Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε, συντηρητική κατάσχεση, τραπεζικό απόρρητο, κοινός λογαριασμός.

Ειρηνοδικείο Λαμίας 423/ 2015.  

Αποτελούμενο από τη Δόκιμη Ειρηνοδίκη Κωνσταντία Καφφέ.

Περίληψη. Ασφαλιστικά μέτρα. Συντηρητική κατάσχεση. Έννοια επείγουσας περίπτωσης ή επικείμενου κινδύνου. Η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη δεν δικαιολογεί από μόνη της την συντηρητική κατάσχεση. Μελλοντικές απαιτήσεις για τις οποίες επιτρέπεται η κατάσχεση στα χέρια τρίτου. Τραπεζικό απόρρητο. Κοινός λογαριασμός τραπέζης. Επιτρεπτή η κατάσχεση μόνο του μέρους της καταθέσεως που αναλογεί στον οφειλέτη του καταθέτη.
Ακατάσχετο των κοινοτικών ενισχύσεων ή επιδοτήσεων στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. Απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, η αίτηση ως προς το ποσό για το οποίο η αιτούσα έχει εξοπλίσει την απαίτησή της με εκτελεστό τίτλο, ώστε να μην χρειάζεται επιπλέον η έκδοση απόφασης με το αιτούμενο μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης. Δεκτή η αίτηση, εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη της απαίτησης από αγορά εμπορευμάτων σε συνδυασμό με την επισφαλή οικονομική κατάσταση του αγοραστή, του οποίου οι λογαριασμοί εμφανίζουν δεσμεύσεις και προκύπτει ότι έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές και προς τρίτα πρόσωπα, χωρίς ταυτόχρονα να διαθέτει αξιόλογη κινητή ή ακίνητη περιουσία. Δυνατότητα του καθού να αντικαταστήσει το μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης με αυτό της εγγυοδοσίας.

Με το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης επέρχεται προσωρινή δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για να εξασφαλιστεί η μελλοντική ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή που πρέπει να είναι χρηματική (ΜΠρΑθ 12451/1997 ΝοΒ 45.1150. ΜΠρΧαλκ 686/1991 Δ. 1992.02). Από τις διατάξεις των άρθρων 682 και 688 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επιτρέπεται και διατάσσεται σε περίπτωση υπάρξεως επικειμένου κινδύνου, ο οποίος απειλεί το επίδικο δικαίωμα ή απαίτηση, και προς αποτροπή αυτού ή σε περίπτωση συνδρομής επειγούσης περιπτώσεως, η οποία επιβάλλει την ταχεία και άμεση λήψη δικαστικών προφυλακτικών μέτρων πριν ή κατά τη διάρκεια της τακτικής διαγνωστικής δίκης. Σε περίπτωση ανυπαρξίας ή μη πιθανολογήσεως των πραγματικών αυτών προϋποθέσεων, δεν δικαιολογείται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία αποτελούν την εξαίρεση του κανόνος κατά τον οποίο τα εξαναγκαστικά μέτρα κατά της περιουσίας ή κάποιου προσούπου διατάσσονται και λαμβάνονται μόνο μετά την οριστική και τελεσίδικη διάγνωση της απαιτήσεως και με τις εγγυήσεις και διατυπώσεις της τακτικής διαδικασίας. Δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής καταστάσεως κάποιου προσώπου, γιατί με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογούνταν η λήψη ασφαλιστικών μέτρων και μάλιστα με την μορφή της συντηρητικής κατασχέσεως σε κάθε εκκρεμή αγωγή, εν όψει της ενδεχόμενης κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελαττώσεως της περιουσιακής καταστάσεως του διαδίκου. Απαιτώντας συνεπώς ο νόμος επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προφανώς την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης για έκτακτη δικαστική προστασία του διαδίκου, δικαιολογημένη από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένα κινδύνου ματαιώσεως ικανοποιήσεως της απαιτήσεως, λόγω πιθανολογήσεως αποξενώσεως του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη στο μέλλον η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτελέσεως, όταν κάποτε ο δανειστής θα αποκτήσει τίτλο εκτελεστό, μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης, είτε διότι θα έχει μέχρι τότε βλάψει, αλλοιώσει και γενικώς αποκρύψει τα περιουσιακά του στοιχεία, είτε τέλος διότι τα περιουσιακά του στοιχεία θα έχουν μέχρι τότε επιβαρυνθεί με δικαιώματα υπέρ τρίτων ή επείγουσα περίπτωση της παρούσης στιγμής, ως τέτοιας νοουμένης εκείνης η οποία χρήζει άμεσης ρύθμισης με δικαστική παρέμβαση, λόγω ανάγκης για γρήγορη προστασία του ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο πρέπει να ασφαλισθεί από τον δικαιούχο, για να μη προξενηθεί από την βραδύτητα της επίλυσης της διαφοράς, ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος (βλ.ΜΠρΘεσ 19987/2005 δημοσ. ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 11631/1998 ΔΕΝ 54.1506, ΜΠρΑΘ 12451/1997 ΝοΒ. 45.1 150). Συνεπώς η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη δεν δικαιολογεί μόνη αυτή τη συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων, αφού κατά τα προεκτεθέντα ανάγκη εξασφαλίσεως της απαιτήσεως του δανειστή δεν δημιουργείται όταν ο οφειλέτης είναι κάτοχος μικρής περιουσίας, αλλά όταν υφίσταται κίνδυνος εκποιήσεως, αποκρύψεως, επιβαρύνσεως και γενικώς βλάβης της περιουσίας του μέχρις ότου εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο η απαίτηση του δανειστή (ΜΠρΑθ 449/2004 ΝοΒ 2004.831. ΜΙΙρΠειρ 1248/1999 ΕΜετΔ 1999.337, ΜΠρΑθ 12451/1997 ΝοΒ 1997.1150. ΜΠρΑθ 22493/1994 ΕλλΔνη 37.707, ΜονΠρΧαλκ 686/1991 Δ 23.262).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 712 παρ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ στη συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων ή κινητών σε χέρια τρίτου εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου. Γενικός κανόνας είναι ότι ο καθού η εκτέλεση πρέπει να έχει την ιδιότητα του δικαιούχου της απαιτήσεως κατά τον χρόνο που επιβάλλεται η κατάσχεση της στα χέρια του τρίτου. Γίνεται όμως δεκτό, ότι αν κατά το χρόνο επιβολής της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρία, μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο), από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, θα προκόψει η χρηματική απαίτηση, επιτρέπεται η κατάσχεση στα χέρια τρίτου και των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, των απαιτήσεων που εξαρτώνται από αναβλητική αίρεση, όπως και γενικά των μελλοντικών απαιτήσεων, ακόμη και όταν αυτές είναι απλώς ενδεχόμενες. Ως μελλοντικές απαιτήσεις γίνονται αντιληπτές εκείνες, που ενώ υφίσταται η βασική έννομη σχέση που θα τις γεννήσει στο μέλλον, οι προϋποθέσεις της γενέσεώς τους δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί κατά το χρόνο της κατασχέσεώς τους στα χέρια του τρίτου. Αποκλείονται, αντιθέτως, οι μελλοντικές απαιτήσεις που δεν στηρίζονται σε υπαρκτή έννομη σχέση. Επομένως, είναι αρκετό να υπάρχει η παραγωγική αιτία (η έννομη σχέση), και να προσδιορίζεται η απαίτηση κατά το είδος της (να είναι δηλαδή χρηματική) και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη. Δεν χρειάζεται όμως να είναι η απαίτηση εκκαθαρισμένη κατά το ποσό της. (Π. Γέσιου - Φαλτσή, Αναγκαστική Εκτέλεση, II. Ειδικό Μέρος, Σάκκουλας, 2001, παρ. 64. παρ. γ) σελ. 329, ΜΠρΑθ 14.669/ 1969 Δ.1.161).

Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΝΔ 1059/1971 (όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 27 παρ. 1 Ν 1868/1989 και 10 παρ. 1 του Ν 1858/1989) καθιερώνουν το ειδικό τραπεζικό απόρρητο που καταλαμβάνει τις καταθέσεις σε ελληνικές Τράπεζες. Ωστόσο, οι παραπάνω διατάξεις, και πριν την ισχύ του άρθρου 24 του Ν 2915/2001, δεν απέκλειαν την κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων από τους δανειστές του καταθέτη και δεν απαγόρευαν την κατά το άρθρο 985 του ΚΠολΔ δήλωση της τρίτης τράπεζας, στα χέρια της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, ότι υπάρχει η χρηματική κατάθεση που κατασχέθηκε (ΟλΑΠ 19/2001 ΝοΒ 2002.685). Η θέση αυτή υποστηριζόταν από σύσσωμη τη νομική θεωρία. Ηδη, με το άρθρο 24 του Ν 2915/2001 ήρθη το ειδικό τραπεζικό απόρρητο, καθώς και το απόρρητο των άϋλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Αϋλων τίτλων (ΣΑΤ) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών (ΚΑΑ) έναντι του κατασχόντος δανειστή, μόνο όμως για το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίησή του. Η άρση, συνεπούς, του ειδικού τραπεζικού απορρήτου είναι περιορισμένης έκτασης, καθόσον η ισχύς της ως άνω διατάξεως εκτείνεται μόνο έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου (φυσικού ή νομικού προσώπου) της κατάθεσης και μόνο για το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίησή του (βλ. ΑΠ 1241/2008 Αρμ 2009.1187. ΠΠρΘεσ 24377/2003 Αρμ 2004.1282). Στο δε κατασχετό των καταθέσεων εμπίπτουν οι χρηματικές καταθέσεις (πχ λογαριασμοί όψεως, ταμιευτηρίου, τρεχούμενου, προθεσμιακές καταθέσεις, κοινοί συμπλεκτικοί ή διαζευτικοί λογαριασμοί) (βλ. Σπυρόπουλος, σε Απαλαγάκη ΕρμΚΜολΔ. άρθρο 982, αριθ. 2, σελ. 1979-1980). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 117 ΕισΝΑΚ), ορίζεται ότι η κατάσχεση των καταθέσεων επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 1 του ίδιου νόμου προκύπτουν τα εξής: με την κατάθεση χρημάτων στο όνομα περισσότερων δικαιούχων, δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή κατά την έννοια των άρθρων 489 επ. ΑΚ, δηλαδή ο καθένας από τους δικαιούχους έχει δικαίωμα να αναλάβει ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και η τράπεζα έχει υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό σε πρώτη ζήτηση. Ομως, σε περίπτωση κατασχέσεως καταθέσεως κοινού λογαριασμού εκ μέρους δανειστή τινός από τους δικαιούχους, ο δανειστής αυτός δεν δικαιούται να κατάσχει το σύνολο της καταθέσεως, αφού κατά τεκμήριο αμάχητο, αυτή ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη, αλλά μόνον το μέρος της καταθέσεως που αναλογεί στον οφειλέτη του καταθέτη. Ετσι η κατάθεση κατά το υπόλοιπο μέρος που αναλογεί στους λοιπούς δικαιούχους παραμένει απρόσβλητη από το δανειστή αυτόν, καθιερώνεται δηλαδή με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 4 ειδική περίπτωση ακατάσχετου ως προς αυτόν (ΑΠ 785/ 1999). 
Τέλος, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 982 παρ. 2 ε’ ΚΠολΔ, δεν κατάσχονται κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. Οι ενισχύσεις αυτές (χρηματοδοτήσεις) δεν μπορούν να θεωρηθούν οφειλές της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς τους δικαιούχους, οι οποίοι αντίστοιχα δεν εκλαμβάνονται ως δανειστές της. με αποτέλεσμα να μην είναι δεκτικές, είτε κατάσχεσης, είτε συμψηφισμού στα χέρια της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του αρμόδιου ενδιάμεσου Εθνικού Φορέα (ΕφΛαρ 395/2007 Δικογρ. 2007.342). Κατάσχονται όμως όταν κατατεθούν σε τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων, οπότε χάνουν την ιδιότητά τους ως ενισχύσεων και αποτελούν κατασχετή τραπεζική κατάθεση (Σπυρόπουλος, σε Απαλαγάκη. ΕρμΚΠολΔ, άρθρ. 982, αρ. 3, σελ. 1981).
Επιπλέον, γίνεται γενικά δεκτό, ότι η κατοχή από τον δανειστή εκτελεστού τίτλου αποκλείει κατά κανόνα το έννομο συμφέρον του να ζητήσει συντηρητική κατάσχεση εναντίον του οφειλέτη, αφού μπορεί να προχωρήσει αμέσως σε αναγκαστική εκτέλεση, εκτός αν έχει ειδικό έννομο συμφέρον που επιβάλλει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων (ΜονΠρΛαρ 98/1999 Δ 30.537, ΜΠρΤρικ 653/2000 Αρμ. 2001.246 και Μαργαρίτης ΕρμΚΠολΔ, άρθρ. 707, αρ. 14. σελ.234). Το ποσό, για το οποίο ασφαλίζεται η χρηματική ή απομιμητή σε χρήμα απαίτηση του αιτούντος τη συντηρητική κατάσχεση, πρέπει να καθορίζεται συγκεκριμένα στην αντίστοιχη απόφαση. Εφόσον ζητηθεί στο ποσό συνυπολογίζονται οι τόκοι και τα έξοδα, ως την αναγκαστική ικανοποίηση της απαιτήσεως (άρθρ. 688 I 2 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα ομόρρυθμη εταιρία με την κρινόμενη αίτησή της, κατά εκτίμηση του συνόλου του περιεχομένου και του αιτήματός της, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση και για να αποτραπεί ο επικείμενος κίνδυνος, ζητεί να διαταχθεί, ως ασφαλιστικό μέτρο, η συντηρητική κατάσχεση των απαιτήσεων του καθ’ ου η αίτηση και δη στα χέρια τρίτου στους τηρούμενους πέντε λογαριασμούς του καθ’ ου στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ, στους οποίους κατατίθεται η ενιαία ενίσχυση που λαμβάνει ο καθ’ ου από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., προκειμένου να εξασφαλιστούν οι εναντίον του απαιτήσεις της, που λεπτομερώς αναφέρονται στην αίτηση, συνολικού ποσού 11.000 ευρώ), εκ του οποίου για την απαίτηση ύψους 3.072,03 ευρώ ζήτησε και επέτυχε την έκδοση της με αριθ. 461/24-10-2014 διαταγή πληρωμής του παρόντος Δικαστηρίου και με το από 5-1 1-2014 κατασχετήριο εις χείρας τρίτου, κατάσχεσε αναγκαστικά εις χείρας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ», ως τρίτης, το ποσό των 5.159,39 ευρώ, για δε το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό 7.100 ευρώ, άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και εναντίον του καθ` ου τη με αριθ. κατάθεσης 1242/2014 αγωγή, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο στις 8-12-2015. Η αιτούσα επικαλούμενη ότι η απαίτηση της κινδυνεύει να μη ικανοποιηθεί, καθώς όπως ιστορείται στην κρινόμενη αίτηση η απαίτηση της κινδυνεύει λόγω της επισφαλούς περιουσιακής κατάστασης και της αφερεγγυότητάς του καθ’ ου, έτσι, ώστε να είναι αδύνατη στο μέλλον η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν η αιτούσα θα αποκτήσει τίτλο εκτελεστό, μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης, ζητεί να διαταχθεί το ως άνω ασφαλιστικό μέτρο. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί ο καθ’ ου στη καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η υπό κρίση αίτηση, αρμοδίως καθ` ύλη και κατά τόπο εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 1, 14 παρ. 1α, 22 και 683 παρ. 2 ΚΠολΔ) για να δικαστεί κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρθρ. 686 επ. του ΚΠολΔ), μόνο για το ποσό των 7.100 ευρώ, καθόσον για το υπόλοιπο αυτού ποσό ύψους 2.900 ευρώ), που αναφέρει πως συμπεριλαμβάνεται στο ποσό για το οποίο έχει εκδοθεί η με αριθ. 461/2014 διαταγή πληρωμής του παρόντος Δικαστηρίου και όχι στους τόκους και τα έξοδα, που τυχόν θα οφείλονται μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης που θα εκδοθεί στην κύρια δίκη για το ποσό των 7.100 ευρώ, είναι σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, αφού η αιτούσα έχοντας εξοπλίσει την ασφαλιστέα ως άνω απαίτησή της με εκτελεστό τίτλο, μπορεί να επιβάλει απευθείας αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη και έχει ήδη επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Σημειώνεται ότι δεν επικαλείται κάποιο ειδικό έννομο συμφέρον, που να δικαιολογεί, παρά τις παραπάνω έννομες δυνατότητες για την ικανοποίησή της, την - επιπρόσθετη - ανάγκη εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως για την επιβολή (και) του ζητούμενου μέτρου, η δε παραίτηση αυτής από το δικόγραφο της από 41-2015 και με αριθ. κατάθ. 26/ Ασφ/7-1-2015 αιτήσεως έκδοσης απόφασης για χορήγηση άδειας από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ανάληψης κατασχεθέντων χρημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 88 ν.δ. 17ης Ιουλίου/13ης Αυγούστου 1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» και συνεπώς κατάργηση της αυτής δίκης, δεν αποτελεί ειδικό έννομο συμφέρον. Επιπλέον, δεν αναφέρει αν στο ποσό των 10.000 ευρώ), για το οποίο ζητά να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης, συνυπολογίζονται οι τόκοι και τα έξοδα, ως την αναγκαστική ικανοποίηση της απαιτήσεως. ύψους 7.100 ευρώ. Για τους λόγους αυτούς η αίτηση πρέπει ως προς αυτό το ποσό των 2.900 ευρώ να απορριφθεί. Οσον αφορά όμως το ποσό των 7.100 ευρώ, η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 513 επ., 873 ΑΚ, 682 παρ. 1, 707 επ. ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω για να κριθεί αν είναι βάσιμη και υπό ουσιαστική άποψη καταβληθέντων και των οικείων τελών συζητήσεως της, αφού υφίσταται εντεύθεν επείγουσα, περίπτωση, διότι από το ιστορικό της αίτησης προκύπτει ότι η προσβολή του επιδίκου δικαιώματος του αιτούντος είναι διαρκής.

Από τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι προσκόμισαν στο Δικαστήριο προς ενίσχυση των εκατέρωθεν προβαλλόμενων ισχυρισμών των και συγκεκριμένα από το σύνολο των εγγράφων που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι και απο όλα εν γένει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται και τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, μηδενός εξαιρουμένου και παρά την ενδεχομένως μεμονωμένη αναφορά σε ορισμένα εξ’ αυτών, από όσα ανέπτυξαν προφορικώς στο ακροατήριο και με το σημείωμά της η αιτούσα, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), καθώς και την εν γένει διαδικασία, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, πιθανολογήθηκαν τα εξής κρίσιμα για την υπόθεση πραγματικά περιστατικά: 
Στα πλαίσια εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων η αιτούσα ομόρρυθμη εταιρία, που διατηρεί στη Λαμία κατάστημα, πώλησε και παρέδωσε στον καθ` ου η αίτηση εμπορεύματα της εμπορίας της, με πίστωση του τιμήματος εντός 45 πλήρων ημερών από κάθε πώληση αυτών, κατά το χρονικό διάστημα από 14-3-2007 έως και 16- 5-2009, αντί ολικού τιμήματος 11.000 ευρώ. Στις 30 Ιουλίου 2010 καταρτίστηκε στη Λαμία μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της αιτούσας και του καθ’ ου η αίτηση, με την εγγύηση υπέρ αυτού του ..., έγγραφη συμφωνία αναγνώρισης οφειλής, για το ολικό ως άνω τίμημα ύψους 11.000 ευρώ, το οποίο προέρχεται από τις γενόμενες σε αυτόν επί πιστώσει σαράντα πέντε (45) πλήρων ήμερων πωλήσεις για το ως άνω χρονικό διάστημα και συμφώνησε όπως καταβάλει το τίμημα αυτό στην αιτούσα με τον ισχύοντα εκάστοτε νόμιμο τόκο ως ακολούθως: 1) Την 30-7-2010 το ποσό των 300 ευρώ, 2) την 30-8-2010 το ποσό των 300 ευρώ, 3) την 30-9-2010 το ποσό των 300 ευρώ, 4) την 30-10-2010 το ποσό των 300 ευρώ, 5) την 30-11-2010 το ποσό των 300 ευρώ, 6) την 30-12-2010 το ποσό των 3.800 ευρώ, 7) την 30-1-2011 το ποσό των 300 ευρώ. 8) την 28- 2-2011 το ποσό των 300 ευρώ, 9) την 30-3-2011 το ποσό των 300 ευρώ, 10) την 30-4-2011 το ποσό των 300 ευρώ, 11) την 30-5-2011 το ποσό των 300 ευρώ, 12) την 30-6-2011 το ποσό των 300 ευρώ, 13) την 30-7-2011 το ποσό των 300 ευρώ, 14) την 30-8-2011 το ποσό των 300 ευρώ, 15) την 30-9-2011 το ποσό των 300 ευρώ, 16) την 30-10-2011 το ποσό των 300 ευρώ, 17) την 30-11-2011 το ποσό των 300 ευρώ και 18) την 30-12-2011 το ποσό των 3.072,03 ευρώ. Προς δε εξασφάλιση της αιτούσας για τη τήρηση των όρων του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, ως προς τον τρόπο, το ποσό και τον χρόνο καταβολής της οφειλής όπως ως άνω συμφωνήθηκε, η αιτούσα εξέδωσε στις 21-7-2010 δέκα οκτώ (18) συναλλαγματικές, με την ρήτρα ανέξοδος επιστροφή, ισόποσης ονομαστικής αξίας εκάστης δόσης με ημερομηνίες λήξεως, την ημερομηνία λήξης εκάστης δόσεως τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν ο καθ’ ου η αίτηση - οφειλέτης και εγγυήθηκε την καταβολή τους υπέρ αυτού ο τρίτος συμβαλλόμενος - εγγυητής (...), υπογράφοντας επί του σώματος εκάστης των συναλλαγματικών. Ο καθ’ ου η αίτηση την 4-8-2010 κατέβαλε το ποσό των 300 ευρώ, την 8-10-2010 κατέβαλε το ποσό των 600 ευρώ, ήτοι συνολικά κατέβαλε στην αιτούσα το ποσό των 900 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις δόσεις στις 30-7-2010, στις 30-8-2010 και στις 30-9-2010, υπολειπόμενου προς καταβολή του ποσού των 10.100 ευρώ, οι υπόλοιπες συναλλαγματικές σημειωτέον δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, με συνέπεια η αιτούσα να ζητήσει και να επιτύχει, για τις συναλλαγματικές με ημερομηνία λήξεως στις 30-10-2011 ονομαστικής αξίας 300 ευρώ, στις 30-11-2011 ονομαστικής αξίας 300 ευρώ και στις 30-12-2011 ονομαστικής αξίας 3.072.03 ευρώ, την έκδοση της υπ` αριθ. 461/24-10-2014 Διαταγή Πληρωμής της κ. Ειρηνοδίκη του παρόντος Δικαστηρίου, και απέμεινε εκ του προαναφερθέντος τιμήματος απαιτητό και προς δικαστική διεκδίκηση υπόλοιπο, ύψους 7.100 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων από της δήλης ημέρας καταβολής του, για το οποίο η αιτούσα άσκησε ήδη κατά του καθ’ ου την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου απευθυνθείσα υπ’ αριθ. καταθέσεως 1242/2710-2014 αγωγή της, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο στις 8-12-2015. Στις 29.10.2014 κοινοποιήθηκε στον καθ’ ου η αίτηση - οφειλέτη αντίγραφο εξ απογράφυυ της παραπάνω διαταγής πληρωμής, με την από 27.10.2014 επιταγή προς πληρωμή, δυνάμει της οποίας επιτάχθηκε να καταβάλει στον καθ` ου η αίτηση, το συνολικό ποσό των 4.924,65 ευρώ, όπως επιμερίζονται τα επιμέρους κονδύλια αυτού. Περαιτέρω, η αιτούσα επισπεύδοντας εκτέλεση προς ικανοποίηση της ως άνω απαίτησής της, προστιθεμένου και του ποσού των 295.78 ευρώ, ήτοι για το συνολικό ποσό των 5.159,39 ευρώ, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 982 επ. ΚΠολΔ και το άρθρο 24 ν. 2915/2001, με το από 5-11-2014 κατασχετήριο έγγραφό της, το οποίο επιδόθηκε αφενός στην ... Τράπεζα Ελλάδος και αφετέρου στο νυν καθ’ ου η αίτηση [τότε καθ` ου η εκτέλεση] (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ` αριθ. 1205Γ`/5-1-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Αντώνη Φαϊτά προς το κατάστημα Λαμίας της «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» - κατ’ άρθρο 90 ν.δ. 1923, κατάσχεσε αναγκαστικά εις χείρας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ», κατάστημα Λαμίας (....) ως τρίτης, το ως άνω ποσό των 5.159,39 ευρώ, και παράγγειλε στην τελευταία, ως τρίτη, να μην καταβάλει το ως άνω ποσό στον ως άνω οφειλέτη- καθ’ ου, της αιτούσας. Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία «...ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» ως τρίτη με την από 11-11-2014 προφορική δήλωσή των νομίμων εκπροσώπων της ενώπιον της Ειρηνοδίκη Υπηρεσίας και του Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Λαμίας, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθ. 581/11-11-2014 έκθεση (985 παρ. 2 ΚΠολΔ), προέβη σε θετική δήλωση μέσα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμία των οκτώ [8] ημερών αφότου της επιδόθηκε το κατασχετήριο, ήτοι δήλωσε ότι κατά το χρόνο επίδοσης του ως άνω κατασχετηρίου εγγράφου, από την έρευνα που διενεργήθηκε, με βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στο ανωτέρω κατασχετήριο, προέκυψε ότι επ` ονόματι του ως άνω καθ` ου η εκτέλεση και ήδη καθ` ου η αίτηση βρέθηκε να τηρεί πέντε τραπεζικούς λογαριασμούς, ήτοι α) με αριθ. ... ατομικό λογαριασμό με ημερομηνίες ανοίγματος και τελευταίας κίνησης στις 15-3-2000 και στις 12-5-2005, με διαθέσιμο λογιστικό υπόλοιπο κατά την επιβολή της κατάσχεσης (5-11-2014) και κατά την ημερομηνία δήλωσης εκ του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ (11-11-2014) μηδέν ευρώ και πρότερες δεσμεύσεις ύψους μηδέν ευρώ και κατά την ημερομηνία 6-4-2015 με δεσμεύσεις χρόνου ύψους 9.408.92 ευρώ, β) με αριθ. ... κοινό μεθ’ ενός ετέρου προσώπου λογαριασμό με ημερομηνίες ανοίγματος και τελευταίας κίνησης την 28-11-2007 και την 1-11-2014, με αναλογούν στον καθ’ ου η αίτηση - οφειλέτη διαθέσιμο λογιστικό υπόλοιπο κατά την επιβολή της κατάσχεσης (5-11-2014), κατά την ημερομηνία δήλωσης εκ του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ (11-11-2014) 0,49 ευρώ και πρότερες δεσμεύσεις υψους μηδέν ευρώ, και κατά την ημερομηνία 6-4-2015 με δεσμεύσεις χρόνου ύψους 5.159,39 ευρώ γ) με αριθ. ... ατομικό λογαριασμό με ημερομηνίες ανοίγματος και τελευταίας κίνησης την 30-5-2011 και την 21-5-2014, με διαθέσιμο λογιστικό υπόλοιπο κατά την επιβολή της κατάσχεσης (5-11-2014) και κατά την ημερομηνία δήλωσης εκ του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ (11- 11-2014) 17,89 ευρώ και πρότερες δεσμεύσεις ύψους μηδέν ευρώ, κατά δε την ημερομηνία 6-4- 2015 ο ως άνω λογαριασμός κοινός μεθ’ ενός ετέρου προσώπου και με δεσμεύσεις χρόνου ύψους 18,36 ευρώ δ) με αριθ. ... κοινό μεθ’ ενός ετέρου προσώπου λογαριασμό με ημερομηνίες ανοίγματος και τελευταίας κίνησης την 18-4-2008 και την 18-4-2008, με διαθέσιμο λογιστικό υπόλοιπο κατά την επιβολή της κατάσχεσης (5-11-2014) και κατά την ημερομηνία δήλωσης εκ του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ (11-11-2014) μηδέν ευρώ και πρότερες δεσμεύσεις ύψους μηδέν ευρώ, κατά δε την ημερομηνία 6-4-2015 με δεσμεύσεις χρόνου ύψους 159,39 ευρώ και ε) με αριθ. ... κοινό μεθ’ ενός ετέρου προσώπου λογαριασμό με ημερομηνίες ανοίγματος και τελευταίας κίνησης την 4-2-2009 και την 1-9-2009, με αναλογούν στον καθ’ ου η αίτηση - οφειλέτη διαθέσιμο λογιστικό υπόλοιπο κατά την επιβολή της κατάσχεσης (5-11-2014) και κατά την ημερομηνία δήλωσης εκ του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ (11-11-2014) μηδέν ευρώ και πρότερες δεσμεύσεις ύψους μηδέν ευρώ, κατά δε την ημερομηνία 6-4-2015 ο ως άνω λογαριασμός κοινός μετά δύο ετέρων προσώπων και με δεσμεύσεις χρόνου ύψους 5.159,39 ευρώ και ότι άλλη κατάσχεση πλην της προαναφερόμενης δεν έχει επιβληθεί [(βλ. τη με αριθ. 581/11-11- 2014 δήλωση τρίτου των νομίμων εκπροσώπων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», σε συνδ. με τα προσκομιζόμενα με ημερομηνία εκτύπωσης 6-4-2015 στοιχεία ιδίων λογαριασμών από την ως άνω τράπεζα - Κατάστημα Βασιλικών Λαμίας (...), στα οποία]. Η αιτούσα υπέβαλε την με αριθ. 26/Ασφ/6/15 αίτηση έκδοσης απόφασης για χορήγηση άδειας ανάληψης κατασχεθέντων χρημάτων, με άδεια του Προέδρου Πρωτοδικών, σύμφωνα με το άρθρο 88 ν.δ. 17ης 1ουλίου/13ης Αυγούστου 1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο στις 5-2-2015, κατά την επήλθε κατάργηση της δίκης με παραίτηση από το δικόγραφο. Επιπλέον, ο καθ’ ου η αίτηση που είναι κατ’ επάγγελμα αγρότης και αναγνώρισε την ως άνω οφειλή του με δήλωση του στο ακροατήριο (βλ. πρακτικά παρούσας δίκης), λαμβάνει ενιαίες ενισχύσεις και συγκεκριμένα, ο καθ’ ου η αίτηση έλαβε απο τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε για το έτος 2014 στις 11-11-2014 την προκαταβολή της ενιαίας ενίσχυσης για το έτος 2014 ύψους 8597,44 ευρώ, ενώ στις 23-12-2014 έγινε η εξόφληση της ενιαίας ενίσχυσης με την καταβολή ποσού 8399.57 ευρώ. Ο δε καθ’ ου η αίτηση όπως δήλωσε στο ακροατήριο, θα λάβει και για το έτος 2015 επιδότηση ύψους 17.000 ευρώ σε δύο δόσεις τον μήνα Οκτώβριο και τον μήνα Ιανουάριο, που πιστώνεται σε λογαριασμό που διατηρεί στην ... Τράπεζα (βλ. πρακτικά παρούσας δίκης). Επομένως, αφού πιθανολογείται η εκ της προαναφερομενης αιτίας και στο προαναφερόμενο ύψος ανερχομένη απαίτηση της αιτούσας κατά του καθ’ ου, ευθυνόμενου ως αγοραστή των εμπορευμάτων της αιτούσας, για την καταβολή του τιμήματος, αλλά, περαιτέρω, και η επισφαλής οικονομική κατάσταση του τελευταίου, όπως αποδεικνύεται από τους ως άνω αναφερόμενους προσκομιζόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς του καθ’ ου, με ημερομηνία εκτύπωσης 6-4-2015, που εμφανίζουν δεσμεύσεις χρόνου ύψους 5.159,39 ευρώ και ύψους 9.408,92 ευρώ, από τα προσκομιζόμενα από τον καθ` ου έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται ότι ο τελευταίος οφείλει σε τρίτα πρόσωπα, ειδικότερα οφείλει το συνολικό ποσό των 4.400 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ανεξόφλητο μίσθωμα ύψους 1.200 ευρώ και σε λειτουργικά έξοδα ύψους 3.200 ευρώ, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 50 στρεμ. στη θέση Λούτσα του Παλαιοχωρίου Δωριέων Αμφίκλειας - Ελάτης, όπως υποχρεούται στη καταβολή μηνιαίας διατροφής στο ανήλικο τέκνο του ύψους 450 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενα μετ` επικλήσεως από τον αιτούντα ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και ρύθμισης χρέους και το απόσπασμα της με αριθ. 6461/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω, ο αιτών πιθανολογείται πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές και προς πιστωτικά ιδρύματα (βλ. το με αρ. πρωτ. 3216/8-11-2012 έγγραφο της ... Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. Υπό Ειδική Εκκαθάριση, που εμφανίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 54.559,90 ευρώ), απο δε τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει ότι διαθέτει αξιόλογη κινητή ή ακίνητη περιουσία, τα δε αγροτεμάχια που πιθανολογείται πως έχει στη κυριότητα του. όπως δήλωσε ο ίδιος είναι βεβαρημένα με προσημείωση υποθήκης υπέρ της ... Τράπεζας της Ελλάδας, ώστε η οικονομική κατάστασή του να δημιουργεί κίνδυνο για την ικανοποίησή της απαίτησης της αιτούσας και να είναι αδύνατη στο μέλλον η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε η αιτούσα θα αποκτήσει τίτλο εκτελεστό, μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης επί της αγωγής με αριθμό έκθεση κατάθεσης 1242/27-10- 2014, που έχει προσδιοριστεί για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την 8η Δεκεμβρίου 2015 κατά την τακτική διαδικασία, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος για την ικανοποίηση της αξίωσης της αιτούσας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών και πιθανολογηθέντος του κατεπείγοντος, που συνίσταται στον άμεσο κίνδυνο εκ της δημιουργηθείσας κατάστασης, τόσο στην περιουσία της αιτούσας όσο και στην περιουσία του καθ’ ου, η οποία χρήζει άμεσης ρύθμισης με δικαστική παρέμβαση λόγω της ανάγκης ταχείας απόλαυσης του ουσιαστικού δικαιώματος της αιτούσας, το οποίο πρέπει να διασφαλιστεί για να μην προξενηθεί από τη βαρύτητα της επίλυσης της διαφοράς ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να ληφθούν τα κατά την κρίση του Δικαστηρίου ενδεδειγμένα ασφαλιστικά μέτρα (άρθρο 692 ΚΠολΔ) και να παρασχεθεί στην αιτούσα η άδεια να κατάσχει συντηρητικά και μέχρι του ποσού για το οποίο δεν έχει ακόμη εξοπλιστεί με τίτλο εκτελεστό των 7.100 ευρώ, τις πάσης φύσεως απαιτήσεις του εις χείρας τρίτης και σε ποσότητα που δεν θα υπερβεί το αναγκαίο για την εξασφάλιση της απαιτήσεώς της μέτρο, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Επίσης, λαμβανομένου υπόψη, αφενός μεν ότι η ένδικη απαίτηση έχει χρηματικό χαρακτήρα, αφετέρου ότι το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης είναι εξαιρετικά επαχθές, κρίνεται αναγκαίο να επιτραπεί από τώρα στον καθ` ου να αντικαταστήσει τη διατασσόμενη συντηρητική κατάσχεση με το ηπιότερο μέτρο της εγγυοδοσίας (άρθρα 692 παρ. 1, 2, 3, 704 και 705 ΚΠολΔ - βλ. ΠΠρΑθ 124/2001 Δ. 2002.302, ΜΠρΤριπ 130/1976 ΕΕΝ 1977.206, ΕιρΧαν 584/2013 δημοσ ΝΟΜΟΣ, Τριανταφυλλίδης, Απαλαγάκη, ΚΠολΔ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2η έκδοση, άρθρο 704, αρ. 8. σελ. 1425), όπως επίσης ορίζεται στο διατακτικό και τέλος, ο καθ’ ου πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της αιτούσας λόγω της ήττας του (άρθρο 84 παρ. 2 εδ.α ν. 4194/2013 και 176 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε στο σκεπτικό απορριπτέο.
Δέχεται κατά τα λοιπά την αίτηση.
Διατάσσει ως ασφαλιστικό μέτρο τη συντηρητική κατάσχεση των πάσης φύσεως απαιτήσεων του καθ’ ου στα χέρια τρίτου και δη στους τηρούμενους στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» λογαριασμούς του καθ’ ου, όπως ειδικότερα περιγράφονται στο σκεπτικό, ήτοι: α) με αριθ. ... ατομικό λογαριασμό, β) με αριθ. .. κοινό μεθ’ ενός ετέρου προσώπου λογαριασμό, κατά το μέρος της καταθέσεως που αναλογεί στον καθ’ ου, γ) με αριθ. ... κοινό μεθ` ενός ετέρου προσώπου λογαριασμό, κατά το μέρος της καταθέσεως που αναλογεί στον καθ` ου, δ) με αριθ. ... κοινό μεθ’ ενός ετέρου προσώπου λογαριασμό, κατά το μέρος της καταθέσεως που αναλογεί στον καθ` ου και ε) με αριθ ... κοινό μετά δύο ετέρων προσώπων λογαριασμό, κατά το μέρος της καταθέσεως που αναλογεί στον καθ’ ου, προς εξασφάλιση της αναφερόμενης στο σκεπτικό απαιτήσεως της αιτούσας που έχει σε βάρος του και μέχρι του ποσού των επτά χιλιάδων εκατό (7.100) ευρώ.

Παρέχει στον καθ’ ου την ευχέρεια να ματαιώσει ή αντικαταστήσει (σε περίπτωση επιβολής της) την παραπάνω σε βάρος του συντηρητική κατάσχεση με την υπέρ της αιτούσας κατάθεση, στην Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, ισόποσης προς το παραπάνω ποσό (7.100 ευρώ) εγγυητικής επιστολής αξιόχρεης τράπεζας, που λειτουργεί νομίμως στην Ελλάδα.

Καταδικάζει τον καθ’ ου στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της αιτούσας, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων σαράντα (240) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...