Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Έκθεση, ιατρική ευθύνη, κώδικας ιατρικής δεοντολογίας, σύγκρουση καθηκόντων, ενδεχόμενος δόλος.

Συμβούλιο Πλημ/ κών Καλαμάτας 50/ 2015.  

Πρόεδρος: Π. Καρκατζούνη, Μέλη: Π. Ζαρμποζάνης, Α.-Μ. Δουγέκου (Εισηγήτρια).
Εισαγγελέας: Δ. Σταύρου.

Περίληψη. Θανατηφόρα έκθεση. Ιατρική ευθύνη. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Ανθρωποκτονία εξ αμελείας διά παραλείψεως. Αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ πράξεως ή παραλείψεως και επελθόντος αποτελέσματος. Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας. Σύγκρουση καθηκόντων. Σύγκρουση καθηκόντων ως ιδιάζουσα μορφή κατάστασης ανάγκης. Ζωή ή υγεία περισσοτέρων ανθρώπων που τίθεται σε διακινδύνευση.
Πραγματικά περιστατικά. Αφαίρεση συσκευής από ασθενή που υποστήριζε την αναπνοή του. Δεν γίνεται κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων ιατρών για το αδίκημα της θανατηφόρας έκθεσης κατά συναυτουργία, αφού η κατάσταση υγείας του ασθενούς ήταν μη αναστρέψιμη και ο θάνατός του επικείμενος. Επιπλέον, η ετέρα ασθενής στην οποία τοποθετήθηκε η συσκευή ήταν σε καλύτερη θέση από άποψη κατάστασης της υγείας της από τον θανόντα και είχε πολύ περισσότερες πιθανότητες να διατηρηθεί στη ζωή από τον αποβιώσαντα. Τέλος η συσκευή ήταν η μοναδική σε λειτουργία στο Νοσοκομείο. Έλλογη διαδικασία σύγκρισης του ποιος έχει περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης, η οποία βρίσκει έρεισμα στο ά. 25§1 ΠΚ. Επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας από θανατηφόρα έκθεση σε ανθρωποκτονία από αμέλεια, ωστόσο, εν προκειμένω, δεν προέκυψε αμελής συμπεριφορά των ιατρών.

Η γενομένη δεκτή εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής:

Κατά το άρθρο 306 παρ. 1 ΠΚ, όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο, που το έχει στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει, ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του Π Κ, αν από την έκθεση προκληθεί από αμέλεια του δράστη βαριά βλάβη της υγείας του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, αν δε προκληθεί θάνατος, κάθειρξη τουλάχιστον έξι ετών. Από τη διάταξη της παρ. 1 προκύπτει, ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκθεσης, το οποίο είναι έγκλημα συγκε­κριμένης διακινδύνευσης, συγκροτείται με δύο τρόπους: α) με την έκθεση άλλου, έτσι ώστε να καταστεί αυτός αβοήθη­τος (έκθεση σε στενή έννοια), και β) με την άφεση αβοήθη­του του προσώπου που βρίσκεται υπό την προστασία κ.λπ. του δράστη. Η έννοια των φράσεων του νόμου «καθιστά αβοήθητο» κατ «αφήνει αβοήθητο» σημαίνει και στις δύο αυ­τές περιπτώσεις, ότι δημιουργείται κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντος ή επιτάσεως του επισυμβάντος κινδύνου. Ειδικότερα, ο πρώτος τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της έκθεσης, σε στενή έννοια, υπάρχει, όταν με θετική ενέργεια (ή παράλειψη) του δράστη, το θύμα μεταφέ­ρεται από μια σχετικά ασφαλή θέση σε μία ανασφαλή, χωρίς να απαιτείται τοπική μετακίνηση του θύματος, και έτσι εκτί­θεται σε κίνδυνο η ζωή ή η υγεία του. Η αβοήθητη θέση, στην οποία περιάγεται το θύμα, συνίσταται στη δημιουργία όρων με τους οποίους αρχίζει μια αυτοδύναμη διαδικασία που θα οδηγήσει σε βλάβη του εννόμου αγαθού της ζωής ή της υγείας, αν δεν ανακοπεί με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, είναι αδιάφορο, εάν το θύμα τελικά διασωθεί με την παρέμβαση τρίτων ή από τύχη. Και τούτο, γιατί στα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, στα οποία εντάσσεται και η έκθεση, η συμπεριφορά του δράστη εξαν­τλείται στην πρόκληση του κινδύνου και δεν συνδέεται με την επέλευση της βλάβης. Επομένως, είναι αδιάφορο εάν αναμένεται με βεβαιότητα ή με υψηλή πιθανότητα η παροχή βοήθειας από τρίτο. Απαιτείται, ακόμη, να συντρέχει και αι­τιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος, ο οποίος θεωρείται ότι υπάρχει, όταν μπορούμε να φανταστούμε ότι, αν δεν ελά­βανε χώρα η ενέργεια του δράστη ή δεν παραλειπόταν η επιβεβλημένη ενέργεια του, τότε το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα, δηλαδή, η κατάσταση κινδύνου, στη μεν έκθε­ση σε στενή έννοια δεν θα επερχόταν, στη δε έκθεση σε ευ­ρεία έννοια, η οποία τελείται με παράλειψη, η υπάρχουσα ήδη κατάσταση κινδύνου, θα ήρετο. Για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της έκθεσης απαι­τείται να έχει ο δράστης δόλο, έστω και ενδεχόμενο, να γνω­ρίζει, δηλαδή, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι ο παθών, στην πρώτη περίπτωση (έκθεση σε στενή έννοια) περιάγεται με την ενέργεια του σε κατάσταση κινδύνου, για τη ζωή ή την υγεία του, στη δεύτερη δε περίπτωση ότι ο παθών βρίσκεται ήδη σε κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του και θέλει ή αποδέχεται στην πρώτη περίπτωση να προ­βεί στην ενέργεια (ή την παράλειψη) από την οποία δημιουρ­γείται η ως άνω κατάσταση κινδύνου, στη δεύτερη δε περί­πτωση, να παραλείψει να προβεί στη λυτρωτική για τον παθόντα ενέργεια, οσάκις ο δράστης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντος, ενώ για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, απαιτείται περαιτέρω υποκειμενικώς, πλην του ως άνω βασικού δόλου ως προς την έκθεση και αμέλεια του δράστη ως προς το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα (άρθρο 29 ΠΚ) του θανάτου ή της βαριάς βλάβης της υγείας του παθόντος (ΣυμβΑΠ 1222/2010 ΠοινΧρ 2011, 360, ΣυμβΑΠ 1408/2009 ΠοινΧρ 2010, 396). Εξάλλου με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό απο­τέλεσμα και το αποδέχεται. Κατά τον προσδιορισμό της μορ­φής αυτής υπαιτιότητας, ο Ποινικός Κώδικας ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία για να υπάρχει ενδεχόμενος δόλος πρέπει να διακριβωθεί, αφενός ότι ο δράστης προέβλεψε ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα, ως συνέπεια της ενέργειας του ή της παραλείψεως του, αφετέρου δε ότι το αποδέχθηκε. Η συνδρομή όμως του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα αποδείξεως και δεν προκαθορίζεται από τον βαθμό της πιθα­νότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέ­λεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι προείδε αυτό ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του, χωρίς να λάβει υπόψη του αυτή την προειδοποίηση. Η έννοια του δόλου, είτε άμεσου, είτε ενδεχόμενου, συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος εγκληματικού αποτελέσματος. Τα εν λόγω δύο στοιχεία είναι στενά συνδεδεμένα και ισότιμα μεταξύ τους και δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επελεύσεως του εγκλη­ματικού αποτελέσματος, από τυχόν παραλείψεις του δράστη ή ελλείψεις ενός πράγματος, για να μεταβάλει σε ενδεχόμε­νο δόλο μια βαρεία ή ελαφρά παράβαση του οικείου καθήκο­ντος επιμέλειας. Προσαπαιτείται επίσης και η διαπίστωση, ότι ο υπαίτιος, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή, δεν απώθη­σε από τη συνείδηση του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, που προέβλεψε και εντεύθεν επιδοκίμασε. Σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν συντρέχει περίπτωση ενδεχό­μενου δόλου, όταν δεν δύναται, κατ` αντικειμενική κρίση, να καταφαθεί και το βουλητικό στοιχείο της πρόθεσης, όπως συμβαίνει, όταν δεν προκύπτει οποιοδήποτε λογικό κίνητρο του υπαίτιου για τη διάπραξη ενός από δόλο τελούμενου εγκλήματος. Με βάση τα ανωτέρω δεν συντρέχει περίπτωση ενδεχόμενου δόλου, όταν δεν δύναται, κατ` αντικειμενική κρίση, να επιβεβαιωθεί με αποδεδειγμένα πραγματικά περι­στατικά και το βουλητικό στοιχείο προθέσεως. Ενδεχόμενος δόλος συντρέχει όταν ο δράστης γνωρίζει ότι από τη συμπε­ριφορά του ενδέχεται να παραχθεί συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται με την έννοια ότι το επιδο­κιμάζει, ή πάντως συμβιβάζεται με αυτό, έστω κι αν δεν επι­θυμεί την επέλευση τούτου, προκειμένου να επιτύχει κά­ποιον άλλον σκοπό του. Το αν ο δράστης αποδέχεται ή όχι το αποτέλεσμα είναι ζήτημα δυσχερές και στις περισσότερες περιπτώσεις παρουσιάζεται ιδιαίτερη δυσκολία αν δεν προσδιοριστεί ο λόγος και η αιτία και το κίνητρο που δημιουργούν την αποδοχή από τον δράστη του εγκληματικού αποτελέ­σματος (Ν. Χωραφάς, Γενικές Αρχές Ποινικού Δικαίου, εκδ. Ε`, σελ. 128, Γ.Α. Μαγκάκης, Η φονική κοινωνική ασυνειδη­σία και η ποινική της αντιμετώπιση, αρθρογραφία Ν. Ανδρουλάκη, ΠοινΧρ ΝΘ`, 290, Πολ. Τσιρίδης, ΠοινΧρ ΝΒ`, 961). Απαιτείται ως εκ τούτου ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της ύπαρξης του ενδεχόμενου δόλου σε όλες τις μορφές της αδικοπραγίας εκ προθέσεως (ΑΠ 1959/2006 ΠοινΧρ ΝΖ`, 201, ΑΠ 65/2007 ΠοινΧρ ΝΖ`, 987, ΑΠ 1999/2006 ΠοινΧρ ΝΖ`, 402, ΑΠ 1269/2006 ΠοινΧρ ΝΖ`, 508, ΑΠ 286/2006 ΠοινΧρ ΝΖ`, 819, ΕφΠατρ 56/2009 ΠοινΧρ Ξ`, 484).
Ειδικότερα, η ΑΠ 1661/2004 ΠοινΧρ ΝΕ`, 328, αναίρε­σε προσβαλλόμενο παραπεμπτικό Βούλευμα, διότι: α) δέ­χθηκε την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου χωρίς να μνημονεύο­νται τα πραγματικά περιστατικά, που να δηλώνουν ότι οι αναιρεσείοντες κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή δεν απώθη­σαν από τη συνείδηση τους την παράσταση του εγκληματι­κού αποτελέσματος και έτσι το επιδοκίμασαν, αρκούμενο στη διακρίβωση του γνωστικού στοιχείου (πρόβλεψη του αποτελέσματος), υπολαμβάνοντας ότι το βουλητικό στοιχείο (εγκληματική αποδοχή) τεκμαίρεται από διάφορα περιστατικά και Β) διότι δεν διαλαμβάνεται στο Βούλευμα κάποιο λο­γικό κίνητρο των αναιρεσειόντων για να τελέσουν το έγκλη­μα. Ειδικότερα στο αδίκημα του άρθρου 306 απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος, που συνίσταται στη συνείδηση του δράστη ότι ο παθών περιάγεται σε επικίνδυνη κατάσταση και δεν απαιτείται να θελήσει τον κίνδυνο, ως αποτέλε­σμα της πράξης του. Απαιτείται να έχει ο δράστης δόλο, έστω και ενδεχόμενο, να γνωρίζει δηλαδή, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας ότι ο παθών στην πρώτη περίπτωση (έκθεση σε στενή έννοια) περιάγεται, με την ενέργεια του σε κατάσταση κινδύνου, για τη ζωή ή την υγεία του, στη δεύτε­ρη δε περίπτωση ότι ο παθών ευρίσκεται ήδη σε κατάσταση κινδύνου, για τη ζωή ή την υγεία του και θέλει ή αποδέχεται στην πρώτη περίπτωση να προβεί εις την ενέργεια ή την πα­ράλειψη, από την οποία δημιουργείται η ως άνω κατάσταση κινδύνου, στη δεύτερη δε περίπτωση να παραλείψει να προ­βεί στη λυτρωτική για τον παθόντα ενέργεια, οσάκις ο δρά­στης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντα (ΑΠ 1362/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 721/2009 ΠοινΧρ Ξ`, 278, ΑΠ 1530/2008 ΠοινΧρ Μθ`, 514, ΑΠ 65/2007 ΠοινΧρ 987, ΑΠ 1956/2006 ΠοινΧρ ΝΖ`, 615, Μ. Μαργαρίτης, ΕρμΠΚ, εκδ. 2014, 913-914, Α. Χαραλαμπάκης, ΕρμΠΚ, εκδ. 2014, 2365-2367). Επίσης ο συγκεκριμένος κίνδυνος πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της πράξεως του δράστη και μάλιστα σε χρονι­κή συνοχή με την πράξη, απαιτείται και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εκθέσεως και βαριάς σωματικής βλάβης της υ­γείας ή του θανάτου, δηλαδή της πράξεως ή της παραλείψε­ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, εάν υφί­σταται ανθρωποκτόνος δόλος, εφαρμόζεται μόνο το άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 1796/2011 ΠοινΔικ 2013, 295), ενώ έχει κριθεί ότι είναι επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας «θανα­τηφόρα έκθεση» (306 παρ. 2 ΠΚ) σε «ανθρωποκτονία από αμέλεια» (302 παρ. 1 ΠΚ), (ΣυμΒΕφΠατρ 56/2009 ΠοινΧρ ΜΣΤ`, 1727, ΣυμΒΠλημΚερκ 176/1996 ΠοινΧρ ΜΣΤ`, 1727, αντιθετη είναι η ΑΠ 1388/1982 ΠοινΧρ ΛΓ , 521). Εξάλλου η άρση του άδικου χαρακτήρα της διά παραλείψεως τελούμε­νης ανθρωποκτονίας από πρόθεση ή θανατηφόρας έκθεσης -εφόσον ο ιατρός προβλέπει, ως αναγκαίο ή έστω ενδεχό­μενο το θάνατο του ασθενούς, που παραλείπει να περιθάλ­ψει και τον αποδέχεται- θεμελιώνεται στη σύγκρουση καθη­κόντων, ως αυτοτελή και αυθύπαρκτο λόγο άρσης του αδί­κου. Εις το σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η απο­λύτως κρατούσα στη θεωρία άποψη αντιμετωπίζει τη σύ­γκρουση ισοδυνάμων καθηκόντων ενεργείας, ως λόγο άρ­σης του αδίκου. Ειδικότερα η παραπάνω θέση υποστηρίζεται τόσο από τους παλαιότερους θεωρητικούς: Ν. Χωραφάς, Ποινικόν Δίκαιον, Τόμος Πρώτος, εκδ. 9η, 222, Γ.-Α. Μαγκάκης, Ποινικόν Δίκαιο, Διαγράμματα Γενικού Μέρους, εκδ. β`, 1981, 208-211, ιδίου, Η σύγκρουση καθηκόντων ως οριακή κατάσταση του Ποινικού Δικαίου, 1980, σελ. 45, Ν. Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, εκδ. 2006, σελ. 450-451 και Α. Κατσαντώνης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, τ. Α`, σελ. 228, όσο και από τους νεότερους θεωρητικούς: Α. Κοτσαλής, Γενικό Μέρος ΠΚ, εκδ. 2013, σελ. 361 επ., Α. Χαραλαμπάκης, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος Ι, το έγκλημα, εκδ. 2010, σελ. 516, Ν. Παρασκευόπουλος, Τα θε­μέλια του Ποινικού Δικαίου, εκδ. 2008, 193 και Κωστάρας, Έννοια και θεσμοί του Ποινικού Δικαίου, β` έκδοση, 2004, σελ. 425-426.

Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 3418/ 2005 (Κ.Ι.Δ): «ο ιατρός, που ευρίσκεται μπροστά σε σύγκρουση καθηκόντων αντιμετωπί­ζει τη σύγκρουση αυτή, με βάση την επιστημονική του γνώ­ση, τη σύγκριση των εννόμων αγαθών που διακυβεύονται, τον απόλυτο σεβασμό της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπει­ας και τη συνείδηση του στο πλαίσιο των αρχών του άρθρου 2 (άσκηση της ιατρικής, ως λειτούργημα)». Η διάταξη του άρθρου 15 του ΚΙΔ καθορίζει κριτήρια βάσει των οποίων θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση καθηκόντων, στην οποία δύναται να βρεθεί. Ως σύγκρουση καθηκόντων νοεί­ται εκείνη η σχέση ανάμεσα σε δύο (2) καθήκοντα του ίδιου φορέα, που συνίσταται στην πραγματική κατάσταση ότι η εκπλήρωση του ενός δεν είναι δυνατή, παρά μόνο με την προσβολή του άλλου. Μαζί με τον φορέα των καθηκόντων στις οριακές αυτές καταστάσεις δοκιμάζεται και το ίδιο το δίκαιο. Ο νομοθέτης, αναγνωρίζοντας τη δεινή κατάσταση, στην οποία δύναται να βρεθεί ο ιατρός, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ορίζει ότι η αξιολόγηση της πραγματι­κής αυτής κατάστασης γίνεται με βάση: α) την επιστημονική γνώση. β) τη σύγκριση των εννόμων αγαθών που διακυβεύ­ονται, γ) τον σεβασμό της ανθρώπινης ζωής και της αξιοπρέ­πειας και δ) τη συνείδηση του στο πλαίσιο των αρχών του άρθρου 2 του Ν 3418/2005. Η σύγκρουση καθηκόντων απο­τελεί ιδιάζουσα μορφή κατάστασης ανάγκης ή άλλως είδος «υποκειμενικής κατάστασης ανάγκης». Και οι δύο παρου­σιάζουν ομοιότητες με τη σύγκρουση εννόμων αγαθών. Η ειδοποιός διαφορά της σύγκρουσης καθηκόντων, σε σχέση με την κατάσταση ανάγκης, έγκειται στο γεγονός ότι κατά τη σύγκρουση καθηκόντων τίθεται υπό στάθμιση δίπλα στο διασωτέο - προστατευτέο αγαθό, συμφέρον ή αξία ένα ακό­μη αξιολογήσιμο μέγεθος, ένα εκπληρωτέο νομικό καθήκον. Και έτσι το καθήκον είναι in abstracto αντιφατικό, καθώς συ­νιστά ταυτόχρονα και συμμόρφωση και ανυπακοή στις επι­ταγές του δικαίου. Η συστηματοποίηση κριτηρίων στο άρθρο 15 του ΚΙΔ δεν επιλύει το δίλημμα του ιατρού, που καλείται να ενεργήσει, όταν η ζωή ή και η υγεία περισσότερων αν­θρώπων τίθεται σε διακινδύνευση, καθόσον από πλευράς ποινικού δικαίου η σύγκρουση καθηκόντων ευρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ άρσης του αδίκου και καταλογισμού, καθόσον συνιστά άλλοτε λόγο που αποκλείει το άδικο και άλ­λοτε λόγο που αποκλείει τον καταλογισμό. Πέραν των ως άνω εκτεθέντων, όταν ο ιατρός έχει συνείδηση ότι ευρίσκε­ται μπροστά σε σύγκρουση καθηκόντων και ενεργεί, με πρό­θεση να εκπληρώσει ένα από αυτά και με την πpoϋπόθεση ότι η σύγκρουση καθηκόντων δεν είναι υπαίτια, δηλαδή δεν έχει προκληθεί από τον ίδιο τον ιατρό, με την πρόθεση να τελέσει αξιόποινη πράξη με το πρόσχημα της σύγκρουσης καθηκόντων, τότε η διαπίστωση της σύγκρουσης αυτής οδηγεί σε αποκλεισμό του άδικου χαρακτήρα του μη εκπληρωθέντος καθήκοντος. Η σύγκρουση καθηκόντων, ως προς την οποία δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις, για να αποκλεισθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως, μπορεί να συνιστά περίσταση που δημιούργησε μια ψυχική πίεση, τέτοια που να αποκλείει τον καταλογισμό. Η τελευταία λύση έχει ιδιαίτερη σημασία εις την περίπτωση, όπου η σύγκρου­ση καθηκόντων συνίσταται στη σύγκρουση αγαθών ίσης ή ανάλογης αξίας διαφορετικών ατόμων και έρχεται να καλύ­ψει δογματικά κενά, που προκύπτουν από την επικρατούσα στην ποινική επιστήμη άποψη ότι αφήνονταν στην επιλογή του φορέα ή εκπλήρωση μόνο του ενός (1) εννόμου αγα­θού, ενώ η προσβολή του άλλου συνιστά λόγο άρσης του αδίκου. Τούτο δε καθόσον η διάσωση ενός εννόμου αγαθού θα μπορούσε να οδηγήσει στη δικαιολόγηση της προσβολής του άλλου, όταν το πρώτο υπερτερεί σημαντικά έναντι του απειληθέντος και παράλληλα συντρέχουν οι λοιποί όροι της κατάστασης ανάγκης (άρθρο 25 παρ. 1 ΠΚ), όχι όμως όταν τα διακυβευόμενα αγαθά είναι ίσης αξίας (Ε. Λασκαρίδη, Ερμηνεία Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, εκδ. 2012, σελ. 190-200, Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ιατρική ευθύνη, εκδ. 2013, σελ. 104-106, 118- 121, Α. Λιούρδη, Ιατρική ποινική ευθύνη, εκδ. 2013, σελ. 168-180). Για την κατάφαση της ποινικής ευθύνης του ιατρού από πράξη θα πρέπει να απο­δειχθεί πρωτίστως ότι υφίσταται πράξη ανθρωποκτονίας ή πρόκλησης σωματικής βλάβης, ότι υπάρχει δηλαδή μια άμε­ση ή έμμεση επέμβαση του ιατρού στο σώμα του ασθενούς, η οποία αιτιοκρατικά έχει προκαλέσει θάνατο ή βλάβη της σωματικής του ακεραιότητας. Επίσης με τον όρο «αιτιοκρα­τικά» τονίζεται ότι θα πρέπει να αποδεικνύεται πάντα ότι η συγκεκριμένη ενέργεια προκάλεσε το αποτέλεσμα, ότι δηλα­δή αυτή έχει μετατραπεί στη βλαπτική για τη ζωή ή την υγεία συνέπεια. Με την υπ` αριθ. 3/2012 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ (ΠοινΧρ 2013, 28 επ.) επικυρώθηκε η κρατούσα στη νομολογία άποψη ότι για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης «της ανθρωποκτονίας από αμέλεια» (302 παρ. 1 ΠΚ) πρέπει να διαπιστώνεται αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος, όπως ακριβώς και στα εγκλήματα δό­λου (ΑΠ 1024/2012, ΑΠ 352/2012 και ΑΠ 236/2012 ΠοινΧρ 2013, 74 και 79). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ: «Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πρά­ξη, καθένας τους τιμωρείται, ως αυτουργός της πράξης». Ειδικότερα θα πρέπει να υφίσταται το υποκειμενικό στοιχείο του κοινού δόλου, με την έννοια ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπό­στασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος, ενώ απαιτείται αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξη, συνιστάμενη, είτε στο ότι ο κάθε ένας πραγμα­τώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται, με συγκλίνουσες επιμέ­ρους πράξεις των συμμέτοχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές και η πράξη να είναι άδικη, ως προς όλους τους συναυτουργούς (ΑΠ 451 /2014, ΑΠ 116/2014, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 432/2013, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 131/201, ΑΠ 103/2013 ΝΟΜΟΣ, Α. Κοτσαλής, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, εκδ. 2013, σελ. 725-756, Μ. Μαργαρίτης, ΕρμΠΚ, εκδ. 2014, σελ. 162-166).

Στην προκείμενη περίπτωση από τη διενεργηθείσα προανά­κριση της Υπ/νσης Ασφάλειας Καλαμάτας και την ήδη διε­νεργηθείσα και νομίμως περατωθείσα κυρία ανάκριση και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρ­κως, τα ενυπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, σε συνδυα­σμό, με τις απολογίες των κατηγορουμένων, ήτοι αποδεικτι­κό υλικό, αξιολογούμενο, κατά την αρχή της ηθικής αποδεί­ξεως (άρθρο 177 ΚΠΔ), προέκυψαν, κατά την κρίση μας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Την 21.3.2010 υπεβλήθη ενώπιον του Α.Τ. Καλαμάτας μηνυτήρια αναφορά - καταγγελία του θ.Ν. κατά των κατηγορουμένων: 1. Α.Π. και 2. Κ.Τ., στην οποία επικαλούνταν: «Ότι την Παρασκευή 19.3.2010 ο πατέρας του Π.Ν. ευρίσκονταν, νοσηλευόμενος στη Β` Παθολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Καλαμάτας, όπου εί­χε εισαχθεί από 10ημέρου, λόγω αναπνευστικών προβλημάτων. Ότι καθ` όλη τη διάρκεια της 10ήμερης νοσηλείας του, ο ασθενής παρου­σίαζε συμπτώματα αναπνευστικής ανεπάρκειας και προς τούτο είχε κριθεί αναγκαία η υποβοήθηση του, από ειδική συσκευή υποστήρι­ξης αναπνοής, με την οποία ήταν συνδεδεμένος, αφού για την περίπτωση του δεν αρκούσε η απλή παροχή οξυγόνου. Ότι με τη βοήθεια της προπεριγραφείσας συσκευής, ο ασθενής πατέρας του είχε κατα­φέρει πράγματι να σταθεροποιήσει την αναπνοή και την κατάστα­ση του. Ότι πλην όμως τις πρώτες πρωινές ώρες και συγκεκριμένα περί ώρα 2.30 π.μ. της Παρασκευής 19.3.2010 οι ανωτέρω κατηγο­ρούμενες ιατροί αφαίρεσαν από κοινού την εν λόγω ειδική συσκευή υποστήριξης αναπνοής από τον ασθενή πατέρα του, χωρίς να έχουν προηγουμένως βεβαιωθεί για την εξασφάλιση επαρκούς υποστήρι­ξης της αναπνοής του. Ότι αποτέλεσμα της ως άνω εγκληματικής ενέργειας ήταν η άμεση αποσταθεροποίηση και μετ` ολίγον κατάρ­ρευση του πατρός του, ο οποίος κατέληξε μόλις 2-3 ώρες, μετά την αφαίρεση της ειδικής συσκευής, που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε». Συγκεκριμένα εξ αρχής η υποστήριξη της αναπνοής του θανόντα έγινε, με το μηχάνημα "ΒiΡΑΡ PRO Aulo Μ. Series της Santair", το οποίο χρησιμοποιείται, για εφαρμογή μη επεμβατικού μηχανικού αερισμού (ΜΕΜΑ) στην υπερκαπνική αναπνευστική ανεπάρκεια και είναι αναπνευστήρας υποστήριξης πίεσης διφασικού τύπου (διπλής θετικής πίεσης). Έτσι αυτός δίνει θετική πίεση τόσο στην εισπνοή (ώστε να ενισχυθεί η εισπνευστική προσπάθεια των αναπνευστικών μυών) όσο και στην εκπνοή (ώστε να διατηρούνται θετικές πιέσεις στους αεραγωγούς στο τέλος της εκπνοής). Επίσης η χρησιμοποιη­θείσα μάσκα "venture" αποτελείται από απλή μάσκα με δύο (2) με­γάλες τρύπες στα τοιχώματα της και το άκρο της μάσκας συνδέεται, με σπειροειδή σωλήνα (15) εκατοστών, ενώ στην άλλη άκρη του σωλήνα υπάρχει το σύστημα "Venturi". Το οξυγόνο διοχετεύεται σε κεντρικό ακροφύσιο, με πολύ στενό στόμιο. Γύρω από το ακροφύσιο υπάρχουν τρύπες, που επιτρέπουν την εισρόφηση αέρα, καθώς η κεντρική στήλη του οξυγόνου ρέει, μέσα από στενό στόμιο με με­γάλη ταχύτητα και δημιουργεί πλάγια αρνητική πίεση. Μέσα στη μά­σκα διοχετεύεται το προϊόν της αναμίξεως. Η ταχύτητα και η ροή της στήλης οξυγόνου καθορίζουν τον βαθμό της αναμίξεως. Με ρύθμιση της ροής και με εναλλαγή των ακροφυσίων διαφόρων διαμέτρων εξασφαλίζονται συγκεκριμένες και σταθερές πυκνότητες εισπνεόμενου οξυγόνου από 24-60%. Η μάσκα "Venturi" είναι ο πιο κατάλ­ληλος τρόπος ελεγχόμενης οξυγονοθεραπείας. Η υψηλή ροή δεν επιτρέπει την ανάμιξη αέρα από τις πλάγιες τρύπες της μάσκας και επομένως δεν χρειάζεται να είναι σφιχτά τοποθετημένη στο πρόσω­πο (Βλ. ιατρικό σχετικό Γ, φύλλο ιδιοτήτων μάσκας Venturi). Η χρή­ση του ΜΕΜΑ είναι ενδεδειγμένη, σε ασθενείς, που δεν έχουν ένδειξη διασωλήνωσης και αναστρέψιμη αναπνευστική ανεπάρκεια. Στους ασθενείς που δεν έχουν ένδειξη διασωλήνωσης περιλαμβάνονται και αυτοί που βρίσκονται σε τελικό στάδιο νόσου. Η χρήση του ΜΕΑΛΑ πρέπει να εφαρμόζεται σε επιλεγμένα περιστατικά (Βλ. ιατρικό σχετικό Δ.-Ν. Ξηρουχάκη, Σ. Κουμιωτάκη, Ε. Κοντουδάκη - Κλινική Εντατικής θεραπείας Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου, δημοσίευση περιοδικό «Πνεύμων», Τόμος 16ος, Συμπλήρωμα, 2003, σελ. 3). Η θετική πίεση, που εφαρμόζεται στον πνεύμονα ελαττώ­νει την εισπνευστική προσπάθεια των αναπνευστικών μυών και τη συχνότητα των αναπνοών, ενώ αυξάνει τον αερισμό και βελτιώνει την ανταλλαγή των αερίων σε ασθενείς με υπερκαπνική αναπνευ­στική ανεπάρκεια. Η δυνατότητα διακεκομμένης χρήσης αυξάνει τη συνεργασία του ασθενούς, κάνει τη φυσικοθεραπεία αποτελεσματικότερη, επιτρέπει στον ασθενή να τρώει φυσιολογικά, να κινητο­ποιείται έγκαιρα στην εξέλιξη της νόσου και να επικοινωνεί με το περιβάλλον. Επιφυλάξεις διατυπώνονται ότι ενδεχομένως η χρήση του ΜΕΜΑ καθυστερεί τη διασωλήνωση του ασθενούς και τη χρήση ΕΑΛΑ οδηγώντας έτσι σε χειρότερη πρόγνωση. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΜΕΜΑ χρησιμοποιείται ως ένας τρόπος αποφυγής της διασω­λήνωσης και όχι αντικατάστασης της. Αν η χρήση του ΜΕΜΑ δεν βελ­τιώσει τον ασθενή και έχει αποφασισθεί ο συγκεκριμένος ασθενή να μην διασωληνωθεί, ο ΜΕΜΑ πρέπει να διακοπεί και να υιοθετηθούν εναλλακτικές θεραπείες. Ο ΜΕΜΑ δεν πρέπει να αντικαθιστά τη δι­ασωλήνωση και τη χρήση ΕΑΛΑ, όταν ο τελευταίος κρίνεται καταλ­ληλότερος (Βλ. ιατρικό σχετικό Ε.Ι. Μητρούσκα, Γ. Μαλτεζάκη, Ν. Σιαφάκα - Πνευμονολογική Κλινική Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου, δημοσίευση στο περιοδικό «Πνεύμων», τεύχος 16, 2003, σελ. 57 κ.εξ.). Στα πλεονεκτήματα του ΜΕΜΑ συγκαταλέγεται και η δυνατότητα διαλείπουσας εφαρμογής. Έτσι επιτρέπονται διαλείμ­ματα διακοπής του ΜΕΜΑ, για ξεκούραση του ασθενούς, σίτιση, φυσικοθεραπεία και φαρμακευτική αγωγή. Λόγω του μη επεμβατι­κού του χαρακτήρα, αυτός ο τρόπος μηχανικού αερισμού μπορεί να εφαρμοσθεί και να διακοπεί με μεγαλύτερη ευκολία ακόμα και από τον ίδιο τον ασθενή, μπορεί να χρησιμοποιείται περιοδικά μερικές μόνο ώρες την ημέρα, δεν απαιτεί εφύγρανση του εισπνεόμενου αέ­ρα, δεν απαιτεί καταστολή του ασθενούς και διατηρεί την ικανότητα του να μιλά, να σιτίζεται και να βήχει, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη άνεση. Ως κριτήριο για τη διακοπή της χρήσης του μεταξύ άλλων και η μη βελτίωση των αερίων αίματος και της δύσπνοιας μέσα σε 4-6 ώρες από την εφαρμογή του καθώς και η αποτυχία βελτίωσης του επιπέδου συνείδησης μέσα σε (30) λεπτά σε ασθενείς που είναι σε λήθαργο λόγω υπερκαπνίας ή σοβαρής υποξαιμίας. Η βελτίωση των αερίων αίματος γίνεται φανερή μέσα σε διάστημα 1-2 ωρών. Σύμφωνα με την BTS παράγοντες που συνδυάζονται με επιτυχή έκ­βαση του ΜΕΜΑ είναι και το καλό επίπεδο συνείδησης. Εφόσον η κατάσταση του ασθενούς δεν βελτιώνεται σε εύλογο χρονικό διά­στημα ο θεράπων ιατρός είναι αναγκασμένος να διακόψει την εφαρ­μογή ΜΕΜΑ και να προχωρήσει σε εφαρμογή επεμβατικού μηχανι­κού αερισμού. Οι αναπνευστήρες υποστήριξης πίεσης, σε ασθενείς με δικές τους αναπνευστικές προσπάθειες χρησιμοποιούν δύο (2) διαφορετικές πιέσεις, την εισπνευστική θετική πίεση αεραγωγών και την εκπνευστική θετική πίεση αεραγωγών. Στο μοντέλο αυτό ο ασθενής ελέγχει όχι μόνο την αναπνευστική του συχνότητα αλλά και τη διάρκεια της εισπνοής. Οι αναπνευστήρες αυτοί δεν συνι­στώνται σε ασθενείς που απαιτούν συνεχή μηχανικό αερισμό, όπως συνέβαινε με τον συγκεκριμένο ασθενή, Π.Ν. (βλ. ιατρικό σχετικό θ, Ε. Μουλούδη, Γ. Χατζάκης, Χ. Αλεξοπούλου - Κλινική Εντατικής Θεραπείας Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου, δημοσίευση στο Περιοδικό «Πνεύμων», τεύχος 16, 2003, σελ. 125). Η κατάλλη­λη διάρκεια εφαρμογής ΜΕΑΛΑ δεν έχει καθορισθεί. Η μέση διάρκεια στις περισσότερες μελέτες είναι περίπου 8 ώρες την ημέρα επί 1 -9 ημέρες. Αρκετοί συγγραφείς αναφέρουν πολύωρη (τουλάχιστον 20 ωρών) εφαρμογή, κατά το πρώτο 24ώρο και προοδευτική μείωση, κατά τις επόμενες ημέρες, καθώς η κατάσταση των ασθενών βελτι­ώνεται. Ορισμένοι συνεχίζουν την εφαρμογή ΜΕΜΑ κατά τις νυκτε­ρινές ώρες, για μερικές ημέρες μετά τη σταθεροποίηση των ασθε­νών. Περιοδική εφαρμογή για (30) λεπτά, έως (1) ώρα ανά 3ωρο ή 4ωρο έχει επίσης χρησιμοποιηθεί με επιτυχία. Επιπλέον διακοπή του ΜΕΜΑ συνιστάται αν δεν παρατηρηθεί βελτίωση της κλινικής ει­κόνας και των αερίων του αίματος μετά από 2 ώρες ή του επιπέδου συνειδήσεως μετά από 30 λεπτά. Όταν η ΕΡ ΑΡ ή/και η IP ΑΡ είναι <8cm Η20 ο ΜΕΜΑ μπορεί να διακοπεί πλήρως. Η διακοπή του ΜΕΜΑ και η διασωλήνωση προτείνεται όταν η ph είναι <7,3 σε ΧΑΠ, όταν δεν επιτυγχάνεται αεριομετρική βελτίωση ή μείωση της ταχύπνοιας και της δύσπνοιας και όταν επιδεινωθεί η αιμοδυναμική η το επίπεδο συνείδησης του ασθενούς.

Περαιτέρω η 1η κατηγορουμένη τυγχάνει ιατρός πνευμονολόγος -εντατικολόγος και υπηρετεί, ως Επιμελητής Β` στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) του Νοσοκομείου Καλαμάτας, ενώ η πα­ραπάνω περιγραφείσα μοναδική συσκευή "ΒίΡΑΡ PRO ΑυΤο Μ Series της Santair", βρίσκεται και εξυπηρετεί τις ανάγκες της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ). Την 12.3.2010 η ιατρός της Β` Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου και 2η των κατηγορουμέ­νων Κ.Τ. ζήτησε από αυτήν τη συσκευή αυτή, για να την τοποθετή­σει στον ασθενή της Κλινικής Π.Ν., ο οποίος νοσηλευόταν από τις 9.3.2010, με «βαρύτατο αναπνευστικό νόσημα επί εδάφους χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ), βαρέως πνευμονικού εμφυ­σήματος και χρόνιας αναπνευστικής ανεπάρκειας». Ακολούθως η 2η κατηγορουμένη έκρινε εκείνη τη στιγμή, ότι μπορούσε προσωρινά να παραχωρήσει τη συσκευή, με την προϋπόθεση ότι σε δεδομένη στιγμή ανάγκης θα της την επέστρεφαν, με μοναδικό γνώμονα και κριτήριο την κατάσταση των ασθενών, που θα την είχαν ανάγκη. Συγκεκριμένα στο Τμήμα της 1 ης κατηγορουμένης, ΜΕΘ, νοσηλευό­ταν η ασθενής Σ.Σ., με «Βαρύτατη αναπνευστική πνευμονοπάθεια», η οποία την 18.3.2010 χειροτέρευσε αιφνιδίως, με άμεση και επιτα­κτική ανάγκη να τοποθετηθεί σε συσκευή «ΒίΡΑΡ», πριν επιδεινωθεί η κατάσταση της και το μηχάνημα θα της ήταν άχρηστο, ζητούσε δη­λαδή, να εφαρμοστεί "ΒίΡΑΡ", διότι είχε ένδειξη, δηλαδή, είχε ει­σπνοή που αυτοματοποιούσε τη συσκευή, συγκεκριμένα είχε ικανό­τητα συνεργασίας με το μηχάνημα, πράγμα το οποίο έλειπε από τον έτερο ασθενή Π.Ν., στον οποίο το μηχάνημα ουδέν προσέφερε. Περαιτέρω η 1η κατηγορουμένη έκρινε ότι εάν τη στιγμή εκείνη δεν εφήρμοζε στην παραπάνω ασθενή Σ.Σ. το μηχάνημα, θα ήταν ανα­πόφευκτη η διασωλήνωση της. Σημειωτέον ότι η ίδια ασθενής προ ημερών στην ίδια Μονάδα την είχε διασωληνώσει και ως εκ θαύμα­τος απέφυγε το μοιραίο, εάν λοιπόν διασωληνωνόταν, για δεύτερη φορά ο θάνατος θα ήταν βέβαιος. Έτσι η ανωτέρω έλαβε εκ νέου το μηχάνημα στη Μονάδα και το χρησιμοποίησε (1) έως (2) ώρες και έτσι κατόρθωσε να κρατήσει στη ζωή την ασθενή. Εξάλλου, με εκτε­ταμένη επιχειρηματολογία υποστηρίζεται από τις κατηγορούμενες ότι απεναντίας ο ασθενής Π.Ν. της Β` Παθολογικής Κλινικής, με την περιγραφείσα, μη αναστρέψιμη παθολογική του κατάσταση, παρά τη φαρμακευτική και υποστηρικτική αγωγή που του παρείχαν οι ια­τροί, όχι μόνο δεν βελτιωνόταν, αλλά εμφάνιζε συνεχή επιβάρυνση της κλινικής του κατάστασης. Είναι δε γεγονός ότι προτάθηκε από τους αρμόδιους ιατρούς να τεθεί σε συσκευή "ΒίΡΑΡ", αρχικά, αλλά οι συγγενείς του αντέδρασαν. Επίσης προ της ραγδαίας επιδείνωσης του προτάθηκε η διασωλήνωση του Π.Ν., αλλά και πάλι οι οικείοι του αρνήθηκαν και τελικά εδέχθησαν να τεθεί σε συσκευή ΒίΡΑΡ, για όσο χρόνο παρέμενε στη ζωή, αφού από στιγμή σε στιγμή ανα­μενόταν ο θάνατος του και είχε χάσει την αίσθηση επικοινωνίας με το περιβάλλον. Κατά την άποψη αμφοτέρων των κατηγορουμένων ήταν ήδη ένας ζωντανός νεκρός, διότι όπως προκύπτει από το φύλ­λο νοσηλείας του ασθενούς, βρισκόταν σε κατάσταση «πολυοργανικής ανεπάρκειας», η οποία συνήθως ήταν αναμενόμενο αποτέλεσμα και ο ασθενής βρισκόταν σε συνεχή κλιμακούμενη επιβάρυνση. Προς επίρρωση της ανωτέρω υπερασπιστικής θέσης των κατηγο­ρουμένων προέκυψαν τα εξής κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, που εί­χαν ήδη συγκεντρωθεί, κατά το στάδιο της αστυνομικής προανάκρι­σης, που διενήργησε η Υπ/νση Ασφάλειας Καλαμάτας και ειδικότε­ρα: 1. Στην από 21.4.2010 αναφορά του ο ιατρός Πνευμονολόγος της κλινικής, που νοσηλευόταν ο ασθενής, Ν.Γ. αναφέρει επακρι­βώς τα εξής: «ο ασθενής ετέθη στη συγκεκριμένη συσκευή, χωρίς σημαντική βελτίωση, αντιθέτως παρουσίασε επιδείνωση της ανα­πνευστικής του λειτουργίας. Στη συνέχεια κατόπιν και συζητήσεως με τους γιατρούς της κλινικής, συνεστήθη η διασωλήνωση του ασθε­νούς για τον λόγο του ότι η συσκευή ΒίΡΑΡ δεν τον βοηθούσε όπως περιμέναμε... του εξήγησα ότι η μόνη επιλογή για να κρατηθεί στη ζωή ήταν η διασωλήνωση». Επίσης, στην από 13.7.2010 ένορκη προανακριτική κατάθεση του, που έδωσε ο παραπάνω ιατρός Γ., αναφέρει ότι: «Αυτό που γνωρίζω σίγουρα είναι ότι ο συγκεκριμέ­νος ασθενής ήταν πολύ βαριά, η κατάσταση του, μη αναστρέψιμη και θα κατέληγε». - 2. Ο ιατρός Σ.Τ., υπό την ιδιότητα του, ως τότε αναπληρωτή Δ/ντη της Β` Παθολογικής Κλινικής του Γ.Ν. Καλαμάτας στην από 16.7.2010 ένορκη κατάθεση του αναφέρει ότι: «ο ασθενής παρουσίασε πολλαπλές επιπλοκές, δηλαδή οξεία νεφρι­κή ανεπάρκεια, ειλεό, οξέωση και τελικά πολυοργανική ανεπάρ­κεια, με αποτέλεσμα να υπάρχει μηδενικό προσδόκιμο επιβίωσης τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν τον θάνατο του... θεωρώ ότι ούτως ή άλλως το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο, δηλαδή ο θάνατος». - 3. Ο ια­τρός Σ.Μ., υπό την ιδιότητα του, ως τότε Επιμελητή της Β` Παθολογικής Κλινικής του Γ.Ν. Καλαμάτας στην από 14.7.2010 προ­ανακριτική του κατάθεση του αναφέρει ότι: «Πιστεύω ότι η κατά­σταση του συγκεκριμένου ασθενούς ήταν μη αναστρέψιμη και η συ­σκευή δεν θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της υγείας του». -
4. Ακόμα και ο εγκαλών μηνυτής, Θ.Ν., υιός του θανόντος Π.Ν., στην από 19.3.2010 αναλυτική ένορκη κατάθεση του μεταξύ των άλ­λων αναφέρει και τα εξής: «Μου εξήγησαν ότι οι πιθανότητες επιβί­ωσης ήταν σχεδόν ανύπαρκτες... εμείς αποφασίσαμε να παραμείνει στον θάλαμο της Β` Παθολογικής, ελπίζοντας σε κάποιο θαύμα». -
Η ανιψιά του θανόντος, Ε.Μ., στην από 15.7.2010 ένορκη κατάθε­ση της αναφέρει ότι: «Η κατάσταση του παρέμενε πολύ σοβαρή. Την προηγούμενη ημέρα από τον θάνατο του εγώ τον επισκέφθηκα το μεσημέρι αλλά και το βράδυ και εξακολουθούσε να ήταν σε σοβαρή και άσχημη κατάσταση, αλλά σταθερή, μάλιστα, όταν του έβρεξα τα χείλη αυτός αντέδρασε, δείχνοντας ότι το ευχαριστήθηκε». - 6. Η θυγατέρα του θανόντος, Ε.Ν., στην από 24.3.2010 ένορκη κατάθεση της αναφέρει ότι: «Την 16 και 17.3.2010, αν θυμάμαι καλά, ο πατέ­ρας μου ήταν σε πλήρη ακινησία, σαν να μην είχε επαφή με το περιβάλλον του. Την 18.3.2010 και περί ώρα 23.00 που ήρθε η αποκλειστική νοσοκόμα στον θάλαμο, παρουσία της διαπίστωσα ότι ο πατέ­ρας μου κινούσε το χέρι του και το πόδι του. Αφησα για τη νύχτα αυ­τή την αποκλειστική και εγώ έφυγα» - 7. Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Πνευμονολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Μ.Α., ενεργώντας στην ουσία, ως τεχνικός σύμβουλος της 1ης των κατηγορουμένων (204 επ. ΚΠΔ) διατύπωσε, με βάση το παραπάνω αποδεικτικό υλικό την άποψη ότι: «η αντικατάσταση της συσκευής "ΒίΡΑΡ", με συσκευή ελεγχόμενης οξυγόνωσης "VenTuri" στον ασθενή- ήδη αποβιώσαντα Π.Ν., ο οποίος ευρίσκονταν σε κατάστα­ση "πολυοργανικής ανεπάρκειας", δεν ευθύνεται, για την επιδείνω­ση του και το θάνατο του μετά από λίγες ώρες και η συγκεκριμένη ιατρός ενήργησε απόλυτα, σύμφωνα με τους αναγνωρισμένους κα­νόνες της ιατρικής επιστήμης και το επιβαλλόμενο καθήκον επιμέ­λειας» και 8. Ο Γ.Μ., Δ/ντης ΜΤΝ, ως Πρόεδρος Επιστημονικού Συμβουλίου, στον οποίο ανατέθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, με την υπ` αριθ. 208/2010 Πράξη του Διοικητή του Γ.Ν. Καλαμάτας, αφού συνέλεξε, κατ` άρθρο 125 του Ν 3528/2007 το αποδεικτικό υλικό συνέταξε το πόρισμα: «ο θάνατος επήλθε από το σοβαρό αναπνευστικό νόσημα, που έπασχε και με δεδομένη την πολυοργανική ανεπάρκεια, στην οποία είχε περιπέσει το τελευταίο 24ωρο η επέλευση του θανάτου ήταν η αναμενόμενη εξέλιξη και ότι η ολιγόχρονη αφαίρεση της συσκευής "ΒίΡΑΡ" δεν φαίνεται να ήταν ο καθοριστικός παράγοντας θανάτου, αφού αυτός επήλθε αιφνιδίως και χωρίς σταδιακή επιβάρυνση της κλινικής του κατάστασης, μετά την αφαίρεση, καθώς επίσης και ότι δεν διακρίνει ιατρική ή νοση­λευτική αμέλεια, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ανωτέρω». Εις τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Ναυπλίου και Καλαμάτας Ν.Κ. εις την υπ` αριθ. 546- α/11.11.2010 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής απεφάνθη ότι ο θάνατος του Π.Ν. οφείλεται σε: «ισχαιμία του μυοκαρδίου επί εδάφους μυοκαρδιοπά­θειας». Εις την ανωτέρω έκθεση του ο ανωτέρω ιατροδικαστής δια­τυπώνει ιατρικές παρατηρήσεις, ως εξής: α) ότι ο εγκέφαλος του θανόντα είναι υπεραιμικός και παρουσιάζει ηπίου βαθμού εγκεφαλι­κό οίδημα, ενώ σε πολλαπλές διατομές αυτού παρατηρήθηκε διεύ­ρυνση των πλαγίων κοιλιών, με εικόνα εγκεφαλικής ατροφίας. β) ότι η έσω επιφάνεια του θωρακικού τοιχώματος άμφω, καλύπτεται από εκτεταμένης εκτάσεως ινωτικές περιοχές (ως επί παλαιών φλεγμονών), καθώς και ότι υφίσταται παρουσία εκτεταμένων συμφύσεων σε αμφότερα τα ημιθωράκια, κυρίως στο αριστερό, γ) ότι οι πνεύμονες παρουσιάζουν εικόνα χρόνιας πνευμονοπάθειας και από το βρογχικό δέντρο εξέρεε κίτρινης χροιάς βλέννα, ενώ ιστολογικά παρατηρείται εικόνα συμφόρησης και πνευμονικού οιδήματος, δ) ότι τα στεφανιαία αγγεία, κατά τη διάνοιξη αυτών παρουσιάζουν κατά τόπους έντονου βαθμού αθηροσκληρυντικές αλλοιώσεις, ενώ ιστο­λογικά παρατηρήθηκε εκτεταμένο διάμεσο οίδημα και εικόνα μυο­καρδίου επί ισχαιμίας και επίσης οι στεφανιαίες αρτηρίες παρουσιά­ζουν αθηρωματικές βλάβες, τύπου Va, με στένωση του αυλού, σε ποσοστό, 55-60%, ε) ότι το στομάχι και ειδικότερα ο βλεννογόνος παρουσιάζει επιπέδωση των πτυχών, καθώς και εστία αιμορραγικής διαπότισης και στ) ότι τμήμα του λεπτού εντέρου παρουσιάζει βαθυέρυθρη χροιά και ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις. Εξάλλου εις την από 19.3.2010 πιστοποίηση θανάτου, που προσυπογράφει η 2η των κατηγορουμένων ως αιτία θανάτου αποτυπώνεται: «το υπερκαπνικό κώμα - η πολυοργανική ανεπάρκεια και η καρδιοαναπνευστική παύ­ση», δηλαδή διάγνωση, που ανταποκρίνεται στις επισημάνσεις της ως άνω ιατροδικαστικής εκθέσεως, ενώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι εις την παραπάνω έκθεση δεν διαφαίνεται συσχετισμός, μεταξύ της αξιόποινης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, ως αυτή ενσω­ματώνεται στο ανακριτικό κατηγορητήριο και της τελικής αιτίας θανάτου. Είναι δε γεγονός ότι η 1η κατηγορουμένη Α.Π. περί την 22.00 της 18.3.2010 ενημέρωσε την εφημερεύουσα στη Β` Παθολογική Κλινική Επιμελήτρια Β` γιατρό Κ.Τ., για την ανάγκη παραλαβής του μηχανήματος και αυτή της απήντησε ότι μπορεί να το παραλάβει, αλλά αντιδρούν οι συγγενείς του Ν. Έτσι η 1 η των κατηγορουμένων, σύμφωνα και με όσα η ίδια συνομολογεί, περί ώρα 1.30 στις 19.3.2010, όταν διαπίστωσε την επικίνδυνη κατάσταση της ασθε­νούς της Σ.Σ., η οποία έχρηζε άμεσης διασωλήνωσης ή προληπτικά την τοποθέτηση "ΒίΡΑΡ PRO Auto Μ. - Series της Santair", με την ελ­πίδα ολιγόωρης ανάρρωσης, αναγκάστηκε να μεταβεί η ίδια στη Β` Παθολογική Κλινική, όπου δεν συνάντησε την ιατρό Τ., που βρισκό­ταν στο εφημερείο, οπότε και της τηλεφώνησε, για να την ρωτήσει, αν μπορούσε να παραλάβει το μηχάνημα από τον τότε ασθενή Ν. και να του τοποθετήσει τη συσκευή "Venturi". Εις το συγκεκριμένο ση­μείο και για την αναγκαιότητα της παραπάνω ενέργειας η τότε Διευθύντρια της Β` Παθολογικής Κλινικής Ε.Κ. στην από 12.7.2010 ένορκη κατάθεση της αναφέρει επακριβώς ότι: «Στις 12.3.2010 ο ασθενής ήταν συγχυτικός και λόγω "βαρείας υπερκαπνίας" συνε­στήθη διασωλήνωση, την οποία αρνήθηκε το συγγενικό περιβάλλον του και από 3ημέρου πριν του θανάτου του η κατάσταση του επιδει­νώθηκε και περιέπεσε σε πολυοργανική ανεπάρκεια με ό,τι αυτό συνεπάγεται... Η Π. διαβεβαίωσε την εφημερεύουσα Τ., ότι ο ασθενής Ν. δεν θα είχε πρόβλημα για ένα τρίωρο, οπότε η κυρία Τ., στηριζό­μενη στις γνώσεις της πλέον ειδικού εντατικολόγου, επέτρεψε την αντικατάσταση» και συνεχίζει: «Η Π. είχε υπόψη της τη βαρύτητα και των δύο περιστατικών και πιστεύω ότι είχε εναλλακτική λύση να διασωληνώσει την ασθενή, που βρισκόταν στην Εντατική Μονάδα και να μην αφαιρέσει το ΒίΡ ΑΡ από τον Ν., παρόλο που η κατάστα­ση του ήταν κατά τη γνώμη μου μη αναστρέψιμη».
Επίσης το γεγονός ότι η 2η των κατηγορουμένων έδωσε τη συγκα­τάθεση της, για την αντικατάσταση του μηχανήματος, οπότε η συγκατηγορούμενή της, με τις δύο νοσηλεύτριες της Β` Παθολογικής Κλινικής, Γ.Γ. και Γ.Κ., μετέβησαν και αντικατέστησαν στον Ν. το μηχάνημα ΒίΡΑΡ, με το μηχάνημα Venturi προκύπτει και από τις εξής ένορκες προανακριτικές καταθέσεις: Α. Την από 24.3.2010 ένορκη κατάθεση της νοσηλεύτριας Γ.Γ., η οποία αναφέρει τα έξης: «Περί ώρα 01.30 π.μ. ήλθε στην Κλινική η γιατρός Α.Π. και απευθυνόμενη σε εμένα και τη συνάδελφο μου μας ρώτησε αν μπορούμε να της διαθέσουμε τη συσκευή ΒίΡΑΡ. Της είπαμε να συνεννοηθεί, με την εφη­μερεύουσα ιατρό Τ., δίνοντας της το τηλέφωνο της τελευταίας. Στη συνέχεια αυτή της τηλεφώνησε μπροστά μας και καταλάβαμε ότι της εξηγούσε για κάποιο σοβαρό περιστατικό που είχε στη Μονάδα και κλείνοντας το τηλέφωνο μας είπε ότι η κυρία Τ. συμφώνησε, για να πάρει το μηχάνημα. Μετά από αυτό εγώ με τη συνάδελφο μου και την Π., πήγαμε στον θάλαμο του Ν., η γιατρός πήρε τη συσκευή και μας έδωσε εντολή να την αντικαταστήσουμε κατευθείαν με άλ­λη μάσκα παροχής οξυγόνου, που λέγεται «Venturi». Φεύγοντας η κυρία Π. μας είπε ότι θα τη χρειαστεί, για λίγες ώρες μέχρι να δια­φύγει τον κίνδυνο το περιστατικό που είχε. Περί ώρα 04.00 η κυρία Τ. μου τηλεφώνησε και με ρώτησε για την κατάσταση του ασθενούς και της απάντησα ότι ήταν στην ίδια κατάσταση ... στις 06.00 ώρα περίπου μου τηλεφώνησε η κυρία Π. και μου είπε ότι ήθελε να μου επιστρέψει το ΒίΡΑΡ και εγώ της είπα ότι δεν το χρειαζόμαστε γιατί ο ασθενής κατέληξε». Β. Την από 20.3.2010 ένορκη κατάθεση της νοσηλεύτριας Γ.Κ., εις την οποία επακριβώς αναφέρει: «Περί ώρα 01.30 περίπου ήρθε η γιατρός Π. και είπε ότι χρειάζομαι το μηχάνη­μα ΒίΡΑΡ, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την κυρία Τ. ενώπιον μας και απ` ότι κατάλαβα από αυτά που είπε η κυρία Π. στο τηλέφωνο, πήρε την έγκριση της εφημερεύουσας ιατρού να πάρει το μηχάνημα "ΒίΡΑΡ", ... πηγαίνοντας στον θάλαμο του Ν. η γιατρός Π. μας ρώ­τησε για την κλινική κατάσταση του ασθενούς Ν., αν δηλαδή έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες εξετάσεις από τους γιατρούς συναδέλφους της και εξ όσων εγώ γνωρίζω οι εξετάσεις γίνονταν κανονικά. Τότε η κυρία Π. μου είπε να αποσυνδέσουμε το μηχάνημα και να τοπο­θετήσουμε μία άλλη μάσκα παροχής οξυγόνου τύπου Venturi, όπως και έγινε ... το Νοσοκομείο διαθέτει μία τέτοια συσκευή, η οποία χρησιμοποιείται συνήθως στην Εντατική... την ευθύνη ως εφημερεύ­ων ιατρός την είχε η κυρία Τ. ... η κυρία Π. μου ανέφερε ότι θα χρει­αζόταν τη συσκευή για λίγες ώρες μέχρι να διαφύγει τον κίνδυνο το περιστατικό της... περί ώρα 04.00 στις 19.3.2010 εγώ πέρασα από τον ασθενή και απ` ότι είδα παρέμενε στάσιμος, δηλαδή βρισκόταν στην ίδια κατάσταση, που τον είχαμε αφήσει, με τη μάσκα "Venturi" και Γ. Την από 19.3.2010 ένορκη κατάθεση της αποκλειστικής νο­σοκόμας του ασθενούς, Μ.Β., η οποία επακριβώς αναφέρει: «Από τη Δευτέρα το βράδυ (15.3.2010), ο ασθενής άρχισε να μην έχει τη ζωντάνια που είχε την Κυριακή. Το βράδυ στις 18.3.2010 πέρασαν οι νοσηλεύτριες, για την καθημερινή νοσηλεία, δεν πέρασε κάποιος γιατρός για να εξετάσει τον ασθενή. Περί ώρα 02.00 ήρθε κάποια γιατρός συνοδευόμενη από δύο νοσοκόμες και τους είπε να κάνουν κάποιες εξετάσεις, να πάρουν αέρια από τον ασθενή και στη συνέ­χεια τους είπε να βγάλουν τη μάσκα και να την αντικαταστήσουν, με τη συμβατική μάσκα του Νοσοκομείου. Εγώ ρώτησα τη γιατρό, αν θα υπάρξει κάποιο πρόβλημα, βγάζοντας την ειδική μάσκα και αυτή μου απάντησε «όχι δεν υπάρχει πρόβλημα, είναι το ίδιο πράγμα». Όταν αντικαταστάθηκε η μάσκα δεν παρουσίασε κάποια συμπτώμα­τα επιδείνωσης. Περί ώρα 05.30 π.μ. είδα ότι ο ασθενής σταμάτησε να αναπνέει. Εγώ περίμενα κάποια δευτερόλεπτα για να δω αν θα αρχίσει να αναπνέει και αφού είδα ότι αυτός ανέπνεε πολύ χαμη­λά, ενημέρωσα τις νοσοκόμες, θέλω εδώ να επισημάνω ότι διακο­πές στην αναπνοή του έκανε όλα τα Βράδια, που εγώ ήμουν κοντά του και μετά από δευτερόλεπτα ανέπνεε πάλι κανονικά. Όταν ήρ­θαν οι νοσοκόμες με το γιατρό του έκαναν καρδιογράφημα και μου είπαν ότι ο ασθενής κατέληξε ... θέλω επίσης να προσθέσω ότι οι οικείοι του ασθενούς γνώριζαν για τις διακοπές στην αναπνοή που είχε ο ασθενής». Αξιοσημείωτο είναι επίσης το φύλλο ιστορικού του ασθενούς-θανόντα, το οποίο επισυνάπτεται στην παρούσα, εκ του οποίου προκύπτει ότι ο εν λόγω εισήλθε στις 9.3.2010 στο Γ.Ν. Καλαμάτας, με έντονη δύσπνοια και από τις 10.3.2010 άρχισε η κα­τάσταση του να γίνεται βαριά, ενώ στις 12.3.2010 συνεστήθη από τους ιατρούς στον ανωτέρω να τεθεί σε "ΒίΡΑΡ PRO Auto Μ - Serieς της Santair", πλην όμως αρνήθηκε να λάβει τέτοια υποστήριξη και υπέγραψε σχετικά στο διάγραμμα του ασθενούς. Από τις 13.3.2010 ο παραπάνω παρουσίασε επιδείνωση της υγείας του και παρά τις αντιρρήσεις του ετέθη σε "ΒίΡΑΡ PRO Auto Μ - Serieς της Santair", χωρίς βελτίωση της κατάστασής του, ενώ στις 15.3.2010 εκδήλωσε βαριά υπερκαπνία και συνεστήθη στο οικογενειακό περιβάλλον του να γίνει άμεσα διασωλήνωση, πλην όμως τα μέλη της, συμπεριλαμ­βανομένου και του μηνυτή, κατηγορηματικά αρνήθηκαν την παρα­πάνω ιατρική πράξη, παρουσία των ιατρών της ως άνω Κλινικής και ιδίως του ιατρού Πνευμονολόγου Ν.Γ. Ακολούθως στις 17-18.3.2010 και στις 19.3.2010 ο ασθενής παρουσίασε εικόνα ειλεού, επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και της ηπατικής λειτουργίας, ενώ απεβί­ωσε στις 05.40 π.μ. 
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω αμφότερες οι κατηγορούμενες, υπό την ύπερθεν ιδιότητά τους ευρέθησαν έμπροσθεν του "ηθικού διλήμματος" να αφαιρέσουν την ανωτέρω συ­σκευή από τον ασθενή- θανόντα Π.Ν. και να την τοποθετή­σουν στην ασθενή Σ.Σ., ενεργώντας πάντως υπό το πρίσμα της διατάξεως του άρθρου 15 του Ν 3418/2005 (ΚΙΔ), δηλα­δή ευρισκόμενες μπροστά σε σύγκρουση καθηκόντων, την οποία κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν, με βάση την επιστημονική τους γνώση, τη σύγκριση των εννόμων αγαθών που διακυβεύονταν εκείνη τη στιγμή, τον απόλυτο σεβασμό της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας και τη συνείδηση τους στο πλαίσιο των αρχών του άρθρου 2 (άσκηση της ιατρικής, ως λειτούργημα)». Κατ` εκείνη τη στιγμή υφίστατο πράγματι σύ­γκρουση καθηκόντων, νοούμενη, ως εκείνη η σχέση ανάμε­σα σε δύο (2) καθήκοντα του ίδιου φορέα, που συνίστατο στην πραγματική κατάσταση ότι η εκπλήρωση του ενός δεν είναι δυνατή, παρά μόνο με την προσβολή του άλλου. Αποτελούσε λοιπόν η σύγκρουση αυτή μια μορφή κατάστα­σης ανάγκης ή άλλως είδος «υποκειμενικής κατάστασης ανάγκης». Υπό το καθεστώς της συστηματοποίησης κριτηρί­ων στο άρθρο 15 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ΚΙΔ) δεν επιλύονταν ευθέως το δίλημμα των ανωτέρω ιατρών, που κλήθηκαν να ενεργήσουν, όταν η ζωή ή και η υγεία δύο (2) ανθρώπων τίθεντο σε διακινδύνευση, καθόσον από πλευράς ποινικού δικαίου η σύγκρουση καθηκόντων ευρί­σκεται στο μεταίχμιο μεταξύ «άρσης του αδίκου και καταλο­γισμού», καθόσον συνιστά άλλοτε λόγο που αποκλείει το άδικο και άλλοτε λόγο που αποκλείει τον καταλογισμό, σύμφωνα με τα ως άνω διαλαμβανόμενα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας. Είναι δε γεγονός ότι αμφότερες οι κατηγορούμενες-ιατροί είχαν πλήρη συνείδηση ότι ευρίσκο­νταν μπροστά σε σύγκρουση καθηκόντων και ενεργούσαν με πρόθεση να εκπληρώσουν ένα (1) από αυτά. Μάλιστα στο πρόσωπο των ανωτέρω συντρέχει και η προϋπόθεση ότι η σύγκρουση καθηκόντων δεν ήταν υπαίτια, δηλαδή δεν είχε προκληθεί από τις ίδιες τις ιατρούς, με την πρόθεση να τελέ­σουν αξιόποινη πράξη, με το πρόσχημα της σύγκρουσης κα­θηκόντων, καθόσον τότε η διαπίστωση της σύγκρουσης αυ­τής θα οδηγούσε σε αποκλεισμό του άδικου χαρακτήρα του μη εκπληρωθέντος καθήκοντος (ad hoc ΑΠ 1436/2007 ΠοινΔικ 2008, 380). Εξάλλου και παρά το γεγονός ότι τα δια­κυβευόμενα αγαθά ήταν ίσης αξίας η υποχρέωση των ανωτέ­ρω κατηγορουμένων-ιατρών να διατηρήσουν στη ζωή αμφό­τερους τους ασθενείς, με την υποστήριξη ενός (1) και μόνο μηχανήματος "ΒίΡΑΡ PRO Auto Μ. - Series της Santair", που διέθετε το Γ.Ν. Καλαμάτας ήταν αδύνατη. Επομένως η ως άνω σύγκρουση καθηκόντων συνιστά λόγο άρσης του αδί­κου του διωκόμενου εγκλήματος της «θανατηφόρας έκθεσης κατά συναυτουργία» (45 και 306 παρ. 2 εδ. β`-1 ΠΚ). Τούτο δε καθόσον η διάσωση της ζωής της Σ.Σ. δεν έγινε άκριτα, αλλά [κατόπιν] επιστημονικής διάγνωσης, που επακολούθη­σε ενδελεχούς έρευνας, ως προς την πραγματική κατάσταση της υγείας των δύο ως άνω (2) ασθενών και της εξορθολογισμένης αξιολόγησης - πιθανολόγησης ποιο από τα δύο [2] πρόσωπα θα επιζούσε, με την αναπνευστική υποστήριξη του μηχανήματος "ΒίΡΑΡ PRO Auto Μ - Series της Santair", λαμ­βανομένης υπόψη της κατάστασης της υγείας τους, κατ` εκείνη την κρίσιμη στιγμή. Εκ της συναξιολογήσεως των στοιχείων όλης της δικογραφίας, ακόμη δε και υπό της προ­αναφερόμενης ιατροδικαστικής εκθέσεως, εναργώς συνάγε­ται το συμπέρασμα ότι η κατάσταση της υγείας του τότε ασθενούς Π.Ν. ήταν μη αναστρέψιμη και ο θάνατος αυτού ήταν επικείμενος, καθόσον παρουσίαζε σοβαρό αναπνευστι­κό νόσημα και πολυοργανική ανεπάρκεια, στην οποία είχε περιπέσει το τελευταίο 24ωρο. Αντιθέτως η ασθενής Σ.Σ. ήταν ασφαλώς σε καλύτερη θέση από άποψη κατάστασης της υγείας της, αφού δεν προέκυπτε ανεπάρκεια άλλων ορ­γάνων του σώματος της και οπωσδήποτε στην κρίση των κα­τηγορουμένων-ιατρών προσμέτρησε κυριαρχικά το στοιχείο ότι με την υποστήριξη του μηχανήματος "ΒίΡΑΡ PRO Auto Μ -Series της Santair" υφίσταντο πολύ περισσότερες πιθανότητες να διατηρηθεί η ανωτέρω στη ζωή, το οποίο και επιτεύ­χθηκε. Θεωρούμε δε ότι αυτή η έλλογη διαδικασία της σύ­γκρισης των θεραπόντων ιατρών, αναφορικά σε ποιον από δύο (2) ασθενείς τους θα προσφέρουν τέτοιου είδους μηχανι­κή υποστήριξη της αναπνοής τους ή άλλου είδους ιατρική πράξη, η οποία εν προκειμένω εκπορεύεται από το δόγμα ότι θα πρέπει να προτιμηθεί αυτός που έχει περισσότερες πι­θανότητες να επιβιώσει, ευρίσκει έρεισμα στην εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 ΠΚ «περί κατάστασης ανάγκης». Τούτο δε, καθόσον τα διακυβευόμενα αγαθά (εν προκειμένω της ζωής) είναι ίσης αξίας, πλην όμως με διαφο­ρετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, που βασίζονται σε ιατρικά δεδομένα, που δικαιολογούν την απαιτούμενη ιατρική ενέρ­γεια μόνο στο πρόσωπο, στο οποίο η επενέργεια της πιθανο­λογείται βάσιμα ότι θα είναι πιο αποτελεσματική, ώστε να δι­ατηρηθεί στη ζωή (ad hoc ΑΠ 1436/2007 ΠοινΔικ 2008, 380, Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ιατρική ευθύνη, εκδ. 2013, σελ. 119). Επιπρόσθετα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν δύνανται να υπαχθούν εις την νομοτυπική μορφή του διωκό­μενου εγκλήματος «της από κοινού θανατηφόρας έκθεσης» (45 και 306 παρ. 2 εδ. β` - 1 ΠΚ), καθόσον δεν προέκυψε ο αναγκαίος όρος ότι ο θανών Π.Ν., με θετική ενέργεια των κατηγορουμένων μεταφέρθηκε από μια σχετικά ασφαλή θέ­ση σε μία ανασφαλή, καθόσον ήδη η κατάσταση της υγείας του εν λόγω ήταν ήδη ιδιαζόντως επιβαρυμένη και η κατάλη­ξη του ήταν άμεσα επικείμενη. Έτσι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενες-ιατροί περιήγαγαν τον ανωτέρω θανόντα σε αδυναμία, συνιστάμενη στη δημιουρ­γία όρων, με τους οποίους άρχισε μια αυτοδύναμη διαδικα­σία, που θα τον οδηγούσε σε βλάβη του εννόμου αγαθού της ζωής του, αν δεν ανακόπτονταν με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως δεν στοιχειοθετείται το ως άνω έγκλημα συγκε­κριμένης διακινδύνευσης, αφού η ιατρική - επιστημονική συ­μπεριφορά των κατηγορουμένων δεν εξαντλήθηκε στην πρόκληση κινδύνου και δεν συνδέεται με την επέλευση του θανάτου του ανωτέρω, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοι­χεία, που παραπέμπουν σε εμπεριστατωμένες ιατρικές γνω­ματεύσεις, που αποτυπώνουν την εξελικτική καθολική κατά­πτωση της υγείας του, σε συνδυασμό με το πόρισμα της ως άνω ιατροδικαστικής εκθέσεως. Επιπρόσθετα δεν προέκυψε κυρίως ότι συνέτρεξε και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπάνω ενέργειας των κατηγορουμένων ιατρών να απεγκαταστήσουν το μηχάνημα "ΒίΡΑΡ PRO Auto Μ - Series της Santair" και να τοποθετήσουν τη συσκευή "Venturi" και του θανατηφόρου αποτελέσματος, το οποίο επήλθε από τη γενι­κευμένη κατάπτωση της υγείας του ασθενούς Π.Ν. Συνδυαστικά με τα ανωτέρω δεν προκύπτει το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου του ως άνω διωκόμενου αδικήματος της «θανατηφόρας έκθεσης από κοινού» (45 και 306 παρ. 2 εδ. β` -1 ΠΚ), για το οποίο απαιτείται δόλος άμεσος ή ενδεχόμε­νος, γιατί από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι αμφότερες οι κατηγορούμενες θέλησαν να μεταφέρουν τον ασθενή από την ασφαλή θέση, που δήθεν ευρίσκονταν, σε μία άλλη θέση ανασφαλή, ώστε να συγκροτείται το αδίκημα της έκθεσης του άρθρου 306 ΠΚ και να εκτεθεί έτσι σε κίνδυνο η ζωή του. Αλλά ούτε και ενδεχόμενος δόλος μπορούσε να υπάρξει στη συνείδηση τους την ώρα εκείνη, αφού δεν ήταν δυνατόν να προβλέψουν ότι ο ασθενής θα κινδύνευε και μάλιστα να απο­δεχθούν τον κίνδυνο αυτό, διότι για να υπάρχει ενδεχόμενος δόλος, πρέπει όχι μόνο να διακριβωθεί, αλλά και να αποδει­χθεί ότι ο ενεργών προέβλεψε ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα της ενεργείας του και το απεδέχθη. Σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να τους καταλογιστεί ενδεχόμενος «δόλος έκθεσης» του ανωτέρω ασθενούς, αφού δεν προέκυψε, κατά αντικειμενική κρίση το βουλητικό στοιχείο μιας τέτοιας πρόθεσης τους, διότι για να υπάρχει κάτι τέ­τοιο, δηλαδή να θέλουν τη διακινδύνευση του ασθενούς, πρέπει να προκύψει και να αποδειχθεί κάποιο λογικό κίνη­τρο, χάριν του οποίου διέπραξαν το εν λόγω έγκλημα. Ιδιαίτερα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της προκείμενης υπόθεσης δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενες διανοήθη­καν, έστω και προς στιγμήν ότι ο Π.Ν. θα κινδύνευε από την αντικατάσταση της μάσκας, για δύο (2) έως τρεις (3) ώρες, η οποία αντικατάσταση κατά την κρίση τους ήταν ανώδυνη για αυτόν, αλλά αποτέλεσε τον αποκλειστικό λόγο διατήρησης στη ζωή και ανάνηψης της ασθενούς Σ.Σ., καθόσον απέτρε­ψε τον βέβαιο και άμεσα επικείμενο θάνατο της (ΣυμΒΑΠ 1222/2010 ΠοινΧρ 2011, 360, ΣυμΒΑΠ 1408/2009 ΠοινΧρ 2010, 396).

Ως προς τη δυνατότητα μεταβολής της κατηγορίας σε «αν­θρωποκτονία από αμέλεια, διά παραλείψεως», (15 και 302 παρ. 1 ΠΚ), που κατά ένα (1) μέρος του ανακριτικού κατη­γορητηρίου εμπεριέχεται υπό την έννοια της παραλείψεως των κατηγορουμένων ότι μετά την αφαίρεση του μηχανήμα­τος "ΒίΡΑΡ PRO Auto Μ - Series της Santair" έπρεπε να τε­θεί η αναπνοή του θανόντα Π.Ν. σε μηχανική υποστήριξη, προφανώς διασωλήνωση, θα πρέπει να διατυπωθούν τα εξής: Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα νομι­κή σκέψη της παρούσας, με την υπ` αριθ. 3/2012 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ (ΠοινΧρ 2013, 28 επ.) επικυρώθηκε η κρατούσα στη νομολογία άποψη ότι για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης "της ανθρωποκτονίας από αμέ­λεια" (302 παρ. 1 ΠΚ) πρέπει να διαπιστώνεται αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δρά­στη και του επελθόντος αποτελέσματος, όπως ακριβώς και στα εγκλήματα δόλου (ΑΠ 1024/2012, ΑΠ 352/2012 και ΑΠ 236/2012 ΠοινΧρ 2013, 74 και 79). Εις την προκειμένη περί­πτωση δεν αποδείχθηκε σαφώς ότι η μερικώς αποδιδόμενη, διά του ανακριτικού κατηγορητηρίου εις τις ανωτέρω, κατ` άρθρο 15 ΠΚ επέχουσες ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης κατηγορούμενες-ιατρούς, «παράλειψη» της εξασφάλισης μηχανικής υποστήριξης, προφανώς διασωλήνωσης, προκά­λεσε αιτιοκρατικά το θάνατο του ανωτέρω, ο οποίος ήταν αναμενόμενος και ιατρικά μη αναστρέψιμος, σύμφωνα με τα ως άνω στοιχεία. Εξάλλου θα πρέπει να ληφθεί σε κά­θε περίσταση υπόψη ότι ο γιατρός είναι υποχρεωμένος να προσφέρει τις υπηρεσίες του, εφόσον ο ασθενής συναινεί. Αν ο ασθενής αρνείται την πραγματοποίηση της ιατρικής πράξεως η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού παύει να υφίσταται και επομένως δεν πραγματώνεται καν η αντι­κειμενική υπόσταση του εγκλήματος «της ανθρωποκτονίας από αμέλεια» (15 και 302 παρ. 1 ΠΚ). Συγκεκριμένα η υπο­χρεωτική θεραπεία, ακόμη και όταν η ζωή του ασθενούς ευ­ρίσκεται σε κίνδυνο, απαγορεύτηκε στο δίκαιο μας ήδη με το άρθρο 47 του Ν 2071 /1992. Κατοχυρώθηκε στη συνέχεια στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη Βιοιατρική, που κυρώθηκε με το Ν 2619/1998 (άρθρο 6 εδ. α`) και προβλέπεται πλέον και στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, όπου ορίζεται μάλιστα ρητά ότι ο γιατρός υποχρεούται να απέχει από οιαδήποτε ιατρική πράξη, χω­ρίς προηγούμενη συναίνεση του ασθενούς (12 παρ. 1 ΚΙΔ). Ακόμη και στις επείγουσες περιπτώσεις, κατά τις οποίες συ­ντρέχει άμεση, απόλυτη και κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας, ο γιατρός μπορεί να επέμβει, χωρίς συναίνεση, μόνο όταν η συναίνεση δεν δύναται να ληφθεί (12 παρ. 3 ΚΙΔ) (Ε. Λασκαρίδη, Ερμηνεία Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, εκδ. 2012, σελ. 140-150, Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ιατρική ευθύνη», εκδ. 2013, σελ. 43-44, Α. Λιούρδη, Ιατρική ποινική ευθύνη, εκδ. 2014, σελ. 62-75). Εις την προκειμένη περίπτωση οι οικείοι του θανόντα και ιδίως ο μηνυτής γιος του Θ.Ν., χωρίς να τυγχάνουν δικαστικοί συ­μπαραστάτες, στους οποίους να έχει ανατεθεί η επιμέλεια του εν λόγω (ο οποίος είχε αρχίσει να καταβάλλεται και να παρουσιάζει πρόβλημα επικοινωνίας με το περιβάλλον), στα πλαίσια εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 2 περ. Β` - υποπ. ββ` του ΚΙΔ είχαν αποφασίσει ρητά και κα­τηγορηματικά από τις αρχές της εισαγωγής του τότε ασθε­νούς στην ως άνω Κλινική του Γ.Ν. Καλαμάτας, ο τελευταίος να μην τεθεί σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του - δι­ασωλήνωση. Έτσι οι ιατροί της παραπάνω Κλινικής και ιδίως η 2η των κατηγορουμένων, που είχαν αναλάβει την περίθαλψη του, στα πλαίσια εφαρμογής της επιτακτικής διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 1 του ΚΙΔ (με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του ασθενή, που έχει επικρατή­σει στην ελληνική έννομη τάξη, κατά απολύτως κρατούσα γνώμη και συνταγματική θεμελίωση, καθώς αποτελεί ειδι­κότερη πτυχή του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντ., απορρέ­οντας ταυτόχρονα και από την κατοχύρωση της αξίας του ανθρώπου στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντ.) δεν εφάρμοσαν εξ αρχής τη μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του - διασω­λήνωση του θανόντα Π.Ν. Έτσι ακολούθησαν την υποστή­ριξη αυτής (αναπνοής), με το μηχάνημα "ΒίΡΑΡ PRO Auto Μ - Series της Santair", παρότι εξήγησαν στους παραπάνω οικείους του θανόντα, αλλά και στον ίδιο (ο οποίος όσο είχε επαφή με τον περίγυρο του αντιδρούσε σφοδρά ακόμη και στην τοποθέτηση σ` αυτόν της μάσκας "Venturi") ότι η δια­σωλήνωση ήταν η πλέον ενδεδειγμένη, για την κρίσιμη αυ­τή περίσταση. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων είναι εντελώς αντίνομο από τη μια ο μηνυτής να καταγγέλλει τις κατηγορούμενες, για παράλειψη την οποία δήθεν επέδει­ξαν κατά τα προαναφερόμενα και από την άλλη ο ίδιος να επικαλείται τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ΚΙΔ και να αρνείται στις παραπάνω την ιατρική πράξη της διασωλήνω­σης, καθ` όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του θανόντα πατρός του. Εις το σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι η διενέργεια της διασωλήνωσης, κατά τη στιγμή, που αφαιρέθηκε από τον Π.Ν. το μηχάνημα "ΒίΡΑΡ PRO Auto Μ - Series της Santair" δεν θα αποτελούσε μια (1) κατεπείγουσα περίπτωση, στην οποία οι παραπάνω κατηγορούμενες θα μπορούσαν να προ­βούν αυτόβουλα, κατά το άρθρο 12 παρ. 3 περ. α` ΚΙΔ, αλλά θα συνιστούσε μια εκ μέρους τους μη επιτρεπόμενη ιατρική πράξη, σύμφωνα με την απαίτηση των οικείων του θανόντα. Επομένως, ούτε και αμελή συμπεριφορά, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15 ΠΚ στοιχειοθετείται στο πρόσωπο αμφοτέρων των κατηγορουμένων και κατά συνέπεια δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που θα μπορούσαν να συγκροτή­σουν το αδίκημα «της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, διά πα­ραλείψεως, παρ` υπόχρεων» (302 παρ. 1 ΠΚ), κατ` επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από το διωκόμενο έγκλημα «της θανατηφόρας έκθεσης από κοινού» (45 και 306 παρ. 2 Β` -1 ΠΚ).

Μετά ταύτα συντρέχουν σωρευτικά λόγοι, για τους οποίους δεν στοιχειοθετείται στο πρόσωπο των κατηγορουμένων: 1. Α.Π., γεννηθείσας στη Λευκωσία στις 6.7.1972, κατοίκου Καλαμάτας και επί των οδών ... και 2. Κ.Τ., γεννηθείσας στην Νέα Ιωνία Αττικής στις 24.7.1970, κατοίκου Καλαμάτας και επί της οδού ... συνοικισμός «...» η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος: «της θανατηφόρας έκθεσης, τελεσθείσας κατά συναυτουργία» (άρθρα 45 κατ 306 παρ. 2 εδ. β` - 1 ΠΚ) και κατά συνέπεια το Συμβούλιο Σας θα πρέπει, κατ` άρθρα (309 παρ. 1 εδ. α` και 310 παρ. 1 ΚΠΔ) να αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατ` αυτών, για το εν λόγω έγκλημα. Τέλος το Συμβούλιο Σας δεν θα πρέπει να επιδικάσει τα δικαστικά έξοδα και τέλη της προκείμενης ποινικής διαδικασίας σε βάρος του εγκαλούντα θ.Ν., κατοί­κου Καλαμάτας επί της οδού ..., καθόσον στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν οι νομοτυπικοί όροι εφαρμογής του άρθρου 585 παρ. 1 ΚΠΔ. Ιδιαιτέρως η παραπάνω δικανική πεποίθηση απορρέει εκ του γεγονότος ότι η υπό κρίση μηνυτήρια ανα­φορά - έγκληση δεν υποβλήθηκε από δόλο ή βαριά αμέλεια, αλλά κυρίως από την υπέρμετρη συναισθηματική φόρτιση του μηνυτή, που διαμορφώθηκε από την οδύνη για το θάνα­το του πατρός του.

Το βούλευμα έχει, κατά το ενδιαφέρον μέρος του, ως εξής:

Επιπροσθέτως δε, λεκτέα είναι και τα ακόλουθα: ο ασθενής Π.Ν., ηλικίας 73 ετών, έπασχε από χρόνια αναπνευστική πνευμονοπάθεια - βαρύ πνευμονικό εμφύσημα, με συχνές νοσηλείες τα τελευταία δύο (2) έτη στο Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας, λόγω παροξύνσεων (βλ. τη με αριθ. πρωτ. 6513/22.4.2010 αναφορά του Πνευμονολόγου Ν.Γ.). Την 9η Μαρτίου 2010 εισήλθε για νοσηλεία στη Β` Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου Καλαμάτας λόγω παρόξυνσης της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ). Ο ιατρός-πνευμονολόγος Ν.Γ., εξέτασε τον εν λόγω ασθενή από την πρώτη ημέρα της νοσηλείας του, ενώ ελάμβανε χώρα καθη­μερινώς εξέταση του και καταγραφή της κλινικής του κατά­ στασης, καθώς και λεπτομερής εργαστηριακός έλεγχος (εν­δεικτικά καταμετρήθηκαν 34 λήψεις αερίων αίματος του σε διάστημα νοσηλείας 11 ημερών, βλ. σχετικά την έκθεση προ­καταρκτικής έρευνας του Γ.Μ., Διευθντή ΜΤΝ, Προέδρου Επιστημονικού Συμβουλίου). Ο εν λόγω ασθενής όμως, λόγω αδυναμίας των αναπνευστικών μυών και μειωμένης λειτουρ­γικότητας του πνεύμονα, άρχισε να ανεβάζει το διοξείδιο, ήτοι να μπαίνει σε υπερκαπνία. Συγκεκριμένα, την 12η Μαρτίου 2010 ο ασθενής παρουσίασε υπερκαπνία (002:71,6, ΡΗ: 7,44) και ο ως άνω πνευμονολόγος Ν.Γ. συνέστησε, αντί της διασωλήνωσης, να συνδεθεί ο ασθενής με την ειδική συ­σκευή παροχής οξυγόνου Β-ΡΑΡ, πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε υπογράφοντας στο διάγραμμα του ασθενούς (Βλ. το φύλλο ιστορικού ασθενούς). Την επόμενη ημέρα όμως, ήτοι την 13.3.2010, εμφάνισε επιδείνωση και, παρά τις αντιρρήσεις του, συνδέθηκε με την ειδική συσκευή Β-ΡΑΡ, χωρίς όμως βελτίωση της κατάστασης του (Βλ. σχετικά το φύλλο ιστορικού ασθενούς). Δέον στο σημείο αυτό να επιση­μανθεί ότι η εν λόγω συσκευή Β-ΡΑΡ ήταν η μοναδική σε λει­τουργία στο Νοσοκομείο και χρησιμοποιείτο κυρίως στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), στην οποία υπηρετεί η πρώτη κατηγορουμένη ως Επιμελήτρια Β` και η οποία παρα­χώρησε προσωρινά την εν λόγω συσκευή, μετά από παρά­κληση ιατρού της Β` Παθολογικής Κλινικής, για να χρησιμο­ποιηθεί για τον εν λόγω ασθενή. Στη ΜΕΘ νοσηλευόταν επί­σης η ασθενής της πρώτης κατηγορουμένης Σ.Σ., ηλικίας 80 ετών, με βαρύτατη αναπνευστική πνευμονοπάθεια, η οποία είχε διασωληνωθεί προ ημερών στην ίδια Μονάδα και, κατό­πιν επιτυχούς αποδιασωλήνωσης, είχε συνδεθεί με τη συ­σκευή αυτή. Δεδομένου ότι η πορεία της εν λόγω ασθενούς ήταν καλή, η πρώτη κατηγορουμένη δέχτηκε να παραχωρή­σει τη συσκευή, με την προϋπόθεση, όπως η ίδια αναφέρει στην από 23.7.2014 απολογία της ενώπιον της Επίκουρης Ανακρίτριας, εφόσον προκύψει ανάγκη χρησιμοποίησης της, να της επιστραφεί. Την 14η Μαρτίου 2010 ο ασθενής, όπως αναφέρει το φύλλο ιστορικού του. Βρισκόταν σε σύγχυση και δεν παρουσίαζε ουδεμία βελτίωση, ενώ την επόμενη ημέρα, ήτοι την 15.3.2010, παρουσίασε βαριά υπερκαπνία {C02: 90,2) γι` αυτό και συνεστήθη στο οικογενειακό περι­βάλλον να διασωληνωθεί, πλην όμως οι οικείοι του αρνήθη­ καν παρουσία των ιατρών της Κλινικής και του πνευμονολό­γου Ν.Γ. Σε προσωπική δε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο ανωτέρω ιατρός με τον υιό του ασθενούς, τον ενημέρωσε για την κατάσταση της υγείας του πατέρα του και του εξήγη­σε ότι η μόνη επιλογή για να κρατηθεί στη ζωή ήταν η διασω­λήνωση (Βλ. σχετικά την ως άνω αναφορά του ιατρού-πνευμονολόγου Ν.Γ.). Με δεδομένη την απόφαση του οικεί­ου περιβάλλοντος του ασθενούς να μην διασωληνωθεί, συ­νεχίστηκε η συντηρητική αγωγή που ελάμβανε ο τελευταίος. Την επόμενη ημέρα της νοσηλείας του, ήτοι την 16η Μαρτίου του 2010, ο ασθενής εμφάνισε ανουρία και επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, ενώ αντιδρούσε μόνο στα επώδυνα ερεθίσματα, shock. Την 17η Μαρτίου 2010 η κατάστασή του ήταν η ίδια και την 18η Μαρτίου 2010, ήτοι μία (1) ημέρα πριν αποβιώσει, εμφάνισε εικόνα πολυοργανικής ανεπάρ­κειας (εικόνα ειλεού, επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας κρεατινίνη 5,5, επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας), γε­γονός για το οποίο ενημερώθηκε το συγγενικό του περιβάλ­λον από τη δεύτερη κατηγορουμένη (Βλ. σχετικά το από 14.4.2010 υπόμνημα της προς τον Διευθυντή της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού του Νοσοκομείου Καλαμάτας). Περί ώρα 22:00 της 19ης Μαρτίου 2010, η πρώτη κατηγορουμένη ζήτη­σε από την εφημερεύουσα δεύτερη κατηγορουμένη τη συ­σκευή Β-ΡΑΡ, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε ήταν συν­δεδεμένος ο ασθενής Π.Ν., προκειμένου να την τοποθετήσει στην ως άνω ασθενή της Σ.Σ., η οποία την ημέρα εκείνη χειροτέρευσε αιφνιδίως, με άμεση και επιτακτική ανάγκη να συνδεθεί με την εν λόγω συσκευή και μάλιστα πριν επιδεινω­θεί η κατάσταση της, καθόσον είχε την απαιτούμενη ένδειξη, ήτοι είχε εισπνοή που ευαισθητοποιούσε τη συσκευή αυτή, είχε δηλαδή ικανότητα συνεργασίας με αυτή, η οποία έλειπε από τον έτερο ασθενή, Π.Ν. Η δεύτερη κατηγορουμένη της απάντησε ότι μπορεί να την παραλάβει αλλά αντιδρούν οι συγγενείς του ασθενούς. Δέον να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η εν λόγω συσκευή Β-ΡΑΡ που χρησιμοποιούσε ο ασθενής Π.Ν. ήταν αυτή που αγόρασαν οι συγγενείς του, προς αντικατάσταση της πρώτης και μοναδικής συσκευής Β-ΡΑΡ που υπήρχε στο Νοσοκομείο και αυτός είχε σπάσει. Ακολούθως, περί ώρα 01.30 της 19ης Μαρτίου 2010, όταν η πρώτη κατη­γορουμένη διαπίστωσε την επικίνδυνη κατάσταση της ασθε­νούς της Σ.Σ., αναγκάστηκε να μεταβεί η ίδια στη Β` Παθολογική Κλινική, για να συναντήσει τη δεύτερη κατηγο­ρουμένη, η οποία όμως βρισκόταν στο εφημερείο, οπότε και της τηλεφώνησε, για να την ρωτήσει, αν μπορούσε να παρα­λάβει τη συσκευή Β- ΡΑΡ από τον ασθενή Π.Ν. και να του το­ποθετήσει τη συσκευή "Venturi". Κατά την τηλεφωνική τους δε επικοινωνία, η μεν πρώτη κατηγορουμένη διαβεβαίωσε, λόγω της ειδικότητας της, τη δεύτερη ότι δεν υπήρχε κίνδυ­νος για την υγεία και τη ζωή του ασθενούς με την προσωρινή αφαίρεση (για 3-4 ώρες) της εν λόγω συσκευής και την αντι­κατάσταση της με τη μάσκα παροχής οξυγόνου «Venturi», η δε δεύτερη κατηγορουμένη, γνωρίζοντας την κλινική κατά­σταση του ασθενούς, έδωσε τη συγκατάθεση της για την αντικατάσταση (Βλ. την από 15.7.2014 απολογία της δεύτε­ρης κατηγορουμένης στην Επίκουρη Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Καλαμάτας). Περί ώρα 01:30 η πρώτη κατηγορούμενη, με τις δύο νοσηλεύτριες της Β` Παθολογικής Κλινικής, Γ.Γ. και Γ.Κ., μετέβησαν και αντικατέστησαν στον ασθενή Π.Ν. τη συσκευή Β-ΡΑΡ με τη μάσκα «Venturi». Όταν αντικαταστάθηκε η μάσκα, ο ασθενής δεν παρουσίασε κά­ποια σύμπτωμα επιδείνωσης, όπως καταθέτει προανακριτι­κά η αποκλειστική νοσοκόμος του ασθενούς Μ.Β. (Βλ. την από 19.3.2010 ένορκη κατάθεση της). Περί ώρα 05.30, η αποκλειστική νοσοκόμος είδε ότι ο ασθενής σταμάτησε να αναπνέει. Επειδή είχε διακοπές στην αναπνοή του όλα τα βράδια και μετά από την πάροδο δευτερολέπτων ανέπνεε πάλι κανονικά, η αποκλειστική περίμενε κάποια δευτερόλε­πτα για να δει αν θα αρχίσει να αναπνέει και, αφού είδε ότι αυτός ανέπνεε πολύ χαμηλά, ενημέρωσε τις νοσοκόμες. Όταν ήρθαν οι νοσοκόμες με το γιατρό έκαναν καρδιογρά­φημα στον ασθενή και διαπίστωσαν ότι ο ασθενής κατέληξε. Από την ως άνω προπαρατεθείσα πορεία της κλινικής κατά­στασης του ασθενούς, προκύπτει, πρωτίστως, η κλιμακού­μενη φθίνουσα πορεία της υγείας του, με κομβικό δε σημείο αυτής την περαιτέρω επιδείνωση της, παρά τη σύνδεση του με τη συσκευή Β- ΡΑΡ στην οποία δεν ανταποκρίθηκε, με συ­νέπεια να χρήζει διασωλήνωσης, ενέργεια την οποία δεν ενέκριναν οι οικείοι του. Η εικόνα δε της πολυοργανικής ανεπάρκειας που παρουσίασε μία (1) ημέρα πριν το θάνατο του καταδεικνύει την ιδιαίτερα επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας του, η οποία, σύμφωνα με τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, ήταν μη αναστρέψιμη. Περαιτέρω, η συνέχιση χρήσης της συσκευής αυτής δεν είχε ευεργετικά αποτελέ­σματα για τον ασθενή, ο οποίος, παρά τη συνεχή χρήση της για 6 περίπου ημέρες, δεν παρουσίαζε καμία βελτίωση αλλά, αντίθετα, σοβαρή επιδείνωση. Η σοβαρή και κρίσιμη κατά­σταση του αποδεικνύεται από το γεγονός ότι την 16η και 17η Μαρτίου 2010 παρουσίαζε πλήρη ακινησία και δεν επικοινω­νούσε με το περιβάλλον, όπως καταμαρτυρούν άλλωστε και οι ίδιοι οι οικείοι του (Βλ. τις ένορκες καταθέσεις των συγγε­νών του Π.Ν. και Ε.Ν.). Το γεγονός δε αυτό, ήτοι η έλλειψη επικοινωνίας του ασθενούς με το περιβάλλον καταδεικνύει ότι ο ασθενής δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στη χρήση της εν λόγω συσκευής, καθώς αυτή απαιτεί ένα καλό επίπε­δο συνείδησης του ασθενούς, ώστε να συνεργάζεται με τη συσκευή και να καθορίζει ο ίδιος τη συχνότητα των αναπνο­ών και τη διάρκεια της αναπνοής. Επομένως, εφόσον ο ασθενής δεν ανταποκρινόταν στη χρήση της εν λόγω συ­σκευής, στην οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε ήταν συνδε­δεμένος ήδη έξι (6) περίπου ημέρες χωρίς να εμφανίζει ση­μεία βελτίωσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήδη από την 18.3.2010 εμφάνιζε εικόνα πολυοργανικής ανεπάρκειας, η αφαίρεση αυτής στις 2:00, προκειμένου να χρησιμοποιη­θεί, λόγω επιτακτικής ανάγκης, στην άλλη ασθενή που νο­ σηλευόταν στη ΜΕΘ, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον επισυμβάντα θάνατο του στις 5:40 της 19ης Μαρτίου του 2010. Ενισχυτικό δε στοιχείο της μη ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αφαίρεσης της συσκευής Β-ΡΑΡ (και της αντικα­τάσταση της με τη μάσκα Venturi) και του επελθόντα θανά­του του ασθενούς, συνιστά το γεγονός ότι η πράξη αυτή δεν συνοδεύτηκε από κάποια συμπτώματα επιδείνωσης της υγείας του (όπως λ.χ. δύσπνοια, αύξηση της συχνότητας των αναπνοών), αλλά αυτή παρέμεινε στάσιμη μέχρι τις 5:40 που κατέληξε, ήτοι περίπου 3 ώρες και 40 λεπτά μετά την αφαίρεση της συσκευής. Η μη επιδείνωση της κλινικής του κατάστασης προκύπτει, εκτός από την ως άνω κατάθεση της αποκλειστικής νοσοκόμου, και από τη σαφή κατάθεση της νοσηλεύτριας του Νοσοκομείου Γ. Κ., η οποία περί ώρα 04:00 τον επισκέφθηκε και διαπίστωσε ότι η κατάσταση του ήταν σταθερή (βλ. την από 20.3.2010 ένορκη κατάθεση της). Ο ασθενής, μετά την αφαίρεση της συσκευής Β-ΡΑΡ, συνέχιζε άλλωστε να λαμβάνει οξυγόνο με τη χρήση της μάσκας Venturi, η αιτία δε του θανάτου του, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. 546-α/11.11.2010 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής οφείλεται σε ισχαιμία του μυοκαρδίου επί εδάφους μυοκαρδιοπάθειας.

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, η ενέργεια της πρώτης κατηγορουμένης να αφαιρέσει την εν λόγω συσκευή για να τη χρησιμοποιήσει στην ασθενή της στη ΜΕΘ, δεν επέφερε το θάνατο του ασθενούς Π.Ν., η κατάσταση της υγείας του οποίου, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν διαφαινόταν αναστρέψιμη. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί, ότι η εναλλα­κτική επιλογή της πρώτης κατηγορουμένης να διασωληνώσει εκ νέου την ασθενή της και να μην τη συνδέσει με τη συσκευή Β-ΡΑΡ, δεν ήταν η ενδεδειγμένη στην προκειμένη περίπτωση καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, θα την έθετε σε σοβαρό κίνδυνο και πιθανόν να απέβαινε μοιραία για τη ζωή της, καθώς θα ήταν η δεύτερη κατά σειρά διασωλήνωση της εν λόγω ασθενούς. Το γεγονός δε ότι η εν λόγω ασθενής επέζησε με τη χρήση της εν λόγω συσκευής, αποδεικνύει ότι η ενέργεια αυτή της πρώτης κατηγορουμένης ήταν ιατρικώς επιβεβλημένη.

Συνεπώς, με βάση τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη στις κατηγορούμενες νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της θανατηφόρας έκθεσης κατά συναυτουργία, που φέρονται ότι τέλεσαν ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο στην Καλαμάτα Μεσσηνίας την 19.3.2010 σε βάρος του Π.Ν, κατοίκου εν ζωή ... του Δήμου ... Μεσσηνίας για την οποία και το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, ενώ περαιτέρω, δεν προέκυψε και κατά τη γνώμη του Συμβουλίου αμελής συμπεριφορά των κατηγορουμένων ιατρών, ώστε κατ` επιτρεπτή μετα­βολή της κατηγορίας (ΣυμβΕφΠατρ 56/2009 ΠοινΧρ ΜΣΤ`, 1727) να αποδοθεί σ` αυτές η αξιόποινη πράξη της ανθρωπο­κτονίας από αμέλειας, διά παραλείψεως παρ` υπόχρεων (302 παρ. 1 ΠΚ), σε βάρος του ίδιου ως άνω θανόντα. Κατ` ακο­λουθία των ανωτέρω κρίνει ότι δε θα πρέπει να γίνει κατά αυτών κατηγορία, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1 εδ. α` και 310 παρ. 1 εδ. α` ΚΠΔ. Τέλος, έξοδα διαδικασίας δεν θα επιβληθούν σε βάρος του εγκαλούντα Θ.Ν., αφού δεν συ­ντρέχει κάποια περίπτωση από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 585 παρ. 1 ΚΠΔ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...