Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Ο υπερχρεωμένος εγγυητής στη διαδικασία του Ν 3869/2010

Γεώργιος Ι. Δέλλιος, Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ, ΧρηΔικ 2012.21 επ.

Ι. Η θέση του εγγυητή στο Ν 3869/2010.

Στη νομική θεωρία επισημαίνεται, ορθώς, ότι στη διαδικασία του Ν 3869/2010, για τη «ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», υπάγεται το πρόσωπο του συγκεκριμένου κάθε φορά οφειλέτη και όχι οι ίδιες οι οφειλές του [1] . Πράγματι το άρθρο 12 εδ. 1 του Ν 3869/2010 ορίζει ότι «τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι…εγγυητών του οφειλέτη…δεν θίγονται», άρα οι πιστωτές διατηρούν τις απαιτήσεις τους κατά του εγγυητή ακόμη και μετά την αναδιάρθρωση των χρεών του οφειλέτη ή ακόμη και μετά την κατ’ άρθρο 11 οριστική απαλλαγή του από το ανεξόφλητο τμήμα τους [2] . Και τούτο κατ’ απόκλιση από την αρχή του άρθρου 851 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο « ο εγγυητής ευθύνεται (μόνο) για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή» [3] .
Το ίδιο άρθρο 12 Ν 3869/2010 συνεχίζει, στο εδ. 2, ορίζοντας ότι «ο οφειλέτης απαλλάσσεται έναντι των εγγυητών…ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή», για τις καταβολές στις οποίες αυτοί προέβησαν προς τους πιστωτές του οφειλέτη μετά την τελεσίδικη δικαστική αναδιάρθρωση των χρεών του τελευταίου [4] . Η ρύθμιση αυτή: α) Έρχεται σε αντίθεση προς την αρχή που συνάγεται ερμηνευτικά από τις ΑΚ 847 και 858, ότι -με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η σχέση κάλυψης μεταξύ πρωτοφειλέτη και εγγυητή είναι χαριστική- ο εγγυητής έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη [5]. β) Έρχεται σε αντίθεση προς τη διάταξη της ΑΚ 722, που προβλέπει ρητά το αναγωγικό αυτό δικαίωμα όταν ως σχέση κάλυψης υπάρχει εντολή -έστω και σιωπηρή- του πρωτοφειλέτη προς τον εγγυητή [6] , όπως γίνεται κατά κανόνα δεκτό στις τραπεζικές πιστωτικές συμβάσεις, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί προμήθεια για την παροχή της εγγύησης [7] , και γ) Έρχεται σε αντίθεση προς την τακτική του Πτωχευτικού Κώδικα (βλ. άρθρο 27 Ν 3588/2007) [8] και ορισμένων αλλοδαπών νομοθετημάτων για την αστική αφερεγγυότητα [9], σύμφωνα με τα οποία ο εγγυητής διατηρεί τις εξ αναγωγής αξιώσεις του κατά του πρωτοφειλέτη.
Έτσι οι εγγυητές, εκ πρώτης όψεως, φαίνονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο εξαιρετικές ρυθμίσεις του άρθρου 12 Ν. 3869/ 2010: Από τη μια να χάνουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από την αναδιάρθρωση των χρεών του υπερχρεωμένου πρωτοφειλέτη τους, από την άλλη να χάνουν όμως και το δικαίωμά τους να στραφούν αναγωγικά κατά του τελευταίου, σε περίπτωση που ικανοποιήσουν τους πιστωτές του. Μοναδική διέξοδο για τους εγγυητές, σε περίπτωση δικής τους υπερχρέωσης, αποτελεί η δυνατότητα να ζητήσουν οι ίδιοι αυτοτελώς, ανεξάρτητα από τον πρωτοφειλέτη, την υπαγωγή τους στη διαδικασία του Ν 3869/2010. Τη δυνατότητα αυτή αναγνωρίζει ρητά στους εγγυητές η σχετική Αιτιολογική Έκθεση, υπό τον όρο ότι «πληρούν και οι ίδιοι τις προϋποθέσεις του νόμου» [10] , δηλαδή εφόσον είναι «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών» (άρθρο 1§1). Υποστηρίζεται μάλιστα, ευλόγως, ότι ο ειρηνοδίκης που καλείται να προσδιορίσει δικάσιμο για την αίτηση υπαγωγής του υπερχρεωμένου πρωτοφειλέτη στη διαδικασία του Ν 3869/2010, σκόπιμο είναι να διατάσσει κατ’ άρθρο 748 § 3 ΚΠολΔ την κλήτευση και των τυχόν υπέρ αυτού εγγυηθέντων προσώπων, με κοινοποίηση προς αυτά αντιγράφου της αίτησης, φέροντος σημείωση της σχετικής δικασίμου. Και τούτο, προκειμένου να παρασχεθεί στους εγγυητές η δυνατότητα πληροφόρησης για τις ενέργειες του πρωτοφειλέτη τους καθώς και η δυνατότητα αποτίμησης, εκ μέρους των εγγυητών, της αναγκαιότητας ή μη για υποβολή δικής τους, αυτοτελούς, αίτησης υπαγωγής στην ίδια διαδικασία [11] .
Στο σύντομο χρονικό διάστημα εφαρμογής του εν λόγω νόμου, η ερμηνεία των προϋποθέσεων υπαγωγής στο προστατευτικό πεδίο του Ν 3869/2010 (άρθρο 1§1), ειδικά για τους εγγυητές, ανέδειξε ορισμένα ζητήματα. Ειδικότερα:

ΙΙ. Ως προς την προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας.

Σύμφωνα με τον Πτωχευτικό Κώδικα πτωχευτική ικανότητα έχουν μόνον οι έμποροι (άρθρο 2 § 1 Ν 3588/ 2007). Ως εκ τούτου ορθώς γίνεται δεκτό ότι ο εγγυητής που δεν είναι ο ίδιος έμπορος μπορεί να υπαχθεί στο προστατευτικό πεδίο του Ν 3869/2010, ακόμη και αν έχει εγγυηθεί για εμπορικό χρέος του πρωτοφειλέτη [12]. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, ακόμη και «οι αμιγώς αστικές δικαιοπραξίες, όπως η σύμβαση εγγύησης των ΑΚ 847 επ., καθίστανται αντικειμενικά εμπορικές, όταν συνοδεύονται από συστηματική επιδίωξη αποκομιδής οικονομικού οφέλους και ανάληψης κινδύνου ζημιών» [13]. Έτσι κρατεί γενικά η άποψη ότι ο εγγυητής αποκτά εμπορική ιδιότητα, άρα και πτωχευτική ικανότητα, όταν η εγγύηση παρέχεται από αυτόν «κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό το κέρδος», δηλαδή «κατ’ εκμετάλλευση της πίστης που παρέχει το όνομά του και η οικονομική του επιφάνεια, με την είσπραξη από αυτόν αμοιβής ή με την άντληση οποιουδήποτε άλλου άμεσου ή έμμεσου οικονομικού οφέλους από τη δικαιοπραξία για την οποία εγγυήθηκε» [14].
Τη θέση αυτή φαίνεται να ακολουθεί και η συναφής με την εφαρμογή του Ν 3869/ 2010 νομολογία. Έτσι, για παράδειγμα, το ΕιρΑθ απέρριψε, λόγω μη συνδρομής της προϋπόθεσης έλλειψης της πτωχευτικής ικανότητας, την αίτηση δικαστικής ρύθμισης των οφειλών συνταξιούχου τραπεζικής υπαλλήλου, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα εγγυάτο τις τραπεζικές πιστώσεις που παρέχονταν, μέσω συμβάσεων αλληλοχρέου λογαριασμού, σε ετερόρρυθμη εμπορική εταιρία που ανήκε κατά 50% στον σύζυγό της ως ομόρρυθμο εταίρο και κατά 50% στην ίδια ως ετερόρρυθμο εταίρο [15]. Ομοίως το ΕιρΧαλανδρ επισημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η υπαγωγή στη διαδικασία του Ν 3869/ 2010 του εγγυητή «στην περίπτωση που η εγγύηση δίνεται για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια ή αυτός έχει οικονομικό συμφέρον από την υπόθεση για την οποία εγγυάται», διευκρινίζει όμως ότι ούτε η άσκηση δραστηριότητας διαχειριστή ΕΠΕ ούτε η ιδιότητα μέλους ΔΣ ή διοικητή ανώνυμης εταιρίας συνεπάγεται αυτομάτως την κτήση πτωχευτικής ικανότητας και τον εντεύθεν αποκλεισμό του εγγυητή από την προστασία του Ν 3869/ 2010 [16]. Το ίδιο διευκρινίζει και το ΜΠρΑθ, δεχόμενο, επί αιτήσεως δημοσίας υπαλλήλου που είχε τριτεγγυηθεί συναλλαγματική αποδοχής ανώνυμης εταιρίας της οποίας μέτοχος και αντιπρόεδρος ΔΣ ήταν η ίδια, ότι «η ιδιότητα της μετόχου, ακόμη και της αντιπροέδρου ανώνυμης εταιρίας, δεν προσδίδει στην αιτούσα την εμπορική ιδιότητα και, ως εκ τούτου, δεν της στερεί το δικαίωμα να υπαχθεί στη ρύθμιση του Ν 3869/2010» [17]. Ωστόσο το ΜΠρΑθ σε άλλη απόφασή του απέρριψε, λόγω μη συνδρομής της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας, την αίτηση αναστολής εκτέλεσης -κατόπιν ανακοπής στηριζόμενης σε κίνηση της διαδικασίας του Ν 3869/2010- που υπέβαλε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ανώνυμης εταιρίας, ο οποίος είχε συνάψει υπέρ αυτής σύμβαση παροχής εγγύησης προς πιστωτή της [18]. Η απόρριψη αυτή όμως δεν φαίνεται εδώ να στηρίζεται σε μόνη την ιδιότητα του αιτούντος-εγγυητή ως μετόχου και διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας [19], αλλά κυρίως σε σκέψεις που τείνουν στην αποδοχή λόγων άρσης ή παράκαμψης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου υπέρ του δανειστή της πρωτοφειλέτιδος εταιρίας [20] και διατυπώνονται στην απόφαση ως εξής: «(Η) ως άνω εταιρία είναι οικογενειακή, αφού μέλη της, πλην του αιτούντος, είναι η σύζυγός του και η μητέρα του,…των οποίων δεν πιθανολογήθηκε ανάμιξη στη λειτουργία αυτής…Επομένως με τη σύναψη της συμβάσεως εγγυήσεως υπέρ της ως άνω εταιρίας (ο αιτών) απέβλεπε ουσιαστικά στην εξυπηρέτηση της ατομικής εμπορικής του δραστηριότητας, καθόσον…η πορεία των εταιρικών υποθέσεων και τα αποτελέσματά της είχαν άμεση αντανάκλαση στην περιουσιακή σφαίρα του» [21].
Είναι γεγονός, πράγματι, ότι ο εγγυητής ενός επαγγελματικού δανείου συχνά συμβαίνει να είναι συναλλακτικά έμπειρος εταίρος ή και μέλος της διοίκησης της δανειολήπτριας επιχείρησης, ο οποίος γνωρίζει καλά τις δυνατότητες πληρωμής της πρωτοφειλέτιδας και τον κίνδυνο που αναλαμβάνει, προσδοκώντας συνήθως, σε αντιστάθμισμα του κινδύνου αυτού, και δικό του οικονομικό όφελος από την ευόδωση των εργασιών της [22]. Επίσης γεγονός είναι ότι ορισμένοι στενοί συγγενείς του πρωτοφειλέτη ενδέχεται να παρέχουν συστηματικά υπέρ αυτού την εγγύησή τους προσδοκώντας, έμμεσα, και δική τους ωφέλεια από τη λήψη των σχετικών δανείων, λ.χ. βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου. Τα στοιχεία αυτά αναμφίβολα αναιρούν ή, έστω, αμβλύνουν την ανάγκη ιδιαίτερης προστασίας των εν λόγω εγγυητών.
Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι τυχόν γενίκευση της αντίληψης αυτής σε κάθε περίπτωση «εγγυητή-στενού συγγενούς» κρύβει τον κίνδυνο ανεπιεικών λύσεων. Το ενδεχόμενο αυτό έχει ήδη επισημανθεί, με αφορμή την έννοια του εγγυητή ως καταναλωτή στο άρθρο 1 § 4 εδ. α΄ Ν 2251/ 1994, κυρίως σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, όπως λ.χ. για τα εγγυηθέντα ενήλικα μεν αλλά συναλλακτικά άπειρα τέκνα του δανειολήπτη ή για τη στερούμενη ιδίων πόρων εγγυήτρια σύζυγό του, ιδίως μάλιστα σε περίπτωση μεταγενέστερης λύσης του μεταξύ τους γάμου [23]. Κάθε αντικειμενικός εκτιμητής δεν μπορεί παρά να διαγνώσει στις περιπτώσεις αυτές τη συνδρομή καταστάσεων άξιων προστασίας: Η ψυχική πίεση που υφίστανται οι στενοί αυτοί συγγενείς αφήνει ελάχιστα περιθώρια άρνησης της αιτούμενης εγγύησης. Ειδικά όταν η άρνηση συνεπάγεται ματαίωση του δανείου και οικονομική καταστροφή του πατέρα ή συζύγου ή αδελφού, τα περιθώρια αντίδρασης των συγγενών αυτών είναι στην πράξη ανύπαρκτα. Δραστικά περιορισμένη είναι και κάθε διάθεσή τους για αναζήτηση λεπτομερών πληροφοριών αναφορικά με τα επενδυτικά σχέδια του δανειολήπτη, την αξία των εξασφαλίσεων που αυτός είναι σε θέση να προσφέρει και τις προοπτικές αποπληρωμής του δανείου εκ μέρους του [24]. Έτσι, από την πλευρά του εγγυητή-συγγενή, εμφανίζονται κοινωνικοτυπικά ελλείμματα πληροφόρησης, εναλλακτικών λύσεων και ορθολογικής συμπεριφοράς, δηλαδή καταστάσεις γνωστές για τη διαβρωτική τους επίδραση στη δικαιοπρακτική αυτοδιάθεση του ασθενεστέρου [25].
Στις περιπτώσεις αυτές, ιδίως όταν η παροχή της εγγύησης δεν επαναλαμβάνεται συχνά και συστηματικά για τα εμπορικά χρέη του πρωτοφειλέτη, θα πρέπει να γίνεται δεκτό ότι η εγγύηση στην πραγματικότητα παρέχεται από αυτονόητη ηθική υποχρέωση προς τον στενό συγγενή και όχι λόγω της προσδοκίας οποιουδήποτε -ενδεχομένως υπαρκτού- έμμεσου οφέλους του ίδιου του εγγυητή. Διαφορετικά, η διαβρωμένη δικαιοπρακτική αυτοδιάθεση του τελευταίου γίνεται επικίνδυνη στα χέρια των δανειστών, αφού η μετά από έτη αξίωση καταβολής των συσσωρευμένων χρεών μπορεί να ματαιώσει κάθε μελλοντική οικονομική προοπτική λ.χ. της συζύγου ή του τέκνου που σε νεαρή ηλικία εγγυήθηκε υπέρ του γονέα του [26]. Χαρακτηριστική είναι, για παράδειγμα, η περίπτωση της προ ετών παρασχεθείσας εγγύησης νεαρού, σήμερα ειδικευόμενου ιατρού, για τα εμπορικά χρέη της επιχείρησης στενών συγγενών του, που απασχόλησε το ΜΠρΗρακλ στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν 3869/2010, ενόψει επίσπευσης πλειστηριασμού στην κύρια κατοικία του [27]. Χαρακτηριστική είναι και η σχετική αποστροφή μιας απόφασης του ΠΠρΑθ: «Τα άτομα αυτά, εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας τους και της χαμηλής επαγγελματικής τους εμπειρίας, δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν ορθά τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο, βρίσκονται από άποψη συναλλακτικής ισχύος σε τόσο υποβαθμισμένη κατάσταση σε σχέση με το πιστωτικό ίδρυμα με το οποίο συναλλάσσονται…, ώστε το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμβάσεως να παρίσταται αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, εφόσον ο πιστωτικός φορέας δεν προβαίνει πριν από την κατάρτιση της συμβάσεως εγγυήσεως σε ιδιαίτερη υπόμνηση προς το ασθενές μέρος για τους κινδύνους τους οποίους αντιμετωπίζει» [28]. Σε τέτοιες περιπτώσεις, έχω τη γνώμη, τα Ειρηνοδικεία, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του εγγυητή εμπορικού χρέους στη διαδικασία του Ν 3869/ 2010, θα πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη τον προεκτεθέντα νομικό και δικαιοπρακτικό εγκλωβισμό του, να δέχονται ότι η εγγύηση που αυτός παρέσχε από ηθική υποχρέωση προς στενό συγγενή δεν του προσδίδει αυτομάτως εμπορική ιδιότητα και πτωχευτική ικανότητα, άρα δεν αποτελεί καταρχήν και λόγο αποκλεισμού του από τις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/ 2010.
Έναν άλλο δρόμο για την παροχή προστασίας σε τέτοιες περιπτώσεις έδειξε το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, κρίνοντας αναφορικά με την εγγύηση που παρέσχε μια νεαρή εργάτρια για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων της εμπορικής επιχείρησης του πατέρα της [29]. Το Ακυρωτικό, προσκολλημένο στην αρχή της αυτοευθύνης του ενηλίκου, είχε αρνηθεί αρχικά να παράσχει προστασία στην εγγυήτρια [30] , η οποία στράφηκε με προσφυγή της στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Το σκεπτικό του τελευταίου ξεκινά από τη συνταγματική υποχρέωση των πολιτικών δικαστηρίων να διαπλάθουν την έννομη τάξη κατά τρόπο που να διασφαλίζει τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων αυτοκαθορισμού των συναλλασσομένων. Ενδεχόμενη απεμπόληση του στόχου αυτού ισοδυναμεί με εκ των προτέρων καταδίκη του ασθενεστέρου σε «ετεροπροσδιορισμό», άρα με παθητική προσβολή του ατομικού δικαιώματος της ιδιωτικής του αυτονομίας (πρβλ. άρθρο 5 § 1 ελλ. Συντ.). Υπό το πρίσμα αυτό κρίθηκε αντισυνταγματική η γενική άρνηση παροχής προστασίας σε τέτοιες περιπτώσεις, η δε υπόθεση αναπέμφθηκε στο Ακυρωτικό με την υπόδειξη «προσεκτικής συνεκτίμησης των καταστάσεων ελλείμματος δυνατοτήτων αυτοπροστασίας που ενδέχεται να συνοδεύουν τον εγγυητή» [31]. Η υπόδειξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα μια εντυπωσιακή μεταστροφή στη νομολογία του Ακυρωτικού, το οποίο άρχισε εφεξής να εφαρμόζει αναλογικά και επί εγγυητών-στενών συγγενών την ειδική νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών [32]. Να σημειωθεί δε ότι η λύση αυτή δεν συνιστά τίποτε άλλο, παρά εφαρμογή της αρχής της έμμεσης τριτενέργειας των ατομικών δικαιωμάτων στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις και αξίωση από τον δικαστή του ιδιωτικού δικαίου για «αποτελεσματική» προστασία τους, κάτι που προβλέπεται ρητά και από το άρθρο 25 § 1 εδ. β΄ του ελληνικού Συντάγματος.

ΙΙΙ. Ως προς την προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών

Αναμφίβολο είναι ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης έχει ήδη καταστεί υπερήμερος στην εξόφληση των χρεών του, ανεξαρτήτως του αν έχει υποβάλει αίτηση υπαγωγής του στο Ν 3869/2010 ή αν πληροί καν τις σχετικές προϋποθέσεις, τότε ο εγγυητής, εφόσον αδυνατεί να καλύψει τις συνέπειες της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη του, για τις οποίες ευθύνεται κατ’ ΑΚ 851, νομιμοποιείται να ζητήσει τη δική του υπαγωγή του στη διαδικασία του Ν 3869/2010, ακόμη κι αν ο ίδιος (ο εγγυητής) δεν έχει άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές πέρα από το χρέος της εγγύησης. Αντιθέτως, πρόβλημα ανακύπτει όταν ο μεν πρωτοφειλέτης είναι ενήμερος στην εκπλήρωση των δανειακών του υποχρεώσεων, ο δε εγγυητής βρίσκεται σε αδυναμία εξόφλησης των δικών του ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους πιστωτές του. Τότε τίθεται το ερώτημα, αν ο εγγυητής αυτός νομιμοποιείται να συμπεριλάβει στην αίτηση ρύθμισης των χρεών του και το μελλοντικό εν δυνάμει «χρέος» του από την παρασχεθείσα υπέρ του πρωτοφειλέτη εγγύηση. Το ερώτημα αυτό προσλαμβάνει στην πράξη ιδιαίτερη σημασία ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 1 § 3 Ν 3869/ 2010, που προβλέπει ότι χρήση των ευεργετικών διατάξεων του εν λόγω νόμου «μπορεί να γίνει μόνο μία φορά» για κάθε φυσικό πρόσωπο. Συνεπώς ο εν λόγω εγγυητής, έχοντας ήδη υπαχθεί στη διαδικασία του Ν 3869/2010 για τη ρύθμιση των δικών του χρεών, θα διατρέχει τον κίνδυνο να μείνει ακάλυπτος σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης καταστεί στο μέλλον υπερήμερος ως προς την εξόφληση της εγγυημένης οφειλής, αφού τότε ο εγγυητής δεν θα μπορεί να υποβάλει για δεύτερη φορά παρόμοια αίτηση.
Οι απόψεις, για την απάντηση που προσήκει στο ερώτημα αυτό, διΐστανται: Μια άποψη υποστηρίζει ότι «στην περίπτωση που το χρέος εξυπηρετείται κανονικά από τον πρωτοφειλέτη, (το χρέος αυτό) δεν μπορεί να ρυθμιστεί μαζί με τα λοιπά χρέη του υπερχρεωμένου εγγυητή», επικαλούμενη α) ότι κατ’ ΑΚ 851 η ευθύνη του εγγυητή γεννιέται μόνον αφότου ο πρωτοφειλέτης καταστεί υπερήμερος, και β) ότι το άρθρο 1§1 Ν 3869/2010 αναφέρεται σε «μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών», σε αντιδιαστολή προς το άρθρο 3§2 ΠτωχΚ (Ν 3588/2007) που περιλαμβάνει και την «επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης» μελλοντικών υποχρεώσεων του υπερχρεωμένου οφειλέτη, διάσταση την οποία ο νομοθέτης, κατά την άποψη αυτή, δεν θέλησε να ενσωματώσει στο πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010 [33]. Ωστόσο, άλλη άποψη υποστηρίζει ότι «αν ο (πρωτ)οφειλέτης εξυπηρετεί κανονικά τα χρέη του,…ο δε εγγυητής έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δικών του ληξιπρόθεσμων χρεών, (τότε) η απαίτηση από την εγγύηση (πρέπει να) αντιμετωπίζεται κατά το άρθρο 6§3 ως ληξιπρόθεσμη και (να) εντάσσεται και αυτή στη ρύθμιση του Ν 3869/2010» [34] .
Πράγματι, το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 6 § 3 Ν 3869/2010 ορίζει ότι «οι οφειλές αυτές (για απαιτήσεις που δεν είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα) θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους», δηλαδή αντιμετωπίζονται κατά πλάσμα δικαίου ως ληξιπρόθεσμες, προκειμένου ακριβώς να καταστεί δυνατή η ένταξή τους στη διαδικασία ρύθμισης [35]. Από τη διάταξη αυτή αλλά και από τη φύση του Ν 3869/2010, ως καθιδρύοντος συλλογική διαδικασία ικανοποίησης όλων των δανειστών του αιτούντος, θεωρία και νομολογία συνάγουν, ανεξάρτητα από το προαναφερθέν πρόβλημα των εγγυητών, το ακόλουθο συμπέρασμα: Ότι η αναφορά του άρθρου 1 § 1 σε «αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών» θέτει το ληξιπρόθεσμο έστω και μίας οφειλής του αιτούντος ως στοιχείο για τη συγκρότηση της μόνιμης αδυναμίας του για πληρωμή, άρα ως προϋπόθεση για την υπαγωγή του αιτούντος στη διαδικασία ρύθμισης, και όχι ως λόγο αποκλεισμού των λοιπών, μη ληξιπρόθεσμων, οφειλών του από τη διαδικασία αυτή [36]. Έτσι λ.χ. το ΕιρΘεσ έκρινε ότι «αν μερικές μόνο από τις αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές είναι ληξιπρόθεσμες, ενώ άλλες δεν είναι, πληρούται η προϋπόθεση του νόμου, διότι το δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει, λόγω της αδυναμίας εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων, στη συνολική ρύθμιση όλων των οφειλών, ακόμη και αυτών των οποίων δεν έληξε η προθεσμία εκπλήρωσης. Οι τελευταίες οφειλές θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες…κατά το άρθρο 6 § 3 εδ. τελ. Ν 3869/2010» [37]. Στην ίδια κατεύθυνση, επισημαίνει η θεωρία, κινείται και η τροποποίηση του άρθρου 1§1 με το άρθρο 85 Ν 3996/2011, τροποποίηση με την οποία αντικαταστάθηκε η φράση «των οφειλών αυτών» με τη φράση «των οφειλών τους», αποσαφηνίζοντας έτσι ότι δεν ρυθμίζονται μόνον οι ληξιπρόθεσμες αλλά όλες εν γένει οι οφειλές του αιτούντος [38]. Υπό το πρίσμα αυτό, λοιπόν, συνεπέστερο φαίνεται να γίνει δεκτή η δεύτερη από τις προεκτεθείσες απόψεις, αυτή που υποστηρίζει τη δυνατότητα ρύθμισης και των εξ εγγυήσεως προερχομένων υποχρεώσεων του αιτούντος ακόμη και όταν αυτές εξυπηρετούνται κανονικά από τους πρωτοφειλέτες.
Η λύση αυτή, βέβαια, οδηγεί στο φαινομενικά πρωθύστερο αποτέλεσμα, να υποχρεωθεί ο υπερχρεωμένος εγγυητής σε σταδιακές επί τετραετία καταβολές (άρθρο 8§2) ή/και σε ρευστοποιήσεις περιουσιακών του στοιχείων (άρθρο 9§1) για χρέη μελλοντικά και αβέβαια, υπολογιζόμενα, ειδικά για τις ανάγκες εφαρμογής του Ν 3869/2010, με βάση το τρέχον υπόλοιπο του ενήμερου χρεωστικού λογαριασμού του πρωτοφειλέτη κατά την ημέρα κοινοποίησης της αίτησης του υπερχρεωμένου εγγυητή στον αντίστοιχο πιστωτή (βλ. άρθρο 6§3). Στην ουσία, ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι ότι απλώς θα αυξηθεί ο αριθμός των δανειστών μεταξύ των οποίων θα διανεμηθεί συμμέτρως το ίδιο ποσό (άρθρα 8§2, 9§1) και δεν θα αυξηθεί το συνολικό ποσό που θα καταβάλλει ο υπόχρεος στους δανειστές του. Και τούτο, διότι το συνολικό αυτό ποσό υπολογίζεται κατ’ άρθρο 8 § 2 με βάση τις αντικειμενικές εξοφλητικές δυνατότητες του συγκεκριμένου κάθε φορά οφειλέτη (αξία περιουσιακών στοιχείων, εισοδήματα από προσωπική εργασία ή άλλη πηγή, δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, βιοτικές ανάγκες του αιτούντος και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) και όχι με βάση τον αριθμό και το ύψος των υπό ρύθμιση οφειλών.
Έτσι ο υπερχρεωμένος εγγυητής, περιλαμβάνοντας στην αίτησή του, μαζί με τα δικά του ληξιπρόθεσμα χρέη, και τις δυνητικές μελλοντικές οφειλές του από παρασχεθείσες υπέρ τρίτων εγγυήσεις, αυτές που θα τον ακολουθούσαν ως «δαμόκλειος σπάθη» στο μέλλον στερώντας του την προοπτική οικοδόμησης μιας ασφαλούς οικονομικής υπόστασης, αποκτά τη δυνατότητα να απαλλαγεί οριστικά από αυτές κατ’ άρθρο 11 § 1 Ν 3869/ 2010, χωρίς στην ουσία να επιβαρυνθεί από πλευράς συνολικών καταβολών. Η λύση αυτή φαίνεται να εξυπηρετεί καλύτερα τον δηλωμένο σκοπό του Ν 3869/2010, δηλαδή την «επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή, με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει» [39]. Επιπλέον μάλιστα, σε περίπτωση που η σχέση κάλυψης μεταξύ πρωτοφειλέτη και εγγυητή δεν είναι χαριστική, ο εγγυητής, για το μέρος των καταβολών του που θα κατευθυνθεί σε ικανοποίηση των εξ εγγυήσεως δανειστών του, θα διατηρεί και τις αναγωγικές του αξιώσεις κατά του πρωτοφειλέτη, στο μέτρο που οι καταβολές αυτές θα έχουν γίνει πριν από ενδεχόμενη μεταγενέστερη τελεσίδικη υπαγωγή και του πρωτοφειλέτη στη διαδικασία του Ν. 3869/ 2010 [40].

* Εισήγηση σε επιστημονική εκδήλωση που διοργάνωσε την 15.3.2012 στην Αθήνα η Ένωση Καταναλωτών Ποιότητα Ζωής σε συνεργασία με την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, με γενικό θέμα «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων - Ένας χρόνος εμπειρίας από την εφαρμογή του Ν 3869/2010».

[ 1 ]. Για «έντονα προσωποπαγή διαδικασία» κάνουν λόγο οι Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του Ν 3869/2010 (2011), 358, Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων (2010), 179, Μακρής, Κατ’ άρθρο ερμηνεία του Ν 3869/2010 (2010), 210.
[ 2 ]. Βλ. Βενιέρη/Κατσά, ό.π. (σημ. 2), 358, Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο4 (2011), αρ. 1922.
[ 3 ]. Βλ. Βενιέρη/Κατσά, ό.π. (σημ. 2), 361, Θεοχαροπούλου, Εγγυητής σε εμπορική απαίτηση: Προστασία και ευθύνη του βάσει του Ν 3869/2010 για την αστική πτώχευση, ΕφΑΔ 2011,737 (740), Κρητικό, ό.π. (σημ. 2), 180, που επισημαίνει ότι και στο γερμανικό Insolvenzverfahren εμφανίζεται παρόμοια απόκλιση από την αντίστοιχη §767 Ι BGB.
[ 4 ]. Κατά την ορθότερη γνώμη, η κατ’ άρθρο 12 εδ. 2 απαλλαγή του οφειλέτη δεν καταλαμβάνει τις καταβολές των εγγυητών που έλαβαν χώρα πριν από την τελεσίδικη δικαστική ρύθμιση των χρεών του πρωτοφειλέτη, βλ. Βενιέρη/Κατσά, ό.π. (σημ. 2), 359, Θεοχαροπούλου, ό.π. (σημ. 4), 741? Ψυχομάνη, ό.π. (σημ. 3), αρ. 1922. Ομοίως γίνεται δεκτό ότι ο πρωτοφειλέτης δεν απαλλάσσεται έναντι του εγγυητή, αν συμβιβασθεί και ανακληθεί η αίτησή του (άρθρο 7§3) ή αν εκπέσει κατά το άρθρο 10§1 ή κατά το άρθρο 11§ §2-3.
[ 5 ]. Βλ. Καραγκουνίδη, σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ Ι, άρθρ. 847 αρ. 5, άρθρ. 858 αρ. 5 επ.? Βρέλλη, σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ, άρθρ. 858 αρ. 6.
[ 6 ]. Βλ. ΑΠ 668/2007 ΔΕΕ 2007,831, ΑΠ 1414/2007, Καραγκουνίδη, ό.π. (σημ. 6), ΑΚ 858 αρ. 6.
[ 7 ]. Πρβλ. ΑΠ 1614/1999 ΕλλΔνη 2000,382, ΕφΠατρ 692/2003 ΕπισκΕΔ 2004,123, Βρέλλη, ό.π. (σημ. 6), αρ. 5.
[ 8 ]. Βλ. ΕφΔωδ 93/2008, Νόμος? Βενιέρη/Κατσά, ό.π. (σημ. 2), 359.
[ 9 ]. Βλ. Θεοχαροπούλου, ό.π. (σημ. 4), 741, που επισημαίνει ότι η γαλλική νομοθεσία για την αστική αφερεγγυότητα δεν γνωρίζει ρύθμιση παρόμοια με αυτή του άρθρου 12 εδ. 2 Ν 3869/2010.
[ 10 ]. Βλ Αιτιολογική Έκθεση, ΙΙ, Ειδικό Μέρος: Επί των άρθρων, άρθρο 12.
[ 11 ]. Βλ. Έκθεση Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής για το σχετικό Σχέδιο Νόμου, Βενιέρη/Κατσά, ό.π. (σημ. 2), 362/3, Κρητικό, ό.π. (σημ. 2), 182 (υπό ΙV).
[ 12 ]. Βλ. ΕιρΘεσ 6547/2011, ΕιρΧαλανδρ 1/2011 ΧρηΔικ 2011, 460? ΕιρΑθ 54/2011 ΧρηΔικ 2011,464, ΕιρΘηβ 18/2011, Βενιέρη/Κατσά, ό.π. (σημ. 1), 362, Θεοχαροπούλου, ό.π. (σημ. 4), 742, Κατσά, Οι ρυθμίσεις του δικαίου της αστικής αφερεγγυότητας, ΔΕΕ 2011, 1115 (1117), Σ. Χριστοδούλου, Η ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ΔΕΕ 2011, 293 (296). Πρβλ. ακόμη, σε ΤΝΠ Nomos, τα πραγματικά των ΜΠρΗρακλ 2411/2011, ΕιρΚαλύμν 1/2012, ΕιρΠαμισ 1/2012, ΕιρΘηβ 16-19/2011, ΕιρΧαν 309/2011.
[ 13 ]. Βλ. ΑΠ 1692/1998 ΕλλΔνη 1999,101, ΕφΙωαν 73/2003 ΔΕΕ 2004, 47, ΠΠρΑθ 646/2005 ΔΕΕ 2005,1176, ΠΠρΘεσ 42385/2005 ΕπισκΕΔ 2006,268, Ανδρίτσο, Παρατ. υπό την ΜΠρΒόλ 2202/2010 ΕφΑΔ 2010,1125 (1126).
[ 14 ]. Βλ. ΑΠ 1692/1998 ΕλλΔνη 1999,101, ΠΠρΑθ 739/1998 ΕΕμπΔ 1998,795, Βενιέρη/Κατσά, ό.π. (σημ. 2), 362.
[ 15 ]. Βλ. ΕιρΑθ 54/2011 ΧρηΔικ 2011,464.
[ 16 ]. Βλ. ΕιρΧαλανδρ 1/2011 ΧρηΔικ 2011,460.
[ 17 ]. Βλ. ΜΠρΑθ 7794/2010 ΧρηΔικ 2011,133.
[ 18 ]. Βλ. ΜΠρΑθ 2538/2011 ΕφΑΔ 2011,983 (με παρατ. Δ. Σκαρίπα, 984 επ.).
[ 19 ]. Έτσι, εντούτοις, Σκαρίπας, ΕφΑΔ 2011,985 (υπό 4).
[ 20 ]. Για το ζήτημα αυτό βλ. Δέλλιο, σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ τ. Ι (2010), 61 ΑΚ, αρ. 4 επ., με παραπομπές. Τη σημασία των λόγων άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου για τον καθορισμό του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής του Ν 3869/2010 αναδεικνύει ιδίως η Λιβαδά, Νεότερες αντιλήψεις για την εμπορική ιδιότητα στο παράδειγμα του Ν 3869/2010, ΧρηΔικ 2011,204 (219-224, 225 υπό γ).
[ 21 ]. Έτσι ΜΠρΑθ 2538/2011 ΕφΑΔ 2011,983 (984).
[ 22 ]. Βλ. ΕφΘεσ 317/2009, ΔΕΕ 2009,819 (με σημ. Λιβαδά), Δέλλιο, Προστασία των καταναλωτών και σύστημα του Ιδιωτικού Δικαίου τ. Ι (2005), 391/2, Μεντή, ΧρΙΔ 2004,186, Χελιδόνη, ΧρΙΔ 2002, 775 (778), Λαδά Π., ΕΝΟΒΕ 19 (1993), 13 (20), Kurz, Ist der Mehrheitsgesellschafter und Alleingeschaftsfuhrer einer GmbH «Verbraucher», NJW 1997,1828.
[ 23 ]. Βλ. σχετ. Λιβαδά, Παρατ. επί της ΕφΑθ 8217/2006, ΧρηΔικ 2007, 264, Μακρίδου/Διαμαντόπουλο (γνμδ.), ΔΕΕ 2006,701 (706 επ.), Δέλλιο, Ατομικά δικαιώματα, προστασία των καταναλωτών και εγγυήσεις τραπεζικών δανείων, Digesta 2003,357, τον Ίδιο, ό.π. (σημ. 23), 387-401, Καράκωστα, ΔΠρΚατ (2004), 115 επ. τον Ίδιο, Γενικοί όροι τραπεζικών συναλλαγών (2001), 18? Μεντή, ΧρΙΔ 2004,185, Δούβλη, Η υπαγωγή ή μη των τραπεζικών εγγυητών στο Ν 2251/1994, ΔΕΕ 2003,876, Χελιδόνη, ΧρΙΔ 2002,775, Απ. Γεωργιάδη, Εξασφάλιση των πιστώσεων (2001), αρ. 85 επ., 98 επ.
[ 24 ]. Πρβλ. Τουντόπουλο, Υποχρέωση του δανειστή προς ενημέρωση του εγγυητή, ΔΕΕ 2008,513.
[ 25 ]. Βλ. σχετ. Δέλλιο, ό.π. (σημ. 23), 387 επ. τον Ίδιο, Digesta 2003, 357, με παραπομπές.
[ 26 ]. Βλ. σχετ. Gernhuber, Ruinose Burgschaften als Folge familiarer Verbundenheit, JZ 1995,1086, Δέλλιο, ό.π. (σημ. 23), 388/9.
[ 27 ]. Βλ. ΜΠρΗρακλ 2411/2011, που έκανε τελικά δεκτό ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του εν λόγω εγγυητή στο Ν 3869/2010.
[ 28 ]. Βλ. ΠΠρΑθ 7241/1999, ΝοΒ 2000,1146 (με παρατ. Χριστακάκου).
[ 29 ]. BVerfGΕ 89, 214. Ομοίως BVerfG NJW 1994, 2749. βλ. σχετ. Δέλλιο, ό.π. (σημ. 23), 392 επ.
[ 30 ]. Βλ. BGHZ 106, 269. Πρβλ. BGHZ 107, 92.
[ 31 ]. Βλ. BVerfG 89, 214 (234). Ομοίως BVerfG NJW 1994, 2749 (2750).
[ 32 ]. Βλ. BGH NJW 1996,924. BGH NJW 1997,3372? βλ. σχετ. Παπανικολάου, Σύνταγμα και αυτοτέλεια του Αστικού Δικαίου (2006), σ. 140 επ., αρ. 202.
[ 33 ]. Βλ. Θεοχαροπούλου, ό.π. (σημ. 4), 742.
[ 34 ]. Έτσι Βενιέρης/Κατσάς, ό.π. (σημ. 2), 363 (και εκεί υποσ. 1496).
[ 35 ]. Βλ. Βενιέρη/Κατσά, ό.π. (σημ. 2), 65.
[ 36 ]. Βλ. Βενιέρη/Κατσά, ό.π. (σημ. 2), 64 επ. Κρητικό, ό.π. (σημ.2), 21, 42, Χριστοδούλου, ό.π. (σημ. 13), 296/7, Παπαρσενίου, Η υπερχρέωση των ιδιωτών κατά το Ν 3869/2010, ΕφΑΔ 2011,915 (916), Σιβιτανίδη, Ερμηνευτικά ζητήματα αναφορικά με το Ν 3869/2010, ΝοΒ 2011,656 (667), Ρούσσο, Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα – Δομή και λειτουργία Ν 3869/2010, ΕφΑΔ 2010,1287 (1290), Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Η απόφαση διευθέτησης οφειλών κατά το Ν 3869/2010, Αρμ 2010, 1474 (1482), ΕιρΑθ 10/2011 ΧρηΔικ 2011,284, ΕιρΘεσ 5106/2011, ΕιρΘεσ 5074/2011, ΕιρΧαν 309/2011.
[ 37 ]. Έτσι ΕιρΘεσ 5074/2011 Nomos, που παραθέτει αυτούσια τη σχετική τοποθέτηση της Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, ό.π. (σημ. 37).
[ 38 ]. Βλ. Βενιέρη/Κατσά, ό.π. (σημ. 2), 65.
[ 39 ]. Βλ. Αιτιολογική Έκθεση, Ι, Γενικό Μέρος.
[ 40 ]. Κατ’ άρθρο 12 εδ. 2 ο πρωτοφειλέτης απαλλάσσεται έναντι του εγγυητή, για τις καταβολές που θα κάνει ο δεύτερος μετά την τελεσίδικη ρύθμιση των χρεών του πρώτου, βλ. π.π. υπό Ι και εκεί υποσ. 5.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...