Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Κοινός λογαριασμός, Συμψηφισμός, κατάσχεση στα χέρια τρίτου, προσωρινή διαταγή

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2321/ 2017, ΧρηΔ 2017.101 επ.

Δικαστής: Π. Μάντη, Πρωτοδίκης

Διατάξεις: άρθρα 1, 4 Ν. 5638/1932, 174, 178, 281, 361, 411, 440 επ., 451, 489 – 491, 904 επ., 932 ΑΚ, 982 ΚΠολΔ, 93 παρ. 3 Συντ., 232Α ΠΚ, 2 Ν. 2251/1994

Περίληψη. Άσκηση συμβατικού συμψηφισμού από την τράπεζα για το σύνολο του κατατεθειμένου σε αυτή χρηματικού ποσού.
Το άρθρο 4 του Ν. 5638/1932 αφορά την περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ και δεν αφορά την περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός των περισσοτέρων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής. Έκδοση προσωρινής διαταγής με περιεχόμενο την αναστολή κάθε διαδικασίας ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, με συνέπεια να καταστεί «ακατάσχετη», κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 451 ΑΚ, η προερχόμενη από τον κοινό λογαριασμό απαίτηση. Η τράπεζα κατά τον χρόνο που ενήργησε την ανάληψη του ποσού, δεν δεσμευόταν από το περιεχόμενο της προσωρινής διαταγής και, επομένως, ο γενόμενος από αυτήν συμψηφισμός δεν πάσχει ακυρότητας.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ` στοιχ. Α` ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών είτε και όλοι οι κατ` ιδία δικαιούχοι, η χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490 και 491 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων ή στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική σε ολόκληρο ενοχή. Επομένως, καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων, που κατατέθηκαν, και μπορεί να τα χρησιμοποιεί, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, η δε καταβολή των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης, έναντι του δέκτη της κατάθεσης, και ως προς τους λοιπούς. Το ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαίτησης επάγεται και ο έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός, που προτείνει η τράπεζα, ανταπαιτήσεώς της κατ` αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της, προς καταβολή του ποσού της κατάθεσης, αφού και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικά (ΑΠ 1812/2007 η οποία επικύρωσε την ΕφΘεσ 702/2005). 
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετου απαιτήσεως. «Ακατάσχετες» κατά την έννοια των διατάξεων αυτών είναι οι απαιτήσεις οι οποίες κατά εξαιρετικό και επομένως στενά ερμηνευτέο δίκαιο εξαιρούνται από την κατάσχεση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. γ` και δ` ΚΠολΔ ή προβλέπονται ευθέως ως τέτοιες (ακατάσχετες) από ειδικές διατάξεις νόμων, διατάξεις δηλονότι οι οποίες εκφράζουν σαφή περί του ακατάσχετου επιλογή του νομοθέτη. Τον χαρακτήρα ακατάσχετης μπορεί να αποκτήσει μία απαίτηση και από δικαστική απόφαση (βλ. Πολυζωγόπουλο, στον ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, τόμος Π, άρθρο 451, αριθ. 2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου νόμου 5638/1932 «κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη». Με την διάταξη αυτή ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό δια τους ενδιαφερομένους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσοτέρων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη. Δηλαδή πριν από την ανάληψη του καταλοίπου του ως άνω λογαριασμού εκείνος ο τρίτος που έχει χρηματική απαίτηση, μάλιστα δε τυχόν τέτοια ίση ή μεγαλύτερη αυτού του καταλοίπου, κατά κάποιου των καταθετών δικαιούται, προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του, να επιβάλει κατάσχεση επί του καταλοίπου τούτου, τεκμαιρόμενου όμως αμαχήτως έναντι εκείνου ότι ανήκει σε όλους τους καταθέτες κατ` ίσα μέρη, και, άρα, δικαιούται εκείνος να επιβάλει την κατάσχεση στο αντίστοιχο μέρος του καταλοίπου που τεκμαίρεται ότι ανήκει στον οφειλέτη καταθέτη, ενώ, βέβαια, το ίδιο κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη που διαφεύγει την κατάσχεση, συμβαίνει δε τούτο όχι διότι το εν λόγω κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη του έχει καταστεί, σύμφωνα με την υπό συζήτηση διάταξη, ακατάσχετο, αλλά διότι τούτο, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, τεκμαίρεται ότι δεν ανήκει στην περιουσία του οφειλέτη καταθέτη. Η διάταξη όμως αυτή του άρθρου 4 του Ν 5638/1932 αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ και δεν αφορά την περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός των περισσοτέρων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής (ΑΠ 1812/2007 η οποία επικύρωσε την ΕφΘεσ 702/2005, ΠΠρΑθ 2893/2015, ΜΠρΘεσ 8588/2012, πρβλ. και ΕφΔωδ 348/2005 ΤΝΠ Νόμος, βλ. αντίθετα ΑΠ 785/1999 ΤΝΠ Νόμος). H

Περαιτέρω, από τo γεγovός ότι o νόμoς ρυθμίζει τoν μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό, κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για τον λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμβάσεως, που είναι έγκυρη καθόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς ν` απαιτείται πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν ν` αφορά όχι μόνον αμοιβαίες απαιτήσεις μεταξύ δύο προσώπων, αλλά και απαιτήσεις ευρύτερου κύκλου προσώπων προς ανταπαιτήσεις μεταξύ αυτών. Επίσης, μπορεί ν` αφορά και απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση, μόλις γεννηθούν και συνυπάρξουν αντιμέτωπες απαιτήσεις μεταξύ των μερών (ΑΠ 313/1999, ΕφΑθ 348/2005 ΤΝΠ Νόμος). 
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, για την εξασφάλιση του δικαιώματος ή την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται των κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 305 ΚΠολΔ στοιχείων της δικαστικής απόφασης, που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής, και επίσης δεν υποβάλλεται σε δημοσίευση, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 ΚΠολΔ, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής απόφασης. Είναι, όμως, τίτλος εκτελεστός, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ ΚΠολΔ. Περαιτέρω, τα ανωτέρω άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζουν, ότι οι προσωρινές διαταγές διαλαμβάνουν «τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης» και ότι «εκτελούνται μόλις καταχωριστούν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε». Οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν τη δεσμευτικότητα των προσωρινών διαταγών, με την έννοια ότι δεν προσδίδουν έννομες συνέπειες σε πράξεις που αντίκεινται στο περιεχόμενό τους και επιβάλλουν σιωπηρώς την ακυρότητα, ως κύρωση της παράβασης τους, η εν λόγω δε ακυρότητα έχει τον χαρακτήρα της σχετικής ακυρότητας (ΟλΑΠ 20/2015 ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, στην υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι τυγχάνουν η μεν πρώτη ετερόρρυθμος εταίρος ο δε δεύτερος ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «***», η οποία, περί τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου 2012, πώλησε το ανήκον στην κυριότητα της μηχανοκίνητο σκάφος με το όνομα «***.», το δε συμφωνηθέν τίμημα εκ ποσού 118.000 ευρώ, συμψωνήθηκε να κατατεθεί στον υπ` αριθμ. *** καταθετικό λογαριασμό που τηρούνταν, από 20-06-2012, στην εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «***.», στο όνομα της πρώτης ενάγουσας, πλην όμως επειδή ο αγοραστής απαίτησε τα χρήματα να φαίνεται ότι κατατέθηκαν σε λογαριασμό του νομίμου εκπροσώπου της προαναφερόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας, η πρώτη ενάγουσα, στις 03-10-2012, συμπλήρωσε και το όνομα του δεύτερου ενάγοντος ως συνδικαιούχου του ίδιου λογαριασμό. Περαιτέρω, εκθέτει ότι το ποσό του τιμήματος των 118.000 ευρώ εμβάσθηκε, στις 10-10-2012, από τον αγοραστή του σκάφους και διά της τράπεζας «***», στο όνομα αμφοτέρων των εναγόντων, και ακολούθως, στις 11-10- 2012, το ίδιο ποσό πιστώθηκε στον πιo πάνω κοινό λογαριασμό τους, πλην όμως, όταν, την επομένη ημέρα, ο δεύτερος ενάγων μετέβη σε υποκατάστημα της εναγόμενης προκειμένου να αναλάβει μέρος του ποσού, διαπίστωσε ότι το σύνολο του ποσού είχε αναληφθεί από την εναγόμενη, χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση. Επίσης, ιστορούν ότι με την από 18-10- 2012 εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση της εναγόμενης, η τελευταία γνωστοποίησε στον δεύτερο ενάγοντα την καταγγελία της απ` αριθμ. ***/26-10-2010 σύμβασης τσκοχρεωλυτικού δανείου, που είχε συνάψει η εταιρεία με την επωνυμία «***» με την εναγόμενη και στην οποία είχε συμβληθεί ως εγγυητής ο δεύτερος ενάγων, καθώς και το από 11-10-2012 κλείσιμο του απ` αριθμ. ***. λογαριασμού του δανείου, ταυτόχρονα δε τον κάλεσε να καταβάλει το υπόλοιπο του λογαριασμού εκ ποσού 57.277,68 ευρώ. Επιπρόσθετα, ιστορούν ότι με την από 23- 10-2012 εξώδικη διαμαρτυρία - όχληση, η εναγόμενη γνωστοποίησε στον δεύτερο ενάγοντα ότι α) λόγω επανειλημμένης παραβίασης των υποχρεώσεων αλλά και λόγω επέλευσης σημαντικών μεταβολών στην οικονομική κατάσταση της εταιρείας «***», προέβη στην καταγγελία τόσο της προαναφερόμενης υπ` αριθμ. ***26-10-2010 δανειακής σύμβασης, όσο και της υπ` αριθμ. ***./26-09-2005 σύμβασης παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό που είχε συνάψει η ίδια ως άνω εταιρεία και στην οποία είχε ομοίως ορισθεί εγγυητής ο δεύτερος ενάγων, και β) κάνοντας χρήση συμβατικού της δικαιώματος, προέβη σε συμψηφισμό των προερχόμενων από τις εν λόγω συμβάσεις απαιτήσεις της με ανταπαίτηση του δεύτερου ενάγοντος εκ ποσού 118.000 ευρώ, πιστώνοντας τους αντίστοιχους λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης του δανείου και της πίστωσης, με τα ποσά των 36.812,87 ευρώ και των 81.138,23 ευρώ.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες ιστορούν ότι, προκειμένου η εναγόμενη να δικαιολογήσει την παραπάνω ενέργειά της επικαλέσθηκε τους όρους 8 και 11 της από 26-10-2010 σύμβασης δανείου και της από 26-09-2005 σύμβασης παροχής πίστωσης, αντιστοίχως, οι οποίοι έχουν το εξής (ταυτόσημο) περιεχόμενο: «Όλες οι πληρωμές του δανειολήπτη προς την τράπεζα, με βάση την παρούσα σύμβαση θα γίνονται ελεύθερες και απαλλαγμένες από κάθε έκπτωση λόγω συμψηφισμού ή επίσχεσης εξαιτίας τυχόν ανταπαίτησης του δανειολήπτη κατά της τράπεζας, ο δε δανειολήπτης παραιτείται από κάθε δικαίωμα συμψηφισμού ή επίσχεσης έναντι της τράπεζας. Ο δανειολήπτης και ο εγγυητής εξουσιοδοτούν από τώρα ανέκκλητα την τράπεζα να χρεώνει με κάθε ποσό ληξιπρόθεσμης οφειλής τους οποιονδήποτε λογαριασμό τους. Επίσης η τράπεζα έχει δικαίωμα τόσο επίσχεσης όσο και συμψηφισμού προς οποιαδήποτε άλλη απαίτηση του δανειολήπτη ή του εγγυητή, ενδεικτικά σναφερόμενων απαιτήσεών τους που προέρχονται από εντολές τρίτων, εμβάσματα, καταθέσεις κάθε είδους κλπ.», πλην όμως οι παραπάνω ΓΟΣ τυγχάνουν άκυροι, ως αντικείμενοι στον Ν 2251/1994, το μεν διότι, με την υπέρ της εναγομένης επιφύλαξη του δικαιώματος συμψηφισμού και τον ταυτόχρονο αποκλεισμό του αντίστοιχου δικαιώματος των αντισυμβαλλομένων της, επήλθε διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων σε βάρος των τελευταίων ως καταναλωτών, το δε διότι προσκρούουν στην αρχή της διαφάνειας, αφού δεν διευκρινίζεται ότι ο «οποιοσδήποτε λογαριασμός», με τον οποίο η εναγόμενη δύναται να χρεώνει κάθε ποσό ληξιπρόθεσμης οφειλής τους, νοείται και ο κοινός λογαριασμός που τυχόν τηρεί ο οφειλέτης με τρίτο πρόσωπο. Επιπρόσθετα, οι ενάγοντες επικαλούνται τον καταχρηστικό χαρακτήρα της προαναφερόμενης καταγγελίας των δανειακών συμβάσεων στην οποία προέβη η εναγόμενη.
Ειδικότερα, εκθέτουν ότι η δανειολήπτρια εταιρεία «***», ήταν συνεπής στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της μέχρι τις αρχές του έτους 2012, ότι ουδεμία όχληση για καθυστερήσεις δεν είχε δεχθεί ή προειδοποίηση για επικείμενη καταγγελία, ενώ τίποτε δεν προμήνυε ότι η εναγόμενη θα προχωρήσει στην ανωτέρω ενέργεια, τα ανωτέρω δε περιστατικά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχε παραχωρηθεί υπέρ αυτής (εναγόμενης) και για την εξασφάλιση της απαίτησής της, συναινετική προσημείωση υποθήκης σε ανήκον στην κυριότητα της εταιρείας ακίνητο, δυνάμει της υπ` αριθμ. 36609Σ/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τους είχαν δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι η συνεργασία θα συνεχισθεί και δεν θα καταγγελθούν οι δανειακές συμβάσεις. Πέραν των ανωτέρω, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι με τον συμψηφισμό στον οποίο προέβη η εναγομένη, παραβίασε, εν γνώσει της, την από 28-03-2012 προσωρινή διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε παραταθεί με την από 02-10-2012 προσωρινή διαταγή, η οποία είχε εκδοθεί στο πλαίσιο του ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης της εταιρείας «***», και με την οποία είχε αναστείλει κάθε διαδικασία εκτέλεσης τόσο κατά της περιουσίας της εταιρείας, όσο και κατά της περιουσίας των εγγυητών, μεταξύ των οποίων και του δεύτερου ενάγοντος, γεγονός που συνιστά και ποινικό αδίκημα κατ` άρθρο 232Α παρ. 1 ΠΚ.
Επίσης, οι ενάγοντες επικαλούνται ότι με την παράλειψή της να τους αποδώσει, στις 12-10-2012, το ποσόν της καταθέσεώς τους, παραβίασε την εκ της συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης υποχρέωσή της, ο δε συμψηφισμός στον οποίο αυτή προέβη δεν έχει νομική ισχύ, δοθέντος ότι, αφενός μεν η απαίτηση του δεύτερου ενάγοντος ήταν ακατάσχετη αφού ήταν σε ισχύ η πραναφερόμενη προσωρινή διαταγή που απαγόρευε κάθε διαδικασία εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας του, αφετέρου δε, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, οι ίδιοι (ενάγοντες) δεν είχαν δεχθεί εκ μέρους της εναγόμενης δήλωση συμψηφισμού, κατ` άρθρο 441 ΑΚ. Επικουρικά, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι η εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν 5368/1932, το οποίο ορίζει πως ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός τεκμαίρεται αμαχήτως έναντι των κατασχόντων δανειστών, ότι ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη, και, επομένως, βάσει της παραπάνω διατάξεως θα έπρεπε να είχε περιορισθεί στον συμψηφισμό μόνον αναφορικά με το ήμισυ του ποσού του κοινού λογαριασμού, αφού κατά της πρώτης ενάγουσας δεν διατηρεί καμία απαίτηση. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά και με την πρόσθετη επίκληση ότι, από την προπεριγραφόμενη παράνομη, υπαίτια, καταχρηστική και, ταυτόχρονα, αντισυμβατεική συμπεριφορά της εναγόμενης έχουν υποστεί υλική ζημία, ανερχόμενη στο ποσό των 118.000 ευρώ, καθώς και ηθική βλάβη εκ της απώλειας των χρημάτων τους που είχαν εμπιστευθεί προς φύλαξη στην εναγόμενη, ζητούν να υποχρεωθεί η τελευταία α) να τους καταβάλει, εις ολόκληρον σε έκαστο, το ποσό των 118.000 ευρώ, ως αποζημίωση βάσει των περί αδικοπραξιών διατάξεων, άλλως να τους αποδώσει το ίδιο ποσόν βάσει της συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, και β) να τους καταβάλει, εις ολόκληρον σε έκαστο, το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, νομιμοτόκως από της επίδοση της αγωγής. Επικουρικά, η πρώτη ενάγουσα, με την επίκληση των περί ενδοσυμβατικής ευθύνης διατάξεων, καθώς και του προαναφερόμενου άρθρου 4 του Ν 5368/1932, ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 59.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επίδοση της αγωγής. Τέλος, οι ενάγοντες ζητούν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην δικαστική τους δαπάνη. Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 7, 8, 9, 14 παρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), διότι το αίτημα της αγωγής αποτιμάται χρηματικά.
Συγκεκριμένα, αίτημα της αγωγής είναι χρηματική παροχή, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ και υπολείπεται του ποσού των 250.000 ευρώ, οπότε καταφάσκεται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τούτου βάσει των προαναφερόμενων διατάξεων. Τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγόμενη περί καθ` ύλην αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθούν, με τη σημείωση ότι η εναγόμενη υπολαμβάνει εσφαλμένα στις προτάσεις της ότι με την αγωγή ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας των συμβατικών όρων βάσει των οποίων έλαβε χώρα ο επίδικος συμψηφισμός. Περαιτέρω, η αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα καθ` ο μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξιών διατάξεις λόγω παραβίασης του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή (Ν. 2251/1994). Ειδικότερα, οι επίμαχοι και παρατιθέμενοι στην αγωγή υπ` αριθμ. 8.2 και 11.2 όροι της από 26-10-2010 σύμβασης δανείου και της από 26-09-2005 σύμβασης παροχής πίστωσης, αντιστοίχως, δεν αντίκεινται στο άρθρο 2 του εν λόγω νόμου. Συγκεκριμένα, η προβλεπόμενη με τους όρους αυτούς δυνατότητα της εναγόμενης τράπεζας να συμψηφίζει απαιτήσεις της με απαιτήσεις του δανειολήπτη ή του εγγυητή αποτελεί και προβλεπόμενο από τον νόμο δικαίωμά της (άρθρα 440επ. ΑΚ). Επομένως, πρόκειται για «δηλωτικό όρο», ο οποίος, ως τέτοιος, εξαιρείται από τον έλεγχο καταχρηστικότητας (βλ. αναλυτικά Δέλλιο, Γενικοί Όροι Συναλλαγών, 2013, αριθ. 238επ). Άλλωστε, η διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας που επέρχεται με τους αμέσως προηγούμενους υπ` αριθμ. 8.1 και 11.1 όρους, με τους οποίους αποκλείεται το αντίστοιχο δικαίωμα των αντισυμβαλλομένων της, αποκαθίσταται επιτυχώς διά της ρητής νομοθετικής απαγόρευσης της χρήσεως των εν λόγω όρων από την εναγόμενη (άρθρο 2 παρ. 7 περ. κγ` Ν, 2251/1994). Περαιτέρω, ο όρος περί δυνατότητας της τράπεζας να χρεώνει με κάθε ποσό ληξιπρόθεσμης οφειλής του δανειολήπτη ή του εγγυητή οποιονδήποτε λογαριασμό τους, δεν προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας των ΓΟΣ, καθότι ο εν λόγω όρος είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημά του, ενώ, εξάλλου, υπό την γενική διατύπωση «οποιοσδήποτε λογαριασμός» καλύπτεται οπωσδήποτε και ο «κοινός λογαριασμός» που τυχόν τηρεί ο οφειλέτης με τρίτο πρόσωπο, χωρίς ο σχετικός ΓΟΣ να κρίνεται αδιαφανής εκ της μη περαιτέρω διευκρινίσεως. Ομοίως, μη νόμιμη και απορριπτέα είναι η αγωγή καθ` ο μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξιών διατάξεις με την επίκληση καταχρηστικού δήθεν χαρακτήρα της καταγγελίας των δανειακών συμβάσεων που είχε συνάψει η εναγόμενη με την εταιρεία «***».
Ειδικότερα, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, και αληθή αυτά υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της εναγόμενης, λαμβανομένου ιδίως υπ` όψιν ότι η προαναφερόμενη εταιρεία (σύμφωνα με όσα ιστορούνται στην αγωγή), ήδη από τις αρχές του έτους 2012 (δηλαδή 10 μήνες πριν την επίδικη καταγγελία), αντιμετώπιζε ανυπέρβλητα προβλήματα ρευστότητας, καθυστερούσε δε έκτοτε την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών της προς την εναγόμενη. Εξάλλου, η προσημείωση υποθήκης που είχε απαιτήσει η εναγόμενη από την πρωτοφειλέτρια, παρεκτός του ότι ήταν Γ` σειράς και επομένως δεν παρείχε μεγάλα εχέγγυα εξασφάλισης της απαίτησης της εναγόμενης, είχε χορηγηθεί σε προγενέστερο χρόνο, και συγκεκριμένα το έτος 2011, πριν δηλαδή η πρωτοφειλέτρια αρχίσει να εμφανίζεται ασυνεπής ως προς την εκπλήρωση των οικονομικών της υποχρεώσεων. Τέλος, μη νόμιμη και απορριπτέα είναι η επικουρική βάση της αγωγής, στην οποία η πρώτη ενάγουσα επικαλείται ακυρότητα του συμψηφισμού λόγω αντίθεσης στο άρθρο 4 του Ν 5368/1932. Ειδικότερα, ο συμψηφισμός στον οποίον προέβη η εναγόμενη τράπεζα για ανταπαίτησή της, που διατηρούσε κατά του δεύτερου ενάγοντος, συνδικαιούχου του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού, με το σύνολο του ποσού με το οποίο είχε πιστωθεί ο εν λόγω λογαριασμός, δεν πάσχει για τον λόγο τούτο, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπ` αριθμ. 1 νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 4 του Ν 5638/1932 αναφέρεται αποκλειστικώς στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ και δεν αφορά την περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός των περισσοτέρων καταθετών, εις ολόκληρον συνδανειστών της. Κατά τα λοιπά, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 451, 822επ., 827, 830 παρ. 1, 489, 914, 297, 298, 299, 914, 932, 346 και 904 επ. του ΑΚ, 232Α παρ. 1 ΠΚ, 1 παρ. 1 και 2 του Ν 5638/1932, 176, 907, 908 ΚΠολΔ.
Πρέπει επομένως η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν, δοθέντος ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ` αριθμ. ***/12-12-2016 διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ ***).
Από την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, ***, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους και μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Δυνάμει της υπ` αριθμ. ***/26-09-2005 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ***» και της εταιρείας με την επωνυμία «***», χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση, αόριστης διάρκειας, μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, προς εξυπηρέτηση δε της πίστωσης τηρήθηκε ο υπ` αριθμ. ****. λογαριασμός. Στην ίδια σύμβαση συμβλήθηκε, μεταξύ άλλων, ως εγγυητής και ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος είναι μέτοχος και ταυτόχρονα πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας αυτής, παραιτούμενος της ενστάσεως της διζήσεως και ενεχόμενος ως αυτοφειλέτης. Επίσης, δυνάμει της υπ` αριθμ. ***/26-10-2010 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου που συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ***» και της ίδιας ως άνω εταιρείας με την επωνυμία «***», χορηγήθηκε στην τελευταία έντοκο δάνειο, διάρκειας 60 μηνών, ποσού 91.500 ευρώ, στην ίδια δε σύμβαση συμβλήθηκε, μεταξύ άλλων, ως εγγυητής και ο δεύτερος ενάγων, παραιτούμενος της ενστάσεως της διζήσεως και ενεχόμενος ως αυτοφειλέτης. Προς εξυπηρέτηση της σύμβασης τηρήθηκε ο υπ’ αριθμ. *** λογαριασμός. Να σημειωθεί ότι η τράπεζα με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ***», αφού πρώτα μετονομάσθηκε σε ΤΡΑΠΕΖΑ ***», εν συνεχεία συγχωνεύθηκε, διά απορροφήσεως, με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ***» (ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 8678/09-12-2013). Επίσης, αποδεικνύεται ότι η πρώτη ενάγουσα διατηρούσε στην τράπεζα «***» τον υπ’ αριθμ. *** καταθετικό λογαριασμό, ύστερα δε από την με ημερομηνία 03-10-2012 αίτηση της ίδιας προστέθηκε και το όνομα του δεύτερου ενάγοντας, και έτσι ο λογαριασμός αυτός κατέστη «κοινός» κατά την έννοια του Ν. 5638/1932. Περί τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου 2012, η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «***» πώλησε το ανήκον στην κυριότητά της μηχανοκίνητο σκάφος αντί του τιμήματος των 118.000 ευρώ.
Οι ενάγοντες, εκ των οποίων η πρώτη τυγχάνει ετερόρρυθμος εταίρος της εν λόγω εταιρείας, ο δε δεύτερος ομόρρυθμός εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος, αποφάσισαν την πώληση του σκάφους αυτού προς αντιμετώπιση έντονων οικονομικών τους προβλημάτων. Το συμφωνηθέν τίμημα συμφωνήθηκε να κατατεθεί στον προαναφερόμενο υπ` αριθμ. *** καταθετικό λογαριασμό που τηρούνταν στο όνομα της πρώτης ενάγουσας, πλην όμως, επειδή ο αγοραστής απαίτησε τα χρήματα να φαίνεται ότι κατατέθηκαν σε λογαριασμό του νομίμου εκπροσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας, η πρώτη ενάγουσα προέβη, την 03η-10-2012, στην προαναφερόμενη ενέργεια της να καταστήσει τον δεύτερο ενάγοντα συνδικαιούχο του λογαριασμού. Το ποσό του τιμήματος των 118.000 ευρώ εμβάσθηκε, στις 10-10-2012, από τον αγοραστή του σκάφους και διά της τράπεζας «***», στο όνομα αμφοτέρων των εναγόντων, και ακολούθως, στις 11-10-2012, το ίδιο ποσό πιστώθηκε στον προαναφερόμενο, κοινό λογαριασμό τους. Την επομένη ημέρα, ο δεύτερος ενάγων μετέβη στο υποκατάστημα της εναγόμενης του Ν. Ψυχικού προκειμένου να αναλάβει μέρος του ποσού, πλην όμως διαπίστωσε ότι το σύνολο του ποσού της κατάθεσης είχε αναληφθεί από την εναγόμενη. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα (12-10-2012), ύστερα από εντολή της πληρεξούσιας δικηγόρου της εταιρείας «***» επιδόθηκε στην τράπεζα η υπ’ αριθμ. ***/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μαζί με την από 02-10-2012 απόφαση της Προέδρου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί διατηρήσεως της από 29-08-2012 προσωρινής διαταγής. Ειδικότερα, με την υπ` αριθμ. 1065/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δημοσιεύθηκε σας 09-08-2012, έγινε δεκτή αίτηση της εταιρείας «***» και διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης. Ύστερα από την υποβολή της εν λόγω-αιτήσεως, η ίδια ως άνω εταιρεία, καθώς και οι εγγυητές της, μεταξύ των οποίων ο δεύτερος ενάγων, είχαν υποβάλει, κατά της εταιρείας με την επωνυμία «***», την από 02-03-2012 (ΓΑΚ 41105/2012, ΑΚΔ 76/2012) αίτηση περί λήψεως προληπτικών μέτρων μέχρι τη λήξη της διαδικασίας εξυγίανσης. Επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη η απ` αριθμ. 138/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Ακολούθως, η ίδια ως άνω εταιρεία, καθώς και οι εγγυητές της, μεταξύ των οποίων ο δεύτερος ενάγων, κατέθεσαν την από 23-08- 2012 κλήση τους (ΓΑΚ 140060/2012, ΑΚΔ 14656/2012), την οποία έστρεφαν κατά της εταιρείας με την επωνυμία «***», και με την οποία ζήτησαν τον ορισμό δικασίμου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για την εκδίκαση της πιο πάνω αίτησής τους. Ταυτόχρονα, ζήτησαν την έκδοση προσωρινής διαταγής, η οποία τους χορηγήθηκε στις 29-08-2012, με περιεχόμενο την αναστολή κάθε διαδικασίας ατομικής και συλλογικής εκτέλεσης κατά των αιτούντων και της περιουσίας τους μέχρι τη συζήτηση της αίτησης. Η αίτηση συζητήθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στις 02-10-2012, οπότε διατηρήθηκε η ισχύς της προσωρινής διαταγής. Ύστερα από έξι μέρες από την επίδοση της υπ’ αριθμ. 1065/2012 απόφασης και της προσωρινής διαταγής προς την τράπεζα, και συγκεκριμένα στις 18-10-2012, η τελευταία επέδωσε στην εταιρεία «***» και στους εγγυητές της, μεταξύ των οποίων και στον δεύτερο ενάγοντα, εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση, με την οποία τους γνωστοποίησε ότι, την 11η-10-2012, προέβη στο κλείσιμο του υπ` αριθμ. *** λογαριασμού που τηρούνταν σε εξυπηρέτηση της υπ` αριθμ. ***/26-10-2010 δανειακής σύμβασης, καθώς επίσης τους γνώρισε την καταγγελία του εν λόγω δανείου, καλώντας τους ταυτόχρονα να της καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό των 57.277,68 ευρώ. Επίσης, με τις από 18-10-2012 εξώδικες δηλώσεις η τράπεζα κοινοποίησε στον δεύτερο ενάγοντα αναλυτική κίνηση των υπ` αριθμ. *** και *** λογαριασμών, οι οποίοι είχαν τηρηθεί σε εξυπηρέτηση της από 26- 09-2005 σύμβασης πίστωσης και της από 26-10-2010 δανειακής σύμβασης αντιστοίχως έως την 11η-10-2012, οπότε έκλεισαν λόγω καταγγελίας των συμβάσεων. Επίσης του γνωστοποίησε ότι ο μεν πρώτος λογαριασμός είχε πιστωθεί με το ποσό των 81.138,23 ευρώ, ο δε δεύτερος με το ποσό των 36.812,87 ευρώ, ποσά προερχόμενα από τον προαναφερόμενο (κοινό με την πρώτη ενάγουσα) υπ` αριθμ. *** καταθετικό λογαριασμό, ενόψει ασκήσεως δικαιώματος της τράπεζας περί συμψηφισμού.
Επίσης σε απάντηση της από 23-10-2012 εξώδικης διαμαρτυρίας - όχλησης με την οποία οι ενάγοντες κάλεσαν την τράπεζα να επανακαταθέσει το ποσό των 118.000 ευρώ στον κοινό λογαριασμό τους, η τελευταία απηύθυνε, μεταξύ άλλων, και στους ενάγοντες την από 30-10-2012 εξώδικη απάντηση-δήλωση-πρόσκληση-καταγγελία της, με την οποία επανέλαβε την καταγγελία (λόγω επανειλημμένης παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων και λόγω μεταβολής της οικονομικής κατάστασης των οφειλετών) των προαναφερόμενων από 26-09-2005 σύμβασης πίστωσης και από 26-10-2010 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, καθώς και το από 11-10- 2012 κλείσιμο των λογαριασμών που τηρούνταν σε εξυπηρέτησή τους, με χρεωστικό υπόλοιπο 81.138,23 ευρώ και 88.861,64 ευρώ, αντιστοίχως. Ταυτόχρονα, τους γνωστοποίησε ότι, κάνοντας χρήση συμβατικού της δικαιώματος, προέβη σε συμψηφισμό των ανωτέρω απαιτήσεών της με την ανταπαίτηση του δεύτερου ενάγοντος, πιστώνοντας τους κλεισθέντες λογαριασμούς με τα ποσά των 81.138,23 ευρώ και 36.812,87 ευρώ, αντιστοίχως, με αποτέλεσμα ο μεν πρώτος λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης να παρουσιάζει μηδενικό υπόλοιπο, ο δε δεύτερος να παρουσιάζει υπόλοιπο ποσού 57.277,68 ευρώ.

Το συμβατικό δικαίωμα που επικαλέσθηκε η τράπεζα για τον συμψηφισμό στον οποίο προέβη, αναλαμβάνοντας το ποσό των (81.138,23 + 36.812,87 =) 117.951,10 ευρώ, απορρέει από τους απ` αριθμ. 8.2 και 11.2 όρους της από 26-10- 2010 σύμβασης δανείου και της από 26-09-2005 σύμβασης παροχής πίστωσης, αντιστοίχως, οι οποίοι έχουν το εξής (ταυτόσημο) περιεχόμενο: «Ο δανειολήπτης και ο εγγυητής εξουσιοδοτούν από τώρα ανέκκλητα την τράπεζα να χρεώνει με κάθε ποσό ληξιπρόθεσμης οφειλής τους οποιονδήποτε λογαριασμό τους. Επίσης η τράπεζα έχει δικαίωμα τόσο επίσχεσης όσο και συμψηφισμού προς οποιαδήποτε άλλη απαίτηση του δανειολήπτη ή του εγγυητή, ενδεικτικά αναφερόμενων απαιτήσεών τους που προέρχονται από εντολές τρίτων, εμβάσματα, καταθέσεις κάθε είδους κλπ.». Με βάση τα παραπάνω, ο συμψηφισμός στον οποίο προέβη η τράπεζα, αναλαμβάνοντας, στις 12-10-2012, το συνολικό ποσό των 117.951,10 ευρώ, δεν πάσχει εκ του λόγου ότι δεν είχε προηγηθεί η κατ` άρθρο 441 ΑΚ απευθυντέα μονομερής δήλωση. Και τούτο, διότι πρόκειται για συμβατικό συμψηφισμό, το περιεχόμενο του οποίου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην απ` αριθμ. ΙΙ νομική σκέψη, καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, μεταξύ των οποίων και η πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Στην προκειμένη περίπτωση, ο παραπάνω συμψηφισμός έλαβε χώρα δυνάμει των προαναφερόμενων συμβατικών όρων, τον οποίον γνώριζε ο συμβαλλόμενος δεύτερος ενάγων, έχοντας παράσχει μάλιστα ανέκκλητη πληρεξουσιότητα στην τράπεζα να προβαίνει σε χρέωση οποιοσδήποτε λογαριασμού του με κάθε ποσό ληξιπρόθεσμης οφειλής του, και, επομένως, δεν απαιτείτο για το κύρος του να γίνει και με δήλωση προς αυτόν, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ` ουσίαν.
Εξάλλου, όπως ήδη σημειώθηκε, ο συμψηφισμός εγκύρως έλαβε χώρα για το σύνολο του ποσού του προαναφερόμενου κοινού λογαριασμού, καθόσον το θεσπιζόμενο τεκμήριο της διατάξεως του άρθρου 4 του Ν 5638/1932, τυγχάνει εφαρμογής μόνο επί της κατασχέσεως, και όχι και επί του συμψηφισμού, ο οποίος ενεργεί αντικειμενικώς (άρθρο 483 παρ. 1 ΑΚ), ούτε πάντως θεσπίζει ακατάσχετο αναφορικώς με το μερίδιο της έτερης συνδικαιούχου, πρώτης ενάγουσας. Κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα ο επίδικος συμψηφισμός ήταν σε ισχύ η προαναφερόμενη από 29-08-2012 προσωρινή διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διατηρήθηκε με την από 02-10-2010 προσωρινή διαταγή. Η προσωρινή αυτή διαταγή, έχουσα ως περιεχόμενο την αναστολή κάθε διαδικασίας ατομικής και συλλογικής εκτέλεσης κατά των αιτούντων (μεταξύ των οποίων και ο δεύτερος ενάγων) κοινής περιουσίας τους, είχε ως συνέπεια να καταστεί «ακατάσχετη», κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 451 ΑΚ, η προερχόμενη από τον κοινό λογαριασμό απαίτηση, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπ` αριθμ. I νομική σκέψη, τον χαρακτήρα ακατάσχετης μπορεί να προσδώσει σε μία απαίτηση και η δικαστική απόφαση. Επομένως, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, δεν επιτρεπόταν συμψηφισμός κατά της εν λόγω ακατάσχετης απαίτησης. Ωστόσο, δοθέντος ότι ο ακατάσχετος χαρακτήρας της απαιτήσεως δεν προβλεπόταν από τον νόμο, αλλά επιβλήθηκε βάσει της (εξομοιωμένης με δικαστική απόφαση) προσωρινής διαταγής, η προσωρινή αυτή διαταγή, προκειμένου να αναπτύξει τη διαπλαστική της ενέργεια, ήτοι τη δεσμευτικότητά της προς τους τρίτους, ως προς τους οποίους μπορεί να αντιταχθεί η αναφερόμενη στην υπ` αριθμ. III νομική σκέψη σχετική ακυρότητα, θα έπρεπε - λαμβανομένου υπ` όψιν και του ότι η προσωρινή διαταγή δεν προβάλλεται σε δημοσίευση (ΚΠολΔ 700 παρ.3) - να γνωστοποιηθεί στους πιστωτές των αιτούντων (εταιρείας και εγγυητών), προκειμένου αυτοί (πιστωτές), λαμβάνοντας γνώση του περιεχομένου της, να συμμορφωθούν προς αυτή και να απέχουν από οποιαδήποτε πράξη αντιβαίνουσα αυτή (πρβλ. ΑΠ 697/2008 ΤΝΠ Νόμος). Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση της προσωρινής διαταγής - ή έστω γνώση περί της έκδοσής της - δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε αναφορικά με την τράπεζα, κατά τον χρόνο αναλήψεως του ποσού των 117.951,10 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό των εναγόντων. Ειδικότερα, όπως ιστορείται και στο αγωγικό δικόγραφο αλλά και όπως αποδείχθηκε και προαναφέρεται, η κοινοποίηση στην τράπεζα της επίμαχης προσωρινής διαταγής έλαβε χώρα την ίδια μεν ημέρα (12-10-2012), αλλά αφού η τράπεζα είχε ήδη προβεί στον επίδικο συμψηφισμό και στην ανάληψη του ποσού της κατάθεσης, γεγονός που διαπίστωσε ο δεύτερος ενάγων κατά την προσέλευση του στο υποκατάστημα του Ν. Ψυχικού της τράπεζας. Να σημειωθεί ότι η αίτηση βάσει της οποίας ζητήθηκε η προσωρινή διαταγή, στρεφόταν, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, μόνον κατά της εταιρείας με την επωνυμία «***», η δε τράπεζα «***» ουδόλως είχε κληθεί να συμμετάσχει στη διαδικασία έκδοσης της προσωρινής διαταγής, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη και δεν αμφισβητούν οι ενάγοντες, συναγομένης ομολογίας αυτών (άρθρο 261 εδ. β` ΚΠολΔ). Ενόψει των ανωτέρω, η τράπεζα, με την ενέργειά της να αναλάβει το ποσό των 117.951,10 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό των εναγόντων, αφενός μεν δεν φέρει αδικοπρακτική ευθύνη, αφού, ελλείψει γνώσεως και άρα δόλου, δεν συντρέχει περίπτωση του ποινικού αδικήματος του άρθρου 232Α ΠΚ, αφετέρου δε δεν φέρει ευθύνη αποδόσεως του παραπάνω ποσού εκ της συνδέουσας αυτήν (τράπεζα) με τους ενάγοντες συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης. Και τούτο διότι την ακυρότητα, ως κύρωση της παράβασης της προσωρινής διαταγής, θα μπορούσε να επικαλεσθεί ο υπέρ ου αυτή εξεδόθη, δεύτερος ενάγων, μόνον σε περίπτωση που είχε προηγηθεί της πράξεως που αντίκειται στο περιεχόμενο της προσωρινής διαταγής, η γνωστοποίηση αυτής στην τράπεζα ώστε να αναπτύξει τη διαπλαστική της ενέργεια και τη δεσμευτικότητά της. Κατ` ακολουθίαν, η τράπεζα, κατά τον χρόνο που ενήργησε την ανάληψη, δεν δεσμευόταν από το περιεχόμενο της προσωρινής διαταγής, και, επομένως, ο γενόμενος υπ` αυτήν συμψηφισμός δεν πάσχει ακυρότητας, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, η δε άρνησή της να αποδώσει στους τελευταίους το ισόποσο της καταθέσεως είναι σύννομη. 
Εξάλλου, με την ανάληψη των χρημάτων, η τράπεζα δεν κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, αφού αφενός μεν ο πλουτισμός της είναι δικαιολογημένος λόγω της εγκυρότητας του συμψηφισμού, αφετέρου δε από τον πλουτισμό της αυτόν δεν επήλθε ζημία στην περιουσία του δεύτερου ενάγοντας, καθόσον αποσβέσθηκε ισόποση οφειλή του τελευταίου έναντί της, προερχόμενη από την εγγύηση που αυτός είχε παράσχει υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, ενεχόμενος ως αυτοφειλέτης. Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην υπ` αριθμ. I νομική σκέψη, όπως η καταβολή των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους συνδικαιούχους του κοινού λογαριασμού επιφέρει απόσβεση της απαίτησης και ως προς τους λοιπούς, το ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαίτησης της πρώτης ενάγουσας προς απόδοση του ποσού της κατάθεσης επέφερε και ο έναντι του δεύτερου ενάγοντος συμψηφισμός στον οποίο προέβη η τράπεζα, αφού και ο συμψηφισμός είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικά, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπ’ αριθμ. I νομική σκέψη. Δοθέντος ότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ή ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγόμενης ούτε ευθύνη της με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis