Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Αναφορά σε Αρχή. Έννοια και περιεχόμενο της αναφοράς.

Άρειος Πάγος Ολομέλεια 1241/ 1984.
Από το βιβλίο του καθηγητή κ. Λάμπρου Μαργαρίτη, "Ολομέλεια Αρείου Πάγου 1950-2002", έκδοση 2003, σελίδες 535-543].

Περίληψη. Έννοια αναφοράς κατά το άρθρο 10 το Συντάγματος -. Δεν αποτελεί αναφορά έγγραφο που περιέχει αιτιάσεις και ονειδισμούς κατά δικαστικών αποφάσεων ή βουλευμάτων, ως και αίτημα περί επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων εναντίον αυτών που συνέπραξαν στην έκδοση δικαστικών λειτουργών. Δεν έχουν εφαρμογή οι περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως διατάξεις πριν αποφανθεί ή αρχή, το δε δικαστήριο που κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη υποπίπτει στην αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Αναιρείται ή προσβαλλόμενη απόφαση, ή οποία κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη σχετικά με την περιύβριση αρχής, για υπέρβαση εξουσίας, διότι τα υποβληθέντα από τον κατηγορούμενο έγγραφα δεν αποτελούσαν αναφορές, εφόσον δεν περιείχαν αμέσως ή εμμέσως αίτημα περί επανορθώσεως ή αποτροπής ηθικής ή υλικής βλάβης.

..... Κατά την παράγραφο 1 και 2 του άρθρου 10 του από 11 Ιουνίου 1975 ισχύοντος Συντάγματος, καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον, που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο. Μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής απόφασης της αρχής στην οποία απευθύνεται η αναφορά, και με την άδειά της, επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ' αυτή. Έξάλλου, κατά τη παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 796/1971, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 10 παρ. 2 τής από 7.8.1974 Συντακτικής Πράξεως, του άρθρου 7 του Δ' ψηφίσματος τής 18.1.1975 τής Ε' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και στη συνέχεια, του άρθρου 112 παρ. 1 του Συντάγματος του 1975, αναφορά, κατά την έννοια του όμοία διατύπωση προς το άρθρον 10 του ως άνω ισχύοντος Συντάγματος έχοντος άρθρου 20 του Συντάγματος του 1968, θεωρείται έγγραφο διαλαμβάνον αιτιάσεις κατά ενεργείας ή παραλείψεως αρχής τίνος ή οργάνου αυτής, πλην αυτών που αφορούν κυβερνητικές πράξεις, και περιέχει αμέσως ή εμμέσως αίτηση περί επανορθώσεως ή αποτροπής ηθικής ή υλικής βλάβης, ενώ, κατά τη παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, δεν θεωρείται οπωσδήποτε αναφορά, α) αίτηση περί παροχής απλών πληροφοριών, β) ένδικο μέσο ή διαδικαστική πράξη ενώπιον παντός δικαστηρίου και γ) ενδικοφανής προσφυγή προβλεπομένη από τον νόμο. Τέλος, κατά τη παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ανωτέρω Ν.Δ. 796/1971, η αναφορά απευθύνεται προς την αρμόδια αρχήν ή την προϊσταμένη αυτής ή την εποπτεύουσα αυτή, δύναται δε να υποβάλλεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι, τότε μόνον ορισμένο έγγραφο έχει, εν τη έννοια αυτών, τον χαρακτήρα τής αναφοράς, ώστε ή ποινική δίωξη αυτού που την υπέβαλε να υπόκειται στις, στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 του ισχύοντος Συντάγματος, προϋποθέσεις, όταν, διαλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενεργείας ή παραλείψεως αρχής τίνος ή οργάνου και περιέχει συγχρόνως, αμέσως ή εμμέσως, αίτημα περί επανορθώσεως ή αποτροπής είτε ηθικής είτε υλικής βλάβης, που μπορεί να γίνει από την αρχή προς την οποία απευθύνεται που ασκεί διοικητική εξουσία και είναι αρμόδια και υπόχρεη κατά νόμο προς ανόρθωση ή αποτροπή των εκ τής γενομένης ενεργείας ή παραλείψεως επιζήμιων συνεπειών. Εξ όλων αυτών έπεται ότι δεν αποτελεί αναφορά, που εμπίπτει στα, ως άνω στο άρθρο 10 του Συντάγματος και 2 § 1 του Ν.Δ. 796/1971, οριζόμενα, έγγραφο που περιέχει αιτιάσεις και ονειδισμούς κατά δικαστικών αποφάσεων ή βουλευμάτων, ως και αίτημα περί επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων κατά αυτών που συνέπραξαν στην έκδοση δικαστικών λειτουργών για τις, κατά την αντίληψη του υποβαλόντος το έγγραφο, τελεσθείσες παρ' εκείνων παραβάσεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους και την εκτίμηση των αποδεικτικών και λοιπών στοιχείων. Συνεπώς, δεν έχουν στην περίπτωση αυτή εφαρμογή οι περί απαραδέκτου τής ποινικής διώξεως διατάξεις των άρθρων 41, 55 και 370 έδ. γ' του ΚΠΔ, για έλλειψη των ως άνω Συνταγματικών προϋποθέσεων, το δε δικαστήριο που κηρύσσει, παρά ταύτα, απαράδεκτη την δίωξη του κατηγορουμένου υποπίπτει στην αρνητική υπέρβαση εξουσίας, κατά το άρθρον 510 παρ. 1 έδ. Θ' περ. στ' του ΚΠΔ(Ολομ. ΑΠ 1241/1984 Ποιν.Χρον. ΛΕ.303).

Η αγόρευση του ΕισΑΠ κ. Κωνσταντίνου Φαφούτη.

Ι. Υπό το κράτος του αρθρ. 9 του Συντάγματος του 1911 (1864), όπερ ώριζεν ότι «έκαστος ή και πολλοί ομού έχουσι το δικαίωμα, τηρούντες τους νόμους του Κράτους, ν' αναφέρωνται εγγράφως προς τας αρχάς, υποχρεούμενος εις ταχείαν ενέργειαν και έγγραφον απάντησιν προς τον αναφέρομε -νον κατά τας διατάξεις του νόμου, μόνον δε μετά την τελικήν απόφασιν της προς ην η αναφορά αρχής και τη αδεία ταύτης επιτρέπεται η ζήτηση ευθυνών παρά του υποβάλοντος την αναφοράν διά παραβάσεις εν αυτή υπάρχουσας», εδημοσιεύθη ο Ν. 149/1914, «περί της εις απάντησιν υποχρεώσεως των δημοσίων αρχών επί των υποβαλλομένων αυταίς αναφορών». Ο νόμος ούτος είναι αυτός όστις προσδιώρισεν εν αρθρ. 1 αυτού την έννοιαν της κατά την προπαρατεθείσαν συνταγματικήν διάταξιν αναφοράς (βλ. Σβώλον-Βλάχον: το Σύνταγμα της Ελλάδος τόμ. β' σελ. 168 σημ. 50 εν τέλει και σελ. 178 αρ. 33) και ώρισεν ότι: «αναφοραί υπαγόμεναι εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου εισίν αι διαλαμβάνουσαι αιτιάσεις κατά της ενεργείας ή παραλείψεως αρχής τίνος μη αποτελούσαι δε ειδικόν εκ του νόμου ένδικον μέσον κατά της προσβαλλομένης πράξεως και απευθυνόμεναι προς την κατά νόμον αρμόδιαν αρχήν, εις ης την αρμοδότητα υπάγεται το αντικείμενον της αναφοράς αμέσως ή εμμέσως, ως καλούμενης κατά νόμον εις ενέργειαν ή της προϊσταμένης του αρμοδίου υπαλλήλου. Εξαιρούται ιδίως πάσαι αι προς δικαστικάς αρχάς αιτήσεις, αι φέρουσαι τον χαρακτήρα διαδικαστικών πράξεων της αστικής ή ποινικής δικαιοσύνης».
ΙΙ. Εν όψει του γεγονότος ότι το κατά τ' άνω δικαίωμα του αναφέρεσθαι περιλαμβάνεται μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων, η δ' έννοια της κατά την συνταγματικήν ως άνω διάταξιν αναφοράς, προσδιωρίσθη διά της προπαρατεθείσης διατάξεως του αρθρ. 1 του Ν. 139/1914 λίαν ευρέως, υπεστερίχθησαν υπό την ισχύν του νόμου τούτου παρά τινων απόψεις ακραίαι. Ούτως υπεστηρίχθη ότι αναφορά, υπό την άνω έννοιαν, θεωρείται και εκείνη, ήτις υποβάλλεται εν σχέσει με κυβερνητικάς πράξεις ή κυβερνητικάς αποφάσεις (Σβώλος-Βλάχος ένθ. αν. σελ. 167) ή ακόμη ότι δύναται να θεωρηθή ως τοιαύτη και εκείνη κατά τελεσιδίκου και αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως (Σβώλος-Βλάχος ενθ. αν. σελ. 169 αρ. 21) υπό την προϋπόθεσιν όμως ότι αύτη αναφέρεται εις την έλλειψιν νομιμότητας της πράξεως και υπάρχει δικαιοδοσία προς ανάκλησιν ή τροποποίησιν της εκδοθείσης πράξεως (Κυριακόπουλος: Διοικητικόν Δίκαιον τομ. β' σελ. 444 και 448 σημ. 21). Αι ακραίαι αυταί θέσεις δεν έτυχον γενικής επιδοκιμασίας.-Ούτω μετά κατηγορηματικότητος υπεστηρίχθη, ότι αναφορά κατά το άρθρον 9 του Συντάγματος του 1911 είναι μόνον η κατ' έννοιαν γνωστή ως αίτησις θεραπείας, ήτις υποβάλλεται εις τας οικείας διοικητικάς αρχάς υπό μορφήν είτε απλής προσφυγής είτε ιεραρχικής τοιαύτης, ουδέποτε όμως και η προς δικαστικήν αρχήν απευθυνόμενη τοιαύτη (βλ. Θ. Τσάτσον: Η αίτησις θεραπείας κλπ. παρ. 5 σελ. 29· πρβλ. επίσης τους εις Σβώλον-Βλάχον ενθ. ανωτ. σελ. 169 εν σημ. 53 αναφερομένους συγγραφείς).
Εν πάση περιπτώσει, υπό την ισχύν του νόμου 149/1914 εκράτησεν η άποψις, εν όψει, ως ελέχθη, της γενικής και εν πολλοίς αορίστου διατυπώσεως του αρθρ. 1 αυτού, ότι αναφορά εμπίπτουσα εις τας διατάξεις του νόμου τούτου, εντεύθεν δε θέτουσα εις ενέργειαν την τε διάταξιν του αρθρ. 9 του Συντάγματος αλλά και τας λοιπός διατάξεις του Ν. 149/1914, είναι εκείνη ήτις διαλαμβάνει αιτιάσεις ή παράπονα κατά ενεργείας ή παραλείψεως οιουδήποτε δημοσίου οργάνου, παραβλαπτούσης τα δικαιώματα ή τα νόμιμα συμφέροντα του υποβαλόντος αυτήν ή μόνον το καθόλου γενικώτερον ή ειδικώτερον συμφέρον της Πολιτείας, της οποίας ο αναφερόμενος είναι πολίτης, και απευθύνεται είτε εις την κατά νόμον αρμοδίαν αρχήν εις την αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται αμέσως ή εμμέσως το αντικείμενον της αναφοράς, ως καλούμενης κατά νόμον εις ενέργειαν είτε προς την προϊσταμένην του δημοσίου οργάνου αρχήν (Μπουρ. Ερ Κ ΠοινΔ τόμ. α σελ. 86, Ζησιάδης Εγχ. Ποιν. Δικ. παρ. 217 σελ. 265, ΑΠ 14/1932 Θ. ΜΓ 181, ΑΠ 313/1953 Θ ΞΑ 1159, ΠοινΧρ σ. 501, ΑΠ 344/1961 Ποιν.Χρον.1961 σελ. 25, Εφ. Αιγ. 105/1956 Ποιν,Χρον. τομ. στ' σ. 513, Γν. Εις. ΑΠ 6/1954 Ποιν.Χρ. Δ σ. 203 με μόνας αξιομνημόνευτους εξαιρέσεις τας Σ.Ε. 464/1954 και ΑΠ 302/1966 (2α σκέψις) αίτινες ορθώς έκτοτε εθεώρησαν ως αναφοράν την αναφοράν την απευθυνομένην εις την αρμοδίαν αρχήν, την έχουσαν την υποχρέωσιν εις επανόρθωσιν της εν τη αναφορά βλάβης του αναφερόντος).
III. Η ως άνω διάταξις του αρθρ. 9 του Συντάγματος του 1911, επανελήφθη τόσον εις το Σύνταγμα του 1952 υπό τον αυτόν αριθμόν (9) και με την ερμηνευτικήν δήλωσιν ότι «αναφορά νοείται η προσφυγή προς αρμοδίαν αρχήν», όσον και εις το αρθρ. 20 του Συντάγματος του 1968. Υπό την ισχύν δε της τελευταίας ταύτης διατάξεως εδημοσιεύθη τό Ν.Δ. 796/1971, όπερ καταργήσαν διά του αρθρ. 8 αυτού του Ν. 149/1914, συννόμως, (βλ. Σβώλον-Βλάχον ενθ. αν. σελ. 168 σημ. 50 εν τέλει) προσδιώρισε την κατά το αρθρ. 20 του Συντάγματος έννοιαν της αναφοράς, κατά τρόπον ουχί γενικόν και αόριστον, ως προσδιώριζε ταύτην το αρθρ. 1 του Ν. 149/1914, αλλά κατά τρόπον σαφή και ωρισμένον. Ούτω αφού εν άρθρω 1 του Νομοθετικού τούτου διατάγματος ωρίσθη ότι του δικαιώματος του αναφέρεσθαι προς τας αρχάς απολαύουν, ανεξαρτήτως ιθαγενείας, πάντα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, εν άρθρω 2 αυτού ώρισεν ότι ξαναφορά θεωρείται έγγραφον διαλαμβάνον αιτιάσεις κατά ενεργείας ή παραλείψεως αρχής τινος ή οργάνου αυτής, πλην των αφορωσών εις κυβερνητικάς πράξεις και περιέχον αμέσως ή εμμέσως αίτησιν περί επανορθώσεως ή αποτροπής ηθικής ή υλικής βλάβης και ότι δεν θεωρείται οπωσδήποτε αναφορά: (α) αίτησις περί παροχής απλών πληροφοριών, ένδικον μέσον ή διαδικαστική πράξις ενώπιον παντός δικαστηρίου και (β) ενδικοφανής προσφυγή προβλεπομένη υπό του νόμου. Εν άρθρω δε 3 αυτού ωρίσθη ότι η αναφορά δέον ν' απευθύνεται προς την αρμοδίαν αρχήν ή την προϊσταμένην αυτής ή την νόμω εποπτεύουσαν.
IV. Το επακολουθήσαν σύνταγμα του 1975 εν άρθρω 10 αυτού δεν μετέβαλε κατ' έννοιαν την διάταξιν του Συντάγματος του 1968 (ήτις άλλωστε, ως διελήφθη, ήτο ομοία με τας επί του αντικειμένου τούτου διατάξεις των συνταγμάτων του 1911 και του 1952). Εξ άλλου διά του άρθρου 7 του Ψηφίσματος του 1974 και 112 του Συντάγματος του 1975 διετηρήθη εν ισχύϊ το Ν.Δ. 796/1971, όπερ ούτω (μη καταργηθέν ή τροποποιηθέν εν τω μεταξύ) εξακολουθεί και σήμερον να ισχύη.
Συνεπώς υπό το κράτος του αρθρ. 10 του Συντάγματος, αναφορά κατά την δοθείσαν διά του αρθρ. 2 του Ν.Δ. 796/1971 έννοιαν είναι εκείνη, ήτις πέραν των αιτιάσεων κατά παραλείψεως αρχής τίνος ή οργάνου αυτής πρέπει να περιέχει αίτησιν περί επανορθώσεως ή αποτροπής ηθικής ή υλικής βλάβης και να απευθύνεται επί τούτω τω τέλει κατ' αρθρ. 3 του αυτού Ν.Δ/τος εις την αρχήν την έχουσαν αρμοδιότητα όπως επανόρθωση ή αποτρέψη την φερομένην ως επελθούσαν εις τον αναφερόντα υλικήν ή ηθικήν βλάβην. Τοιαύται δε περιπτώσεις, ως εικός, μόνον επί διοικητικών πράξεων και ουχί επί δικαστικών αποφάσεων (ή βουλευμάτων) είναι δυνατόν, ως εκ της φύσεώς των να εύρουν εφαρμογήν.
V. Δεν είναι περίεργον ότι το Ν.Δ. 796/1971 ου μόνον δεν ενεστερνίσθη τα εν κεφ. II παλαιάς ακραίας θεωρητικάς αντιλήψεις, αλλά περιώρισε την προσωρινήν συνταγματικήν προστασίαν επί αναφορών αφορωσών μόνον εις διοικητικάς πράξεις και δη ουχί επί πάσης αναφοράς κατά διοικητικής πράξεως, αλλά περιοριστικώς εκείνης ήτις περιέχει αίτημα περί επανορθώσεως ή αποτροπής υλικής ή ηθικής βλάβης. Ο τοιούτος περιορισμός αποτελεί συνέπειαν της εξελίξεως των θεσμών. Από του έτους 1918 ο Ν. Ν. Σαρίπολος επισήμαινεν εν σχέσει με το άνω άρθρον του Συντάγματος ότι «το δικαίωμα του αναφέρεσθαι άλλοτε είχε μεγίστην σημασίαν, εν Ευρώπη, καθ' ην εποχήν αι βουλαί δεν είχον το δικαίωμα της πρωτοβουλίας, ο τύπος δεν ήτο ελεύθερος και η δικαστική προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών δεν ήτο πλήρης. Αλλά σήμερον, ότε η πρωτοβουλία των βουλών και η ελευθερία του τύπου είναι πλήρεις, διότι ιδίως ανεπτύχθη το δικαίωμα της προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας (περί ου έκτοτε προέβλεπεν εν αρθρ. 82 το Σύνταγμα του 1911 και ο Ν. 290/1914) προς ακύρωσιν διά παράβασιν νόμων των πράξεων των διοικητικών άρχων, το δικαίωμα του αναφέρεσθαι, απέβαλε μέγα μέρος της σημασίας αυτού (Ν.Ν. Σαρίπολος τομ. γ' παρ. 51 σελ. 196). Το ίδιον επαναλαμβάνει και ο Σγουρίτσας (Συνταγματικόν Δίκαιον τόμ. β' τεύχος α' σελ. 157), χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνη ότι το δικαίωμα του αναφέρεσθαι απώλεσε πλέον την σημασίαν του.
VI. Εν συμπεράσματι, σήμερον μετά το Ν.Δ. 796/1971 γίνεται πλέον γενικώς δεκτόν ότι, αναφορά απολαμβάνουσα της ειδικής συνταγματικής μεταχειρίσεως είναι μόνον η προς διοικητικάς αρχάς υποβαλλομένη και έχουσα ειδικώς ως αντικείμενον αμέσως ή εμμέσως αίτησιν επανορθώσεως ή αποτροπής υλικής ή ηθικής βλάβης (αναγνωρισθείσης ούτω νομοθετικώς της ορθότητας της υπό του Θ. Τσάτσου υποστηριχθείσης και υπό του Ν. 149/1914 απόψεως). Κατά την κρατήσασαν δε αυτήν υπό το κράτος του ισχύοντος Ν.Δ. 796/1971 αντίληψιν η αναφορά πρέπει συγκεκριμένως, να είναι: 1) έγγραφος, 2) να περιλαμβάνη αιτιάσεις, δηλαδή παράπονα εναντίον διοικητικών πράξεων και 3) να περιέχη αμέσως ή εμμέσως αίτημα περί επανορθώσεως ή αποτροπής ηθικής ή υλικής βλάβης. Αν δεν συντρέχουν αι ανωτέρω προϋποθέσεις ή τις εξ αυτών δεν υπάρχει αναφορά και επομένως δεν χρειάζεται διά την αναζήτησιν ευθυνών παρά του υποβαλόντος αυτήν, προηγουμένη ητολογημένη προς αυτόν απάντησις ή άδεια της αρχής (βλ. Αργ. Καρρά, Μαθήματα Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, τόμ. α σελ. 169, Επ. Σπηλιωτοπούλου, Εγχειρίδιον Διοικητικό Δικαίου β' έκδ. 1982, Π. Δαγτόγλου Γενικό Διοικητικό Δίκαιο τόμ. α σελ. 222, ΑΠ 327/1973 ΠοινΧρον ΚΤ, 544, ΑΠ 60/1974 ΠοινΧρον ΚΔ 362, ΑΠ 841/1977 ΠοινΧρον ΚΗ, 133). Οπωσδήποτε δε, δεν δύνανται κατά ρητήν διάταξιν της παρ. 2 του αρθρ. 2 του Ν.Δ. 796/1971 να θεωρηθούν ως αναφοραί αι αιτήσεις προς παροχήν πληροφοριών, τα ένδικα μέσα και διαδικαστικαί πράξεις ενώπιον παντός δικαστηρίου ως και αι ενδικοφανείς προσφυγαί.
VII. Θα ηδύνατο ίσως να γίνη ακόμη δεκτόν και το υπό του Σγουρίτσα υπό το πρότερον νομικόν καθεστώς υποστηριζόμενον ότι ως αναφοραί υπό την συνταγματικήν έννοιαν, δύνανται να θεωρηθούν και αι προς τας δικαστικός αρχάς απευθυνόμεναι, μόνον όμως, εφ' όσον αύται ασκούν διοίκησιν (Σγουρίτσας ενθ. αν. σ. 155) και εάν ως εικός, αι τοιαύται αναφοραί έχουν συμφώνως προς το Ν.Δ. 796/1971 αίτημα επανορθώσεως ή αποτροπής υλικής και ηθικής βλάβης, και είναι νόμω επιτρεπταί αύται ως επί παραδείγματι όταν πρόκειται περί πράξεων δικαστικών αρχών, διοικητικής υφής, οίαι αι αναφοραί των δικ. λειτουργών και υπαλλήλων, αι στηριζόμεναι εις το αρθρ. 7 και 10 παρ. 1 και 2 Ν.Δ. 385/1974 «περί επιθεωρήσεως των δικαστηρίων», το αρθρ. 2 παρ. 3 και επ. Ν. 3695/1957, το αρθρ. 29 Ν. 294/1976 κ.λ.π. [Αλλ' αναφορά απευθυνόμενη εις τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και έχουσα ως αίτημα την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων κατά δικαστικών λειτουργών διά τας κατά την αντίληψιν του αναφερόντος τελεσθείσας παρ' εκείνων παραβάσεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκησιν των δικαστικών καθηκόντων των και δη εν τη εκτιμήσει του αποδεικτικού υλικού κατά την παρ' αυτών έκδοσιν των εν τη αναφορά του μνημονευομένων βουλευμάτων, δεν δύναται ποτέ να θεωρηθή ότι εμπίπτει εις τας διατάξεις του αρθρ. 10 του Συν/τος και του Ν.Δ. 796/1971. Διότι η τοιαύτη αναφορά δεν έχει αίτημα επανορθώσεως διοικητικής τινός πράξεως των καθ' ων αύτη, αφού πρόκειται περί δικαστικών αποφάσεων (βουλευμάτων) υποκειμένων κατά νόμον εις ένδικα μέσα, ούτε περί αποτροπής υλικής ή ηθικής βλάβης του αναφερόντος, ούτε εξ άλλου η επανόρθωσις ή η αποτροπή της υλικής ή ηθικής βλάβης υπάγεται καθ' οιονδήποτε τρόπον εις την δικαιοδοσίαν ή αρμοδιότητα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, προς ηναπυθύνετο η αναφορά. Και συνεπώς εφ' όσον η τοιούτον περιεχόμενον έχουσα αναφορά, περιέχει ονειδιστικάς ή εξυβριστικάς της δικαστικής αρχής φράσεις, νομίμως χωρεί η ποινική περί περιυβρίσει αρχής δίωξις, κατά του υποβάλλοντος την αναφοράν χωρίς να απαιτήται όπως δοθή απάντησις και δη ητιολογημένη εις αυτόν εκ μέρους της εις ην υπεβλήθη αύτη ως άνω δικαστικής αρχής περί τελέσεως ή μη πειθαρχικού παραπτώματος εκ μέρους των καταγγελλομένων παρ' αυτού δικαστικών λειτουργών]
VIII. Πέραν τούτων και όλως ως εκ περισσού, προσθέτω ότι ως έχει υποστηριχθή, τοιαύτη αίτησις έστω και χαρακτηριζόμενη υπό του ιδιώτου ως αναφορά, δεν δημιουργεί ειδικώτερον διά την προς ην απευθύνεται δικαστικήν αρχήν υποχρέωσιν προς απάντησιν διότι αν συνέβαινε το αντίθετον θα επλήττετο θεμελιώδης αρχή του ημετέρου πολιτεύματος, όπερ καθιεροί, την ανεξαρτησίαν και αυτοδιοίκησιν της Δικαιοσύνης (αρθρ. 26 παρ. 3, 87, 88 και 90 του Συντάγματος) δοθέντος άλλωστε ότι, ως έκρινε και η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου διά της από 9 Ιουνίου 1955 γνωμοδοτήσεως της, αφ' ενός μεν η πειθαρχική κατάστασις των δικαστικών λειτουργών είναι κατά το αρθρ. 7 του από 15.11.1922 Β.Δ/τος, απολύτως απόρρητος, αφού διά του διατάγματος τούτου απαγορεύεται η ανακοίνωσις εις οιονδήποτε των εν τω φακέλλω δικαστικού λειτουργού εγγράφων πλην εκείνου εις ον αφορά και τούτο κατόπιν εγγράφου εντολής του Υπουργού Δικαιοσύνης, αφ' ετέρου δε διότι η τυχόν γνωστοποίησις εις τον υποβαλόντα την αναφοράν της ασκήσεως τυχόν πειθαρχικού ελέγχου κατά δικαστικού λειτουργικού θα εμείωνε ανεπανόρθωτος το κύρος του (Γν. Εισ. ΑΠ 22/5.7.1962). Και εφ' όσον δεν είναι νόμιμον ν' ανακοινωθή τω ιδιώτη η τυχόν ασκηθείσα πειθαρχική δίωξις κατά δικ. λειτουργού διά τυχόν πειθαρχικόν παράπτωμα του, όπερ διά της αναφοράς του έστω υπέδειξε ο υποβαλών την αναφοράν, διά τον αυτόν λόγον δεν δύναται ν' ανακοινωθή εις αυτόν ότι και δεν προέκυψε πειθαρχική ευθύνη του, διότι τότε, θα ήτο κατανοητόν ότι εις περίπτωσιν καθ' ην δεν θα ελάμβανε τοιούτου περιεχομένου απάντησιν, θα υπενοείτο ότι ο δικ. λειτουργός θα είχεν υποστή πειθαρχικήν δίωξιν. [Αλλά πάντα ταύτα, ως και εν αρχή του παρόντος κεφαλαίου ετονίσθη, ως εκ περισσού διελήφθησαν. Εκείνο όπερ έχει βασικήν αξίαν εν προκειμένω είναι τούτο: Ότι η το ανωτέρω περιεχόμενον έχουσα αναφορά, δεν ήτο αναφορά κατά το αρθρ. 10 του Συντάγματος, αφού δεν είχε τα εν άρθρω 2 του Ν.Δ. 797/1971 στοιχεία, άτινα λεπτομερώς εν τε τω αναιρετηρίω και εν τω κεφ. VI της παρούσης διελήφθησαν.
IX. Η αναιρεσιβαλλομένη, παρά τ' ανωτέρω, εκήρυξεν απαράδεκτον την ποινικήν δίωξιν επί περιυβρίσει αρχής, ήτις πράξις εφέρετο ως τελεσθείσα διά της εν τω αναιρετηρίω υπό κοινήν έννοιαν αναφοράς του κατηγορουμένου, δι' ης ούτος εζήτει την επιβολήν κυρώσεων κατά των εκδοσάντων τα εν τω ημετέρω αναιρετηρίω αναφερόμενα βουλεύματα δικαστών και Εισαγγελέων, επί τη σκέψει ότι δήθεν η περί ης πρόκειται αναφορά απελάμβανε της συνταγματικής προστασίας, ουδαμώς ασχοληθείσα με τας διατάξεις του προσδιορίζοντος την έννοιαν της κατά το αρθρ. 10 του Συντάγματος αναφοράς Ν.Δ/τος 796/1971, όπερ ουδέ καν εν τη αποφάσει του εμνημόνευσε. Ούτω όμως διά της αναιρεσιβαλλομένης αποφανθέν το δικαστήριον, υπερέβη την εαυτού εξουσίαν αρνητικώς, αρνηθέν να δικάση την νομίμως εισαχθείσαν εις αυτό υπόθεσιν επί περιυβρίσει αρχής και απαίτησαν διά το παραδεκτόν της διώξεως στοιχεία, άτινα δεν απαιτεί ο νόμος και δη προηγούμενην απόφασιν και ητιολογημένην απάντησιν της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, παρ' ης ο αναφερόμενος εζήτει την πειθαρχικήν δίωξιν δικαστικών λειτουργών διά την κατά την γνώμην του φερομένην ως τελεσθείσαν παρ' εκείνων παράβασιν και αναιρετέαν εντεύθεν κατέστησε την απόφασίν του, ήτις δέον ν' αναιρεθή γενομένης δεκτής της υπέρ του νόμου ασκηθείσης αναιρέσεως μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis