Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Επιταγή ευκολίας, ενεχυρίαση, ενστάσεις.

Τριμελές Εφετείο Λάρισας 236/ 2015.

  Πρόεδρος: Γ. Παπαδημητρίου, Πρόεδρος Εφετών Εισηγήτρια: Ε. Γίτση, Εφέτης.

Περίληψη. Ενοχή από επιταγή. Κατ’εξαίρεση επιτρεπτή η προβολή προσωπικών ενστάσεων από τον εναγόμενο εξ επιταγής κατά του κομιστή και εφόσον ο τελευταίος κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής τελούσε εν γνώσει της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή κατά των προηγούμενων κομιστών και ενήργησε προς βλάβη του οφειλέτη. Ενεχυρική οπισθογράφηση επιταγής. Για την ενεχυρίαση της επιταγής δεν απαιτείται η καταχώρησή της σε πινάκια ή η χαρτοσήμανση των πινακίων ούτε η προσκόμιση ενώπιον του δικαστή που εκδίδει τη διαταγή πληρωμής των εγγράφων που αποδεικνύουν την καταχώρηση των επιταγών σε πινάκια και τη χαρτοσήμανση των πινακίων. Απορρίπτει την έφεση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ΝΔ 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή (ΑΠ 241/2010 ΔΕΕ 2010,1076, ΑΠ 1453/2007 Nomos, ΑΠ 1854/2005 ΕλλΔνη 47,488). Στο δε άρθρο 11 παρ. 1 του Ν 1957/1991 ορίζεται ότι οι επιταγές που προσκομίζονται στις τράπεζες για είσπραξη, ενεχυρίαση ή φύλαξη, καταγράφονται υποχρεωτικά σε πινάκια, στα οποία επιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου δύο και μισό τοις χιλίοις (2,5%0), που υπολογίζεται στη συνολική αξία των επιταγών που καταχωρίζονται σ’ αυτά. Για την ενεχυρίαση των επιταγών, μετά τα ως άνω, δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση η καταχώρηση τους σε πινάκια ή η χαρτοσήμανση των πινακίων, αφού αυτή γίνεται με μόνη την οπισθογράφηση προς την τράπεζα. Δεν απαιτείται, επίσης, η προσκόμιση ενώπιον του εκδίδοντος τη διαταγή πληρωμής Δικαστή των εγγράφων που αποδεικνύουν την καταχώρηση των επιταγών σε πινάκια και τη χαρτοσήμανση των πινακίων, τόσο στην αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής όσο και στην ίδια τη διαταγή πληρωμής (ΕφΛαμ 53/2012 Nomos, ΕφΘεσ 1104/2008 Αρμ 2009,74). [...]

Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν 5960/1933 «περί επιταγής», τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν να ανατάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής, κατά την κτήση της επιταγής, ενήργησε εν γνώσει και προς βλάβη του οφειλέτη. Από τη διάταξη αυτή, που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται ότι κατ` εξαίρεση μόνον επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από το, εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο τελευταίος κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής, που είναι το κρίσιμο χρονικό σημείο (ΑΠ 370/1993 ΕλλΔνη 35,397), αφενός τελούσε εν γνώσει της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή των, πριν απ’ αυτόν, κομιστών του τίτλου, αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβην του οφειλέτη (ΑΠ 662/2010 Nomos). Τέτοια ενέργεια, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, υπάρχει όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με την μεταβίβασή της σ` αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των εν λόγω ενστάσεων και ότι επιτυγχάνεται έτσι η πληρωμή της, η οποία χωρίς την μεταβίβαση αυτή δεν θα επιτυγχανόταν (ΑΠ 1521/2010 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1128/1994 ΕλλΔνη 37,647). Για να πραγματοποιηθεί όμως το περιεχόμενο του στοιχείου αυτού, δεν αρκεί απλή πιθανολόγηση της βλάβης, αλλά πρέπει να υπάρχει συνείδηση βλάβης, δηλαδή γνώση του δυνατού της βλάβης (ΑΠ 8/1994 Nomos), η δε κακή πίστη του κομιστή πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της επιταγής και ουδεμία επίδραση ασκεί η μεταγενέστερη γνώση του (ΕφΠειρ 532/2011 Nomos). Σε περίπτωση δε που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής βάσει της επιταγής, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται ανακοπή πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, αλλά και να αποδεικνύει, τα άνω περιστατικά διότι η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται (ΑΠ 1436/2003 ΕλλΔνη 46,772, ΕφΛαμ 53/2012 Nomos). Σε περίπτωση που ο κομιστής είναι νομικό πρόσωπο, η γνώση και ο σκοπός βλάβης του οφειλέτη κρίνονται κατ’ αρχήν από το πρόσωπο του καταστατικού εκπροσώπου του (άρθρο 70 ΑΚ). Όταν όμως το νομικό πρόσωπο ενήργησε με αντιπρόσωπο, ακόμη δε και με πρόσωπο, το οποίο έχει απλώς φαινομένη πληρεξουσιότητα, διότι μέσω αυτού το νομικό πρόσωπο διεκπεραιώνει τις σχετικές υποθέσεις του στις συναλλαγές, όπως συμβαίνει με τους υπαλλήλους των τραπεζών μέσω των οποίων οι τράπεζες παραλαμβάνουν και προεξοφλούν αξιόγραφα, η γνώση και ο σκοπός βλάβης κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου (άρθρο 214 ΑΚ), που έχει έστω και φαινόμενη πληρεξουσιότητα, αφού θα ήταν αντίθετο στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη η τράπεζα να μπορούσε να επιδιώξει την είσπραξη επιταγής που έλαβε για λογαριασμό της τέτοιο πρόσωπο, αλλά να μην δεσμεύεται από τη συμπεριφορά του προσώπου αυτού κατά την παραλαβή της (ΑΠ 1847/2005 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1847/2005 ΧρΙΔ 6,457, ΕφΑθ 1611/2008 Nomos). Ένσταση, η οποία, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Ν 5960/1933, μπορεί να προβληθεί κατά τρίτου κομιστή της επιταγής είναι και ο ισχυρισμός ότι η επιταγή είναι ευκολίας. Το περιεχόμενο της ένστασης αυτής είναι ότι ουδεμία έννομη σχέση υπήρξε μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής, που να δικαιολογεί την έκδοσή της, ενώ κατά την πρόθεση αμφοτέρων η έκδοση της επιταγής δεν πρόκειται να δημιουργήσει πράγματι νομικό δεσμό μεταξύ των προσώπων αυτών, διότι ο σκοπός στον οποίο απέβλεψαν ήταν η απόκτηση (από τον λήπτη) δυνατότητος πίστωσης έναντι τρίτων προσώπων. Υπό την έννοια αυτή υπάρχει έκδοση επιταγής ευκολίας (δηλαδή επιταγής χωρίς την ύπαρξη ορισμένης έννομης σχέσης ή οικονομικού αντισταθμίσματος), όταν εκδίδεται απλώς και μόνον για την εξυπηρέτηση του λήπτη της επιταγής (ή και άλλου περαιτέρω κατόχου αυτής, λ.χ. του πρώτου κομιστή), ούτως ώστε να φανεί αυτός ως φερέγγυος για να δανειστεί το ποσό της επιταγής από τρίτον (ΕφΘρ 115/2013, ΕφΛαρ 194/2009 Nomos).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες με τον μοναδικό λόγο ανακοπή τους ισχυρίζονται ότι ακύρως εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθ’ όσον η υποκείμενη αιτία έκδοσης των επιδίκων επιταγών, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ήταν ανύπαρκτη και δεν αντιστοιχούσε σε οποιαδήποτε πραγματική συναλλαγή μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και του πρώτου κομιστή των επιταγών, ο οποίος τις ενεχυρίασε στην καθής η ανακοπή τραπεζική εταιρία, ότι αυτές δηλ εκδόθηκαν χάριν ευκολίας και με αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση πίστωσης έναντι τρίτων προσώπων, γεγονός το οποίο γνώριζε η καθής κατά την κτήση τους, ή σε κάθε περίπτωση από βαρύ πταίσμα (βαριά αμέλεια) των αρμοδίων υπαλλήλων της (οργάνων της) αγνοούσε, πλην, όμως παρά ταύτα ενήργησε με σκοπό τη βλάβη τους.

Επομένως, μη αποδειχθείσης, αφενός της θετικής γνώσης της καθής η ανακοπή περί της αιτίας έκδοσης των ενδίκων επιταγών, αφετέρου της πρόθεσης βλάβης του ανακόπτοντος, ο μοναδικός λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της προπαρατεθεί σης διάταξης και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, ο δε σχετικός λόγος της έφεσης, τον οποίο οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...