Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Προσωρινή αργία υπαλλήλου, υπηρεσιακό συμβούλιο, χορήγηση εγγράφων δικογραφίας.

Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, Τμήμα ΣΤ', 1017/ 2014.
Με μέλη τις: Δημητρούλα Μαυρομμάτη, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Ζαφειρούλα Βασιλάτη και Αλεξάνδρα Παπαμανώλη-Ιωαννίδου, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων.

Περίληψη. Αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Ε.Υ.Π, με την οποία επιβλήθηκε στον αιτούντα, υπάλληλο της ΕΥΠ, το έκτακτο μέτρο της προσωρινής αργίας κατά τις διατάξεις του ΠΔ 611/1977. Νόμιμη σύνθεση του ως άνω Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Αβάσιμος ο λόγος της αιτήσεως που αναφέρεται στην παράνομη συγκρότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου λόγω παραιτήσεως, την παραμονή της επίμαχης συνεδριάσεως, μέλους του, ενώπιον του Διοικητή της Ε.Υ.Π και του ΔΣ του συνδικαλιστικού οργάνου της Ε.Υ.Π, αφού αφενός μεν το συνδικαλιστικό όργανο δεν είναι αρμόδιο προς τούτο, αφετέρου δε, η παραίτηση του δεν έγινε δεκτή από τον Πρόεδρο με συνέπεια τα μέλη του συνεδριάσαντος Συμβουλίου να είναι τρία όπως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις.
Ο Πρόεδρος του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και τα μέλη του δεν απαιτείται να διαθέτουν συγκεκριμένα τυπικά προσόντα, αφού δεν πρόκειται για ανάληψη θέσεως μετά από διαγωνισμό βάσει συγκεκριμένων προσόντων, αλλά για συμμετοχή στη συγκεκριμένη διαδικασία του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Δεν έχει αναλογική εφαρμογή η διάταξη του αρ. 147 ΚΠοινΔ, ώστε να πρέπει να δοθούν στον αιτούντα αντίγραφα των πρακτικών, διότι η ποινική διαδικασία είναι αυτοτελής και δεν συντρέχει με την διοικητική όπως η προκειμένη, ενώ οι διατάξεις που αναφέρονται σε αυτήν (ποινική διαδικασία ) ερμηνεύονται στενά και δεν μπορούν να τύχουν τέτοιας αναλογικής εφαρμογής.

Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, ο αιτών, επιδιώκει, την ακύρωση: α)της από 6-9-
2010 αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Ε.Υ.Π ,με την οποία αποφασίστηκε να του επιβληθεί το έκτακτο μέτρο της προσωρινής (δυνητικής) αργίας κατά τις διατάξεις του ΠΔ 611/1977 και β)της από 7-9-2010 με αριθ.479.6./3/663317 αποφάσεως του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, που επικύρωσε την ανωτέρω απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Επειδή στη διάταξη του άρθρου 192 παρ.1 παρ. α` του Π.Δ 611/1977 περί του Υπαλληλικού Κώδικα ορίζεται ότι: "1. Δύναται να τεθή εις αργίαν ο υπάλληλος, κατά του οποίου υφίσταται: α) εκκρεμής ποινική δίωξις δι’ αδίκημα δυνάμενον να επισύρη την έκπτωσιν από του λειτουργήματος αυτού", στη διάταξη του άρθρου 248 του ίδιου Κώδικα ότι: "Η υπαλληλική σχέσις λύεται δια του θανάτου, της εκπτώσεως ,της αποδοχής της παραιτήσεως και της απολύσεως του υπαλλήλου", στη διάταξη του άρθρου 249 παρ.1 του ανωτέρω Κώδικα ότι:"Ο Δημόσιος Υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας ,εάν κατεδικάσθη δια αμετακλήτου αποφάσεως: α. Εις ποινήν τουλάχιστον πρόσκαιρου καθείρξεως. β. Επί πλημμελήματι εκ των άρθρων 22 παρ.2 αναφερομένων. γ. Εις στέρησιν των πολιτικών του δικαιωμάτων ή δ. Επί ανυποταξία ή λιποταξία/Ακόμη,στη διάταξη του άρθρου 114 παρ.6 του ν.3528/2007 περί Υπαλληλικού Κώδικα, ορίζεται ότι: "Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών έχει υποχρέωση να ανακοινώνει αμέσως στην Προϊσταμένη αρχή του υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ` αυτού. Στο άρθρο 15 του ν.3649/2008 "Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και άλλες διατάξεις (Α 39) ορίζεται ότι: Υπηρεσιακό Συμβούλιο: 1. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο των πολιτικών υπαλλήλων της Ε.Υ.Π. είναι πενταμελές και αποτελείται από: α. Τον Υποδιοικητή, που ορίζεται από τον Εσωτερικό Κανονισμό ως πρόεδρος, με αναπληρωτή τον άλλο Υποδιοικητή της Ε.Υ.Π. β. Δύο μόνιμους πολιτικούς υπαλλήλους της Ε,Υ.Π., κατηγορίας ΠΕ, από τους έχοντες το μεγαλύτερο βαθμό, οι οποίοι ορίζονται με ισάριθμους αναπληρωτές, της ίδιας κατηγορίας και βαθμού, από τον Διοικητή. γ. Δύο εκπροσώπους των πολιτικών υπαλλήλων της Ε.Υ.Π., οι οποίοι ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από το διοικητικό συμβούλιο του δευτεροβάθμιου συνδικαλιστικού τους οργάνου. Το Συμβούλιο συγκαλείται από τον πρόεδρο και συνεδριάζει νομίμως, όταν παρίσταται ο πρόεδρος και δύο τουλάχιστον από τα μέλη του. Στο Συμβούλιο εισηγείται το μέλος που ορίζει κάθε φορά ο πρόεδρος. Χρέη εισηγητή μπορεί να ασκήσει και ο πρόεδρος. Καθήκοντα γραμματέα του Συμβουλίου ασκεί μόνιμος υπάλληλος της Ε.Υ.Π., κατηγορίας ΠΕ, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Διοικητή. 4. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο ασκεί και χρέη ΥπηρεσιακούΠειθαρχικού Συμβουλίου, με τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. Το Συμβούλιο αυτό αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό και oι αποφάσεις του προσβάλλονται μόνο ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων." Με το άρθρο δεύτερο του ν.3839/2010 "Σύστημα Επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων με αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια-Σύσταση Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων (Ε.Ι.Σ.Ε.Π) και λοιπές διατάξεις" {Α`51)ορίζονται τα εξής: Τα άρθρα 157 έως 162 του Κεφαλαίου Α` του μέρους Ζ` του Υ.Κ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/ 2007 {ΦΕΚ 26/Α`}, αντικαθίστανται ως εξής:

"Άρθρο 157: Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων 1. Συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.), το οποίο εδρεύει στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Το ΕΙ.Σ.Ε.Π. είναι αρμόδιο για την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των ανωτάτων υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με την επιφύλαξη του άρθρου τρίτου του παρόντος νόμου, με εξαίρεση την Ακαδημία Αθηνών, τα Πανεπιστήμια και τα T.E.I. Το ΕΙ.Σ.Ε.Π. είναι πενταμελές και αποτελείται από: α) έναν (1) Αντιπρόεδρο του ΑΣΕΠ ως Πρόεδρο με τον αναπληρωτή του και τρία (3) μέλη με τους αναπληρωτές τους. Ο Πρόεδρος με τον αναπληρωτή του και τα μέλη με τους αναπληρωτές τους είναι μέλη του ΑΣΕΠ και προτείνονται από τον Πρόεδρο του, β) έναν (1) Βοηθό Συνηγόρου του Πολίτη που προτείνεται από το Συνήγορο του Πολίτη με τον αναπληρωτή του, επίσης βοηθό Συνηγόρου του Πολίτη. 4. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται τα μέλη του ΕΙ.Σ.Ε.Π. με τους αναπληρωτές τους, καθώς και ο Γραμματέας του Συμβουλίου με τον αναπληρωτή του, προϊστάμενος Διεύθυνσης ή Τμήματος της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. 5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών καθορίζεται η αποζημίωση του προέδρου, των μελών και του γραμματέα του ΕΙ.Σ.Ε.Π. Άρθρο 158: Συμβούλια Επιλογής Προϊσταμένων 1. Με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας αντίστοιχα, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστάται σε κάθε Υπουργείο και κάθε περιφέρεια της χώρας, ένα Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (Σ.Ε.Π.). Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η σύσταση περισσότερων συμβουλίων, όταν αυτό επιβάλλεται από ειδικότερους υπηρεσιακούς λόγους ή ειδικές συνθήκες. Με απόφαση του οικείου Υπουργού επιτρέπεται η σύσταση Σ.Ε.Π. σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου στα οποία, από τις οικείες οργανικές διατάξεις, προβλέπονται τουλάχιστον δύο (2) Γενικές Διευθύνσεις. 2. Τα Σ.Ε.Π. είναι αρμόδια για την επιλογή προϊσταμένων Διευθύνσεων ή αντιστοίχου ή ενδιαμέσου (μεταξύ Διευθύνσεως και Τμήματος) επιπέδου οργανικών μονάδων των δημοσίων υπηρεσιών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Τα Σ.Ε.Π. των Υπουργείων είναι αρμόδια για την επιλογή προϊσταμένων Διευθύνσεων του οικείου Υπουργείου ή άλλων αυτοτελών δημοσίων υπηρεσιών ή Γενικών Γραμματειών που υπάγονται στο Υπουργείο, καθώς και νια την επιλογή των προϊσταμένων Διευθύνσεων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που εποπτεύονται από το Υπουργείο. Τα Σ.Ε.Π. των περιφερειών είναι αρμόδια τόσο για την επιλογή προϊσταμένων Διευθύνσεων της οικείας περιφέρειας όσο και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που εποπτεύουν. 3. Τα Σ.Ε.Π. είναι πενταμελή και αποτελούνται από δύο (2) προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεων του οικείου Υπουργείου ή της οικείας Περιφέρειας από τους οποίους ο ένας (1) ορίζεται πρόεδρος αυτού με τους αναπληρωτές τους και έναν (1) προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης άλλης δημόσιας υπηρεσίας ή Ν.Π.Δ.Δ. που λειτουργεί στην έδρα του οικείου Υπουργείου ή της οικείας Περιφέρειας με τον αναπληρωτή του και δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των εργαζομένων με βαθμό Α\ οι οποίοι εκλέγονται σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. ΔΙΚΠΡ/φ.80/30/8703/19.9.1988 (ΦΕΚ 684 Β`) απόφασης του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, όπως ισχύει. Αν δεν επαρκούν οι προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης της οικείας Περιφέρειας ή του οικείου Ν.Π.Δ.Δ. ή αυτοί που υπηρετούν σε υπηρεσίες της οικείας Περιφέρειας, ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης από υπηρεσίες όμορης Περιφέρειας ή από Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται από το οικείο Υπουργείο και αν δεν υπάρχουν από Ν.Π.Δ.Δ. άλλου Υπουργείου. Στα Υπουργεία, στα οποία δεν προβλέπονται από τις οργανικές διατάξεις δύο (2) τουλάχιστον Γενικές Διευθύνσεις, τα Σ.Ε.Π. συγκροτούνται από προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. 4.    Τα μέλη του Σ.Ε.Π. με τους αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας αντίστοιχα. Εισηγητής του Συμβουλίου ορίζεται προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης ή προϊστάμενος Διεύθυνσης Διοικητικού/Προσωπικού.

5. Χρέη γραμματέα ασκεί υπάλληλος με βαθμό Α’ που ορίζεται με τον αναπληρωτή του με την απόφαση ορισμού των μελών. Άρθρο 159: Υπηρεσιακά Συμβούλια: Με απόφαση του οικείου Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστάται σε κάθε Υπουργείο ή Ν.Π.Δ.Δ. ένα Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η σύσταση περισσοτέρων συμβουλίων όταν αυτό επιβάλλεται από ειδικότερους υπηρεσιακούς λόγους ή ειδικές συνθήκες. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστάται σε κάθε περιφέρεια ένα Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Με απόφαση του οργάνου που ασκεί την εποπτεία στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, που εδρεύουν στον ίδιο νομό, επιτρέπεται ρ σύσταση ενός ή περισσότερων κοινών Υπηρεσιακών Συμβουλίων. Με όμοια απόφαση, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται και η έδρα των κοινών Υπηρεσιακών Συμβουλίων. Αν συσταθούν περισσότερα Υπηρεσιακά Συμβούλια στο ίδιο Υπουργείο ή Ν.Π.Λ.Δ., με την πράξη σύστασης τους, καθορίζεται και η αρμοδιότητα καθενός από αυτά Στην Ακαδημία Αθηνών και σε κάθε Πανεπιστήμιο και T.E.I, συνιστάται, με απόφαση του Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών ή του Πρύτανη Πανεπιστημίου ή του Προέδρου T.E.I, αντιστοίχως, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ένα (1) ή περισσότερα Υπηρεσιακά Συμβούλια. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή. Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια είναι αρμόδια για. την επιλογή προϊσταμένων Τμημάτων και αυτοτελών γραφείων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων δημοσίων υπηρεσιών, ορισμένου νομικού προσώπου ή πλειόνων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (κοινά). Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια λειτουργούν και ως πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια για όλους τους υπαλλήλους που υπάγονται στην αρμοδιότητα τους. 6. Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και των Μ.Π.Δ.Δ. είναι πενταμελή και αποτελούνται από: α) Τρεις (3) μόνιμους υπαλλήλους Προϊσταμένους Διεύθυνσης, από αυτούς που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και υπηρετούν στην έδρα του ή στο Νομό Αττικής, για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια που εδρεύουν στο νομό αυτόν. Αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν υπάλληλοι της οικείας υπηρεσίας με τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να οριστούν μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ορίζονται υπάλληλοι από άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Αν ο αριθμός των υπηρετούντων στην έδρα του Υπηρεσιακού Συμβουλίου δεν επαρκεί για τη συγκρότηση του, ορίζονται υπάλληλοι που υπηρετούν εκτός της έδρας του νομού αυτού, που πληρούν τις προϋποθέσεις. β) Δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων με βαθμό Α’. Τα μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ορίζονται από τον οικείο Υπουργό ή το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας ή το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Ένα από τα μέλη που προβλέπονται στην περίπτωση α` της προηγούμενης παραγράφου ορίζεται ως Πρόεδρος και ένα αναπληρωτής του Προέδρου. Τα μέλη που προβλέπονται στην περίπτωση β1 της προηγούμενης παραγράφου εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. ΔΙΚΠΡ/Φ.80/30/8703/19 9.1988 (ΦΕΚ 684/β1} απόφασης του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση τακτικού αιρετού μέλους του Συμβουλίου, τακτικό μέλος ορίζεται ο επόμενος στη σειρά εκλογής, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της θητείας. 9. 10. Δεν υπάγονται στις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων τα Υπηρεσιακά Συμβούλια της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.), της Ακαδημίας Αθηνών, των Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι., του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, της Ανώτατης Σχολής Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.) και της Σιβιτανίδειου Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων, για τα οποία επιτρέπεται προσαρμογή τους προς τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικώς Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού. 11. Οι ειδικές διατάξεις για τη συγκρότηση των Υπηρεσιακών Συμβουλίων των Ανεξάρτητων αρχών δεν θίγονται 12. Στα Υπηρεσιακά Συμβούλια των δημοσίων υπηρεσιών και των Ν.Π.Δ.Δ. ως εισηγητές ορίζονται oι προϊστάμενοι των υπηρεσιών προσωπικού. 13. Χρέη γραμματέα εκτελεί υπάλληλος με βαθμό τουλάχιστον Β’ που ορίζεται με τον αναπληρωτή του με την απόφαση ορισμού των μελών. Άρθρο 160: Θητεία: Η θητεία των μελών του ΕΙ.Σ.Ε.Π. είναι διετής και αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από τον ορισμό τους. Κατά την πρώτη εφαρμογή η θητεία των μελών του Συμβουλίου αρχίζει από την ημερομηνία ορισμού τους και λήγει την 31.12.2012. Η θητεία των μελών των Συμβουλίων των άρθρων 158 και 159 είναι διετής και αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από τον ορισμό τους. Κατά την πρώτη εφαρμογή η θητεία των μελών των Συμβουλίων αρχίζει από την ημερομηνία ορισμού τους και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του μεθεπόμενου έτους. Άρθρο 161: Εκπροσώπηση των φύλων: Στα Συμβούλια των άρθρων 157, 158 και 159 ο αριθμός των μελών που ορίζονται από κάθε φύλο ανέρχεται σε ποσοστό ίσο τουλάχιστον με το ένα τρίτο (1/3) του συνόλου των μελών που ορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εφόσον στην οικεία υπηρεσία υπηρετεί επαρκής αριθμός υπαλλήλων που συγκεντρώνει τις νόμιμες προϋποθέσεις για ορισμό και τα μέλη που ορίζονται είναι περισσότερα από ένα (1) Τυχόν δεκαδικός αριθμός στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα, εφόσον το κλάσμα είναι ίσο τουλάχιστον με μισό της μονάδας. Άρθρο 162: Λειτουργία: 1. Κάθε συμβούλιο αποτελεί ιδιαίτερη αρχή. Κατά τη διάρκεια της θητείας απαγορεύεται η αντικατάσταση μελών των Συμβουλίων, εκτός αν συντρέχουν σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι, με εξαίρεση την περίπτωση που μέλος του Σ.Ε.Π. ή του Υπηρεσιακού Συμβουλίου μετά τη λήξη της θητείας του δεν επιλεγεί εκ νέου προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης αντίστοιχα. Τα αναπληρωματικά μέλη μετέχουν σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος των τακτικών μελών. Ο αναπληρωτής του προέδρου προεδρεύει σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του προέδρου. Στην περίπτωση που προεδρεύει ο αναπληρωτή"; του προέδρου, συμμετέχει ως τακτικό μέλος ο αναπληρωτής του προεδρεύοντος. Το ΕΙ.Ι.Ε.Π , τα Σ.Ε.Π. και τα Υπηρεσιακά Συμβούλια βρίσκονται σε απαρτία, όταν είναι παρόντα τρία (3) τουλάχιστον μέλη τους. Τα τμήματα του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου βρίσκονται σε απαρτία όταν είναι παρόντα πέντε (5) τουλάχιστον μέλη τους, στα οποία απαραιτήτως πρέπει να περιλαμβάνεται ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του. Τα Συμβούλια αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Εάν σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, όσοι ακολουθούν την ασθενέστερη οφείλουν να προσχωρήσουν σε μια από τις επικρατέστερες. 6. Οι πράξεις όλων των Συμβουλίων διατυπώνονται σε πρακτικά που υπογράφονται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα το συντομότερο δυνατόν και. πάντως όχι πέραν του διμήνου από την ημερομηνία της συνεδρίασης κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση. Ως την υπογραφή των πρακτικών μπορεί να χορηγείται στην οικεία υπηρεσία βεβαίωση για τις αποφάσεις κου έχουν ληφθεί, η οποία υπογράφεται από τον πρόεδρο του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Βάσει της βεβαίωσης αυτής μπορεί να γίνονται από τη διοίκηση οι απαιτούμενες περαιτέρω ενέργειες για την εκτέλεση των πράξεων των Συμβουλίων.

Όμοια βεβαίωση μπορεί να χορηγείται και στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, ύστερα από αίτηση τους. Στα πρακτικά καταχωρίζεται και η γνώμη όσων μειοψήφησαν. Η ψηφοφορία των μελών των Συμβουλίων γίνεται κατά σειρά αντίστροφη από εκείνη της απόφασης ορισμού τους. Δεν επιτρέπεται η αποχή από την ψηφοφορία ή η λευκή ψήφος.8. Ο υπάλληλος μπορεί να παρίσταται ενώπιον του Συμβουλίου που κρίνει πειθαρχική του υπόθεση αυτοπροσώπως ή με συμπαράσταση δικηγόρου ή μόνο δια δικηγόρου. 9. Κατά την εξέταση πειθαρχικών υποθέσεων, ως εισηγητής του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, με δικαίωμα ψήφου, ορίζεται, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου 133, ένα (1) από τα μέλη αυτού. Η ιδιότητα νου εισηγητή του Συμβουλίου δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μέλους αυτού. 10. Στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ως εισηγητές ορίζονται, με πράξη του προέδρου, μόνο μέλη αυτού. 11. Η λειτουργία όλων των Συμβουλίων διέπεται συμπληρωματικά από τις γενικές διατάξεις για τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων διοίκησης."Εξάλλου, με το άρθρο μόνο του νόμου 3817/2010 "Κύρωση της από 13-10-
2009 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου" υπήχθη η Ε.Υ.Π στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, ενώ με το άρθρο 1 παρ.2 του Π.Δ 29/2001 επεκτάθηκε η εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν.2683/99) στο πολιτικό προσωπικό της Ε.Υ.Π και συνεστήθησαν νέοι. κλάδοι μονίμου προσωπικού(ΦΕΚ Α`26). Στο άρθρο 13 του ν.2960/1999 (περί Κωδικός Διοικητικής Διαδικασίας) ορίζεται ότι: 1. Για τη νόμιμη συγκρότηση συλλογικού οργάνου απαιτείται ο ορισμός, με πράξη, όλων των μελών (τακτικών και αναπληρωματικών) που προβλέπει ο νόμος. Ο ορισμός του ίδιου προσώπου με περισσότερες από μια ιδιότητες δεν επιτρέπεται. Αν ορισμένα μέλη εκλέγονται ή υποδεικνύονται από τρίτους και τα μέλη αυτά δεν έχουν ακόμη εκλεγεί ή υποδειχθεί από τα αρμόδια όργανα, η συγκρότηση είναι νόμιμη αν έχει εγκαίρως ζητηθεί εγγράφως η εκλογή ή η υπόδειξη τους και τα υπόλοιπα μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία. Τα συλλογικά όργανα, αν στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, συγκροτούνται από τρία (3) τουλάχιστον μέλη. Ο πρόεδρος και ο γραμματέας του συλλογικού οργάνου ορίζονται, μαζί με τους αναπληρωματικούς τους, με την πράξη συγκρότησης του. Αν το συλλογικό όργανο συγκροτείται αποκλειστικώς από αιρετά μέλη, ο πρόεδρος, ο γραμματέας και τα λοιπά μέλη στα οποία ανατίθεται συγκεκριμένο αξίωμα, μαζί με τους αναπληρωματικούς τους, εκλέγονται, με μυστική ψηφοφορία, από τα μέλη του συλλογικού οργάνου. 4. Η τυχόν κατά παράνομο τρόπο κτήση της ιδιότητας υπό την οποία κάποιος ορίζεται μέλος συλλογικού οργάνου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του οργάνου. 5. Το συλλογικό όργανο μπορεί να λειτουργήσει, όχι όμως πέρα από ένα τρίμηνο, αν κάποια από τα μέλη του εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ή απολέσουν την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίστηκαν, εφόσον, κατά τις συνεδριάσεις του, τα λοιπά μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία. 6. Όταν ο νόμος προβλέπει θητεία για τα μέλη του συλλογικού οργάνου, η αντικατάσταση μέλους πριν από τη λήξη της θητείας του είναι δυνατή μόνο για λόγον αναγόμενο στην άσκηση των καθηκόντων του, ο οποίος και πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική πράξη.»

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου, προέκυψαν τα ακόλουθα: Μετά την περιέλευση στην καθής υπηρεσία του με αριθ. Πρωτοκόλλου 2319/5- 7- 2010 εγγράφου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών/ Δίωξης και Αυτοφώρων Εγκλημάτων- Κατηγοριών Α’ Ποινικής Δίωξης και Αυτοφώρου Διαδικασίας Πειστηρίων, με το οποίο της γνωστοποιήθηκε ότι ασκήθηκε κατά του ήδη αιτούντος που είναι μόνιμος υπάλληλος στην Ε.Υ.Π. ποινική δίωξη για κατασκοπεία με σκοπό χρησιμοποίησης των εγγράφων- ειδήσεων προς διαβίβαση σε άλλον, κατά παράβαση των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 148 παρ. 2-1 σε συνδ. με άρθρο 146 Π.Κ., και αφού η υπόθεση διαβιβάστηκε στον 22ο Τακτικό Ανακριτή Αθηνών για τη διενέργεια κύριας ανακρίσεως, επελήφθη στη συνέχεια, μετά την έκδοση του με αριθ. 479.6/2/662465/Α.Σχ. 3526/23- 8- 2010 εγγράφου του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο των Πολιτικών Υπαλλήλων της Ε.Υ.Π., προκειμένου να αποφανθεί περί της υπηρεσιακής καταστάσεως του αιτούντος καθόν χρόνο εκκρεμεί η εις βάρος του ποινική διαδικασία Το ανωτέρω παραπεμπτήριο έγγραφο επιδόθηκε στον αιτούντα με το από 27-8-2010 αποδεικτικό επιδόσεως. Ακολούθως, αυτός ,κλήθηκε με το 470.11/19/662480/ΣΧ.19/24-8-2010 έγγραφο του Προέδρου του Υπηρεσιακού Συμβουλίου που του επιδόθηκε νόμιμα στις 25-8-2010,να παραστεί κατά τη συνεδρίαση της 31-8-2010 ενώπιον του ανωτέρω συλλογικού οργάνου, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του για τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν ,στα πλαίσια ασκήσεως του κατ` άρθρο 20 του Συντάγματος προβλεπόμενου δικαιώματος του για προηγούμενη ακρόαση. Όμως, στις 30-8-2010, αιτήθηκε,κατά τις διατάξεις ίου άρθρου 239 του Π Δ 611/1977 περί του "Υπαλληλικού Κώδικα", την εξαίρεση από την σύνθεση του ανωτέρω συλλογικού οργάνου, δύο από τα πέντε μέλη αυτού και συγκεκριμένα του Προέδρου του Υ.Σ και Υποδιοικητή της Ε.ΥΠ ... και του τακηκοΓ1 μέλους .Διευθύντριας της Α` Διευθύνσεως MY ... ,που έγινε αποδεκτή. Ταυτόχρονα, και το αναπληρωματικό μέλος Υποδιευθυντής Α` Διεύθυνσης MY .., που διενεργούσε ένορκη προανάκριση κατά του αιτούντος στο πλαίσιο διοικητικής έρευνας, υπέβαλε αίτημα αυτοεξαιρέσεως, που έγινε δεκτό. Όταν περατώθηκε η συνεδρίαση του Υ.Σ περί της εξαιρέσεως των μελών ίου από αυτήν, προχώρησε τη διαδικασία ενόψει της συζητήσεως του θέματος της υπηρεσιακής καταστάσεως του αιτούντος, καλώντας τον να καταθέσει σχετικά. Όμως αυτός ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως και τον προσδιορισμό νέας ημερομηνίας διεξαγωγής της αίτημα που έγινε δεκτό από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Kατά την εξ αναβολής συζήτηση ,που ορίστηκε για τις 6-9-2010 το Υπηρεσιακό Συμβούλιο απαρτιζόταν από τρία μέλη και συγκεκριμένα από τον αναπληρωτή του Προέδρου .., Υποδιοικητή της Ε.Υ.Π., την ... που άσκησε χρέη εισηγήτριας, και το τακτικό μέλος MY ..., καθόσον το έτερο τακτικό μέλος MΥ .., και το αναπληρωματικό του ΜΥ ... που κλήθηκαν νόμιμα, δήλωσαν ασθένεια που αποτελούσε νόμιμο λόγο μη συμμετοχής τους. Ο ήδη αιτών υπάλληλος, αφού προσκλήθηκε εκ νέου από τον Πρόεδρο του Υ.Σ να διατυπώσει τις απόψεις του για το θέμα,(με το με αριθ. πρωτοκόλλου 470.11/20/662710/Σχ.20/31-8-2010 έγγραφο),υπέβαλε ένσταση :1)για έλλειψη απαρτίας του Συμβουλίου με το σκεπτικό ότι θα έπρεπε να απαρτίζεται από τέσσερα μέλη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 και 9 του Π.Δ 611/1977 και 2)για την παρουσία στο Υ.Σ του μέλους ΜΥ ... καθόσον αυτός είχε υποβάλει ήδη την προηγούμενη ημέρα, παραίτηση από το Υ.Σ προς το δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο της Ε.Υ.Π, την ΠΟΣΕΥΠ ,που μάλιστα ορίζει μέσω του ΔΣ αυτού ,εκπρόσωπο των υπαλλήλων στο Υ.Σ. Ο Πρόεδρος του Υ Σ ανάκρουσε τις ανωτέρω ενστάσεις, καθιστώντας γνωστό στον αιτούντα ότι τα πενταμελή συλλογικά όργανα νομίμως απαρτίζονται με παθόντα τα τρία από τα μέλη τους (κατ` άρθρο 15 του ν.2026/92 σε συνδυασμό προς το άρθρο 14 του ν.2690/1999 )και άλλωστε η Διοίκηση είχε απορρίψει το αίτημα του MY ... για παραίτηση που του κοινοποιήθηκε στις 6-9-2010 με αποτέλεσμα την υποχρέωση συμμετοχής του στη διαδικασία αφού αυτή αποτελεί υποχρέωση εκτελέσεως υπηρεσιακών καθηκόντων. Ακολούθως και μετά από την απόρριψη από το Υ.Σ. νέου αιτήματος περί αναβολής της συνεδριάσεως εκ μέρους του εγκαλουμένου υπαλλήλου, αυτό(Υ.Σ.) προχώρησε στην εξέταση της υποθέσεως όπου ο αιτών εξέθεσε τις θέσεις του για την επιβολή του μέτρου της δυνητικής αργίας βάσει των όσων του αποδίδονταν με το προαναφερθέν έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη του τα όσα εξέθεσε ο εγκαλούμενος υπάλληλος, καθώς και τα όσα ανέπτυξε ενώπιον του η εισηγήτρια, σε συνδυασμό με τις ισχύουσες διατάξεις, αποφάσισε ομόφωνα να τεθεί σε αργία ο αιτών, μέχρι, την λήξη της εκκρεμοδικίας, για την μετά δυνάμεως δεδικασμένου εξέταση της εις βάρος του ποινικής κατηγορίας κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 192 παρ.1 περ. α του Π,Δ 611/197. /.Μετά από αυτό, εκδόθηκε εις βάρος του η δεύτερη από τις προσβαλλόμενες, πράξεις, η 479.6/3/663317/7-9-2010 απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη περί θέσεως του σε αργία λόγω εκκρεμούσας ποινικής διώξεως εις βάρος του για αδίκημα δυνάμενο να επισύρει την έκπτωση από το λειτούργημά του μέχρις ότου λήξει η εκκρεμοδικία1 για την εις βάρος του ποινική υπόθεση. Ως ημερομηνία θέσεως του σε αργία ορίσθηκε η 15-9-2010, οπότε του επιδόθηκε η απόφαση περί απαλλαγής του από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Ήδη ο αιτών, τόσο με την κρινόμενη αίτηση, όσο και με το παραδεκτώς σε ανάπτυξη αυτής υπόμνημα, ισχυρίζεται ότι η δεύτερη των προσβαλλόμενων αποφάσεων που στηρίχθηκε στην πρώτη, πάσχει ακυρότητα δεδομένου ότι στην επίμαχη συνεδρίαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου κατά την οποία αποφασίστηκε να τεθεί σε αργία, εμφιλοχώρησαν ακυρότητες και συγκεκριμένα, υπήρξε παράνομη σύνθεση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου αφού το μέλος του ... είχε υποβάλει την παραίτηση του στο Διοικητικό Συμβούλιο της Π.Ο.Σ.Ε.ΥΠ. (συνδικαλιστικό όργανο) ήδη από τις 5-9-2010 ενόψει της συνεδριάσεως της 6-9-2010 που την έκανε δεκτή, με συνέπεια το ακολούθως συνεδρίασαν Υπηρεσιακό Συμβούλιο να μην έχει απαρτία (είχαν απομείνει δύο μέλη ενώ έπρεπε να είναι τουλάχιστον τρία). Ότι ακόμη, το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο δεν είχε νόμιμη σύνθεση εφόσον ο Πρόεδρος του δεν είχε τα κατάλληλα τυπικά προσόντα και ειδικότερα ο Υποδιοικητής της Ε.Υ.Π που εκτέλεσε εν προκειμένω χρέη Προέδρου, δεν ήταν κάτοχος Πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών όπως απαιτούν οι περί Ε.Υ.Π διατάξεις. Τέλος στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος περί προηγούμενης ακροάσεως του σε συνδυασμό με το άρθρο 147 του Κ. Ποιν. Δ αναλογικώς εφαρμοζόμενο.

Επειδή, μετά από τα όσα προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι: 1) Ο λόγος της κρινόμενης αιτήσεως που αναφέρεται στην παράνομη συγκρότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου λόγω παραιτήσεως ήδη από τις 5-9-2020, παραμονή της επίμαχης συνεδριάσεως, του μέλους του Μελετίου Χαριλάου, ενώπιον του Διοικητή της Ε.Υ.Π κ. Μπίκα και του ΔΣ του συνδικαλιστικού οργάνου της Ε.Υ Π είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού αφενός μεν το συνδικαλιστικό όργανο δεν είναι αρμόδιο προς τούτο, αφετέρου δε, σε κάθε περίπτωση η παραίτηση του δεν έγινε δεκτή από τον προαναφερθέντα Πρόεδρο με συνέπεια τα μέλη του συνεδριάσαντος Συμβουλίου να είναι τρία όπως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις 2)ότι ο λόγος περί ελλείψεως τυπικών προσόντων του Προέδρου του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Υποδιοικητή της Ε.Υ.Π Κ. ... αλλά και του επίσης Υποδιοικητή της Ε.Υ.Π κ.... που εξαιρέθηκε μετά από αίτηση του αιτούντος, καθότι δεν τύγχαναν κάτοχοι Πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών/τυγχάνει επίσης απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού δεν πρόκειται για ανάληψη θέσεως μετά από διαγωνισμό βάσει συγκεκριμένων προσόντων, αλλά για συμμετοχή στη συγκεκριμένη διαδικασία του Υπηρεσιακού Συμβουλίου -του ήταν επιφορτισμένο με την εξέταση του ζητήματος της θέσεως ή μη σε αρνιά του αιτούντος.3). Τέλος ο ισχυρισμός του αιτούντος περί παραβιάσεως του δικαιώματος του για προηγούμενη ακρόαση και μάλιστα με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 147 του ΚΠοινΔ, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον ο αιτών κλήθηκε νόμιμα τόσο για τη^/ αρχική συνεδρίαση της 31-8-2010 οπότε ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, όσο και για την τελική συζήτηση της 6-9-?010 (αφού η νέα ημερομηνία ορίστηκε μετά από την αποδοχή του αιτήματος που υπέβαλε) ενώ η αναφερόμενη από αυτόν αναλογική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 147 ΚΠοινΔ λόγω του ότι έπρεπε κατ` αυτόν να του έχουν δοθεί αντίγραφα των πρακτικών δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, αφενός μεν διότι η ποινική διαδικασία είναι αυτοτελής και δεν συντρέχει με την διοικητική όπως η προκειμένη, αφετέρου δε οι διατάξεις που αναφέρονται σε αυτήν (ποινική διαδικασία ) ερμηνεύονται στενά και δεν μπορούν να τύχουν τέτοιας αναλογικής εφαρμογής. Εξάλλου, όπως προέκυψε από την όλη διαδικασία ενώπιον του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, που δεν συνεδρίασε ως πειθαρχικό, ο αιτών είχε κάθε δυνατότητα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του(ασχέτως των αναβολών που αιτήθηκε τόσο αρχικά στις 31-8-2010 όσο και κατά την τελική συζήτηση της υποθέσεως καθώς και. των ενστάσεων που υπέβαλε για τυπικούς λόγους).Πρέπει επομένως μετά από τα όσα προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της ,να καταπέσει το κατατεθέν παράβολο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της καθής εις βάρος του αιτούντος(άρθρο 39 παρ 1 εδ α` Πδ/τος 18/1989.όπως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου Επιβάλλει την δικαστική δαπάνη της καθής Αρχής από τριακόσια εξήντα (360) ευρώ εις βάρος του αιτούντος.
Δημοσίευση σχολίου