Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε, κατάσχεση, ειδικά περιουσιακά στοιχεία.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Δ', 1580/ 2008.  

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες. 

Περίληψη. Αναγκαστική εκτέλεση. Κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων. Διαδικασία επιβολής της κατάσχεσης αυτής. Ειδικότερα η έννοια του περιουσιακού δικαιώματος, τελούντος σε κατάσχεση. Κοινοτικοί κανόνες για την ενίσχυση της κοινής γεωργοκτηνοτροφικής πολιτικής. Οι σχετικές αξιώσεις των κοινοτικών ενισχύσεων δεν υπόκεινται σε κατάσχεση. Εξαιρετικές προϋποθέσεις μεταβίβασης των αξιώσεων αυτών. Απορρίπτεται η ένδικη αίτηση για επιβολή κατάσχεσης των αξιώσεων αυτών
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1022 ΚΠολΔ κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα του καθ` ού η εκτέλεση, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1, 2 982 και 992 ΚΠολΔ, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση των δικαιωμάτων αυτών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1023 του ίδιου Κώδικα η κατάσχεση των δικαιωμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 1022 διατάσσεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ. Με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης δίνει στο δανειστή τη δυνατότητα να κατάσχει οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα του οφειλέτη και ολοκληρώνεται έτσι ο κύκλος των υποκειμένων σε κατάσχεση δικαιωμάτων του, δεδομένου ότι στο άρθρο 1022 ΚΠολΔ υπάγεται ό,τι δεν εμπίπτει στα άλλα είδη κατασχέσεων, ώστε να καταστεί υπέγγυα στους δανειστές ολόκληρη η περιουσία του οφειλέτη και να μην διαφεύγει κανένα αντικείμενο που είναι δυνατό με τη δέσμευση και την κατάλληλη αξιοποίησης να καταλήγει στην ικανοποίηση των δανειστών. Oπως προαναφέρθηκε, προϋποθέσεις για την επιβολή κατάσχεσης, κατά το άρθρο 1022 ΚΠολΔ, είναι η ύπαρξη περιουσιακού δικαιώματος (άλλου από τα αναφερόμενα στα άρθρα 953, 982 και 992 ΚΠολΔ), δεκτικού μεταβίβασης και η έκδοση δικαστικής αποφάσεως. Ως περιουσιακό δικαίωμα νοείται αυτό που έχει χρηματική αξία στις συναλλαγές, ήτοι όταν υπάρχει η δυνατότητα μετατροπής του σε χρήμα ή έστω η δυνατότητα πορισμού χρημάτων από αυτό με τον τρόπο αξιοποίησης που προβλέπει το άρθρο 1024 ΚΠολΔ. Πρέπει να σημειωθεί ότι αμεταβίβαστο είναι το δικαίωμα όταν η απαγόρευση της μεταβίβασης προκύπτει από διάταξη νόμου ή είναι συνέπεια του προσωποπαγούς χαρακτήρα του. 
Εξάλλου, οι Κανονισμοί της ΕΟΚ (ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης) είναι δεσμευτικοί και ισχύουν άμεσα στα Κράτη-μέλη της, σύμφωνα με το άρθρο 189 της από 25-3-1957 Συνθήκης της Ρώμης για την ίδρυση της ΕΟΚ με βάση την από 28-5-1979 Συνθήκη Προσχώρησης της Ελλάδος στην ΕΟΚ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 945/1979 και ισχύει από 1.1.1981. Έτσι, στο πλαίσιο της κοινής Αγροτικής Πολιτικής με τους Κανονισμούς 1792/2003 και 795/2004 θεσπίστηκαν λεπτομερείς κοινοί κανόνες εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης που προβλέπεται στον πρώτο από τους ως άνω Κανονισμούς (1782/2003) για θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του ΚΑΝ (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου κάθε αγρότης λαμβάνει δικαίωμα ενίσχυσης ανά εκτάριο που υπολογίζεται από τη διαίρεση του ποσοστού αναφοράς με τον τριετή μέσο αριθμό όλων των εκταρίων, τα οποία κατά την περίοδο αναφοράς έδινε το δικαίωμα στις άμεσες ενισχύσεις του παραρτήματος VI. Ως προς τους κτηνοτρόφους ο τρόπος υπολογισμού γίνεται με βάση τον αριθμό των ζώων, τα οποία πρέπει, αν βόσκουν σε ορισμένη έκταση, με βάση την έκταση αυτή να υπολογίζονται τα δικαιώματα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 44,45 και 46 ως άνω Κανονισμού, το κάθε δικαίωμα γεννά αξίωση καταβολής ποσού που καθορίζεται στο δικαίωμα ενίσχυσης. Αν τα δικαιώματα αυτά δεν χρησιμοποιηθούν για μια τριετία διατίθενται στο εθνικό απόθεμα. Τα δικαιώματα ενίσχυσης μπορούν να μεταβιβάζονται μόνο σε άλλο γεωργό εγκατεστημένο στο ίδιο κράτος-μέλος, πλην της περιπτώσεως μεταβίβασης υφισταμένης ή αναμενόμενης κληρονομίας. Εξάλλου, σε εφαρμογή των ανωτέρω Κανονισμών (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου και 795/2004 της Επιτροπής, εκδόθηκε η ΥΑ 292/2005, η οποία τροποποιήθηκε με την ΥΑ 262/2006. Με τις ως άνω ΥΑ, οι οποίες δημοσιεύθηκαν νόμιμα (ΦΕΚ τεύχος Β 1122/9.8.2005 και 422/7.4.2006), καθορίστηκαν συμπληρωματικά διοικητικά μέτρα εφαρμογής και υπολογισμού του αριθμού και της αξίας των δικαιωμάτων στους δικαιούχους της ενιαίας ενίσχυσης σε εφαρμογή των πιο πάνω Κανονισμών. Ειδικότερα, με το άρθρο 29 της ΥΑ 292/2005 και το άρθρο 6 της ΥΑ 262/2006 ρυθμίζεται η διαδικασία ενεργοποίησης των οριστικών δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης η οποία γίνεται μόνο ύστερα από αίτηση των δικαιούχων γεωργών. Ως αρμόδιος φορέας για τον υπολογισμό του αριθμού και της αξίας των ως άνω δικαιωμάτων έχει οριστεί με άρθρο 5 της ΥΑ 324012/2004 (ΦΕΚ 1921/τ.β/24.12.2004) και το άρθρο 2 της ΥΑ 292/2005 ο Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε), ο οποίος συνεστήθη με το ν. 2637/ 98, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τους ν. 2732/99, 2945/01 και 3147/03. 

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 982 παρ. 2 περ. ε' ΚΠολΔ, όπως αυτής προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 3147/2003, εξαιρούνται από τη κατάσχεση κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε ως τρίτου, μέχρι την κατάθεσή τους στο τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς. Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι τα δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης (ΔΕΕ) μπορούν ανά πάσα στιγμή να μεταβιβάζονται μόνο σε άλλο γεωργό εγκατεστημένο στην ελληνική επικράτεια, πλην της περιπτώσεως κληρονομίας. Αντίθετα, κατά το άρθρο 42 παρ. 8 του Κανονισμού 1782/2003 τα δικαιώματα που αποκτώνται με τη χρησιμοποίηση του Εθνικού Αποθέματος δεν μεταβιβάζονται για χρονική περίοδο πέντε ετών από την απόκτησή τους, πλην της περιπτώσεως της κληρονομίας. Κατά συνέπεια, μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης σε μη γεωργό δεν είναι επιτρεπτή, αφού ο αποδέκτης των δικαιωμάτων αυτών πρέπει να είναι αγρότης και να διαθέτει αντίστοιχη έκταση γης. Αλλά ούτε και κατ` άρθρα 1022 επ. του Κ.Πολ.Δ είναι επιτρεπτή η κατάσχεση των διαχειριζομένων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ ως άνω δικαιωμάτων, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 44 του ΚΑΝ (ΕΚ) 1782/2003, αυτά γεννούν δικαιώματα καταβολής ποσών που καθορίζονται στα δικαιώματα ενίσχυσης, τα οποία, όμως, κατ` άρθρο 982 παρ. 2 περ. ε` Κ.Πολ.Δ, είναι ακατάσχετα στα χέρια του ΟΠΕΚΕΠΕ μέχρι την κατάθεσή τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς. Και τούτο διότι έτσι διευκολύνεται η λειτουργία των θεσπισμένων κοινών κανόνων για το καθεστώς της άμεσης στήριξης των γεωργών στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 21.8.2006 αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ισχυρίστηκαν ότι στον οφειλέτη της πρώτο καθού επέδωσαν, με βάση την τελεσίδικη 60/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, επιταγή προς εκτέλεση για την πληρωμή στον καθένα απ` αυτούς ποσού 1628,71 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού αυτός δεν έχει εμφανή κινητή περιουσία και το μοναδικό ακίνητό του είναι υποθηκευμένο και κατασχεμένο από άλλους δανειστές για ποσά μεγαλύτερα της αξίας του. Όμως, ο πρώτος καθού, όντας γεωργοκτηνοτρόφος, έχει δηλώσει και κατοχυρώσει στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης για 2,22 εκτάρια βαμβάκι, αξίας 2041,40 ευρώ, και για 95 αιγοπρόβατα αξίας 1.946,92 ευρώ, για τα οποία έχει εκδοθεί από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, βάσει του άρθρου 33 του ΚΑΝ (ΕΚ) 1782/2003, ο υπ` αριθμ. ...... τίτλος των οριστικών δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης. Γι` αυτό ζήτησαν α) να τους δοθεί από το δικαστήριο άδεια προκειμένου να προβούν σε κατάσχεση των ως άνω δικαιωμάτων του πρώτου καθού, τα οποία αποτελούν ειδικό περιουσιακό στοιχείο και β) να διαταχθεί η μεταβίβαση των ανωτέρω δικαιωμάτων σ` αυτούς (αιτούντες), καθόσον και οι ίδιοι είναι γεωργοκτηνοτρόφοι και γ) επικουρικά να διαταχθεί η διάθεση των εν λόγω δικαιωμάτων αναγκαστικά με δημόσιο πλειστηριασμό. Το Εφετείο, κρίνοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "....Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες, με την με αριθμό κατάθεσης 204/23.8.2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, επικαλούμενοι απαιτήσεις τους κατά του καθού η αίτηση Ψ1, ύψους 1.628,71 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ο καθένας τους, βάσει της αμετάκλητης υπ` αριθμ. 60/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, που δεν έχουν ικανοποιηθεί, ζητούν να τους χορηγηθεί άδεια, κατ` άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, να προβούν προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών στην κατάσχεσης κατά τα αιτούμενα πρόσφορα μέτρα των κατοχυρωμένων στο "Υπουργείο Ανάπτυξης και Τροφίμων" δικαιωμάτων του καθού η αίτηση για 2,2, εκτάρια ή 22,2, στρέμματα βαμβάκι και 95 αιγοπρόβατα με αριθμό τίτλου των οριστικών δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης ..... και αξίας 2.041,40 ευρώ και 1.946,92 ευρώ αντίστοιχα. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι κατά τα διαλαμβανόμενα σ` αυτή, δεν έχει παρέλθει πενταετία από την ενεργοποίησης των επίδικων δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης, με αποτέλεσμα η αδυναμία συμβατικής μεταβίβασης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΥΑ 262/2006 να συνεπάγεται και την αδυναμία κατάσχεσης, καθώς η οικονομική αδυναμία του καθ` ού η αίτηση να εξοφλήσει την οφειλή του προς τους αιτούντες δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε μη νόμιμη την αίτηση και στην συνέχεια την απέρριψε, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε. Συνεπώς, ή έφεση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί..." 
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας την ένδικη αίτηση ως μη νόμιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε ομοίως, κατέληξε σε ορθό διατακτικό αν και με εσφαλμένη αιτιολογία (υπό την κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ έννοια μείζονος προτάσεως δικανικού συλλογισμού). Πράγματι, το προαναφερόμενο ιστορικό και αίτημα της υπό κρίση αίτησης, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, δεν επιτρέπει την εφαρμογή των άρθρων 1022 επ. Κ.Πολ.Δ, γιατί δεν πρόκειται για κατάσχεση περιουσιακού δικαιώματος διαφορετικού από το προαναφερόμενο στο άρθρο 982 επ. Κ.Πολ.Δ, αλλά κατ` ουσίαν, για κατάσχεση απαίτησης σε χείρας, τρίτου για την οποία θα έπρεπε να ακολουθήσει η διαδικασία των άρθρων 982 επ. Κ.Πολ.Δ. Αλλά εν προκειμένω, ούτε η τελευταία αυτή διαδικασία είναι επιτρεπτή σύμφωνα με την άνω διάταξη του άρθρου 982 παρ. 2 περ. ε`Κ.Πολ.Δ, ανεξάρτητα από την επιτρεπόμενη μεταβίβαση, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, των επίμαχων δικαιωμάτων, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην άνω σκέψη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο για εκ πλαγίου παράβαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ιδρύεται όταν η αίτηση ή η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη ή αόριστη. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Απορρίπτει την από 18-7-2007 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 395/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. 
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου ΟΠΕΚΕΠΕ που παραστάθηκε. 
Την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis