Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Παραγραφή τόκων, ανατοκισμός, αναγκαστική εκτέλεση, κατάχρηση δικαιώματος, αοριστία ένστασης παραγραφής.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 535/ 2015

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Δημήτριο Γεώργα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Παραγραφή αξίωσης τόκων. Έναρξη του χρόνου αυτής. Κατ` εξαίρεση του καθιερούμενου κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων που βεβαιώνονται με τελεσίδικη απόφαση, όσες φορές πρόκειται περί περιοδικής παροχής, όπως είναι η περί τόκων, η περί αυτής αξίωση υπόκειται στην από το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ προβλεπόμενη βραχυπρόθεσμη παραγραφή, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου έγινε η απαίτηση απαιτητή. Η διαταγή πληρωμής με την οποία υποχρεώνεται ο καθού να καταβάλει στον αιτούντα ορισμένο χρηματικό ποσό ως οφειλόμενο κεφάλαιο αποτελεί τίτλο εκτελεστό όχι μόνο για την κύρια απαίτηση, αλλά και για κάθε παρεπόμενη, όπως είναι οι τόκοι, εφόσον ρητώς ορίζεται σε αυτή η προς καταβολή τούτων υποχρέωση του οφειλέτη.
Όσον αφορά τους ανατοκισθέντες τόκους, η διαταγή πληρωμής, όπως και κάθε δικαστική απόφαση μόνο αν επιδικάζει ρητώς και τόκους επί των τόκων, αποτελεί εκτελεστό τίτλο και όχι αν επιδικάζει απλώς έντοκη την απαίτηση. Ανακοπή κατά της εκτέλεσης. Λόγοι. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Προϋποθέσεις. Διακοπή του χρόνου της παραγραφής λόγω αναγνώρισης της αξίωσης από τον οφειλέτη. Για το αποτέλεσμα αυτό δεν απαιτείται αναγνώριση κατά την έννοια του άρθρου 783 ΑΚ, αλλά οποιαδήποτε πραγματική συμπεριφορά του οφειλέτη προς τον δανειστή με την έννοια να εκφράζεται η πεποίθηση του πρώτου για την ύπαρξη της υποχρεώσεώς του, προς τον δανειστή.

Κατά το άρθρο 559 αριθμό 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται εάν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, η δε παραβίαση αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή όταν κανόνας δικαίου με έννοια μη αληθούς ή μη αρμοζούσης ή έννοια περιορισμένης ή στενής, είτε με μη καλή εφαρμογή δηλαδή εσφαλμένη αγωγή των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 2/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 352/2011). Ετσι επιτρέπεται αναίρεση όταν συντρέχει παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου δηλαδή εκείνων οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις για την τήρηση αυτών (ΑΠ 1617/2011). Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή ή ο ισχυρισμός της ορθώς απορρίφθηκε (ΟλΑΠ 27/1998 ΑΠ 352/2011). 
Περαιτέρω η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων εις αυτούς (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 869/2011). Εξ άλλου εκ του άρθρου 559 αριθμό 19 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και κυρίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα τα οποία ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 231/2011), όταν δηλαδή στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτονται από τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται βάσει του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας η οποία απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία ΑΠ 353/2011), ή αντιφατικώς όταν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί του ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ούτω δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος στην συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόσθηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, ο οποίος εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 26/2014, ΑΠ 52/2011). 
Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 Κ.Πολ.Δ. και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος προς επίσπευση της εκτελέσεως. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ως ασκούμενο καταχρηστικώς, πλην άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκησή του, από την οποία προκύπτει, αντιθέτως, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως. Ειδικότερα, στην περίπτωση μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του ασκούντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται ευλόγως στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ` αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της δημιουργηθείσας καταστάσεως, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις. Περαιτέρω, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 62/1990, ΑΠ 563/2003). Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη έστω και μεγάλη στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρον 281 ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις ως λ.χ. και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Ελλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 823/2010). 
Εν προκειμένω δια των τριών πρώτον λόγων της αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων κατά της απόφασης για την απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως από το δικαστήριο. Ειδικότερα το δικαστήριο δέχεται ότι ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι η καθής ασκεί το επί την αναγκαστική εκτέλεση δικαίωμα της καταχρηστικά λόγω α) του μακρού χρόνου που παρήλθε από τη διενέργεια του πλειστηριασμού και διανομής του πλειστηριάσματος χωρίς η καθής ουδέποτε να οχλήσει ούτε τον δικαιοπάροχο πατέρα του, ούτε μετά το θάνατο του (15-4-2002), τον ίδιο, β) του ότι η συμπεριφορά της καθής αντιβαίνει στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη διότι, συνεπεία της μη επιδίωξης της ικανοποίησης της αξίωσή της από κάποιον από τους συνοφειλέτες του η αξίωσή της αυξήθηκε υπέρμετρα λόγω των διογκωμένων τόκων στο δυσθεώρητο ποσό των 1.831.737,76 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 23-10-1986 έως 31-12- 2008. Ο λόγος αυτός της ανακοπής πέρα από την επίκληση του μακρού χρόνου που διέρρευσε από τη διενέργεια του πλειστηριασμού και την διανομή του πλειστηριάσματος και ο οποίος από μόνος του δεν είναι ικανός να καταστήσει την άσκησή του δικαιώματος καταχρηστική δεν επικαλείται πρόσθετα στοιχεία συμπεριφοράς της εκκαλούσας-καθής και του εφεσιβλήτου ανακόπτοντος από τα οποία να προκύπτει ότι αυτή του δημιούργησε την επικαλούμενη "απόλυτη πεποίθηση" ότι (η καθής) δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της. Επίσης δεν επικαλείται περιστατικά ανέντιμης συμπεριφοράς της καθής ώστε η συμπεριφορά της να θεωρείται ότι είναι αντίθετη στη καλή συναλλακτική πίστη και στα χρηστά ήθη. Η επίκληση της υπέρμετρης διόγκωσης του χρέους λόγω τοκογονίας δεν είναι καν συμπεριφορά της εκκαλούσας-καθής. Η τοκογονία της απαίτησης είναι συνέπεια της συμπεριφοράς του οφειλέτη και όχι της εκκαλούσας δανείστριας. Μπορεί οι τόκοι της απαίτησης να μην ανέρχονται στο ύψος που επικαλείται η εκκαλούσα και ο υπολογισμός τους να είναι παράνομος. Η παρανομία όμως αυτή έχει ως συνέπεια την ακύρωση της επιταγής κατά το αντίστοιχο ποσό, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Δεν καθιστά όμως και καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος προς εκτέλεση της εκκαλούσας. Η καθής δεν είχε ούτε νομική ούτε ηθική υποχρέωση να οχλήσει τον ανακόπτοντα ούτε να εισπράξει την αξίωσή της από τους προς αυτήν υποδεικνυόμενους από τον ανακόπτοντα συνοφειλέτες. Σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα επεδίωξε την είσπραξη της αξίωση της. Ειδικότερα πέρα από τις από 10-7-1995 και 29-8-1995 επιστολές της προς την πρωτοφειλέτρια εταιρεία για εξώδικη ρύθμιση της οφειλής, τις οποίες κοινοποίησε και στους εγγυητές, δηλ. και στον δικαιοπάροχο του εφεσιβλήτου, την παραλαβή των οποίων αμφισβητεί ο τελευταίος και δεν απέδειξε η εκκαλούσα, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στις 23-9-1996 η εκκαλούσα ενέγραψε, στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας, δυνάμει της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, υποθήκη, για ποσό 1.500.000 δρχ. (4.402 €) επί ενός ημιυπόγειου διαμερίσματος -οριζόντιας ιδιοκτησίας, 54 τμ. που βρίσκεται στην οδό ... αριθ. . στην πόλη της … , το οποίο είχε αποκτήσει ο εγγυητής Ι. Τ. το έτος 1971 και επέδωσε σ` αυτόν ακριβές φωτοαντίγραφο της περίληψης εγγραφής της υποθήκης στις 4-8-1996 (βλ. την με αριθμό 150/23-9-1996 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας Δ. Κ.). Επειδή δε ο Ι. Τ., τον Οκτώβριο 1996, δηλ. αμέσως μετά την εγγραφή της υποθήκης, είχε ζητήσει γραπτώς από την εκκαλούσα τη συμβιβαστική εξόφληση της οφειλής του, αυτή (η εκκαλούσα) με το από 18-10-1996 έγγραφο της, με το οποίο τίθεται στην έγκριση των οργάνων της η πρόταση του Ι. Τ., ενημερώνει τη διοίκηση της ότι από τις έρευνες στα Υποθηκοφυλακεία του καταστήματος Λάρισας καθώς και στα Υποθηκοφυλακεία Κατερίνης, Βόλου και Θεσσαλονίκης δεν ανευρέθη στα ονόματα των εγγυητών άλλη ακίνητη περιουσία. Το έτος 2001 ο Ι. Τ. επανήλθε με νέα επιστολή του, με την οποία ζητούσε να εξοφλήσει την οφειλή του με ένα μικρό ποσό". Με τ` ανωτέρω αναφερόμενα το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος ήτο νόμω βάσιμος, πλην όμως απορριπτέα ουσιαστικά. Με αυτά που δέχθηκε δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρ. 933 Κ.Πολ.Δ και 281 ΑΚ και δεν παραβίασε και τις διατάξεις περί διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, ούτε περιέχει αντιφατικές, ανεπαρκείς ή καθόλου αιτιολογίες, που αποτελούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, αφού σε καμιά περίπτωση δεν δόθηκε η εντύπωση εκ μέρους της Τράπεζας ότι μετά τον πλειστηριασμό σταματά την περαιτέρω διαδικασία, αλλά αντίθετως εκ των ανωτέρω ανελέγκτως δεκτών γενομένων συνέχιζε τη διαδικασία ερεύνης προς ανεύρεση ακινήτων για την ικανοποίηση της απαίτησής της, ούτε βεβαίως είχε υποχρέωση να στραφεί κατά άλλων συνοφειλετών, που ως συμπέρασμα ανωτέρω αναφέρεται ότι μετά από έρευνα, δεν ανευρέθηκε ακίνητη περιουσία, ούτε ως προς το ύψος των τόκων υφίσταται υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, καθόσον δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα μείωσης αυτών, αλλά το στοιχείο αυτό αναφέρεται ως επιχείρημα στο λόγο καταχρήσεως δικαιώματος. Απορριπτέος επομένως είναι και ο τέταρτος λόγος περί τοκογονίας στην περίπτωση που αυτή είναι κατά τον υπολογισμό αυτών υπέρμετρη αφού σε κάθε περίπτωση δεν επέρχεται ακύρωση ολόκληρης της επιταγής αλλά μόνο κατά το αντίστοιχο ποσό, που ήθελε κριθεί ως παράνομη (μη ύπαρξη σχετικού αιτήματος).

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης παραπονείται ο αναιρεσείων διότι το δικαστήριο δέχθηκε διακοπή της παραγραφής με αντιφατικές αιτιολογίες κατ` εφαρμογή του άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. Κατά το άρθρο 260 ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, εξ` ου παρέπεται, ότι για το αποτέλεσμα αυτό αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι του δανειστού εκ της οποίας να προκύπτει, ότι ο οφειλέτης ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του δανειστού, θεωρεί αυτή ότι υπάρχει, ναι μεν κατά τη διάταξη αυτή δεν απαιτείται αναγνώριση κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ, αλλά οποιαδήποτε πραγματική συμπεριφορά του οφειλέτη προς τον δανειστή με την έννοια να εκφράζεται η πεποίθηση του πρώτου για την ύπαρξη της υποχρεώσεως του, προς τον δανειστή (ΑΠ 1043/2010, ΑΠ 722/2004). Στη προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αντίγραφο εξ απογράφου της επίδικης διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στις 3-5-1988 και 12-1-1989 στον εκ των εγγυητών Ι. Τ. του Α. (πατέρα του αναιρεσείοντος) χωρίς να ασκηθεί κατ` αυτής ανακοπή ούτε εντός των πρώτων 15 ημερών ούτε εντός 10 ημερών από τη δεύτερη επίδοση, όπως ίσχυε κατά το χρόνο διενέργειας των ως άνω διαδικαστικών πράξεων, και ως εκ τούτου στις 23-1-1989 απέκτησε αυτή ισχύ δεδικασμένου και κατ` αυτού, οπότε υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή. Η καθής επέδωσε στον ανακόπτοντα αντίγραφο εξ απογράφου της Διαταγής πληρωμής, με επιταγή προς εκτέλεση στις 24-6-2009, πλην όμως, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο είχε επέλθει διακοπή αυτής δια της αναγνωρίσεως χρέους. Ειδικότερα δέχθηκε ότι ο πατέρας του αναιρεσείοντος απέστειλε δύο επιστολές και επισκέφθηκε προσωπικά την Τράπεζα τον Οκτώβριο 1996 και ζητούσε συμβιβαστική εξόφληση της οφειλής και το 2001 ζητούσε να εξοφλήσει την οφειλή με ένα μικρό ποσό. Δέχθηκε ότι με τη συμπεριφορά αυτή ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος διέκοψε την παραγραφή που είχε αρχίσει στις 24-1-1989. Επομένως, αφού άρχισε νέος χρόνος παραγραφής της αξίωσης, είτε από το έτος 1996 είτε από το έτος της τελευταίας επιστολής (2001), η εικοσαετής παραγραφή δεν συμπληρώθηκε, σε συνδυασμό με την από 23-9-1996 εγγραφή στα βιβλία υποθηκών Λαρίσης δυνάμει της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, υποθήκη. Υπό τ` ανωτέρω εκτιθέμενα και δεκτά γενόμενα υπό του Δικαστηρίου ανελέγκτως, ορθώς διεγνώσθη ότι επήλθε κατ` άρθρο 260 ΑΚ αναγνώριση της αξίωσης εκ μέρους του εγγυητή-πατέρα του αναιρεσείοντος, ο οποίος μετά το θάνατο αυτού αποδέχθηκε την κληρονομία και επομένως και τα χρέη αυτού, ο δε σχετικός πέμπτος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 250 αριθ.15 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των τόκων, κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Περεταίρω, κατά το άρθρο 253 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα προηγούμενα άρθρα. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε πέντε χρόνια παραγράφονται και οι τόκοι της υπερημερίας (οφειλόμενοι από της οχλήσεις, άρθρα 340, 345 ΑΚ), η εν λόγω δε βραχυπρόθεσμη (πενταετής) παραγραφή αρχίζει να τρέχει από την αρχή κάθε επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου έχουν παραχθεί αυτοί (τόκοι) και κατά το οποίο ο δικαιοπάροχος μπορούσε να εγείρει αγωγή και να τους ζητήσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 268 ΑΚ κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμα η αξίωση καθαυτή υπάγεται σε συντομότερη παραγραφή με την προϋπόθεση ότι μέχρι την επέλευση της τελεσιδικίας είχε συμπληρωθεί η τυχόν βραχύτερη παραγραφή. Αξιώσεις όμως παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμο στο μέλλον υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή. Από την παρούσα διάταξη προκύπτει ότι κατ` εξαίρεση του καθιερούμενου στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 268 κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των με τελεσίδικη απόφαση βεβαιωθεισών αξιώσεων, οσάκις πρόκειται περί περιοδικής παροχής, όπως είναι η περί τόκων, εφόσον κατά την τελεσιδικία της απόφασης, που την βεβαιώνει, δεν είναι απαιτητή ως καθισταμένη μεταγενεστέρως ληξιπρόθεσμή, η περί αυτής αξίωση του καθιερούμενου στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 268 ΑΚ κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής του, με τελεσίδικη απόφαση, βεβαιωθεισών απαιτήσεων, υπόκειται στην από το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ προβλεπόμενη βραχυπρόθεσμη παραγραφή, η οποία αρχίζει (άρθρ. 253 ΑΚ) μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου έγινε η απαίτηση απαιτητή (ΑΠ 592/2009, ΑΠ 623/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο με βάση εκτελεστό τίτλο, κατά δε την παράγραφο 2 περ. ε` του ίδιου άρθρου εκτελεστοί τίτλοι είναι και οι διαταγές πληρωμής, που εκδίδουν Έλληνες δικαστές. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 632, 624, 626 και 629-631 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η διαταγή πληρωμής με την οποία υποχρεώνεται ο καθού να καταβάλει στον αιτούντα ορισμένο χρηματικό ποσό ως οφειλόμενο κεφάλαιο αποτελεί τίτλο εκτελεστό όχι μόνο για την κύρια απαίτηση, αλλά και για κάθε παρεπόμενη, όπως είναι οι τόκοι, εφόσον ρητώς ορίζεται σε αυτή η προς καταβολή τούτων υποχρέωση του οφειλέτη. Όσον αφορά τους τόκους επί των τόκων, δηλαδή τους ανατοκισθέντες τόκους, είτε αυτοί ζητούνται με βάση τα άρθρα 296 ΑΚ και 112 παρ. 1 Εισ. ΝΑΚ, είτε προβλέπονται με άλλη διάταξη νόμου, η διαταγή πληρωμής, όπως και κάθε δικαστική απόφαση αν επιδικάζει απλώς έντοκη την απαίτηση, δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό, μόνο δε αν επιδικάζει ρητώς και τόκους επί των τόκων, αποτελεί εκτελεστό τίτλο.
Εξάλλου, με την ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση μπορεί να προβάλλει αντιρρήσεις που αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 934 του ίδιου Κώδικα. Οσάκις ο ανακόπτων προσβάλλει με την ανακοπή του την επιτασσομένη να πληρώσει απαίτηση του καθού δια πραγματικών ισχυρισμών που αποτελούν την ιστορική βάση ενστάσεων, φέρει το βάρος απόδειξις αυτών, εφόσον ο καθού η ανακοπή αρνείται την αλήθεια των υπό του ανακόπτοντος επικαλουμένων ισχυρισμών, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν. Προκειμένου δε περί ενστάσεως παραγραφής παροχών που αναφέρονται σε επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας, πρέπει να εκτίθεται προς θεμελίωσή της, εκτός από το χρόνο γέννεσης της αξίωσης και το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής και το ύψος κάθε μιας περιοδικής παροχής ανά έτος, εφόσον οι τόκοι που συνιστούν την περιοδική παροχή δεν εξάγονται για όλη τη μελλοντική περίοδο βάσει σταθερού κεφαλαίου, διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη. Η έλλειψη δε της εκθέσεως των στοιχείων αυτών ελέγχεται αναιρετικά, με τον λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ενώ αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά γεγονότα μολονότι εκτίθενται προς θεμελίωση της σχετικής ενστάσεως, δίδεται ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση και σχετικά με τον 6ο λόγο της αναίρεσης το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα στις 24-1-2009, επέδωσε στον αναιρεσείοντα αντίγραφο εξ απογράφου της Διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση, συγκεκριμένα επιτάσσει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει για την κύρια απαίτηση 475.156,94 ευρώ (161.909.728 δρχ.) και πληρωτέο ποσό που αντιστοιχεί στην κληρονομική μερίδα του ανακόπτοντος 178.183,85 €. και για τόκους "από 23-12-1986 έως 31-12-2008 1.831.737,76 €. μείον 183.065,75 που εισπράχθηκαν έναντι τόκων, υπόλοιπο 1.648.672 Ευρώ και πληρωτέο από τον αναιρεσείοντα ποσό που αντιστοιχεί στην κληρονομική του μερίδα (3/8) 618.252 €. και μερικό σύνολο (178.183,85+618.252) 796.435,85 €. εντόκως από 1-1-2009 έως την εξόφληση, με εξάμηνο ανατοκισμό. Αφού λοιπόν με την επιταγή προς πληρωμή προσδιορίζεται η απαίτηση της εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης) κατά κεφάλαιο, τόκους και ειδικότερα έξοδα είναι ορισμένη και ο τέταρτος λόγος της ανακοπής, κατά το σκέλος με το οποίο αιτιάται την επιταγή προς εκτέλεση για αοριστία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω μολονότι με την διαταγή πληρωμής διατάχθηκαν η πρωτοφειλέτρια και οι εγγυητές, εις ολόκληρων έκαστος, να της καταβάλουν το ποσό των 161.909.728 δρχ. (475.156 Ευρώ) "με το νόμιμο εκάστοτε τόκο από την 23 Οκτωβρίου 1986 μέχρι την εξόφληση, καθώς και δραχμές τρία εκατομμύρια τετρακόσιες πενήντα τέσσερεις χιλιάδες (3.454.000 δρχ.) για δικαστικά έξοδα" και επομένως οι τόκοι, οι γεννηθέντες αφότου η διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, υπόκειται στη βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή, ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ειδικά και ορισμένα ποιο ποσό από τους τόκους που καλείται να καταβάλει έχει υποκύψει στην πενταετή αυτή παραγραφή την οποία επικαλείται και πρέπει ο λόγος της ανακοπής του κατά το σκέλος που ισχυρίζεται ότι η αξίωση για τόκους έχει υποκύψει στην παραγραφή, λόγω παραγραφής της κύριας απαίτησης, να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η κύρια απαίτηση κατά τα προαναφερθέντα, δεν έχει παραγραφεί. Κατά το σκέλος όμως κατά το οποίο επικαλείται την πενταετή παραγραφή πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Απερρίφθη δε ο ισχυρισμός διότι ο ανακόπτων-αναιρεσείων που είχε το βάρος επίκλησης και απόδειξης του χρόνου γένεσης κάθε επί μέρους ετήσιας περιοδικής παροχής (τόκων), του ύψους τους ανά έτος, του χρόνου έναρξης και λήξης της παραγραφής κάθε επιμέρους περιοδικής παροχής, δεν αναφέρει τα στοιχεία αυτά. Σημειώνεται δε στην απόφαση ότι ο υπολογισμός των τόκων, μετά την είσπραξη των τόκων και μέρους της απαίτησης από το πλειστηρίασμα, γίνεται επί του απομένοντος μικρότερου ποσού". Με τ` ανωτέρω δεκτά γενόμενα ορθώς κρίθηκε ως αόριστος η ένσταση παραγραφής και το Δικαστήριο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ούτε έχει εσφαλμένη ερμηνεία των ως άνω άρθρων, ούτε και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ο σχετικός έκτος (6ος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Ενόψει των ανωτέρων πρέπει ν` απορριφθεί η αναίρεση κατά της 95/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης, διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., αρθ. 12 Ν. 4055/2012) και τέλος επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ της αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (αρ. 176,183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο Διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά της 95/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου και για τις προτάσεις που κατέθεσε, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis