Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Ανατοκισμός, παρέμβαση, αναδρομικότητα, .

Άρειος Πάγος, Ολομέλεια, 13/ 2006.
(όμοιες και ΑΠ 1653/ 2007 και ΑΠ 1781/ 2007)

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α΄ Σύνθεσης: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανό Πατεράκη, Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπροέδρους, Ιωάννη Δαβίλλα, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Αναστάσιο Φιλητά - Περίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη, Μιχαήλ Μαργαρίτη, Γεώργιο Καράμπελα, Μιχαήλ Δέτση, Κωνσταντίνο Κούκλη- Εισηγητή, Ηλία Γιαννακάκη, Γεώργιο Καπερώνη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης)

Περίληψη. Δάνεια. Ανατοκισμός. Στις δανειακές συμβάσεις που προϋπήρχαν του Ν. 2601/1998, στις οποίες δεν υπήρχε συμφωνία για ανατοκισμό και έχουν καταγγελθεί μέχρι τη δημοσίευσή του, γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός των καθυστερουμένων τόκων ανά εξάμηνο. Αναδρομική εφαρμογή του Ν. 2601/1998 και στις εκκρεμείς στς πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια δίκες. Συνταγματική η αναδρομική εφαρμογή του. Πρόσθετη παρέμβαση. Εννομο συμφέρον επαγγελματικού σωματείου για άσκηση πρόσθετης παρέμβασης σε δίκη μέλους του δανειολήπτη κατά της δανείστριας Τράπεζας.

Κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτο ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ. ΑΠ 1/ 1996). Περαιτέρω από την παραπάνω διάταξη και το συνδυασμό αυτής με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη έννομου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρέμβασης κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 2 εδαφ. β΄ ΚΠολΔ. Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως. Πρέπει όμως αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της. Έτσι για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί το γεγονός ότι σε εκκρεμή δίκη μεταξύ άλλων πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα, που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γιατί υπάρχει ή πρόκειται να προκύψει σε άλλη δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου συναφής διαφορά, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει να θίγει από την άποψη του πραγματικού και του νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του. Επομένως τέτοιο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται για την ένωση ορισμένων επαγγελματιών, από το ότι, σε δίκη μέλους της με τρίτο, έχει ανακύψει ζήτημα που μπορεί να επηρεάσει τα οικονομικά συμφέροντα των μελών της, η προστασία των οποίων αποτελεί το σκοπό της ένωσης, λόγω υφιστάμενης ή μέλλουσας όμοιας διαφοράς άλλου μέλους της με τρίτο. Τέλος η διάταξη του άρθρου 669 ΚΠολΔ, η οποία, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 80 του ίδιου Κώδικα, παρέχει το δικαίωμα στα αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών και στις αναγνωρισμένες ενώσεις τους να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση, αναφέρεται ειδικώς και περιορισμένως σε δίκες εργατικών διαφορών.

Στην προκείμενη υπόθεση, η οποία αφορά την επίλυση του νομικού ζητήματος, αν δηλαδή ο ανά εξάμηνο ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων επί των προϋφισταμένων του νόμου 2601/1998 συμβάσεων δανείου (στις οποίες δεν υπήρχε συμφωνία περί ανατοκισμού και έχουν καταγγελθεί μέχρι τη δημοσίευσή του) θα γίνει μετά την εφαρμογή αυτού ή (θα γίνει) και για το προγενέστερο χρονικό διάστημα και μάλιστα και επί των δανειακών εκείνων συμβάσεων, στις οποίες δεν υπήρχε συμφωνία περί ανατοκισμού και οι δανειολήπτες είχαν εξοφλήσει την οφειλή τους, το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία «...» άσκησε με το από 14-2-2006 δικόγραφο πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων. Ως έννομο συμφέρον το παρεμβαίνον σωματείο επικαλείται την ανάγκη προστασίας των μελών του στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των οποίων είχε συνομολογήσει με τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα συμβάσεις δανείων και πιστώσεων προ της ισχύος του Ν. 2601/1998 και ως εκ τούτου η αποδοχή της αναιρέσεως και η υιοθέτηση της απόψεως ότι οι διατάξεις του άρθρου 12 του νόμου αυτού έχουν αναδρομική εφαρμογή, θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις αυτές. Όμως, αυτά που επικαλείται δεν συγκροτούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης, αφού η έκδοση αρνητικής για τους αναιρεσιβλήτους απόφασης, δεν πρόκειται να θιγεί το δικαίωμα και να επηρεάσει νομικά κατά οποιονδήποτε δυσμενή τρόπο τη θέση του παρεμβαίνοντος. Επομένως, η υπό κρίση πρόθεση παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 2 του ΑΚ, ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική δύναμη, δηλαδή δεν εφαρμόζεται σε σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του. Παρά ταύτα δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (Ολ. ΑΠ 1067/1979), αρκεί να μη παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 «περί ισότητας» και το άρθρο 17 του Συντάγματος «περί προστασίας της ιδιοκτησίας» (Ολ. ΑΠ 4 και 7/ 1990). Έτσι, δεν αποκλείεται, παρά την κατευθυντήρια διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, ένας νόμος να έχει αναδρομική ισχύ, αν αυτό ορίζεται ρητώς με διάταξή του ή αν η αναδρομικότητα προκύπτει σαφώς από το όλο περιεχόμενο του νόμου. Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 1083/1980, τη 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, το άρθρο 296 ΑΚ και τα άρθρα 110, 111 και 112 Εισ. Ν. ΑΚ, συνάγεται ότι ο ανατοκισμός των οφειλόμενων σε τραπεζικούς ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς ληξιπρόθεσμων τόκων, δικαιοπρακτικών ή νομίμων, δεδουλευμένων ή μη, ακόμη δε και τέτοιων επί οριστικού καταλοίπου αλληλοχρέου λογαριασμού, μπορεί να γίνει από την πρώτη ημέρα της καθυστερήσεως χωρίς οποιονδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό, όχι όμως αυτοδικαίως ή με σχετική μονομερή δήλωση του δανειστή, αλλά με σχετική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (Ολ. ΑΠ 8 και 9/ 1998). Ωστόσο αλλαγές στην ως άνω ρύθμιση επέφερε ο Ν. 2601/1998 που, σύμφωνα με το άρθρο 20 αυτού, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 15-4-1998 και στο άρθρο 12 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: παρ. 1 Από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ΄ ελάχιστο όριο είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλοχρέου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου. Παρ. 2. Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν. Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ΄ ελάχιστο όριο….. παρ. 3 Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και στις οφειλές για καθυστερούμενους τόκους από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη ισχύος του Ν. 1083/1980 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου παρ. 4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα κρίθηκαν τελεσιδίκως ή ρυθμίστηκαν με συμβιβασμό ή αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών, αναφορικά με συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως της παρ. 3 σε συνδυασμό με την παρ. 2 προκύπτει, ότι επί προϋφισταμένων του Ν. 2601/1998 συμβάσεων δανείου, που έχουν καταγγελθεί μέχρι τη δημοσίευσή του, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων ανά εξάμηνο κατ΄ ελάχιστο όριο. Δηλαδή, ο εν λόγω νόμος έχει αναδρομική ισχύ – η οποία δεν είναι αντίθετη σε καμμία συνταγματική ή άλλη, υπερκείμενη των νόμων διάταξη – έως την έναρξη ισχύος του Ν. 1083/1980, εφαρμοζόμενος μάλιστα και σε σχετικές εκκρεμείς δίκες, όχι μόνον ενώπιον πρωτοβαθμίων, αλλά και ενώπιον δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, παραμερίζοντας βέβαια, ως τέτοιος, ειδικού χαρακτήρα, την γενικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει απ΄ αυτή, δέχθηκε τα εξής: Με το 4320/1979 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ... , η ... , καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, πώλησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...» το υπό ελληνική σημαία επιβατηγό πλοίο «...» αντί τιμήματος 20.000.000 δρχ. Από το τίμημα αυτό η αγοράστρια κατέβαλε 3.000.000 δρχ. κατά την υπογραφή του συμβολαίου και το υπόλοιπο ποσό των 17.000.000 δρχ. συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 12 ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις εντόκως προς 13% ετησίως. Στη συνέχεια και αναφορικά με τους οφειλόμενους σε περίπτωση υπερημερίας τόκους, ορίστηκε στο άρθρο 2 του ίδιου συμβολαίου ότι «από της ημέρας καθ΄ ήν καθίσταται απαιτητή εκάστη τοκοχρεολυτική δόσις, ο περί την καταβολήν υπερήμερος οφειλέτης οφείλει ταύτην εντόκως επί του ποσού του χρεολυσίου επί των επιτοκίων υπερημερίας, μηδεμιάς απαιτουμένης οχλήσεως». Η αναιρεσείουσα – καθής η ανακοπή – θεωρώντας ότι με τον όρο αυτό οι ανακόπτοντες αναλάμβαναν την υποχρέωση πληρωμής τόκων υπερημερίας όχι μόνο επί του κεφαλαίου αλλά και των τόκων με την επίδικη επιταγή προς πληρωμή, υπολογίζοντας και τους τόκους των τόκων, ζήτησε να υποχρεωθούν οι ανακόπτοντες να πληρώσουν και ποσά που αντιστοιχούν στο κονδύλιο αυτό. Από τον επίμαχο όμως ως άνω όρο σαφώς συνάγεται, ότι στην περίπτωση που κάθε τοκοχρεολυτική δόση καθίσταται απαιτητή, ο υπερήμερος οφειλέτης οφείλει να την καταβάλει «εντόκως επί του ποσού του χρεολυσίου» με το επιτόκιο υπερημερίας, δηλαδή τόκος θα οφείλεται μόνο για το τμήμα της καθυστερούμενης δόσεως που αφορά μόνο το κεφάλαιο (χρεολύσιο). Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι η αναφερθείσα αγοράστρια εταιρεία πώλησε το πλοίο «...» με το από 25-9-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό στο δεύτερο από τους αναιρεσίβλητους, ο οποίος με σχετική δήλωσή του που περιέχεται στο συμφωνητικό αυτό ανέλαβε τις προς την αναιρεσείουσα υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου του, σωρευτικά με την τελευταία, ακολούθως δε αυτός (δεύτερος) πώλησε το ίδιο πλοίο στην πρώτη αναιρεσίβλητη με το από 25-2-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με το τελευταίο αυτό συμφωνητικό ανέλαβε και η πρώτη αναιρεσίβλητη, σωρευτικά με το δεύτερο τις προς την αναιρεσείουσα υποχρεώσεις του τελευταίου. Και στις δύο αυτές συμβάσεις πωλήσεως δεν συμμετείχε η ΕΤΒΑ λόγω όμως καθυστερήσεως της πληρωμής ορισμένων δόσεων από το τίμημα της πώλησης που είχε ορισθεί με το αρχικό πωλητήριο συμβόλαιο και το οποίο είχε πιστωθεί, οι διάδικοι με την αριθ. 97/1982 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών ... , συμφώνησαν μεταξύ άλλων και τα εξής:
«Λόγω της μη τακτικής εξοφλήσεως των δόσεων του κατά τα ανωτέρω πιστωθέντος τιμήματος, η προς την .... οφειλή συμφώνως προς τα βιβλία της Τραπέζης, ων την ακρίβειαν ρητώς και ανεπιφυλάκτως αναγνωρίζουν οι οφειλέται και οι εκ τρίτου συμβαλλόμενοι, είχε κατά την 7ην Σεπτεμβρίου 1981 ως εξής: Άληκτον Κεφάλαιον της 1-9-1981: 13.869.050 Καθυστερήσεις: Χρεολύσια δόσεων 3.130.950. Τόκοι δόσεων 4.040.860. Διάφορα έξοδα: 356.156 Τ.Χ επί χρεολ. % εξόδων μ. 1-9-1981 1.161.012 σύνολο (καθυστερήσεων) 8.688.978. Νέον κεφάλαιον της 1-9-1981 22.558.023». Περαιτέρω στην ίδια πράξη αναφέρεται ότι οι συμβαλλόμενοι για τη διευκόλυνση της εξοφλήσεως της ανωτέρω οφειλής συνομολόγησαν (με την έννοια της επιβεβαιώσεως μόνο του ύψους της οφειλής των ανακοπτόντων-αναιρεσιβλήτων και της ρυθμίσεως τρόπου εξοφλήσεώς της), ότι τα υπό καθυστέρηση ποσά των 8.688.978 δρχ. κεφαλαιοποιηθούν από 7-9-1981 και εξυπηρετηθούν με τους αναφερόμενους στη συνέχεια όρους, μεταξύ των οποίων ορίσθηκε και το ύψος του επιτοκίου του δανείου σε 21,5%, που θα μεταβάλλεται αναλόγως προς τα θεσπιζόμενα υπό των αρμοδίων κρατικών αρχών. Από τα εκτεθέντα συνάγεται ότι ως προς μεν το άληκτο κεφάλαιο των 13.869.050 δρχ. εξακολουθεί να ισχύει η αρχική σύμβαση που είχε περιληφθεί στο αριθ. 4.320/1979 συμβόλαιο, ως προς τις λοιπές δε από την καθυστέρηση πληρωμής απορρέουσες αξιώσεις συμφωνήθηκε η κεφαλαιοποίησή τους, έτσι ώστε να πάρουν τη μορφή νέου δανείου ύψους 8.688.978 δρχ. με αλλαγή μόνο του χρόνου εξοφλήσεως και τον καθορισμό νέου επιτοκίου εν σχέσει με το παλαιό, χωρίς άλλη διαφοροποίηση της αρχικής συμβάσεως, με την οποία προβλεπόταν ο ανατοκισμός των τόκων. Αντιθέτως ρητά συμφωνήθηκε η καταβολή τόκων επί των τόκων με το δεύτερο αριθ. 98/1983 δανειστικό συμβόλαιο.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι ελλείψει σχετικής συμφωνίας στις 4320/1979 και 97/1982 δανειακές συμβάσεις δεν οφείλονται τόκοι επί των καθυστερούμενων τόκων και ότι ενόψει τούτου, μετά τις παρατιθέμενες στην αναιρεσιβαλλομένη καταβολές κατά τις 21 και 22-9-1982 προς την αναιρεσείουσα δεν απέμεινε καμμία οφειλή των αναιρεσιβλήτων προς αυτή και για τις τρεις δανειακές συμβάσεις
(ανωτέρω δύο και την 98/1982). Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την, κατ΄ αποδοχή λόγου εφέσεως, εξαφάνισή της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ΄ ουσίαν, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη από 30-6-1994 επιταγή της ΕΤΒΑ, με την οποία αυτή υπολόγισε και τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων των επίδικων δανειακών συμβάσεων.
Σύμφωνα, όμως, με τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει τον ισχύοντα κατά το χρόνο δημοσιεύσεως αυτής Ν. 2601/1998, οι επίμαχες διατάξεις του οποίου (άρθρο 12 παρ. 2 και 3 αυτού), έχουν, κατά τα εκτεθέντα αναδρομική εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση και να δεχθεί μετά ταύτα, ως έγκυρο, το διενεργηθέντα από την αναιρεσείουσα ανά εξάμηνο ανατοκισμό των καθυστερούμενων τόκων για τις επίδικες δανειακές συμβάσεις. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια των άρθρων 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ και γι΄ αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, ο οποίος παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, ως αναγόμενος σε ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας, κατά το άρθρο 563 παρ. 2 περ. β΄ εδαφ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας. Δικαστική δαπάνη, όμως, δεν επιβάλλεται εις βάρος του παρεμβαίνοντος σωματείου, διότι δεν υπάρχει σχετικό αίτημα.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 14-2-2006 πρόσθετη παρέμβαση του Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία «....».
Αναιρεί την 859/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εκατό (2.100) ευρώ. 

Παρατήρηση. Θεωρώ χρήσιμη την παράθεση της κριτικής στην Ολομέλεια αυτή από τον καθηγητή κ. Σπύρο Ψυχομάνη (Τραπεζικό Δίκαιο, δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων, Γενικό Μερος, τεύχος Ι, 2008, πλαγιάριθμοι 828, 834, σελίδες 331, 332, 334):
"όταν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία στις συμβάσεις, ο νόμος κανοτομεί, ορίζοντας ότι-προφανώς γοα το μέλλον-θα γίνεται αυτοδίκαια ανατκισμός ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο". Το προφανές, βέβαια, δεν ίσχυσε για την νμλγ του ΑΠ, η οποία δέχθηκε εξαρχής αναδρομική ισχύ της διατάξεως για τον αυτοδίκαιο-χωρίς ανάγκη ύπαρξης συμφωνίας-ανά εξάμηνο ανατοκισμο των καθυστερούμενων τόκων από συμβάσεις δανείων". Στην συνέχεια, στην υποσημείωση υπ'  αριθμό 777 σημειώνει ο κ. Ψυχομάνης, "η Ολομέλεια έχει κρίνει, εσφαλμένα, ως συνταγματικά ορθή και απροβλημάτιστη!!! την αναδρομική κατά νόμο επιβολή του ανά εξάμηνο ανατοκισμού σε πιστωτικές συμβάσεις, στις οποίες δεν έχει συμφωνηθεί καν ανατοκισμός. Αποδέχεται με απλά λόγια την παραδοξότητα να επιβάλλει ο νόμος χρηματική οφειλή σε βάρος του ενός μέρους ενοχικής σχέσεως, η οποία σχέση δεν την προβλέπει. Είναι απορίας άξιον, γιατί ο ΑΠ επέλεξε την προβληματική αυτή ερμηνευτική θέση υπέρ των τραπεζών, η οποία αναδεικνύει τουλάχιστον την αντισυνταγματικότητα του νόμου, αφού υπό την δοθείσα αυτή ερμηνεία φαίνεται να θίγει ο νόμος ανεπίτρεπτα βαθιά την οικονομική ελευθερία του ατόμου (άρθρο 5 Συντάγματος) και τα περιουσιακά του δικαιώματα κατά τις διατάξεις της ΕΣΔΑ". Και καταλήγει ο κ. Ψυχομάνης (πλαγιάριθμος 834, σελ. 334), "ο καθιερωθείς και στις πιστώσεις συμβατικός ανατοκισμός, βρίσκοντας την δικαιολογητική-κατά το νομοθέτη-βάση του στον αντίστοιχο ανατοκισμό των καταθέσεων, δεν μπορεί να οδηγεί σε καταχρηστικές πρακτικές και άδικα αποτελέσματα. Δεν μπορεί, ιδίως, να χρησιμοποιείται προς κάλυψη των ευθυνών και ζημιών μιας τράπεζας από αλόγιστες διοχετεύσεις των καταθέσεων σε ασύμφορες και καταδικασμένες σε αποτυχία χρηματοδοτήσεις, ώστε από την υπερβολική, μέσω των ανατοκισμών, διόγκωση των προς αυτήν χρεών να επιτυγχάνεται η ολοκληρωτική και διαρκής αχρήστευση των ατυχών δανειοληπτών. Η κοινωνική ευθύνη, η αποδοτική λειτουργική προσφορά των τραπεζών στο σύστημα, που τις έχει ανάγκη και τις ανέχεται, συνίσταται στον ορθολογικό συνδυασμό καταθέσεων και ασφαλών, πρόσφορων να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του ίδιου του πιστολήπτη και της εθνικής οικονομίας, πιστοδοτήσεων. Η εκμηδένιση, αντίθετα, του κατάλληλα επιλεγμένου, ατυχήσαντα, όμως, δανειολήπτη, αλλά και κάθε δανειολήπτη των ελεύθερων, αλλά κακών επιλογών των τραπεζών, δεν ανήκει στον κοινωνικό και οικονομικό τους ρόλο. Για τον λόγο αυτό, ο έλλογος περιορισμός της έκτασης του χρέους από τόκους και ανατοκισμούς επιβάλλεται ήδη από τις ΑΚ 281 και 178-179. Επιβάλλεται, όμως, ειδικότερα, και από τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/ 00 όπως τροποοιήθηκε, τελικά, από το άρθρο 39 του ν. 3259/ 04, οι οποίες δεν επιτρέπουν την διαμόρφωση της τελικής οφειλής σε ύψος μεγαλύτερο του τριπλασίου του αρχικού κεφαλαίου".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis