Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Καταχραστές Δημοσίου, πλαστογραφία με χρήση, απάτη

Συμβούλιο Εφετών Θεσ/ κης 196/ 2016.

Πρόεδρος: Α. Μιχαλοπούλου Μέλη: Χ. Κυρτσίδης, Ι. Αργυροπούλου (Εισηγήτρια).
Εισαγγελέας: Θ. Λιούτας, Αντεισαγγελέας.

Περίληψη. Καταχραστές δημοσίου. Πλαστογραφία μετά χρήσεως εις βάρος του ελληνικού δημοσίου άνω των 150.000 €. Κακουργηματική απάτη εις βάρος του ελληνικού δημοσίου άνω των 150.000 €. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πλαστογραφία πιστοποιητικού. Διάκρισή της από την κοινή πλαστογραφία. Αντικείμενο της κατά το ά. 217 ΠΚ πλαστογραφίας πιστοποιητικού δεν συνιστούν όλα τα κατά το ά. 13 εδ. γ΄ΠΚ έγγραφα, αλλά μόνο πιστοποιητικά ή μαρτυρικά ή άλλο συναφές έγγραφο.
Επιπλέον απαιτείται σκοπός του υπαιτίου που αποβλέπει στην άμεση συντήρησή του κ.λπ. Στην περίπτωση, ωστόσο, που από την πλαστογραφία βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις αυτού ή αν η πλαστογραφία γίνεται με άλλο σκοπό, τότε δεν στοιχειοθετείται η πλαστογραφία πιστοποιητικού, αλλά η κοινή πλαστογραφία. Πραγματικά περιστατικά. Κατάρτιση από τον κατηγορούμενο πλαστού εγγράφου, και δη βεβαίωσης σπουδών, με σκοπό την παραπλάνηση των οργάνων της ΕΛ.ΑΣ., προκειμένου να επιτύχει τη συμμετοχή του σε διαγωνισμό και την πρόσληψή του στην ΕΛ.ΑΣ. ως συνοριακός φύλακας. Ένταξή του, εν συνεχεία, στο αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων. Άμεσες δυσμενείς συνέπειες στα εννόμως προστατευόμενα συμφέροντα του ελληνικού δημοσίου. Ισχυρισμός περί μη συνδρομής παράνομης βλάβης του ελληνικού δημοσίου. Απορριπτέος ο ισχυρισμός, αφού ακολούθησε πρόσληψη και καταβολή χρηματικού ποσού που αντιστοιχούσε στις τακτικές αποδοχές. Παραπομπή για πλαστογραφία μετά χρήσεως εις βάρος του ελληνικού δημοσίου και για κακουργηματική απάτη εις βάρος του ελληνικού δημοσίου.

Κατά του κατηγορουμένου Χ.Α., κατοίκου Θέρμης Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη για τις πράξεις: α) της πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό το όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 150.000,00 ευρώ και β) της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό το όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000,00 ευρώ (άρθρα 216 παρ. 1, 3α΄, 386 παρ. 1, 3β΄ του ΠΚ και 1 παρ. 1 του Ν 1608/1950). Για τις πράξεις αυτές διενεργήθηκε κύρια ανάκριση, μετά το νομότυπο πέρας της οποίας με την απολογία του κατηγορουμένου, κατ’ άρθρο 270 παρ. 1 εδ. α΄ του ΚΠΔ, και τη γνωστοποίηση του τέλους της ανάκρισης προς αυτόν, εισάγεται με την προπαρατιθέμενη εισαγγελική πρόταση, παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του παρόντος αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπον Συμβουλίου, η υπό κρίση υπόθεση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 4, 138 παρ. 1, 2, 308 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως η τελευταία διάταξη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 15 παρ. 1 του N 3904/2010), 309 παρ. 1 ΚΠΔ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 18 παρ. 1 του N 3904/2010) και 316 παρ. 2 του ΚΠΔ.

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Η χρήση του εγγράφου από τον υπαίτιο της κατάρτισης ή της νόθευσης θεωρείται επιβαρυντική περίσταση, στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς, όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον και δώσει σ’ αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει γνώση πράγματι ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας προσλαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 2α΄, β΄ του N 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000,00 ευρώ και ήδη 120.000,00 ευρώ μετά την περαιτέρω τροποποίησή της με την παρ. 1β΄ του άρθρου 25 του N 4055/2012. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως διά μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διάταξης για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ’ εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, διά της συστηματικής ένταξής της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008, ΑΠ 553/2015, ΑΠ 64/2014). Εξάλλου ως «περιουσιακό όφελος» νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, που επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 120.000,00 ευρώ. Ζημιούμενος αμέσως από το ως άνω έγκλημα δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του (ΑΠ 553/2015, ΑΠ 1944/2010). Άλλωστε για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (ΑΠ 144/2014, ΝΟΜΟΣ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ιδίου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού συνίσταται στην κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου δημοσίου ή ιδιωτικού, που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος, σχετικά με τις παραπάνω βιοτικές ανάγκες χωρίς όμως εντεύθεν να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου. Δηλαδή, ο δράστης πρέπει να περιορίζει την ωφέλειά του στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησής του κ.λπ., χωρίς να ενδιαφέρουν τα κίνητρα αυτού, ενώ δεν πρέπει να βλάπτεται ευθέως άλλος στις έννομες σχέσεις ή να υπάρχει και άλλος σκοπός, εκτός από τους ανωτέρω, διότι, άλλως, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 216 ΠΚ. Η διαφορά μεταξύ της διάταξης του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής του άρθρου 217 ΠΚ συνίσταται, αφενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ΄ ΠΚ έγγραφα, αλλά μόνο τα σ’ αυτό αναφερόμενα, αφετέρου δε στον ειδικό σκοπό για τον οποίο το έγκλημα του άρθρου 217 ΠΚ τελείται. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, πρώτον, ότι, αντικείμενο της κατά το άρθρο 217 πλαστογραφίας δεν συνιστούν όλα τα κατά το άρθρο 13γ΄ του ΠΚ έγγραφα, αλλά μόνο πιστοποιητικά ή μαρτυρικά ή και άλλο έγγραφο στοιχείο συναφές, δυνάμενο, συνήθως, να χρησιμοποιηθεί ως τέτοιο και δεύτερον ότι ο συνδεόμενος με την τέλεση του αδικήματος του άρθρου 217 ΠΚ σκοπός του υπαιτίου πρέπει να αποβλέπει αποκλειστικώς στην άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο του δράστου ή κάποιου άλλου, χωρίς όμως η προσδοκώμενη από την πράξη ωφέλεια ή η αντίστοιχη ζημία τρίτου να έχουν τη σημασία, την οποία έχουν για τη θεμελίωση της βασικής διάταξης του άρθρου 216 ΠΚ. Στην περίπτωση όμως που από την πλαστογραφία βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες αυτού σχέσεις, ή το συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας, ή αν, γενικότερα, η πλαστογραφία γίνεται για άλλο σκοπό, εκτός του από το άρθρο 217 αναφερόμενου, τότε, και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα από το ίδιο άρθρο ως πιστοποιητικά ή μαρτυρικά, εφαρμοστέα τυγχάνει η βασική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ και όχι η ειδική διάταξη του άρθρου 217 ΠΚ (ΑΠ 957/2013, ΑΠ 1053/2012, ΑΠ 950/2011, ΑΠ 78/2010).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται η προς το σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου. Τέτοια μείωση της περιουσίας του παθόντος συνιστά και η από μέρους του ανάληψη υποχρέωσης χωρίς ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης αντίστοιχης αξίας από το δράστη, όπως και η καταβολή παροχής χωρίς λήψη αντίστοιχης αντιπαροχής (ΑΠ 8/2014, ΝΟΜΟΣ). Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, ενώ βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε πριν από τη διάθεση που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν, έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. «Περιουσιακό όφελος» είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστη ή άλλου, καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Και ναι μεν δεν υπάρχει βλάβη όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται από μία ισάξια αντιπαροχή, η οποία περιήλθε στον εξαπατηθέντα από την πράξη την οποία αυτός παραπείσθηκε να διαπράξει, πλην αυτό προϋποθέτει ότι η αντιπαροχή είναι νόμιμη. Στην περίπτωση, π.χ., όπου κάποιος, προσκομίζοντας πλαστό πτυχίο, πετύχει να προσληφθεί σε δημόσια θέση, αν και δεν έχει τα νόμιμα προσόντα να καταλάβει αυτή τη θέση και συνεπώς να παράσχει τις υπηρεσίες που παρέχει όποιος έχει τις απαιτούμενες γνώσεις και τα νόμιμα προσόντα, και προσελήφθη εκ του λόγου αυτού παρανόμως, δεν μπορεί να επικαλεσθεί ότι η ζημία του Δημοσίου από την καταβολή σ’ αυτόν αποδοχών της θέσης που παρανόμως κατέλαβε έχει ισοσταθμισθεί από την παροχή της (μη νόμιμης) εργασίας του και ότι, επομένως, δεν έχει τελεσθεί το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 196/ 2015). Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται και έτσι υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακώς βλαπτόμενο, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης (ΑΠ 28/2013, ΑΠ 338/2013, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν 2721/1999, και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000,00 ευρώ και ήδη 30.000,00 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000,00 ευρώ, και ήδη 120.000,00 ευρώ μετά την περαιτέρω τροποποίησή της με την παρ. 1δ΄ του άρθρου 25 του Ν 4055/2012 (ΑΠ 627/2014).

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν 1608/1950 «Για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.», όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 5 του άρθρου 4 του Ν 1738/1987 και με το άρθρο 2 του Ν 1877/1990, αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 36 του Ν 2172/1993, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216 και 386 του ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000,00 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρύ χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Στην περίπτωση αυτή, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περίστασης, με ισόβια κάθειρξη. Επομένως οι ένοχοι των αδικημάτων που προβλέπονται στο Ν 1608/1950, τα οποία τελούνται σε βάρος του Δημοσίου ή των προαναφερομένων νομικών προσώπων, τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, ο οποίος δεν καθιερώνει διαφορετικά εγκλήματα, αλλά απλώς τιμωρεί αυστηρότερα τον δράστη όταν τα εγκλήματα που παρατίθενται σ’ αυτόν στρέφονται κατά των ανωτέρω, στην περίπτωση δηλαδή αυτή, που τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης στρέφονται κατά του Δημοσίου και των ανωτέρω ν.π., και το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000,00 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη (άρθρο 52 ΠΚ), χωρίς δηλαδή τον περιορισμό, σε σχέση με το ανώτατο όριο ποινής, των δέκα ετών των άρθρων 216 παρ. 3 και 386 παρ. 3 του ΠΚ, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περίστασης, με ισόβια κάθειρξη (ΑΠ 627/2014, ΑΠ 648/2014, ΑΠ 456/2013, ΑΠ 609/2012).

Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας, που συγκεντρώθηκε κατά τη διενέργεια της κύριας ανάκρισης και ειδικότερα από την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν, κατά την κρίση του παρόντος Συμβουλίου, πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία, υπάρχει ικανή βεβαιότητα, σε βαθμό τουλάχιστον αποχρωσών ενδείξεων, για την αλήθεια της αποδιδόμενης σ’ αυτόν κατηγορίας. Πλέον συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι κατά τη διενέργεια του διαγωνισμού κατόπιν της υπ’ αριθ. 6000/2/360-η΄/30.5.2001 προκήρυξης, για την πρόσληψη ανδρών και γυναικών ως συνοριακών φυλάκων, ο κατηγορούμενος υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, ως δικαιολογητικό για τη συμμετοχή του στον εν λόγω διαγωνισμό, στη Θεσσαλονίκη και σε μη επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό σημείο, αλλά σε κάθε περίπτωση εντός του χρονικού διαστήματος από το μήνα Μάιο μέχρι και τις αρχές Ιουλίου έτους 2001, το υπ’ αριθ. πρωτ. .../11.8.2000 «Αποδεικτικό απολύσεως» του 4ου Ενιαίου Λυκείου Τ...., με γενικό βαθμό «17 και 4/11» και διαγωγή «κοσμιωτάτη». Το έγγραφο αυτό είναι εξ υπαρχής πλαστό ως προς όλα τα αναγραφόμενα σ’ αυτό στοιχεία, και ειδικότερα: α) ως προς τον αριθμό πρωτοκόλλου «.../11.8.2000», ο οποίος αντιστοιχεί στην απόφοιτο του ανωτέρω Λυκείου Ρ.Π., που φέρει όμως ημεροχρονολογία αποφοίτησης αυτής από το υπόψη σχολείο την 25.9.2000, αντί της αναγραφόμενης στο πλαστό έγγραφο «17.8.2000», β) ως προς τον αριθμό μητρώου μαθητών «....», ο οποίος ανήκει στην απόφοιτο Ά.Μ., που απέκτησε τον υπ’ αριθ. .../28.6.1999 απολυτήριο τίτλο, γ) ως προς τον αριθμό πρωτοκόλλου του απολυτηρίου τίτλου «.../28.6.93», και ως προς την αναγραφόμενη επιμέρους και κατά μέσον όρο βαθμολογία, που δεν αφορούν στον κατηγορούμενο, αφού από τα τηρούμενα αρχεία του ανωτέρω Λυκείου προκύπτει ότι αυτός δεν φοίτησε σε καμία τάξη αυτού. Με βάση το πλαστό αυτό έγγραφο, που κατάρτισε ο κατηγορούμενος και το χρησιμοποίησε προσκομίζοντάς το στην υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, συμμετείχε στον άνω διαγωνισμό και προσλήφθηκε αυτός στις 20.7.2001 με την υπ’ αριθ. 6000/2/360- νε΄/18.7.2001 απόφαση του Αρχηγού Ελληνικής Αστυνομίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 255/τ.Γ/17.10.2001, ως συνοριακός φύλακας και ακολούθως εντάχθηκε στο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας ως αστυνομικός γενικών καθηκόντων μέχρι τις 30.9.2015, οπότε, κατόπιν ανάκλησης της ανωτέρω απόφασης πρόσληψης κατά το συγκεκριμένο σκέλος, απολύθηκε αυτός. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα της απασχόλησής του στην Ελληνική Αστυνομία καταβλήθηκαν στον κατηγορούμενο από το Ελληνικό Δημόσιο οι τακτικές μικτές αποδοχές, μετά των επιδομάτων επιχειρησιακής ετοιμότητας, της ειδικής αποζημίωσης για την πέραν του πενθημέρου απασχόληση την εβδομάδα και της εκλογικής αποζημίωσης, συνολικού ποσού 286.980,00 ευρώ. Τη μη γνησιότητα του ανωτέρω εγγράφου ομολογεί ο κατηγορούμενος.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο κατηγορούμενος κατάρτισε και έκανε χρήση του επίμαχου πλαστού εγγράφου βεβαίωσης σπουδών του, που αποτελεί πιστοποιητικό και υπάγεται στην κατηγορία των εγγράφων του άρθρου 217 του ΠΚ, με σκοπό, παραπλανώντας τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας, στα οποία υποβλήθηκε αυτό και έλαβαν γνώση του περιεχομένου του, να επιτύχει τη συμμετοχή του στον σχετικό διαγωνισμό και την πρόσληψή του στην Ελληνική Αστυνομία, σε θέση δηλαδή για την οποία ήταν απαραίτητη η κατοχή του άνω τίτλου σπουδών. Εφόσον λοιπόν η πλαστογραφία αυτή είχε άμεσες δυσμενείς συνέπειες στα εννόμως προστατευόμενα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου, αφού προσλήφθηκε ο κατηγορούμενος στην Ελληνική Αστυνομία ως συνοριακός φύλακας και στη συνέχεια εντάχθηκε στο αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων και αποκόμισε περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, ανερχόμενο τουλάχιστον στο προαναφερόμενο ποσό των 286.980,00 ευρώ, το έγκλημα που συγκροτείται λόγω της πλήρωσης τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόστασής του είναι αυτό της πλαστογραφίας μετά χρήσεως του άρθρου 216 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Ν 1608/1950, και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 217 ΠΚ, η οποία καθιδρύει ειδική νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της πλαστογραφίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην υπό στοιχ. I μείζονα σκέψη, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο. Εξάλλου, με την υποβολή του παραπάνω πλαστού εγγράφου στην υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας ο κατηγορούμενος έπεισε τους υπαλλήλους αυτής περί της κατοχής από αυτόν νόμιμου τίτλου σπουδών και της επάρκειάς του για τη συμμετοχή του στον σχετικό διαγωνισμό και πρόσληψή του, αν και γνώριζε την ανυπαρξία των σχετικών προσόντων, και ακολούθησε αιτιωδώς η πρόσληψή του και η καταβολή σ’ αυτόν του προαναφερομένου χρηματικού ποσού των 286.980,00 ευρώ, που, εφόσον αντιστοιχούν στις τακτικές μικτές αποδοχές, μετά των επιδομάτων επιχειρησιακής ετοιμότητας, της ειδικής αποζημίωσης για την πέραν του πενθημέρου απασχόληση την εβδομάδα και της εκλογικής αποζημίωσης, για τη θέση που παρανόμως κατέλαβε, δεν μπορεί να ισοσταθμισθεί από την παροχή της μη νόμιμης εργασίας που παρείχε ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην υπό στοιχ. III μείζονα σκέψη, απορριπτομένου του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί μη συνδρομής παράνομης περιουσιακής βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου. Με όλες τις άνω ψευδείς παραστάσεις του, αλλά και με την αθέμιτη απόκρυψη του γεγονότος ότι είχε πλαστογραφήσει τον προσκομιζόμενο τίτλο σπουδών και ότι δεν κατείχε απολυτήριο του 4ου Γενικού Λυκείου Τ.... με τους αναφερόμενους βαθμούς σε αυτό και τη χρήση του πλαστού αυτού τίτλου, σκόπευσε και επέτυχε ο κατηγορούμενος να καρπωθεί τουλάχιστον το ποσό των 286.980,00 ευρώ, παραπλανώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι, εάν γνώριζαν την πλαστότητα του εν λόγω αποδεικτικού απόλυσης δεν θα επέτρεπαν τη συμμετοχή του στον ανωτέρω διαγωνισμό ούτε θα προέβαιναν στην πρόσληψή του και στη θέση του θα προσλαμβανόταν κάποιος τρίτος, ο οποίος θα είχε τις τυπικές προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και την πρόσληψή του.

Κατ’ ακολουθίαν, ο κατηγορούμενος πρέπει να παραπεμφθεί, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 1 εδ. ε΄, 313 του ΚΠΔ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον, σύμφωνα με τα άρθρα 111, 119, 122 παρ. 1 του ΚΠΔ, για να δικαστεί για τις αναφερόμενες στο διατακτικό του παρόντος πράξεις, ήτοι για πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α΄, 27 παρ. 1 και 2β΄, 51, 52, 60, 63, 65, 79, 216 παρ. 1 και 3 εδ. α΄, 386 παρ. 1 και 3 περ. β΄ του ΠΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν 1608/1950. [...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis