Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

Ετοιμότητα προς εργασία, γνήσια και μη γνήσια, αοριστία αγωγής.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β2, 110/ 2014, Δ.Ε.Ε 2015.431.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα- εισηγητή και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Ετοιμότητα προς εργασία. Οδηγοί των ΚΤΕΛ. Έννοια και διάκριση γνήσιας και μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας. Τρόπος αμοιβής. Εφεδρικός οδηγός, προς αναπλήρωση των τακτικών οδηγών, η ανάθεση της υπηρεσίας του οποίου δεν ήταν εκ των προτέρων χρονικά προσδιορισμένη και προγραμματισμένη, αλλά εξαρτιόταν από γεγονότα απρόβλεπτα εκ των προτέρων, επομένως ήταν υποχρεωμένος να περιορίζει και δεσμεύει το χρόνο του για λογαριασμό της εργοδότριας. Κρίση ότι η εργασία του έφερε τα χαρακτηριστικά της απλής ετοιμότητας, για την οποία δικαιούται, εφόσον δεν συμφωνήθηκε συγκεκριμένο ποσό, την ειθισμένη αμοιβή. Για το ορισμένο της αγωγής δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται το είδος της συμφωνίας της ετοιμότητας προς εργασία, ο τόπος στον οποίο θα παραμένει ο ενάγων τελών σε ετοιμότητα.
Η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του νόμου 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου", κατά την οποία "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου", δεν εφαρμόζεται όταν κατά τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό που διέπει το εργασιακό καθεστώς ορισμένης επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή από άλλη ουσιαστική διάταξη επιβάλλεται η πρόσληψη του προσωπικού να γίνεται μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 5 εδάφ. β και 5 παρ. 2 του π.δ. 133/1991 περί "Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 3 και 23 του ν.δ. 102/1973 (ΦΕΚ 178/Α 1973), δεν απαγορεύουν την πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού του ΚΤΕΛ με σύμβαση αόριστου χρόνου. Αντίθετα από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 5 παρ. 1 και 14 του αυτού π.δ. προκύπτει, ότι τα ΚΤΕΛ μπορούν να προσλάβουν έκτακτο προσωπικό προς αναπλήρωση του τακτικού προσωπικού τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είτε αόριστου είτε και ορισμένου χρόνου. Εξάλλου, κατά κανόνα, η εργασιακή σχέση προϋποθέτει ενεργό ή θετική παραδοχή πνευματικής ή σωματικής ανθρώπινης δραστηριότητας για την επίτευξη κάποιου οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του μισθωτού, με την υποχρέωσή του να παραμένει στον καθοριζόμενο από τον εργοδότη τόπο και χρόνο, για να είναι έτοιμος προς παροχή της εργασίας του, αν από τις περιστάσεις παραστεί ανάγκη. Οπως συνάγεται από τα άρθρα 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των ν. 3239/1933, 1876/1990 και 3755/1957, η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις στη διάθεση αυτού κάθε στιγμή, φέρει μεν το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας, λόγω όμως της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις ειδικών νόμων ή συλλογικών συμβάσεων, αναφορικά με το ελάχιστο όριο αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυκτερινή, υπερωριακή ή άλλη εργασία σε ημέρα γιορτής ή αναπαύσεως, γιατί αυτές, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως ή πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για "σχέση ετοιμότητας για εργασία", η οποία ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητας, διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες: (α) μία πρώτη κατηγορία που είναι και η πιο συνηθισμένη στην πρακτική, συνιστά η λεγόμενη "γνήσια ετοιμότητα για εργασία", στην οποία έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και στην οποία ο μισθωτός οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής από όπου καλούμενος να έχει την δυνατότητα να προσέλθει στον τόπο εργασίας) και χρόνο, διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, οπότε σε αυτή τη μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας και έτσι η ετοιμότητα εξομοιώνεται ολότελα με την κανονική εργασία, γιατί, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, (β) μία δεύτερη κατηγορία είναι η λεγόμενη "μη γνήσια ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσης", κατά την οποία ο μισθωτός δεν υποχρεούται να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται ή να βρίσκεται έξω από τον τόπο εργασίας, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, οφείλεται όμως μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο συνηθισμένος μισθός σύμφωνα με το άρθρο 563 ΑΚ, ήτοι ο μισθός που καταβάλλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή, για όμοιες εργασίες, σε εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, και (γ) μεταξύ της μιας και της άλλης κατηγορίας ετοιμότητας μπορούν να υπάρχουν "ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας" και μερική εγρήγορση του μισθωτού, οπότε ανάλογα με τα χρονικά διαστήματα υπολογίζονται και οι αποδοχές του μισθωτού. Το ζήτημα για το είδος της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ετοιμότητα ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα κλήσης ή κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι θέμα αποδείξεως των πραγματικών εκείνων περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στη μία ή στην άλλη κατηγορία. Αντίθετο συμπέρασμα, ως προς τη φύση και τον τρόπο αμοιβής της εργασίας που προσφέρεται υπό τις παραπάνω περιστάσεις απλής ετοιμότητας προς εργασία, δεν μπορεί να συναχθεί, από τις διατάξεις του άρθρου 2 § 1 του π.δ. 88/1999, το οποίο εκδόθηκε προς εναρμόνιση της Ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες 89/361/ΕΚ, 93/104/ΕΚ και 2000/34/ΕΚ και το οποίο τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005. Σύμφωνα με τους ορισμούς του π.δ. 88/1999 "Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος νοούνται ως: 1) Χρόνος εργασίας: Κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται, στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε κατηγορία εργαζομένων. 2) Περίοδος ανάπαυσης: Κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας (άρθρο 2 §§ 1, 2 αυτού και της 93/104/ΕΚ οδηγίας). Από την αναφορά στο προοίμιο της οδηγίας ότι το άρθρο 118 Α της Συνθήκης προβλέπει, ότι το Συμβούλιο θεσπίζει, με οδηγία, τις ελάχιστες προδιαγραφές για να προωθήσει την καλυτέρευση, ιδίως, του χώρου της εργασίας, με στόχο την εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και στις διατάξεις της 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, τον γενικό τίτλο αυτής("σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας") και το όλο περιεχόμενο των λοιπών διατάξεων αυτής, στις οποίες γίνεται λόγος, κατ` ενδεικτική αναφορά, για ημερήσια και εβδομαδιαία ανάπαυση, διαλείμματα, ετήσια άδεια και διάρκεια της νυκτερινής εργασίας, προκύπτει ότι με τις οδηγίες αυτές ο κοινοτικός νομοθέτης αποβλέπει στην εξασφάλιση της καλύτερης προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων με τη χορήγηση σ` αυτούς των καθοριζομένων κατ` ελάχιστο όριο περιόδων ημερήσιας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως και επαρκών διαλειμμάτων και τον ορισμό κατ` ανώτατο όριο των οκτώ ωρών νυκτερινής εργασίας ανά εικοσιτετράωρο και των 48 ωρών εργασίας κατά μέσο όρο ανά επταήμερο, χωρίς παράλληλα με τις ρυθμίσεις αυτές να συνδέεται και η οφειλόμενη για το χρόνο εργασίας του μισθωτού αμοιβή του (Ολ.ΑΠ 10/2009).

Ακόμη, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόµιµη αιτία από την περιουσία ή µε ζηµία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση άκυρης σύµβασης, στην οποία η παροχή πραγματοποιείται για αιτία παράνομη. Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε το έτος 1993 από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εφεδρικός οδηγός ενταγμένων σε αυτή λεωφορείων, δεσμεύοντας προς όφελός της την ελευθερία του επαγγελματία οδηγού και τελούσε σε κατάσταση απλής ετοιμότητας ανάληψης εργασίας αναπληρώνοντας τους τακτικούς οδηγούς για οποιοδήποτε λόγο και προς εκτέλεση οποιουδήποτε δρομολογίου, μετά από εντολή της εναγομένης. Απασχολήθηκε στην εναγομένη μέχρι και 14-2-2005, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεώς του. Η ανάθεση υπηρεσίας δεν ήταν εκ των προτέρων χρονικά προσδιορισμένη και προγραμματισμένη εξαρτώμενη από την εμφάνιση κωλύματος στο πρόσωπο τακτικού οδηγού ή την ανάγκη αύξησης των δρομολογίων, γεγονότα τα οποία δεν μπορούσαν εκ των προτέρων να προβλεφθούν και συνεπώς ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να περιορίζει και δεσμεύει το χρόνο του για λογαριασμό της εναγομένης. Για τις ημέρες που ο ενάγων δεν απασχολούνταν πραγματικά, αλλά τελούσε σε κατάσταση ετοιμότητας προς παροχή των υπηρεσιών του ως οδηγού και η οποία εργασία παρέχεται μόνο με αμοιβή, δικαιούται εφόσον δεν συμφωνήθηκε συγκεκριμένο ποσό, την ειθισμένη αμοιβή, εκείνη δηλαδή που καταβάλλεται σε άλλους εφεδρικούς οδηγούς υπό τις ίδιες συνθήκες. Η εναγομένη αρνείται την κατάρτιση συμβάσεως ετοιμότητας του ενάγοντος επικαλούμενη την εκ των προτέρων κλήση των εφεδρικών οδηγών για εκτέλεση υπηρεσίας ..., πλην όμως τούτο δεν αποκλείει την αιφνίδια εμφάνιση κωλύματος ενός τακτικού οδηγού, που μάλλον ήταν και η συνήθης των περιπτώσεων, και την κλήση ενός εφεδρικού οδηγού για εκ τέλεση υπηρεσίας. Συνεπώς, ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσης το δικαστήριο κρίνει, ότι αυτή φέρει το χαρακτήρα της απλής ετοιμότητας προς εργασία και επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, απορριπτομένων ως αβασίμων κατ` ουσίαν των δύο πρώτων σχετικών λόγων της έφεσης. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, αν και ήταν υποχρεωμένος σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε εκτέθηκαν, να προσκομίσει τόσο κατά την έναρξη της εργασιακής σχέσης όσο και κατά τη διάρκεια της πιστοποιητικό υγείας (άρθρ.3 παρ.1 περ. δ του πδ 229/1994),εν τούτοις όπως προκύπτει από την με αρ. πρωτ. 198/30.10.2009 βεβαίωση της εναγομένης ουδέποτε προσκόμισε ανάλογη πιστοποίηση. Συνεπώς, η ένδικη σύμβαση ήταν από την αρχή άκυρη, θεωρούμενη σαν μην έγινε ποτέ, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, και ο ενάγων συνδεόμενος με την εναγομένη με απλή σχέση εργασίας, δικαιούται, ελλείψει ειδικότερης συμφωνίας, την ειθισμένη αμοιβή του με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, προσδιοριζόμενη με βάση την ημερήσια αμοιβή κάθε έτους, κρίση για την οποία δεν παραπονείται η εκκαλούσα. Τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλουμένη και συνεπώς οι 3ος και 4ος συναφείς λόγοι της έφεσης, σύμφωνα με τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχθέν την ένσταση της εναγομένης περί ακυρότητας της εργασιακής σχέσης, έπρεπε να απορρίψει την αγωγή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον παραβλέπει την επικουρική βάση της αγωγής". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "... ο ενάγων για το 2002 εργάστηκε πραγματικά στην εναγομένη 244 ημέρες και επομένως βρισκόταν σε ετοιμότητα παροχής εργασίας 121 ημέρες. Με βάση την ημερήσια ειθισμένη αμοιβή που υπό άλλες συνθήκες η εναγομένη θα κατέβαλε σε άλλον εφεδρικό οδηγό, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και που για το έτος 2002 με βάση τα εκκαθαριστικά σημειώματα της εναγομένης ανερχόταν σε 1050 ευρώ μηνιαίως και επομένως ημερησίως σε 35 (1050:30) ευρώ, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 4235 (121Χ35) ευρώ. Με την εκκαλουμένη κρίθηκε, ότι οι ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος -εφεσίβλητου για το έτος 2002, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης προβληθείσας νόμιμα εκ μέρους της εναγομένης- εκκαλούσας, έχουν υποπέσει στη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 6 ΑΚ πενταετή παραγραφή, καθόσον η αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 14.11.2008 και επομένως επιδόθηκε στην εναγομένη μεταγενέστερα. Κρίνοντας έτσι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εκτέθηκαν, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ενόψει του ότι η παραδοχή των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος για την καταβολή της ειθισμένης αμοιβής του στηρίχτηκε αποκλειστικά στην επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η παραγραφή των οποίων επέρχεται με τη συμπλήρωση εικοσαετίας και όχι πενταετίας. Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος της αντέφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος από ουσιαστική άποψη".

 Έτσι που έκρινε το Εφετείο Πατρών, δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, διέλαβε δε στη προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, δεν αποτελεί δε αντίφαση το γεγονός ότι σε ένα σημείο αυτής (προσβαλλόμενης) αναφέρεται ότι οι εφεδρικοί οδηγοί επικοινωνούν σε καθημερινή βάση με τα αρμόδια όργανα του ΚΤΕΛ, τελούντες σε ετοιμότητα εκτέλεσης των εντολών αναφορικά με την οδήγηση οποιουδήποτε λεωφορείου, περιγράφοντας κατ` ουσία τη περίπτωση της ετοιμότητας κλήσης, ενώ σε άλλα σημεία της (προσβαλλόμενης), αφενός αναφέρεται επί λέξει "υπό την έννοια ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει την ελευθερία του υπέρ άλλου, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις", και αφετέρου αποφαίνεται το ως άνω δικαστήριο με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους, ήταν αυτή της απλής ετοιμότητας προς εργασία. Και αυτό γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι δύο πρώτες περικοπές περιλαμβάνονται σε μείζονες προτάσεις του δικαστικού συλλογισμού αυτής, σε αντίθεση με τη τελευταία περικοπή που περιέχεται στην ελάσσονα πρόταση του ως άνω συλλογισμού της, όπου και μόνο, εφόσον εντοπίζονται ελλείψεις ασάφειες και αντιφάσεις, τότε υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης. Περαιτέρω, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας το γεγονός ότι δεν αναφέρονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι επιδικαζόμενες διαφορές στις αμοιβές του ενάγοντος των ετών 2003 έως και 2005, που οφείλονταν λόγω της απλής ετοιμότητας προς εργασία, στην οποία δέχεται αυτή (προσβαλλόμενη) ότι τελούσε ο πρώτος (ενάγων) και αυτό γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και του δικογράφου της έφεσης που άσκησε η εναγομένη κατά της πρωτόδικης απόφασης, η τελευταία, με τους πρώτο και δεύτερο από τους λόγους της (έφεσης) αμφισβήτησε μόνο την ύπαρξη της συμφωνίας της ετοιμότητας προς εργασία με οποιαδήποτε μορφή, όχι όμως και τις άνω διαφορές των επιδικαζομένων αμοιβών των ετών αυτών, τους λόγους δε αυτούς απέρριψε το Εφετείο ως κατ` ουσίαν αβάσιμους επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, στην οποία αναφέρονταν και οι ανωτέρω διαφορές και ως εκ τούτου δεν είχε λόγο το άνω δικαστήριο να διαλάβει κάποια αιτιολογία γι` αυτές. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αναίρεσης και κατά τα μέρη τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμοι.

 Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των ο ποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Δεν είναι πράγματα με την ανωτέρω έννοια οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Όμως ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.
 Εν προκειμένω, με τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως (πρώτο και δεύτερο) και κατά το μέρος τους από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τους προβληθέντες με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της ισχυρισμούς της, ότι με βάση τις διατάξεις του π.δ. 229/1994 δεν επιτρεπόταν η κατάρτιση συμβάσεων ετοιμότητας και ότι έκρινε για το έτος 2002 ότι ο ενάγων βρισκόταν σε απλή ετοιμότητα προς εργασία επί 121 ημέρες. Οι λόγοι αυτοί κατά το ανωτέρω μέρος τους είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αυτοτελείς, αλλά συνιστούν άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών περί κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης απλής ετοιμότητας προς εργασία, με συνέπεια να μην ιδρύονται οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης. Σε κάθε, όμως, περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ως άνω ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ` ουσία, δεχθέν ειδικότερα ότι καταρτίσθηκε σύμβαση απλής ετοιμότητας προς εργασία μεταξύ των διαδίκων και ότι για το έτος 2002 ο ενάγων βρισκόταν σε απλή ετοιμότητα προς εργασία επί 121 ημέρες. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ` ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 14 και όχι και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό που περιλαμβάνονταν στον τέταρτο λόγο της έφεσής της, περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, σε σχέση με τον σαφή προσδιορισμό του χρόνου, τόπου και του τρόπου της συμφωνίας απλής ετοιμότητας προς εργασία του ενάγοντος και μερικού περιορισμού της ελευθερίας του, προκειμένου να έχει στη διάθεσή της τις υπηρεσίες του. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής αυτής, ιστορούσε ο ενάγων, μεταξύ των άλλων, ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη το 1993 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως εφεδρικός οδηγός στα εντεταγμένα λεωφορεία αυτής της αστικής περιοχής Πατρών, εργάσθηκε δε μέχρι 14- 2-2005, οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης. Ότι κατά το ως άνω διάστημα ο ενάγων εργάζονταν όλες τις ημέρες του μήνα, και τις αργίες και τις Κυριακές, τελώντας σε ετοιμότητα και στην πλήρη διάθεση της εναγομένης, ώστε να αναλάβει εργασία σε αναπλήρωση των μονίμων οδηγών, όποτε παρουσιάζονταν ανάγκη προς τούτο, πλην όμως η εναγομένη τις ημέρες που από λόγους που αφορούσαν την ίδια δεν τον απασχολούσε πραγματικά, δεν θεωρούσε τις ημέρες αυτές που πρόσφερε την εργασία του και αυτή δεν την αποδέχονταν ως ημέρες εργασίας και δεν του κατέβαλε τις αντίστοιχες και στις ημέρες αυτές αποδοχές του ... . Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη, περιέχουσα όλα τα αναγκαία στοιχεία, δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρεται σ` αυτή το είδος της συμφωνίας της ετοιμότητας προς εργασία και ειδικότερα ο τόπος στον οποίο θα παραμένει ο ενάγων τελών σε ετοιμότητα, δηλαδή στο τόπο της εργασίας του ή εκτός αυτού και αν πρέπει να έχει σε εγρήγορση ή όχι τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις να ανταποκριθεί ανά πάσα στιγμή στο κάλεσμα για ανάληψη εργασίας, καθόσον το είδος της ετοιμότητας προς εργασία, από το οποίο και εξαρτώνται όλες οι υπόλοιπες προϋποθέσεις για την ύπαρξη αυτής, είναι ζήτημα απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα προς εργασία, όπως ήδη έχει αναφερθεί στην προηγηθείσα πρώτη νομική σκέψη, όπως ορθώς έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό περί αοριστίας. Επομένως πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της αναίρεσης (τελευταίος), ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν` απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 23-2-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..... περιοχής Πατρών" για αναίρεση της 668/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου