Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Ενέχυρο απαιτήσεων, συμψηφισμός με τραπεζικές καταθέσεις, φυσική ευχέρεια ή ελευθερία, προσωρινή ρύθμιση κατάστασης.

Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας 271/ 2014.  

Δικαστής: Β. Γκουραμάνη, Πρωτοδίκης.

Περίληψη. Ασφαλιστικά μέτρα. Σκοπός αυτών είναι να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η επίδικη σχέση και όχι να ματαιωθεί ο πρακτικός σκοπός της κύριας δίκης στην οποία και μόνο θα κριθεί οριστικά η έννομη σχέση. Σύσταση ενεχύρου επί απαίτησης του ενεχυραστή κατά τρίτου υπέρ της τράπεζας. Εφαρμοστέες διατάξεις. Διάκριση με το κοινό ενέχυρο του αστικού κώδικα. Η άρνηση της τράπεζας να συνεχίσει να τηρεί τη συναλλακτική πρακτική που από ελευθεριότητα τηρούσε στο παρελθόν είναι δικαστικά ανέλεγκτη. Δεν υφίσταται νομική δυνατότητα να εξαναγκασθεί η καθ’ ής τράπεζα να αποδέχεται το αίτημα της αιτούσας για μειωμένη παρακράτηση της ενεχυρασθείσας απαίτησης

 Ι) Από τα άρθρα 1, 35, 36, 39 και 44 ν.δ. 17.7/13.8.1923, που, κατ` άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 εδ. α`, στην αρχή, και β` ΑΚ, συνάγονται τα εξής: κατ` ειδική ρύθμιση του ως άνω ν.δ., για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης ΑΕ) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαιτήσεως της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαιτήσεως οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως, βάσει του χρόνου γεννήσεως της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχυράσεως, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο δεν έχει ή έχει βέβαιη χρονολογία. Κατ` ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου ν.δ., αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαιτήσεως από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, από την επίδοση δε αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως στον τρίτον η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαιτήσεως, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον (βλ. ΟλομΑΠ 38/1988), η εν λόγω δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφληση της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 857/2004, ΕΕμπΔ 2005. 97). Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το ενέχυρο αυτό αντιδιαστέλλεται με το κοινό ενέχυρο του Αστικού Κώδικα: α) ως προς τον τρόπο σύστασης, καθόσον καταρτίζεται και με απλό έγγραφο χωρίς βεβαία χρονολογία και τον τρόπο γνωστοποίησης, η οποία γίνεται αποκλειστικά με την επίδοση αντιγράφου της ενεχυρικής συμβάσεως από οποιονδήποτε από τους συμβαλλόμενους και β) ως προς τα αποτελέσματα. Ειδικότερα, ως προς τα αποτελέσματα του ειδικού αυτού ενεχύρου, το άρθρο 39 του πιο πάνω ν.δ. ορίζει ότι η ενεχύραση συνεπάγεται εκχώρηση της απαιτήσεως από τον οφειλέτη προς την πιστώτρια (§ 1) και ότι από την επίδοση, η πιστώτρια θεωρείται ότι νέμεται την απαίτηση (§ 3), ενώ κατά το άρθρο 44 η πιστώτρια δικαιούται να εισπράξει την ενεχυρασμένη απαίτηση και να αποδώσει στον οφειλέτη το μέρος της απαιτήσεως που απέμεινε μετά την εξόφληση της. Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων και ιδίως του άρθρου 39, τα αποτελέσματα της ενεχυράσεως ταυτίζονται βασικά με εκείνα που επιφέρει η ενεχύραση απαιτήσεως κατά τον ΑΚ. Διαφοροποίηση ανακύπτει μόνο, κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 44, ως προς τον τρόπο πραγματώσεως του ενεχύρου και συγκεκριμένα την εξουσία προς είσπραξη της απαιτήσεως. Επομένως, τα αποτελέσματα της ενεχυράσεως κατά το άνω ν.δ. ρυθμίζονται πρώτα από το ειδικό και γενικό δίκαιο του ενεχύρου και μόνο επικουρικά, εφόσον δεν αντίκειται στη φύση του ενεχυρικού δικαιώματος, από τις διατάξεις για την εκχώρηση. Η εκχώρηση αυτή δεν φτάνει μέχρι του σημείου να υπερακοντίζει τον σκοπό για τον οποίο συνομολογείται η ενεχύραση, που είναι η εξασφάλιση της πιστώτριας τράπεζας και με την έννοια αυτή δεν συνεπάγεται μία τέλεια, απόλυτη και οριστική διάθεση της απαίτησης προς την τράπεζα, με την έννοια της ΑΚ 455, αλλά «πλασματική», «περιορισμένη», που τα αποτελέσματα της ρυθμίζονται κατά πρώτο λόγο από το ενεχυρικό δίκαιο, επικουρικά δε από τις περί εκχωρήσεως διατάξεις, όπως προεκτέθηκε. Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε από τον νομοθέτη του ν.δ. για να είναι αναμφίβολο ότι η ενεχυρούχος τράπεζα έχει δικαίωμα να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση τόσο πριν, όσο και μετά τη λήξη του ασφαλιζόμενου χρέους, ζήτημα που αμφισβητείτο τότε, λόγω των ατελειών του προϊσχύσαντος περί ενεχύρου νόμου (βλ. Δημάκου στον Αστ. Κωδ. Γεωργιάδη/Σταθόπουλου τόμ. VI υπ` άρθρα 1247 - 1248 κεφ. V §§ 72-83). Έτσι, κατά παρέκκλιση όσων ισχύουν στο κοινό ενέχυρο (1254 εδ. 2 ΑΚ), στο ενέχυρο του ως άνω ν.δ., η τράπεζα έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνη αυτή την απαίτηση, ενώ στο ενέχυρο του ΑΚ, μόνο από κοινού με τον ενεχυράσαντα οφειλέτη (ΕφΑθ 5740/2011, ΔΕΕ 2012. 131). 

II). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 731, 732 και 692 § 4 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις και αποσκοπεί στην εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της καταστάσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα τηρηθεί ο κανόνας της τελευταίας διατάξεως του άρθρου 692 § 4, με την οποία ορίζεται ότι το ασφαλιστικό μέτρο δεν πρέπει να συνίσταται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση, με εξαίρεση μόνο τη διάταξη του άρθρου 728 του ίδιου Κώδικα. Σκοπός δηλαδή των ασφαλιστικών μέτρων είναι να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η επίδικη σχέση και όχι να ματαιωθεί ο πρακτικός σκοπός της κυρίας δίκης στην οποία και μόνο θα κριθεί οριστικά η έννομη σχέση (βλ. Τζίφρα, Ασφαλ. μέτρα, έκδ. 1985, σ. 57, ΜΠρΑΘ 7007/1982, ΕλλΔνη 23. 332, ΜΠρθεσ 2945/1996, ΕλλΔνη 1997. 177). Εξ άλλου, ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή και στο ασφαλιστικό μέτρο της ρύθμισης κατάστασης, το οποίο διαφέρει, κατά τον σκοπό του, από τα άλλα ασφαλιστικά μέτρα, αφού κι αυτό συνδέεται με κάποιο δικαίωμα που πρέπει να προστατευθεί προσωρινά για την αποτροπή δημιουργίας έως την περάτωση της κύριας διαγνωστικής δίκης, αμετακλήτων καταστάσεων, που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τον πρακτικό σκοπό της δίκης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, άρθρο 692 ΚΠολΔ, με περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία). 

Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα με την κρινόμενη αίτηση της, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου και του αιτήματος αυτής, εκθέτει ότι δυνάμει της υπ` αριθ. [...] από [...] συμβάσεως χρεολυτικού δανείου, η καθ` ης χορήγησε σ` αυτήν (αιτούσα) δάνειο ύψους 120.000 ευρώ, το οποίο εκταμιεύτηκε στις 30.1.2008 και κατατέθηκε σε σχετικό λογαριασμό που τηρεί στο υποκατάστημα της καθ` ης στην πόλη της Βέροιας, για τη δημιουργία υδροηλεκτρικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, κατά τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως αυτής, προς εξασφάλιση δε της απαιτήσεως της καθ` ης, πηγάζουσα από την εν λόγω σύμβαση και από κάθε συναφή προς αυτήν αιτία, για κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, φόρους κ.λπ., συνέστησε στις 27.2.2008 υπέρ αυτής (καθ` ης) δικαίωμα ενεχύρου, επί της απαιτήσεως της (αιτούσας) κατά του «ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ» και ήδη «ΛΑΓΗΕ ΑΕ» από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση πώλησης και αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και επί κάθε άλλης απαιτήσεως της κατ` αυτής «ΛΑΓΗΕ ΑΕ». Ότι παρόλο που μέχρι τον Φεβρουάριο του 2014 η καθ` ης από τα ποσά της ενεχυρασθείσας απαίτησης που εισέπραττε παρακρατούσε μόνο το ποσό της κάθε επόμενης δόσης του δανείου, αποδίδοντας στην αιτούσα τα υπόλοιπα, η καθ` ης κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του τρέχοντος έτους παράνομα και καταχρηστικά και κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών και των διατάξεων περί Τραπεζών δέσμευσε τα εισερχόμενα εμβάσματα από τη ΛΑΓΗΕ ΑΕ, ύψους 19.712,24 ευρώ και 16.566,99 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά 36.302,16 ευρώ και δεν τα μετέφερε στον τηρούμενο από την αιτούσα υπ` αριθ. [...] λογαριασμό από τον οποίο δύναται να πραγματοποιεί τις τραπεζικές της συναλλαγές, με αποτέλεσμα ενώ η ασφαλιζόμενη απαίτηση της καθ` ης δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, η τελευταία να στερεί στην αιτούσα την είσπραξη των χρημάτων.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη, αφενός παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά της καθ` ης, αφετέρου δε τη συνδρομή λόγων επείγουσας περίπτωσης και επικείμενου κινδύνου, συνιστάμενου στην αδυναμία είσπραξης και ελεύθερης χρήσης των εισερχόμενων από τη ΛΑΓΗΕ ΑΕ εμβασμάτων, ζητά τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και συγκεκριμένα: α) να διαταχθεί η αποδέσμευση των εισερχόμενων εμβασμάτων (στον λογαριασμό με αριθμό ...) από την ΛΑΓΗΕ ΑΕ για τους μήνες Μάρτιο (ημερομηνία εμβάσματος 6.3.2014 ποσού 19.712,24 ευρώ) και Απρίλιο (ημερομηνία εμβάσματος 2.4.2014 ποσού 16.566,99 ευρώ), ήτοι συνολικά ποσού 36.302,16 ευρώ και η καταβολή - απόδοση - μεταφορά τους στον λογαριασμό με αριθμό [...] από τον οποίο η αιτούσα δύναται να πραγματοποιεί τραπεζικές συναλλαγές και β) να απειληθεί σε βάρος της καθ` ης χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για κάθε παράβαση των διατάξεων των όρων της παρούσας. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682, 683, 686επ ΚΠολΔ), πλην όμως είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου είναι η προσβολή δικαιώματος του αιτούντος και η συνακόλουθη γέννηση της αντίστοιχης αξίωσης του (ΜΠρΛαμ 473/2013, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΧαλκ 864/2006, ΜΠρθεσ 17800/2002, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΧαλκ 695/1993, ΕλλΔνη 35. 194, ΜΠρΠατρ 382/1991, ΑρχΝ 42. 308, ΜΠρΑΘ 6800/1989, Αρμ 1991. 1204, ΜΠρΑΘ 15500/1988, ΕλλΔνη 30. 640). 
Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτούσας, μέχρι τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους η καθ` ης, από τα ποσά της ενεχυρασθείσας απαίτησης που εισέπραττε, παρακρατούσε - δέσμευε μόνο το ποσό της επόμενης δόσης του δανείου της αιτούσας, αποδίδοντας εν συνεχεία σ` αυτήν τα υπόλοιπα. Η άρνηση όμως της καθ` ης, παρά τις οποιεσδήποτε αντιρρήσεις της αιτούσας, να συνεχίσει να τηρεί τη συναλλακτική πρακτική που ακολούθησε στο παρελθόν, η οποία γινόταν από ελευθεριότητα και όχι από νομική ή συμβατική υποχρέωση, αποτελούσα ενάσκηση φυσικής της ελευθερίας - ευχέρειας, δηλαδή εκδήλωση της προσωπικότητας της, η οποία προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος), είναι ανεξέλεγκτη δικαστικά. Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η καθ` ης να αποδέχεται το αίτημα της αιτούσας για μειωμένη παρακράτηση της ενεχυρασθείσας απαίτησης, καθόσον και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο Ι) μείζονα σκέψη η καθ` ης δικαιούται με βάση τη σύμβαση ενεχυρίασης που συνήψε με την αιτούσα να παρακρατεί οποιοδήποτε ποσό της ενεχυρασθείσας απαίτησης που εισπράττει, μέχρι το εκάστοτε ύψος της ασφαλιζόμενης απαίτησης της, αποδίδοντας στην αιτούσα μόνο το υπερβάλλον, δεν υφίσταται αξίωση προστατεύσιμη της τελευταίας και το Δικαστήριο δεν δικαιούται να διατάξει την καθ` ης να προβεί στην αποδέσμευση των εισερχόμενων εμβασμάτων από τη ΛΑΓΗΕ ΑΕ και εν συνεχεία στην απόδοση τους στον λογαριασμό της αιτούσας, ούτε κατόπιν σχετικής αγωγής, ούτε κατόπιν αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά τη μάλλον κρατούσα άποψη στη νομολογία, οι φυσικές ελευθερίες-ευχέρειες του ανθρώπου, όπως η δυνατότητα να συνάπτει ή να αποκρούει κανείς τις προτεινόμενες συμβάσεις, δεν υπόκειται στον περιορισμό της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ (βλ. ΑΠ 5/2001, ΕλλΔνη 42. 671, ΟλομΑΠ 33/1987 (με μειοψηφία 14 μελών), ΕλλΔνη 39. 98, ΟλομΑΠ 34/1987 (με μειοψ.), ΟλομΑΠ 48/1987 (με μειοψ.), ΑΠ 1087/1987, ΝοΒ 36. 1437, ΑΠ 404/1987, ΝοΒ 36. 907, ΕφΑΘ 770/1991, Αρμ 1991. 343). Περαιτέρω, ανεξάρτητα από τις ανωτέρω παραδοχές, με βάση τα όσα συνομολογεί η αιτούσα, δεν πιθανολογείται η συνδρομή λόγων επείγουσας περίπτωσης και επικείμενου κινδύνου, καθόσον μέχρι σήμερα η καθ` ης καταλογίζει κάθε ποσό της ενεχυρασθείσας απαίτησης που εισπράττει στον τηρούμενο μεταξύ τους λογαριασμό δανείου μέχρι το εκάστοτε ύψος της ασφαλιζόμενης απαίτησης της, όπως άλλωστε δικαιούται σύμφωνα με τον νόμο και τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να μειώνεται ισόποσα το παθητικό της περιουσίας της αιτούσας με κάθε καταβολή, ήδη δε όπως συνομολογεί και η αιτούσα έχει εισπραχθεί το σύνολο της ασφαλιζόμενης απαίτησης ποσού 45.000 ευρώ και αναμένεται η καταβολή σ` αυτήν (αιτούσα) από την καθ` ης του υφιστάμενου υπολοίπου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερα δυσχερούς ερμηνείας των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρο 179 περ. β` ΚΠολΔ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis