17.12.2002 για το πρώτο βρέφος και στις 19.12.2002 για το δεύτερο βρέφος, οπότε μεταφέρθηκαν στις κενές θερμοκοιτίδες που βρέθηκαν στη Β’ Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου .... Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η εισαγωγή της ενάγουσας στη μαιευτική κλινική της εναγομένης έγινε κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης με τον ιατρό της, μαιευτήρα γυναικολόγο Γ. Α., γεγονός, πού συνομολογείται από τους ενάγοντες και συνεπώς εισήχθη κατόπιν ελεύθερης επιλογής της. Το γεγονός δε ότι ο ανωτέρω ιατρός της ενάγουσας συνεργαζόταν με το ιδιωτικό μαιευτήριο της εναγομένης αποδεικνύει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι οι ενάγοντες είχαν προεπιλέξει ότι ο τοκετός της πρώτης εξ αυτών θα ελάμβανε χώρα στο εν λόγω ιδιωτικό μαιευτήριο και από τον εν λόγω ιατρό γεγονός μάλιστα που δεν αμφισβητούν ειδικά οι ενάγοντες. Αλλωστε, η ανωτέρω επιλογή της ενάγουσας να γεννήσει στην κλινική της εναγομένης οπωσδήποτε περιλαμβάνει και την περίπτωση που αυτή θα γεννούσε πρόωρα, αφού, κατά τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, η προωρότητα είναι ένα ενδεχόμενο που υφίσταται σε κάθε κύηση, πολύ δε περισσότερο στην πολύδημη κύηση, όπως εν προκειμένω. Μάλιστα, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μετά την εισαγωγή της στην κλινική της εναγομένης και τη διαπίστωση των πρόωρων συσπάσεων τοκετού αναζήτησε τρόπους για να μεταφερθεί σε δημόσιο νοσοκομείο, ούτε ζήτησε από τους θεράποντες ιατρούς της να εκτιμήσουν εάν μια τέτοια μεταφορά της ήταν επικίνδυνη για την υγεία της και τα κυοφορούμενα τέκνα της. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι παρέμεινε στην αίθουσα τοκετών της κλινικής της εναγομένης, αποδεχόμενη το ενδεχόμενο να λάβει χώρα εκεί πρόωρος τοκετός.
Συνεπώς, η εισαγωγή της ενάγουσας στην κλινική της εναγομένης δεν υπήρξε αναγκαστική, αλλά ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής της ίδιας και του συζύγου της, δευτέρου των εναγόντων, συνδεόμενη ευθέως και με την προηγούμενη επιλογή τους να λάβει χώρα ο τοκετός στη συγκεκριμένη κλινική, ενώ παράλληλα δεν αποδείχθηκε αδυναμία μεταφοράς της σε κλίνη δημοσίου νοσοκομείου. Περαιτέρω, η εισαγωγή των δίδυμων τέκνων των εναγόντων στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας της εναγομένης αναγκαίως συνέχεται με την ανωτέρω επιλογή των εναγόντων γονέων τους να λάβει χώρα ο τοκετός της πρώτης αυτών στην κλινική της εναγομένης. Πράγματι, η εν λόγω επιλογή των εναγόντων έχει ως αναγκαία συνέπεια τη νοσηλεία των πρόωρα γεννηθέντων τέκνων στην ειδική μονάδα θεραπείας της εναγομένης, μη δυνάμενη να θεωρηθεί αυτή ως έκτακτη, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρ. 31 του ανωτέρω ΠΔ, γεγονός που δεν ανατρέπεται από το ότι η κατάσταση της υγείας τους ήταν κρίσιμη και δεν θα ήταν δυνατή η μεταφορά τους σε θερμοκοιτίδα κρατικού νοσοκομείου, διότι η διάταξη του άρθρου 31 του ΠΔ δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε περίπτωση που εξ αρχής έχει επιλεγεί από τον ασφαλισμένο του Δημοσίου η εισαγωγή του στην ιδιωτική κλινική...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 16-3-2010 έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά τον σχετικό τρίτο λόγο της, και εξαφάνισε την πρωτόδικη 71/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου που είχε κρίνει διαφορετικά, κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την ένδικη, από 17-10-2007, αγωγή των αναιρεσειόντων (άρθρ. 904 επ. ΑΚ), την οποία και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την προδιαλαμβανόμενη αιτιολογία ότι δεν συνιστούσε έκτακτο γεγονός η ασθένεια της πρώτης αναιρεσείουσας που να δικαιολογεί την έκτακτη εισαγωγή της στην ιδιωτική κλινική της αναιρεσίβλητης, ούτε, κατ’ επέκταση, την έκτακτη εισαγωγή των τέκνων της, που γεννήθηκαν πρόωρα, στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας (Μ.Ε.Ν.) της ίδιας κλινικής. Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως, την προαναφερόμενη, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του π. δ/τος 234/1980, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι η εισαγωγή της ασθενούς πρώτης αναιρεσείουσας στην ιδιωτική κλινική της αναιρεσίβλητης δεν έγινε εκτάκτως, κατά την έννοια του παραπάνω άρθρου, όπως αυτή αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης, δηλαδή αιφνίδια και απρόβλεπτα, αλλά ύστερα από ελεύθερη επιλογή της και κατόπιν προηγούμενης συνεννόησής της με το γιατρό της, μαιευτήρα γυναικολόγο Γ. Α.. Το μεταγενέστερο περιστατικό της αναγκαστικής εισαγωγής των νεογνών στη Μ.Ε.Ν. και τοποθέτησης τους σε θερμοκοιτίδες, λόγω του ότι γεννήθηκαν πρόωρα, συνέχεται, κατά λογική αναγκαιότητα, με την ελεύθερη επιλογή της πρώτης των αναιρεσειόντων να εισαχθεί στην ιδιωτική κλινική της αναιρεσίβλητης και δεν καθιστά "έκτακτη" την εισαγωγή αυτής στην εν λόγω κλινική, όπως απαιτείται για την εφαρμογή της ευνοϊκής πιο πάνω διάταξης, έστω και αν η επίδικη διαφορά αφορά τα έξοδα νοσηλείας των πρόωρων νεογνών. Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και, γι’ αυτό, είναι αβάσιμος ο σχετικός - μοναδικός λόγος της αναίρεσης που παραπέμφθηκε στην τακτική Ολομέλεια, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ.2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την 1η-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον μοναδικό λόγο της από 20-2-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-2-2014 αίτησης των Ο. συζ. Α. Κ. κ.λπ. για αναίρεση της 2377/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, ο οποίος παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια με τη 1264/2015 ομόφωνη απόφαση του Α1’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, καθώς και την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...