Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Συμφωνία με Γιουγκοσλαβία περί αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων.

Υπέγραψε σύμβαση με τον ομόθρησκο Τίτο που αναγνωρίζει σαφώς την Βαρντάρσκα ως Μακεδονία αλλά μεταγενέστερα "κλαουρίζει" μπροστά στον φακό των δημοσιοΚΑΦΡΩΝ ως δήθεν συγκινημένος στην προφορά της λέξης Μακεδονία! Τέτοιο μελλόδραμα ούτε ένας Νίκος Ξανθόπουλος και μια Μάρθα Βούρτση θα μπορούσε να εκτελέσει τόσο πειστικά!!! 
Εκφυλισμένο κύτταρο της Ανθρωπότητας, ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΕ Νεογραικύλε, από τις επιλογές σου στο ΚΥΝοβούλιο ένα πράγμα αποδεικνύεις: ΝΤΡΟΠΙΑΖΕΙΣ το όνομα ΕΛΛΗΝΑΣ! Ένα πράγμα σου αξίζει: να ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙΣ από προσώπου Γης!

Κων/ νος Παλαμάς
"Γύριζε, μή σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δέ θάβρη.
Αλάργα
. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,στη λάσπη...

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι
.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!
" [Γύριζε]
Ν.Δ 4009/1959: Συμφωνία με Γιουγκοσλαβία περί αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων  

Αρθρον μόνον.- 1. Κυρούται η εν Αθήναις την 18ην Ιουνίου 1959 μεταξύ των Κυβερνήσεων του Βασιλείου της Ελλάδος και της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαυϊας  υπογραφείσα  Συμφωνία  περί  αμοιβαίων δικαστικών  σχέσεων,  ης  το  κείμενον  έπεται  εν  πρωτοτύπω  εις την  γαλλικήν και εν μεταφράσει εις την Ελληνικήν.
2. Απασαι αι διατάξεις της ως άνω Συμφωνίας κτώνται ισχύν  διατάξεων νόμου.
3.  Η  ισχύς  του  παρόντος  Νομοθετικού Διατάγματος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

                                 Σ Υ Μ Β Α Σ Ι Σ

Μεταξύ της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της  Γιουγκοσλαυϊας  και του Βασιλείου της Ελλάδος περί των αμοιβαίων δικαστικών αυτών σχέσεων.
Η  Κυβέρνησις  του Βασιλείου της Ελλάδος και η Κυβέρνησις της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της  Γιουγκοσλαυϊας  προς  τον  σκοπόν  όπως αναπτύξουν τας αμοιβαίας αυτών δικαστικάς σχέσεις, συνεφώνησαν επί των ακολούθων:

                                  ΠΡΩΤΟΝ  ΜΕΡΟΣ

                    Δικαστική αρωγή επί αστικών υποθέσεων
                                Νομική προστασία
 
Αρθρον 1.- 
1. Οι υπήκοοι εκάστου των Συμβαλλομένων Μερών θα δύνανται ελευθέρως  να  απευθύνωνται  προς  τα  δικαστήρια  της επικρατείας του ετέρου Κράτους και θα δύνανται να παρίστανται επί δικαστηρίου  και  να απολαμβάνουν  της νομικής προστασίας τόσον του ατόμου των όσον και των αγαθών των υπό τους αυτούς ως οι υπήκοοι αυτού όρους.

Αρθρον 2.
- 1. Οι υπήκοοι  του  ενός  των  Συμβαλλομένων  Κρατών,  οι έχοντες  την  κατοικίαν  των  ή  την  έδραν των επιχειρήσεών των εν τη επικρατεία  του  ενός  των  Συμβαλλομένων  Κρατών, παριστάμενοι   ως αιτούντες    ή   παρεμβαίνοντες   ενώπιον   δικαστηρίου   του   ετέρου   Συμβαλλομένου Κράτους, απαλλάσσονται των δαπανών εγγυοδοσίας αλλοδαπού και της προκαταβολής των δικαστικών εξόδων.
2. H προκαταβολή των δαπανών αίτινες βαρύνουν ένα  διάδικον  δύναται να  απαιτηθή  από  τους υπηκόους του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους, υπό τους αυτούς όρους και μέχρι του αυτού ποσού ως διά τους υπηκόους του.
3. Αι αποφάσεις αι αποκτήσασαι ισχύν δεδικασμένου και αι  εκτελεσταί αποφάσεις  των  δικαστηρίων του ενός των Συμβαλλομένων Κρατών, διά των οποίων οι αιτούντες ή παρεμβαίνοντες υπήκοοι του ετέρου  Συμβαλλομένου Κράτους  καταδικάζονται  εις  τα  έξοδα  και  τας  δαπάνας  της  δίκης κηρύσσονται  επί  αιτήσει  εκτελεσταί  εν  τη  επικρατεία  του  ετέρου Συμβαλλομένου  Κράτους  ως  προς  τα  έξοδα  και  τας  δαπάνας ταύτας, ανεξαρτήτως της εκτελέσεως των  αποφάσεων  τούτων  ως  προς  τα  λοιπά κεφάλαια.  Η  αίτησις  δέον  να  υποβάλλεται  είτε  απ`ευθείας  εις το αρμόδιον  δικαστήριον  υπό  του  διαδίκου  υπέρ   του   οποίου   αύται επεδικάσθησαν, είτε διά της διπλωματικής οδού. Εις την αίτησιν δέον να επισυνάπτεται   βεβαίωσις   ότι   η  απόφασις  τυγχάνει  οριστική  και εκτελεστή.
4. Αι εις την παράγραφον 1 αναφερόμεναι  αποφάσεις,  εκδοθείσαι  υπό δικαστηρίου  του ετέρου Κράτους, θα καθίστανται εκτελεσταί ως αι ίδιαι αυτού αποφάσεις άνευ προηγουμένης ακροάσεως των διαδίκων.

                     Απαλλαγή καταβολής τελών και άλλων εξόδων

Αρθρον 3.-
 Οι υπήκοοι του ενός των Συμβαλλομένων Κρατών  απολαύουσιν ενώπιον  των  δικαστηρίων  του ετέρου Κράτους, επί ίσοις όροις με τους υπηκόους αυτού, του δικαιώματος απαλλαγής εκ της καταβολής  τελών  και εξόδων (δωρεάν δικαστική αγωγή).

Αρθρον 4.
- 1. Το απαιτούμενον προς αναγνώρισιν των εν τω άρθρω 3 της παρούσης   Συμβάσεως   αναφερομένων   δικαιωμάτων   πιστοποιητικόν  θα εκδίδεται υπό του αρμοδίου οργάνου του Συμβαλλομένου Κράτους  εν  ώ  ο αιτών έχει κατοικίαν του.
2.  Εάν  ο  αιτών  δεν  έχει κατοικίαν εν τη επικρατεία του ενός των Συμβλαλομένων Κρατών, θα  αρκή  η  προσαγωγή  του  πιστοποιητικού  του εκδοθέντος  υπό  της  διπλωματικής  ή  προξενικής  αντιπροσωπείας  του Κράτους ούτινος είναι υπήκοος.

Αρθρον 5.
-1. Το κρατικόν όργανον το αρμόδιον διά  την  έκδοσιν  τους εις  την παράγραφον 1 του άρθρου 4 της παρούσης συμβάσεως αναφερομένου πιστοποιητικού, δύναται να ζητήση παρά των κρατικών οργάνων του  άλλου Συμβαλλομένου  Μέρους  πληροφορίας σχετικάς προς τα εισοδήματα και την περιουσιακήν κατάστασιν του αιτούντος.
2. Το δικαστήριον το κρίναν επί της αιτήσεως αναγνωρίσεως των εν  τω άρθρω  3  της  παρούσης  Συμβάσεως  αναφερομένων δικαιωμάτων, δύναται, εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του, να ελέγξη τα  πιστοποιητικά  και τας   υποβαλλομένας  πληροφορίας  ως  και  να  ζητήση  συμπληρωματικάς πληροφορίας.
 
                  Διατάξεις περί δικαστικής αρωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων.
 
Αρθρον 6.

- 1. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν όπως παρέχουν  αμοιβαίως  δικαστικήν  αρωγήν  επί  δικαστικών  ή  εμπορικών υποθέσεων αμφισβητουμένης ή εκουσίας δικαιοδοσίας, συμπεριλαμβανομένων επίσης  και των θεμάτων των αφορώντων το οικογενειακόν δίκαιον και την επιτροπείαν. Τούτο εφαρμόζεται επίσης εις περίπτωσιν αρμοδιότητος, επί του θέματος, των διοικητικών οργάνων.
2. Εις τας διατάξεις του παρόντος μέρους της Συμβάσεως, υπό τον όρον δικαστήριον δέον επίσης να νοούνται τα διοικητικά όργανα  εν  ώ  μέτρω έχουσιν  αρμοδιότητα  επί  των  εν  τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου αναφερομένων περιπτώσεων.
3. Η εν λόγω δικαστική αρωγή περιλαμβάνει:
α) την κοινοποίησιν δικαστικών και εξωδίκων πράξεων και
β) την εκτέλεσιν δικαστικών παραγγελιών.
Αρθρον 7.

-  Αι  αιτήσεις  δικαστικής  αρωγής  υποβάλλονται  διά  των αντιστοίχων  Υπουργείων  Δικαιοσύνης, άτινα αλληλογραφούσι προς τούτο απ` ευθείας μεταξύ των (όσον αφορά  την  Γιουγκοσλαυϊαν  τα  Υπουργεία Δικαιοσύνης  των  Λαϊκών Δημοκρατιών της Σερβίας, Κροατίας, Σλοβενίας, Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, Μακεδονίας και Μαυροβουνίου).

       Αρθρον 8.- 

1. Αι δικαστικαί παραγγελίαι και  αι  αιτήσεις  επιδόσεως συντάσσονται εις την γαλλικήν γλώσσαν.
2.  Τα  έγγραφα και αι άλλαι πράξεις αι σχετικαί προς τας δικαστικάς παραγγελίας της προηγουμένης παραγράφου συντάσσονται εις  την  γλώσσαν του Κράτους εξ ού.

       Αρθρον   9.

-   Η  δικαστική  παραγγελία  δέον  να  συνοδεύωνται  υπό μεταφράσεως εις την Γαλλικήν. Η μετάφρασις δέον να  είναι  επίσημος  ή βεβαιωμένη υπό ορκωτού μεταφραστού.

       Αρθρον  10.

-  Η  δικαστική  παραγγελία  δέον   να   περιλαμβάνη   το αντικείμενον εις ο αναφέρεται, τα ονόματα και επώνυμα των διαδίκων, τα επαγγέλματα  αυτών  και την διαμονήν των και δέον να αναφέρη τα θέματα εφ` ών ζητείται ενδεχομένως απόδειξις και εν ανάγκη τας  εις  το  προς εξέτασιν πρόσωπον τεθησομένας ερωτήσεις.
Η αίτησις επιδόσεως δέον να αναφέρη την  διεύθυνσιν  του  παραλήπτου και το είδος της προς επίδοσιν πράξεως.

       Αρθρον  11.

-  1.  Αι  δικαστικαί  παραγγελίαι  ως  και  αι  υπό  των δικαστηρίων και άλλων οργάνων των Συμβαλλομένων Κρατών μεταβιβαζόμεναι πράξεις δέον να φέρουν την σφραγίδα του δικαστηρίου ή του  οργάνου  εξ ού προέρχονται και δεν είναι αναγκαίον όπως είναι επικυρωμέναι.
2.  Αι  δικαστικαί παραγγελίαι θα είναι συντεταγμέναι κατά τον τύπον τον  οριζόμενον  ενδεχομένως  υπό  της  νομοθεσίας  του  Συμβαλλομένου Κράτους εξ ού προέρχονται.

       Αρθρον  12.

-  Η  εκτέλεσις της δικαστικής παραγγελίας λαμβάνει χώραν συμφώνως προς τους νόμους του  εντολοδόχου  κράτους.   Εν  τούτοις  τη αιτήσει  του  δικαστηρίου εξ ού προέρχεται η δικαστική παραγγελία αύτη δύναται να  εκτελεσθή  κατ`  ειδικόν  τύπον,  εφ`  όσον  αι  διατάξεις δημοσίας  τάξεως  του  προς  ό  η  δικαστική  παραγγελία  Κράτους  δεν αντιτίθενται εις ταύτα.

       Αρθρον  13.

-  1.   Η  δικαστική  παραγγελία  διαβιβάζεται  διά   του Υπουργείου  Δικαιοσύνης  του  προς  ό  αύτη  κράτους  προς το αρμόδιον δικαστήριον. Εάν τούτο κηρυχθή αναρμόδιον παραπέμπει  εξ  επαγγέλματος την δικαστικήν παραγγελίαν εις το αρμόδιον δικαστήριον.
2.  Δεν  είναι  δυνατή άρνησις εκτελέσεως της δικαστικής παραγγελίας ειμή εάν η προς ην αύτη χώρα θεωρή  ότι  η  εκέλεσις  της  παραγγελίας ταύτης  θίγει τα κυριαρχικά της δικαιώματα και την ασφάλειάν της ή ότι η εκτέλεσις είναι αντίθετος προς την δημοσίαν τάξιν αυτής.

       Αρθρον  14.
-  1.   Τα  δικαστήρια  προς ά απευθύνονται αι δικαστικαί παραγγελίαι θα εκτελούν  αυτάς  το  ταχύτερον  και  θα  εφαρμόζουν  εν ανάγκη,  τα  αυτά μέσα εξαναγκασμού ως και προκειμένου περί εκτελέσεως δικαστικής  παραγγελίας  μεταξύ  των  εθνικών  δικαστηρίων.   Δεν   θα εφαρμόζωνται   μέσα   εξαναγκασμού   προκειμένου   περί   αυτοπροσώπου εμφανίσεως των διαδίκων εις την δίκην.
2. Το δικαστήριον εξ ού προέρχεται η δικαστική παραγελία, τη αιτήσει του,  θα  λαμβάνη  γνώσιν  εγκαίρως  της ημερομηνίας και του τόπου της εκτελέσεως της αιτηθείσης πράξεως ίνα  ενδεχομένως  το  ενδιαφερόμενον μέρος   δυνηθή   να   παραστή.   Τα  δικαστήρια  θα  μεταβιβάζουν  την γνωστοποίησιν αυτήν διά της ταχυδρομικής οδού.

       Αρθρον 15.

- 1.   Αι  αποδεικνύουσαι  την  εκτέλεσιν  της  δικαστικής παραγγελίας  και επιδόσεως πράξεις διαβιβάζονται προς το αιτούν Κράτος διά της εν άρθρω 7 προβλεπομένης οδού.
2. Εις πάσαν περίπτωσιν καθ` ήν η δικαστική παραγγελία ή η  επίδοσις δεν  εξετελέσθη  το δικαστήριον εξ ού αύτη προήλθε θα ειδοποιήται άνευ αργοπορίας περί τούτου αναφερομένων και των λόγων.

       Αρθρον 16.

- 1. Αι προς επίδοσιν πράξεις δέον να είναι  συντεταγμέναι εις  την  γλώσσαν  του  προς ό η δικαστική παραγγελία δικαστηρίου ή να συνοδεύωνται υπό μεταφράσεως εις την γαλλικήν. Η  μετάφρασις  δέον  να είναι  είτε  επίσημος  είτε βεβαιωμένη υπό του ορκωτού μεταφραστού του  ενός των Συμβαλλομένων Κρατών ή ετέρου προσώπου κεκτημένου νομίμως  το τοιούτον  δικαίωμα.   Η  επικύρωσις  της υπογραφής του μεταφραστού δεν είναι αναγκαία.
2. Εάν η πράξις δεν είναι συντεταγμένη εις την γλώσσαν του προς ό  η δικαστική  παραγγελία  δικαστηρίου  ή  δεν συνοδεύηται υπό της εις την γαλλικήν  μεταφράσεως,  το  δικαστήριον  το   λαβόν   την   δικαστικήν παραγγελίαν  θα  αρκεσθή  εις  την  μεταβίβασιν  της  πράξεως προς τον παραλήπτην εάν ούτος είναι διατεθειμένος να την παραλάβη.

       Αρθρον 17.

- 1. Η επίδοσις διενεργείται κατά το δίκαιον του προς ό  η δικαστική  παραγγελία  Κράτους.   Τη  αιτήσει  του αιτούντος Κράτους η επίδοσις δύναται να διενεργηθή κατ` ειδικόν τύπον εφ` όσον  ούτος  δεν αντιβαίνει εις την νομοθεσίαν του.
2.  Η  επίδοσις  θα αποδεικνύεται είτε δι` αποδεικτικού παραλαβής το οποίον δέον να φέρη την ημερομηνίαν, τας υπογραφάς του αποστολέως  και του  προσώπου  εις  ό  παρεδόθη  η  πράξις, καθώς και την σφραγίδα του δικαστηρίου είτε διά βεβαιώσεως του  προς  ό  η  δικαστική  παραγγελία δικαστηρίου, πιστοποιούντος το γεγονός, τον τρόπον και την ημερομηνίαν της  επιδόσεως.  Εάν  αι  προς  επίδοσιν πράξεις έχουν κοινοποιηθή εις διπλούν, η επίδοσις βεβαιούται επί του δευτέρου αντιτύπου.

       Αρθρον  18.

-  Τα  δύο  Συμβαλλόμενα  Κράτη επιφυλάσσουν εις εαυτά το δικαίωμα όπως κοινοποιούν τας  πράξεις  εις  τους  υπηκόους  των  τους ευρισκομένους  εν  τη  επικρατεία του ετέρου Κράτους, μέσω των οικείων αυτών διπλωματικών ή προξενικών Αρχών. Εν τη περιπτώσει ταύτη τα  μέσα εξαναγκασμού δέον να μη εφαρμόζωνται.

                                   Δαπάναι αρωγής

       Αρθρον  19.
-  1.  Ουδέν  τέλος  ή  καταβολή  εξόδων διά την επίδοσιν πράξεως ή την εκτέλεσιν δικαστικών παραγγελιών θέλει απαιτηθή παρά του Κράτους εξ ου  προέρχεται  η  δικαστική  παραγγελία.   Εξαιρούνται  αι αποζημιώσεις των πραγματογνωμόνων.
2. Η πραγματογνωμοσύνη δεν δύναται να  εξαρτηθή  εκ  της  καταθέσεως προκαταβολής  παρά  τω  προς ό η δικαστική παραγγελία δικαστηρίω, πλην εάν η αποζημίωσις διά την πραγματογνωμοσύνην θέλη  επιβαρύνη  τον  ένα των διαδίκων.
 
                              Επιτροπεία και Κηδεμονία

       Αρθρον  20.-  Η  επιτροπεία (επιτροπεία και κηδεμονία) υπάγονται εις την αρμοδιότητα του Συμβαλλομένου Κράτους του οποίου  οι  υπήκοοι  δεν έχουν την ικανότητα εξασκήσεως δικαιωμάτων, εάν η παρούσα Σύμβασις δεν καθορίζει άλλως.

       Αρθρον  21.-  1.   Εάν,  εν τη επικρατεία του ενός των Συμβαλλομένων Κρατών είναι απολύτως απαραίτητον όπως  το  όργανον  επιτροπείας  λάβη μέτρα  προς  το συμφέρον του υπηκόου του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους, όστις έχει την κατοικίαν του ή την διαμονήν του ή τα αγαθά του  εν  τη επικρατεία  του  Κράτους  εν  ώ  είναι αναγκαίον όπως ληφθούν παρόμοια μέτρα, η αρμοδία αρχή του Κράτους τούτου  θα  πληροφορήση  αμέσως  την διπλωματικήν  ή προξενική αντιπροσωπείαν του Συμβαλλομένου Κράτους του οποίου το περί ου πρόκειται περί πρόσωπον είναι υπήκοος.
2. Εάν  πρόκειται  περί  περιπτώσεως  μη  επιδεχομένης  αναβολήν,  η αρμοδία  αρχή  του  ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους δύναται, πληροφορούσα συγχρόνως την διπλωματικήν ή προξενικήν αντιπροσωπείαν, να  λάβη  αυτή τα  απαραίτητα  προσωρινά μέτρα. Τα μέτρα ταύτα θα εφαρμόζωνται μέχρις ότου η αρχή του Συμβαλλομένου Κράτους εις ό ανήκει ο υπήκοος ο μη έχων την ικανότητα εξασκήσεως δικαιωμάτων, εκδώση  την  αναγκαίαν  απόφασιν και  μέχρις ού η τοπική αρχή η διατάξασα τα προσωρινά μέτρα ειδοποιηθή περί τούτου.

                                Ικανότης προσώπων

       Αρθρον 22.- Η ικανότης προς δικαιοπραξίαν καθορίζεται συμφώνως  προς την  νομοθεσίαν  του Συμβαλλομένου Κράτους του οποίου τα πρόσωπα είναι υπήκοοι.

                       Αναζήτησις και αμφισβήτησις πατρότητος

       Αρθρον 23.- 1) Η αναζήτησις της πατρότητος και  αι  νομικαί  σχέσεις μεταξύ  του  εξωγάμου  τέκνου  και  του  τεκμαιρομένου  ως  πατρός του ρυθμίζονται συμφώνως προς την νομοθεσίαν του Συμβαλλομένου Κράτους του οποίου το τέκνον ήτο υπήκοος κατά την γέννησίν του.
2) Η  αμφισβήτησις  της  πατρότητος  ρυθμίζεται  συμφώνως  προς  την νομοθεσίαν του Συμβαλλομένου Κράτους, του οποίου το τέκνον ήτο υπήκοος κατά την στιγμήν της γεννήσεώς του.

       Αρθρον  24.-  Αρμοδιότητα   επί   των   διαφορών   αναζητησεως   και αμφισβητήσεως  της  πατρότητος  (άρθρον  22)  έχει  το δικαστήριον του Συμβαλλομένου Κράτους του οποίου το τέκον ήτο υπήκοος κατά την στιγμήν της γεννήσεώς του ή το Συμβαλλόμενον  Κράτος  εν  της  επικρατεία  του οποίου  ευρίσκεται η κατοικία του τέκνου κατά την στιγμήν της εγέρσεως της αγωγής.  Τούτο δεν αποκλείει την αρμοδιότητα του  δικαστηρίου  της κατοικίας του πατρός όταν το τέκνον είναι ο ενάγων.

                                    Υιοθεσία.

       Αρθρον  25.-  1)  Εάν  ο  θετός  γονεύς  είναι  υπήκοος του ενός των Συμβαλλομένων  Κρατών,  το  δε  θετόν  τέκνον   υπήκοος   του   ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους, διά την υιοθεσίαν και την λύσιν αυτής δέον όπως πληρούνται  οι  ουσιαστικοί  όροι  οι  προβλεπόμενοι  υπό  της εθνικής νομοθεσίας τόσον του υιοθετούντος όσον και του υιοθετουμένου.
2)  Η  διαδικασία  υιοθεσίας  και  λύσεως  αυτής  υπάγεται  εις  την αρμοδιότητα των  οργάνων  του  Συμβαλλομένου  Κράτους  του  οποίου  οι υιοθετούμενοι είναι υπήκοοι.

                            Κήρυξις αφανείας και θανάτου

       Αρθρον 26.- 1) Η κήρυξις  αφανείας  και  θανάτου  υπάγεται  εις  την αρμοδιότητα  του  Δικαστηρίου  του  Συμβαλλομένου  κράτους, του οποίου υπήκοος ήτο το  περί  ού  πρόκειται  πρόσωπον  κατά  την  στιγμήν  της εξαφανίσεώς του.
2) Το δικαστήριον του  ενός  των  Συμβαλλομένων  Κρατών  δύναται  να κηρύξη άφαντον ή θανόντα υπήκοον του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους.
α)  Τη  αιτήσει  του  προσώπου  το οποίον επιθυμεί όπως ενασκήση τα κληρονομικά του δικαιώματα ή τα δικαιώματά του, τα απορρέοντα  εκ  των περιουσιακών  σχέσεων  μεταξύ  συζύγων,  τα αναφερόμενα εις τα ακίνητα αγαθά του αφάντου άτινα ευρίσκονται εν τη επικρατεία του Συμβαλλομένου τούτου Κράτους, ή 
β) τη αιτήσει του ενός εκ των συζήγων, εν σχέσει προς  την  ύπαρξιν του  γάμου,  εάν  ο  σύζυγος,  κατά  την  στιγμήν  της  καταθέσεως της αιτήσεως, έχη την κατοικίαν  του  εν  τη  επικρατεία  του  ετέρου  των Συμβαλλομένων  Κρατών, οι δε σύζυγοι είχον την κοινήν αυτών τελευταίαν κατοικίαν εν τη επικρατεία του ιδίου Κράτους.
3) Η κήρυξις εις αφάνειαν  ή  θανάτου  κατά  την  παράγραφον  2  του παρόντος  άρθρου  δεν  δύναται  να  γίνη  ει  μη  υπό  τους όρους τους προβλεπομένους υπό της εθνικής νομοθεσίας του εξαφανισθέντος προσώπου.

                            Ανταλλαγή ληξιαρχικών πράξεων.

       Αρθρον  27.-  1)  Εκαστον  των  Συμβαλλομένων  Κρατών θα κοινποιή τω ετέρω, άνευ  τελών  ή  εξόδων,  αντίγραφα  ή  αποσπάσματα  ληξιαρχικών πράξεων  αναφερομένων  εις  υπήκοον του Κράτους τούτου ως και σχετικάς μεταγενεστέρας  πράξεις.   Αι  πράξεις  θα  κοινοποιώνται   προς   την διπλωματικήν ή προξενικήν αντιπροσωπείαν.
2)  Τα  αντίγραφα  των  πράξεων  της  προηγουμένης   παραγράφου   θα κοινοποιούνται αμελητί, κατά το τέλος εκάστου τριμήνου.

                     Κοινοποίησις των ληξιαρχικών πράξεων

       Αρθρον 28.- 1) Τα δύο Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν όπως  κοινοποιούν προς άλληλα αντίγραφα ληξιαρχικών πράξεων άνευ τελών ή εξόδων, εάν ζητούνται διά διοικητικήν χρήσιν.
2) Αι  σχετικαί  αιτήσεις  κοινοποιούνται  διά  της  διπλωματικής  ή προξενικής οδού.
3) Η αίτησις εκδόσεως των αντιγράφων τούτων ως και η έκδοσίς των δεν προδικάζουν το ζήτημα της υπηκοότητος.

       Αρθρον  29.- Δια του όρου "ληξιαρχικαί πράξεις του χρησιμοποιουμένου εν τοις άρθροις 26 και 27  νοούνται  τα  αποσπάσματα  εκ  των  βιβλίων γεννήσεως, των βιβλίων γάμων και των βιβλίων θανάτων.

                                 Επικύρωσις των εγγράφων

       Αρθρον  30.-  1) Τα δημόσια έγγραφα τα συντασσόμενα ή εκδιδόμενα υπό των δικαστικών αρχών εντός του ενός των Συμβαλλομένων Κρατών,  φέροντα την  επίσημον  σφραγίδα,  απαλλάσσονται  πάσης  επικυρώσεως  κατά  την χρησιμοποίησίν των ενώπιον των δικαστηρίων ή  άλλων  κρατικών  οργάνων του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους. Ομοίως απαλλάσσονται της επικυρώσεως τα έγγραφα τα εκδιδόμενα υπό των διοικητικών αρχών ή οργάνων, εφ` όσον επεκυρώθησαν.
α)  Εν τω Βασιλείω της Ελλάδος υπό των κεντρικών αρχών και υφ` όλων των Γενικών Διοικήσεων.
β) Εν τη Λαϊκή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαυϊας  υπό  των Ομοσπονδιακών αρχών και των αρχών των Λαϊκών Δημοκρατιών.
2)  Τα  ανωτέρω  επίσης  εφαρμόζονται  και διά τα αντίγραφα δημοσίων εγγράφων τα επικυρωμένα υπό των δικαστικών ή διοικητικών αρχών.

       Αρθρον 31.- Τα ιδιωτικά έγγραφα επίσης κεκυρωμένα υπό δικαστηρίου  ή άλλου  αρμοδίου  οργάνου  ενός  των  Συμβαλλομένων Κρατών, δεν χρήζουν επικυρώσεως προς χρήσιν ενώπιον των δικαστηρίων ή  άλλων  οργάνων  του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους.

                        Κοινοποίησις των κανόνων δικαίου

       Αρθρον  32.-  Το  Υπουργείον των Εξωτερικών της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και το Υπουργείον  των  Εξωτερικών  του Βασιλείου  της  Ελλάδος  θα  κοινοποιούν  αμοιβαίως,  τη  αιτήσει,  το κείμενον των εν ισχύϊ εν τη Επικρατεία του Κράτους των διατάξεων  και, εν ανάγκη, πληροφορίας επί ωρισμένων νομικών ζητημάτων.

                                  ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΜΕΡΟΣ

                      Δικαστική αρωγή επί ποινικών υποθέσεων

       Αρθρον  33.-  Τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν όπως προσφέρουν αμοιβαίως δικαστικήν αρωγήν επί ποινικών υποθέσεων.

       Αρθρον 34.- Η δικαστική αρωγή επί ποινικών υποθέσεων δεν θα  λαμβάνη χώραν   εάν  η  πράξιν  η  αποτελούσα  το  αντικείμενον  της  ποινικής διαδικασίας δεν είναι τιμωρητέα συμφώνως προς την νομοθεσίαν του  προς ό   η   αίτησις  Κράτους  ή  εάν  συνιστά  πολιτικόν  αδίκημα  καθαρώς στρατιωτικόν ή φορολογικόν.

       Αρθρον 35.- Η δικαστική αρωγή δύναται να μη παρασχεθή:

        1) Εάν το προς ο η αίτησις Κράτος θεωρή ότι η δικαστική αρωγή θίγει τα  κυριαρχικά  αυτού  δικαιώματα  ή  την  ακεραιότητά  του,  ή  εάν η εκτέλεσις της δικαστικής παραγγελίας είναι αντίθετος προς την δημοσίαν αυτού τάξιν.
2) Εάν ο κατηγορούμενος είναι υπήκοος του προς ό η αίτησις  Κράτους και  δεν  ευρίσκεται  εν  τη Επικρατεία του Κράτους εξ ού προέρχεται η δικαστική παραγγελία.

       Αρθρον 36.- Η δικαστική αρωγή επί ποινικών υποθέσεων περιλαμβάνει:

α)  Την  επίδοσιν  πράξεων   ποινικής   διαδικασίας   εις   πρόσωπα ευρισκόμενα επί του εδάφους των Συμβαλλομένων Κρατών και
β) τας δικαστικάς παραγγελίας τας σχετικάς με την εκτέλεσιν πράξεων προανακρίσεως  και  ανακρίσεως,  οίαι η εξέτασις του κατηγορουμένου, η ακρόασις  μαρτύρων  και  πραγματογνωμόνων,  η  αυτοψία  η  κατ`  οίκον επίσκεψις,   η  κατάσχεσις  αντικειμένων  αναφερομένων  εις  ωρισμένην ποινικήν διαδικασίαν. Εν τούτοις, τα έγγραφα και τα αντικείμενα  ταύτα δεν  θα παραδίδωνται ει μη εάν ευρίσκωνται υπό την φύλαξιν των οργάνων του προς ό αίτησις Κράτους και εάν ειδικοί λόγοι δεν αντιτίθενται  εις τούτο. Δέον όπως αποδίδωνται το ταχύτερον.

       Αρθρον 37.- 1) Εάν άτομόν τι, οιαδήποτε και  αν  είναι  η  υπηκοότης του,  λάβη  εν  τη  Επικρατεία  του  ενός των δύο Συμβαλλομένων Κρατών κλήσιν διά μίαν υπόθεσιν ποινικήν ή αστικήν και παρουσιασθή εθελουσίως ενώπιον του δικαστηρίου του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους ως  μάρτυς  ή εμπειρογνώμων,  δεν  δύναται  να  διωχθή  ή  να  υποστή  στέρησιν  της ελευθερίας του λόγω προηγουμένων αξιοποίνων πράξεων ή καταδικών,  ούτε ως  συνένοχος του ποινικού αδικήματος του αποτελούντος το αντικείμενον της διαδικασίας εν τη οποία εμφανίζεται  ως  μάρτυς  ή  εμπειρογνώμων. Εξομοιούνται  προς  τα  ποινικά  αδικήματα  και  προς τας καταδίκας αι αξιόποινοι πράξεις και αι περί ποινής αποφάσεις διά τας οποίας η  δίκη εγένετο   ενώπιον  διοικητικών  οργάνων,  ήτοι  αι  αποφάσεις  αίτινες ελήφθησαν υπό των τελευταίων τούτων οργάνων.
2)   Εν  τούτοις  το  εις  την  παράγραφον  1  του  παρόντος  άρθρου αναφερόμενον άτομον στερείται του προνομίου τούτου εάν δεν εγκαταλείψη το έδαφος του Κράτους ενώπιον του δικαστηρίου του οποίου  παρουσιάσθη, εντός   προθεσμίας   πέντε  ημερών  αφ`  ότου  επληροφορήθη  παρά  του δικαστηρίου  ότι  ήτο  ελεύθερον  και  εφ`  όσον  έσχε  πράγματι   την δυνατότητα  να  εγκαταλείψη  το  έδαφος του εν λόγω Κράτους, εντός της προθεσμίας ταύτης.
3) Εν τη δικαστική παραγγελία δέον όπως προσδιορίζεται το  ποσόν  το αντιπροσωπεύον  την  κάλυψιν  των  δαπανών  ταξειδίου και διαμονής. Το Κράτος εξ ού προέρχεται η  δικαστική  παραγγελία  θέλει  καταβάλει  τω κλητευομένω  ατόμω,  τη  αιτήσει του, προκαταβολήν διά την κάλυψιν των δαπανών ταξειδίου και διαμονής.
4) Οι μάρτυρες δικαιούνται αποζημιώσεως  λόγω  διαφυγόντος  κέρδους, και   οι   εμπειρογνώμονες   απολαύουσι   επί  πλέον  του  δικαιώματος αποζημιώσεως ιδά την πραγματογνωμοσύνην.

       Αρθρον 38.- 1) Εάν αποδειχθή απαραίτητον δι` έν δικαστήριον του ενός των Συμβαλλομένων Κρατών να ακούση απ`  ευθείας  ως  εμπειρογνώμονα  ή μάρτυρα  πρόσωπον  εστερημένον της ελευθερίας του εν τη επικρατεία του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους το Υπουργείον των Εξωτερικών  της  Λαϊκής Ομοσπονδιακής   Δημοκρατίας  της  Γιουγκοσλαυϊας  και  αντιστοίχως  το Υπουργείον των Εξωτερικών του Βασιλείου της Ελλάδος θα  είναι  δυνατόν να  παρακληθούν  όπως  παραδώσουν  προσωρινώς  το  περί  ού  πρόκειται πρόσωπον.
2) Η αίτησις θέλει γίνει αποδεκτή εάν το άτομον  συγκατατίθεται  και εάν  ειδικοί  λόγοι δεν αντιτίθενται εις τούτο. Το εν λόγω άτομον δέον όπως  επιστραφή  το  ταχύτερον  δυνατόν.  Επί  του  προκειμένου  θέλει εφαρμοσθή  η  διάταξις  του  άρθρου  36,  παράγραφος  1  της  παρούσης Συμβάσεως.
3) Υπό τους εν  τω  άρθρω  36  παρ.  1  και  εν  ταις  προηγουμέναις παραγράφοις  του  παρόντος  άρθρου όρους, δύναται επίσης να επιτραπή η διέλευσις ατόμου συλληφθέντος εντός τρίτου Κράτους διά της επικρατείας του ενός των Συμβαλλομένων Κρατών, εν όψει ανακρίσεώς του εν τω  ετέρω συμβαλλομένω Κράτει.

       Αρθρον  39.- Τη αιτήσει του ενός των Συμβαλλομένων Κρατών, το έτερον Συμβαλλόμενον  Κράτος  θα  επιστρέφη  τα  αντικείμενα  και   εις   την περίπτωσιν  έτι  καθ`  ην  η έκδοσις δεν έχει επιτραπή, τα αντικείμενα άτινα ο δράσης  κατά  την  εκτέλεσιν  του  ποινικού  αδικήματος  είχεν αποκομίσει  μεθ` εαυτού εκ της επικρατείας του αιτούντος Κράτους, ή τα αντικείμενα   άτινα   ο   δράστης   του   αδικήματος   απέκτησεν   εις αντικατάστασιν    των   προαναφερθέντων   αντικειμένων.   Εάν   αναφυή αμφισβήτησις  αναφορικώς  προς  την   φύλαξιν   των   εμπεπιστευομένων αντικειμένων,  τα  δικαστήρια  του  Κράτους  εν ώ τα αντικείμενα ταύτα ευρίσκονται αποφαίνονται επί της διαφοράς.
2) Το προς ό η αίτησις Κράτος δύναται να κρατήση προσωρινώς τα εν τη προηγουμένη  παραγράφω  αναφερόμενα  αντικείμενα,  εάν   τούτο   είναι απαραίτητον  διά  την  ποινικήν  διαδικασίαν  ήτις  διεξάγεται  εν  τη επικρατεία του.

       Αρθρον 40.- Επί ποινικής υποθέσεως αναφορικώς προς την  κοινοποίησιν πράξεως  και  τας δικαστικάς παραγγελίας εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρων 7 - 12, 13 παράγραφος 1 και 14 - 17 της παρούσης Συμβάσεως.

                     Κοινοποίησις καταδικαστικών αποφάσεων

       Αρθρον 41.- 1) Τα Συμβαλλόμενα Κράτη  θέλουσι  κοινοποιεί  αμοιβαίως διά   της  διπλωματικής  οδού,  ανά  τρίμηνον,  αντίγραφα  των  φύλλων καταδίκης των αποκτησασών ισχύν δεδικασμένου αποφάσεων αίτινες αφορούν υπηκόους του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους.
2) Επίσης, τα Συμβαλλόμενα κράτη θέλουσι κοινοποιηεί  αμοιβαίως  τας μεταγενεστέρας αποφάσεις τας σχετικάς προς παρομοίας αποφάσεις αίτινες θα εγγράφωνται εις τα βιβλία των καταδικών.
3)  Εξ  άλλου τα Συμβαλλόμενα κράτη θέλουσι κοινοποιεί αμοιβαίως, τη αιτήσει, εις ειδικάς περιπτώσεις, αποσπάσματα των εν  τη  παραγράφω  1 του παρόντος άρθρου αναφερομένων αποφάσεων.

       Αρθρον  42.-  Τα Συμβαλλόμενα Κράτη θέλουσι κοινοποιεί αμοιβαίως της αιτήσει  διά  της  διπλωματικής  οδού,  πληροφορίας  αναφορικώς   προς εγγραφάς εν τω βιβλίω των καταδικών.
α)  αφορώσας  υπηκόους  του  Κράτους  το  οποίον  αιτείται τοιαύτας πληροφορίας.
β) αφορώσας άλλα πρόσωπα κατά των οποίων έχει ασκηθή ποινική δίωξις εν τη επικρατεία του αιτούντος  Κράτους  εφ`  όσον  τα  πρόσωπα  ταύτα ευρίσκονται  εν  τη επικρατεία του ετέρου Κράτους. Το προς ό η αίτησις Κράτος δύναται να αρνηθή να παράσχη τας ζητουμένας πληροφορίας εάν  το πρόσωπον εις ό αι πληροφορίαι αύται αναφέρονται τυγχάνη υπήκοος αυτού.

       Αρθρον  43.-  1)  Τα  Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν πως κοινοποιούν αμοιβαίως πληροφορίας επί αδικημάτων διαπραχθέντων εν τη επικρατεία των υπό υπηκόων του ετέρου  Κράτους,  οίτινες  εισήλθον, μετά  την  διάπραξιν  του  αιδκήματος,  εις  το έδαφος του Κράτους του οποίου τυγχάνουν υπήκοοι.
2) Αντίγραφα,  φωτοαντίγραφα  και  φωτογραφίαι  πάντων  των  γνωστών αποδεικτικών  μέσων  ως  και  περιγραφή των πειστηρίων και ενδεχομένων εκθέσεων  αυτοψίας  θέλουσι  παραδοθή  μετά  των  εν  τη   προηγουμένη παραγράφω αναφερομένων πληροφοριών.

                                   Δαπάναι

       Αρθρον  44.-  1)  Τα  έξοδα  τα  προκληθέντα  εκ  της εκτελέσεως της κοινοποιήσεως και της δικαστικής αρωγής επί ποινιών  υποθέσεων,  καθώς και  εκ της αποστολής πληροφοριών, βαρύνουν το Κράτος εν τη επικρατεία του οποίου προεκλήθησαν.
2) Εν τούτοις τα έξοδα τα προκληθέντα εκ της  εκτελέσεως  δικαστικής παραγγελίας    ήτις    ζητεί την    διεξαγωγήν    αποδείξεων    διά πραγματογνωμοσύνης ή την αποστολήν προσώπου εστερημένου της ελευθερίας του εν τη επικρατεία του προς ό η αίτησις Κράτους, βαρύνουν το κράτος εξ ου προέρχεται η δικαστική παραγγελία.

                             Εκδοσις και μεταγωγή ατόμων κατηγορουμένων και δικασθέντων

                                                                Οροι εκδόσεως

       Αρθρον  45.- Τα Συμβαλλόμενα Κράτη, αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν όπως παραδίδουν αμοιβαίως, υπό τους εν τη παρούση  Συμβάσει  προβλεπομένους όρους,  τα  πρόσωπα  άτινα  διώκονται  ή  κατά  των οποίων έχει εκδοθή καταδικαστική απόφασις αποκτήσασα ισχύν δεδικασμένου  εν  τω  αιτούντι την έκδοσιν Κράτει.

       Αρθρον  46.-  1)  Το  προς ό η αίτησις Κράτος θέλει συναινεί εις την έκδοσιν ατόμου το οποίον διώκεται ποινικώς εν τω αιτούντι την  έκδοσιν Κράτει  διά  κακούργημα  ή  πλημμέλημα  αξιόποινον κατά τους Ποινικούς νόμους των δύο Συμβαλλομένων Κρατών, εάν οι νόμοι αμφοτέρων των  Μερών επιτρέπωσι  την απαγγελίαν ποινής στερητικής της ελευθέριας, διαρκείας τουλάχιστον δύο ετών ή βαρυτέρων ποινών.
2) Εις τας περιπτώσεις της παραγρ. 1 ως απόδειξις  του  βασίμου  της περί  εκδόσεως  αιτήσεως  αρκεί  όπως  προσαχθή  η πράξις του αρμοδίου οργάνου του αιτούντος Κράτους η διατάσσουσα την ποινικήν  δίωξιν,  την σύλληψιν,  την  προσωρινήν  σύλληψιν,  την  παραπομπήν  του υποδίκου ή κατηγορουμένου εις την κατασταλτικήν δικαιοδοσίαν ή  άλλη  τις  πράξις έχουσα  την  αυτήν ισχύν. Αι πράξεις αύται δέον όπως περιλαμβάνωσι την περιγραφήν της παραβάσεως δι` ήν ζητείται η έκδοσις, το  κείμενον  του ποινικού  νόμου  του  αιτούντος  Κράτους,  όστις  εφαρμόζεται  επί της παραβάσεως και ορίζει την σχετικήν ποινήν, τον χρόνον  και  τον  τόπον της εκτελέσεως της παραβάσεως και τον νομικόν αυτής χαρακτηρισμόν.

       Αρθρον  47.-  Εν  η  περιπτώσει  οι νόμοι του ενός των Συμβαλλομένων Κρατών πλήτουν διά της ποινής του  θανάτου  έγκλημα  όπερ,  κατά  τους νόμους του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους, επισύρει μόνον στερητικήν της ελευθερίας ποινήν, η έκδοσις δεν δύναται να επιτραπή ειμή μόνον εφόσον αι  αρχαί του αιτούντος Κράτους αναλαμβάνωσι δι` επισήμου δηλώσεως την υποχρέωσιν ότι εν τη συγκεκριμένη  περιπτώσει  η  θανατική  ποινή  δεν θέλει εκτελεσθή.

       Αρθρον 48.- 1) Υπό τους εν τη παραγράφω 1 του άρθρου 45 της παρούσης Συμβάσεως  οριζομένους  όρους  το προς ό η αίτησις Κράτος θέλει επίσης επιτρέψει την έκδοσιν του ατόμου το οποίον κατεδικάσθη  δι`  αποφάσεως εχούσης  ισχύν  δεδικασμένου  εις  στερητικήν  της  ελευθερίας  ποινήν τουλάχισοτν εξ μηνών, ή βαρυτέραν ποινήν.
2) Αι δικαστικαί  αποφάσεις  αίτινες  απέκτησαν  ισχύν  δεδικασμένου είναι  απόδειξις  του  βασίμου της αιτήσεως εκδόσεως, είτε απηγέλθησαν παρουσία των ατόμων εις ά αναφέρονται είτε ερήμην.  Εάν  η  αποκτήσασα ισχύν  δεδικασμένου  απόφασις  απηγγέλθη ερήμην, τα Συμβαλλόμενα Κράτη συμφωνούν όπως μη προβαίνουν εις  εκτέλεσιν  της  αποφάσεως  κατά  του εκδιδομένου ατόμου αλλά επαναλαμβάνουν την διαδικασίαν και δικάζουν το εκδοθέν άτομον παρουσία του.

       Αρθρον  49.-  Το  προς  ό  η  αίτησις Κράτος δύναται να απορρίψη την αίτησιν εκδόσεως:
α) Εάν το αδίκημα δι`  ό  ζητείται  η  έκδοσις  διεπράχθη  επι  του εδάφους του.
β)  Εάν  η  έκδοσις ζητείται δι` αδίκημα διαπραχθέν επί του εδάφους τρίτου Κράτους και έχει ήδη εκδοθή, εν τω Κράτει τούτω, απόφασις.
γ) Εάν το αδίκημα διεπράχθη εκτός του εδάφους του αιτούντος Κράτους υπό ατόμου ξένου προς το ως άνω Κράτος, η δε νομοθεσία του  προς  ό  η αίτησις   Κράτους  δεν  επιτρέπει  την  δίωξιν  των  αυτών  αδικημάτων διαπραχθέντων εκτός της επικρατείας του.

       Αρθρον 50.- Η αίτησις εκδόσεως δεν γίνεται δεκτή κατά τας ακολούθους περιπτώσεις:
α) Εάν το άτομον του οποίου ζητείται η έκδοσις  είναι  υπήκοος  του προς ό η αίτησις Κράτους, 
β)  εάν  έχει εκδοθή απόφασις έχουσα ισχύν δεδικασμένου διά το αυτό αδίκημα υπο δικαστηρίου του προς ό η αίτησις Κράτους, κατά του  ατόμου του οποίου ζητείται η έκδοσις. Αλλά, η έκδοσις θα επιτρέπεται εάν κατά τον  νόμον  του  προς  ό  η  αίτησις  Κράτους  υφίστανται  οι  όροι οι επιτρέποντες την επανάληψιν της διαδικασίας διά το περί  ου  πρόκειται αδίκημα, 
γ)  εάν,  κατά  το  δίκαιον του ενός των Συμβαλλομένων Κρατών, έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής διώξεως ή της  εκτελέσεως  της  ποινής, πριν  ή  διατυπωθή  η αίτησις και γενικώς εις πάσαν περίπτωσιν καθ` ήν αποσβέννυται η ποινική αξίωσις του αιτούντος Κράτους,
δ) εάν δεν εγένετο πρότασις ή δεν κατετέθη  μήνυσις  προς  ποινικήν δίωξιν,  εις  τας  περιπτώσεις  καθ`  άς, συμφώνως προς το δίκαιον του αιτούντος Κράτους ή του Κράτους εν ώ το αδίκημα διεπράχθη,  η  ποινική δίωξις προϋποθέτει διατύπωσιν προτάσεως ή κατάθεσιν μηνύσεως.

       Αρθρον 51.- Εκδοσις δεν χωρεί δια πολιτικά αδικήματα.

       Αρθρον  52.-  Η  έκδοσις  δεν  επιτρέπεται  διά καθαρώς στρατιωτικάς παραβάσεις, διά αδικήματα του τύπου, εν κυριολεξία και διά φορολογικάς παραβάσεις.

                         Διαδικασία εκδόσεως

       Αρθρον 53.- 1) Η αίτησις εκδόσεως δέον να γίνεται  πάντοτε  διά  της διπλωματικής  οδού. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη θέλουσι, διά της αυτής οδού, κοινοποιεί αμοιβαίως πάσαν πληροφορίαν και απόφασιν σχετικώς προς  την έκδοσιν.
2)  Η  αίτησις  εκδόσεως,  εκτός των αποδείξεων περί ών το άρθρον 45 παράγρφος 2 καιτο άρθρον 47 παράγραφος 2 της παρούσης Συμβάσεως,  δέον να συνοδέυηται:
α)  Υπό  των  αποδείξεων  ή  των  δεδομένων  των  σχετικών προς την υπηκοότητα του ζητουμένου ατόμου.,
β) υπό των δεδομένων και των μέσων εξακριβώσεως της ταυτότητος  του ζητουμένου  ατόμου  και,  ει δυνατόν, άλλων δεδομένων επιτρεπόντων την ταχείαν ανακάλυψίν του, εάν δεν έχη ήδη εξακριβωθή η ταυτότης  του  εν τω προς ό η αίτησις Κράτει, 
γ)  υπό  του  κειμένου  του  ποινικού νόμου του αναφερομένου εις το αδίκημα δι`  ό  ζητείται  η  έκδοσις,  τόσον  του  Κράτους  το  οποίον υποβάλλει  την  αίτησιν  εκδόσεως όσον και του Κράτους εν ω το αδίκημα διεπράχθη.
3) Εάν η έκδοσις ζητήται συμφώνως προς το  άρθρον  47  της  παρούσης Συμβάσεως, είναι αναγκαίον όπως προσαρτηθή επίσης η απόδειξις περί του ότι η απόφασις απέκτησεν ισχύν δεδικασμένου.
4)  Η  αίτησις  και  άπαντα  τα  συνημμένα  έγγραφα  δέον  να  έχουν μεταφρασθή εις την επίσμον γλώσσαν  του  προς  ό  η  αίτησις  Κράτους. Απαντα  τα  έγγραφα  ταύτα  κοινοποιούνται  εις  το  πρωτότυπον  ή εις κεκυρωμένα αντίγραφα.
5) Η τυπική ισχύς εκτιμάται κατά το δίκαιον του αιτούντος Κράτους.

     Αρθρον  54.-  1)  Εάν  υφίστανται  οι  υπό  της  παρούσης  Συμβάσεως προβλεπόμενοι  όροι  διά  την  έκδοσιν,  το  προς  ό  η αίτησις Κράτος υποχρεούται όπως, αμέσως άμα τη  λήψει  της  αιτήσεως  εκδόσεως,  λάβη μέτρα  προς  ανακάλυψιν  του  ζητουμένου ατόμου και προς εκτέλεσιν της αιτήσεως  εν  ανάγκη  δε  θέλει  διατάξει  την  σύλληψίν   του   μόλις ανακαλυφθή.
2)  Εάν  δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθή μετά βεβαιότητος, βάσει των συνημμένων εις την αίτησιν  εκδόσεως  εγγράφων,  ότι  συντρέχουσιν  οι απαιτούμενοι  διά  την  έκδοσιν ότι, το προς ό η αίτησις Κράτους θέλει ζητήσει  παρά  του  αιτούντος  Κράτους  όπως  τω  κοινοποιήση,   εντός ωρισμένης  προθεσμίας,  συμπληρωματικάς  πληροφορίας  και  δεδομένα. Η προθεσμία αύτη δύναται να παραταθή τη αιτήσει του αιτούντος Κράτους.
3) Εάν εντός ωρισμένης προθεσμίας δεν δοθή συνέχεια εις την  αίτησιν του   προς  ό  η  αίτησις  εκδόσεως  κράτους,  η  διαδικασία  εκδόσεως αναστέλλεται  και  το  ζητούμενον  άτομον  ελευθερούται.   Τούτο   δεν εμποδίζει   όπως   η   διαδικασία   εκδόσεως   συνεχισθή   όταν   δοθή μεταγενεστέρως  συνέχεια  εις  την  αίτησιν  του  προς  ό  η   αίτησις (εκδόσεως) Κράτους.

       Αρθρον  55.-  1)  Επί  τη  απ` ευθείας αιτήσει του δικαστηρίου ή του αρμοδίου  προς  δίωξιν  οργάνου   ενός   των   Συμβαλλομένων   Κρατών, απευθυνομένη  γραπτώς  ή  τηλεγραφικώς,  το  προς  ό η αίτησις Κράτος, συμφώνως  προς  την  νομοθεσίαν  του,  θέλει  λάβη   προσωρινά   μέτρα ασφαλείας,  συμπεριλαμβανομένης  και  της συλλήψεως του ατόμου ούτινος ζητείται η  έκδοσις,  εάν  η  αίτησις  αναφέρη  εν  των  εγγράφων  των μνημονευομένων  εν  τω άρθρω 45 παράγραφος 2 και άρθρω 47 παράγραφος 2 της παρούσης Συμβάσεως, ως και την αρχήν εξ ής προέρχεται το έγγραφος, τον αριθμόν και την ημερομηνίαν του  εγγράφου,  τον  αριθμόν  και  την ημερομηνίαν του εγγράφου τούτου.
2)  Η  εν  παραγράφω  1  του  παρόντος άρθρου αναφερομένη διαδικασία αναστέλλεται  εάν  η  αίτησις  εκδόσεως  δεν  εκοινοποιήθη  εντός  της προθεσμίας  της  ταχθείσης υπό της αρμοδίας αρχής του προς ό η αίτησις Κράτους. Τη ητιολογημένη  αιτήσει  του  Κράτους  εξ  ου  προέρχεται  η αίτησις, εκδόσεως, η προθεσμία αύτη δύναται να παραταθή.
3)  Η εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου αναφερομένη αίτησις δέον να επιβεβαιωθή διά της διπλωματικής οδού.
4) Το υποβάλλον την αίτησιν εκδόσεως Κράτος  θέλει  ειδοποιηθή  άνευ αναβολής  περί  της  προσωρινής  κρατήσεως  ή  άλλων προσωρινών μέτρων ασφαλείας, ή των λόγων ένεκα των οποίων η αίτησις δεν εξετελέσθη.
5) Τα αρμόδια όργανα των Συμβαλλομένων Κρατών δύνανται επίσης,  άνευ διατυπώσεως  αιτήσεως,  συμφώνως  προς  την  παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου, να θέσουν υπό προσωρινήν κράτησιν άτομον το οποίον  ευρίσκεται επί  του  εδάφους των, εάν πληροφορηθούν ότι διέπραξε, επί του εδάφους του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους, αδίκημα δι`  ό  η  παρούσα  Σύμβασις επιτρέπει  την  έκδοσιν. Το έτερον Κράτος θέλει ειδοποιηθή αμέσως περί τούτου.

       Αρθρον 56.- 1) Η ολική ή μερική απόρριψις της αιτήσεως εκδόσεως ή  η αναβολή της εκτελέσεώς της δέον να αιτιολογώνται.
2)  Πληροφορούν το υποβαλόν την αίτησιν εκδόσεως Κράτος περί του ότι αύτη εγένετο δεκτή, το  προς  ό  η  αίτησις  Κράτος  θέλει  κοινοποιεί εγκαίρως  την  ώραν και το σημείον των συνόρων όπου θέλει λάβη χώραν η παράδοσις.

       Αρθρον 57.-  Το  αιτούν  την  έκδοσιν  Κράτος,εκτός  εν  περιπιτώσει ανωτέρας  βίας,  οφείλει να παραλάβη εκ του προσδιορισθέντος μέρους το παραδιδόμενον άτομον εντός 3 το πολύ ημερών, από της καθορισθείσης διά την  παράδοσιν  ημερομηνίας.  Αλλως  το  περί  ού   πρόκειται   άτομον ελευθερούται.

       Αρθρον  58.-  1)  Το προς ό η αίτησις Κράτος θέλει αποφανθή περί της αιτήσεως εκδόσεως και εν περιπτώσει έτι καθ` ήν ποινική δίωξις ήρχισεν επί του εδάφους του κατά του ατόμου ούτινος ζητείται η  έκδοσις  ή  εν περιπτώσει  καθ`  ην  το  άτομον  τούτο  έχει  καταδικασθή  δι` έτερον αδίκημα. Εάν η αίτησις εκδόσεως γίνη δεκτή,  η  παράδοσις  αναβάλλεται μέχρις ότου το περί ού πρόκειται άτομον εκτίση την ποινήν του ή μέχρις ότου ανασταλή κατ` άλλον τρόπον η διαδικασία.
2)  Και  εις  την περίπτωσιν έτι την προβλεπομένην εν τη παραγράφω 1 του  παρόντος  άρθρου,  το  ζητούμενον  άτομον  δύναται  να   παραδοθή προσωρινώς  εις  το  αιτούν  την  έκδοσιν  Κράτος,  προς συνέχισιν της ανακρίσεως, αλλά το Κράτος τούτο οφείλει όπως επιστρέψη το άτομον  εις το  προς  ό  η  αίτησις  (εκδόσεως)  Κράτος  το βραδύτερον όταν εκδοθή απόφασις διά την πράξιν δι`  ήν  παρεδόθη  προσωρινώς  και  πάντως  το βραδύτερον εντός τριών μηνων από της παραδόσεως.

       Αρθρον  59.-  Εάν  η  παράδοσις  ατόμου τινός ζητείται παρά πλειόνων Κρατών διά το αυτό ή διά διάφορα αδικήματα,  το  προς  ό  αι  αιτήσεις Κράτος  θέλει  αποφανθή  εκάστοτε  αναλόγως  των περιπτώσεων ποίαν των αιτήσεων θα αποδεχθή.

       Αρθρον 60.- 1) Το εκδοθέν άτομον δεν δύναται να διωχθή ποινικώς  και δεν  δύναται  να  καταδικασθή δι` αδίκημα διαπραχθέν προ της εκδόσεως, εάν το αδίκημα τούτο δεν υπαγόρευσε την έκδοσιν ως επίσης δεν  δύναται να παραδοθή, διά τοιούτο αδίκημα, εις τρίτον Κράτος προς κρίσιν ή προς έκτισιν  ποινής  εκτός  εάν  επιτευχθή  προηγουμένως  η εκ των υστέρων συγκατάθεσις του Συμβαλλομένου Κράτους του επιτρέψαντος την έκδοσιν. Η συγκατάθεσις ζητείται κατά τον τύπον τον οριζόμενον  διά  την  αίτησιν εκδόσεως  μετά  των  δικαιολογητικών  εγγράφων,  των απαριθμουμένων εν άρθρω 45.
2) Η  συγκατάθεσις  δεν  θα  ζητείται  εάν  το  εκδοθέν  άτομον  δεν εγκαταλείψη  το  έδαφος  του Κράτους εις ό παρεδόθη κατόπιν της λήξεως προθεσμίας ενός μηνός από της  ημέρας  του  τερματισμού  της  ποινικής διαδικασίας  και,  εάν  κατεδικάσθη,  μετά  την  πάροδον μηνός από της ημερομηνίας καθ` ην εξέτισε την ποινήν του ή επέτυχεν άφεσιν ταύτης, ή εάν το άτομον τούτο επανέλθη και πάλιν εν τη  επικρατεία  του  Κράτους τούτου. Η προθεσμία αύτη δεν περιλαμβάνει την περίοδον καθ` ην το περί ού πρόκειται άτομον δεν ηδυνήθη, άνευ υπαιτιότητός του, να εγκαταλείψη το  έδαφος  του  Κράτους τούτου. Η προθεσμία αύτη δεν περιλαμβάνει την περίοδον καθ` ήν  το  περί  ου  πρόκειται  άτομον  δεν  ηδυνήθη,  άνευ υπαιτιότητός του, να εγκαταλείψη το έδαφος του Κράτους αυτού.

       Αρθρον   61.-   Το   υποβαλόν  την  αίτησιν  εκδόσεως  Κράτος  θέλει πληροφορήση το προς ό η αίτησις Κράτος θέλει πληροφορήση το προς  ό  η αίτησις  Κράτος  περί  του  αποτελέσματος της ποινικής διαδικασίας της διεξαχθείσης κατά του παραδοθέντος ατόμου. Εάν εξεδόθη  απόφασις  κατά του  εν  λόγω  ατόμου,  αντίγραφος  ταύτης  θέλει κοινοποιηθή ευθύς ως αποκτήση ισχύν δεδικασμένου.

       Αρθρον 62.- 1) Τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται όπως, άνευ ειδικής αιτήσεως, διαβιβάζουν αμοιβαίως, κατά την διαδικασίαν εκδόσεως:
α) Τα αντικείμενα άτινα δύνανται να χρησιμεύουν ως  πειστήρια  κατά του  ατόμου  ούτινος  εζητήθη  η  έκδοσις.  Το προς ό η αίτησις Κράτος δύναται να κρατήση προσωρινώς τα αντικείμενα  ταύτα  εάν  τούτο  είναι απαραίτητον διά την διεξαγωγήν ετέρας ποινικής διαδικασίας.
β)  Απαντα  τα  εις  την  κατοχήν  του ζητηθέντος ή τρίτου προσώπου ευρεθέντα αντικείμενα τα οποία το πρόσωπον τούτο  ή  ο  συνένοχος  του απέκτησαν  διά  του  αδικήματος  του  προκαλέσαντος  την  έκδοσιν ή τα αντικείμενα τα αντιπροσωπεύοντα το αντίτιμον των  διά  του  αδικήματος αποκτηθέντων  αντικειμένων  ή  την  αμοιβήν διά την διάπραξίν του. Εάν εγερθή αμφισβήτησις σχετικώς  προς  την  φύλαξιν,  τα  δικαστήρια  του Κράτους εν ώ τα αντικείμενα ευρίσκονται, αποφαίνονται επί του θέματος.
2)  Τα  αντικείμενα  ταύτα  διαβιβάζονται εις το αιτήσαν την έκδοσιν Κράτος κατά την παράδοσιν του εκδιδομένου ατόμου,  εάν  δε  τούτο  δεν είναι  δυνατόν, μεταγενεστέρως, το αυτό ισχύει και εις τας περιπτώσεις καθ` ας δεν λαμβάνει χώραν η έκδοσις λόγω  θανάτου  ή  αποδράσεως  του ζητουμένου ατόμου.
3)  Τα δικαιώματα τρίτων επί των αντικειμένων αυτών θα επιφυλαχθώσι. Μετά το πέρας της ποινικής διαδικασίας, τα αντικείμενα ταύτα  θέλουσιν επιστραφή  δωρεάν εις το πρόσωπον εις ό ανήκουν. Εάν δεν είναι δυνατόν να  καθορισθή  εις  ποίον  ανήκουν  τα  αντικείμενα,  ταύτα   θέλουσιν επιστραφή άνευ ανταλλάγματος εις το προς ό η αίτησις Κράτος.

       Αρθρον  63.-  Εάν  το εκδοθέν άτομον διαφύγη την ποινικήν δίωξιν και επιστρέψη εκ νέου εις το έδαφος του προς ό η αίτησις  Κράτους,  θέλει, βάσει νέας αιτήσεως, εκδοθή άνευ ουδεμιάς διατυπώσεως.

                                   Μεταγωγή

       Αρθρον 64.- 1) Τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται  όπως  επιτρέπουν, τη  αιτήσει,  την  μεταγωγήν διά του εδάφους των ατόμου εκδοθέντος υπό τρίτου Κράτους προς το έτερον των Συμβλαλομένων Κρατών. Το Κράτος  δεν υποχρεούται να επιτρέψη την μεταγωγήν του ατόμου εάν δεν υφίστανται οι υπο της παρούσης Συμβάσεως προβλεπόμενοι όροι.
2) Η αίτησις αδείας μεταγωγής μεταβιβάζεται κατά τον αυτόν ως και  η αίτησις εκδόσεως τρόπον.
3) Το προς ό η αίτησις Κράτος επιτρέπει την μεταγωγήν καθ` ον τρόπον προτιμά.

       Αρθρον  65.-  Τας δαπάνας της εκδόσεως αναλαμβάνει το Κράτος επί του εδάφους  του  οποίου  αύται  προκαλούνται.   Τας   δαπάνας   μεταγωγής αναλαμβάνει το Κράτος εξ ου προέρχεται η αίτησις μεταγωγής.

       Αρθρον  66.-  Τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν όπως μη παραχωρούν την υπηκοότητά των εις  πρόσωπα  των  οποίων  εζητήθη  η έκδοσις,  εκτός  εάν  τα  πρόσωπα ταύτα επιτύχουν την απαλλαγήν εκ της προηγουμένης  αυτών  υπηκοοότητος.  Θα  αναμένουν,  δηλονότι,  διά  να αποφανθούν επί αιτήσεως υπηκοότητος, την λήψιν αποφάσεως σχετικώς προς την  αίτησιν  εκδόσεως,  ιδία  εάν  το  Κράτος  το οποίον αιτείται την έκδοσιν, γνωστοποιήση ότι η  υπηκοότητα  ζητείται  προς  αποφυγήν  της εκδόσεως.

                                ΤΡΙΤΟΝ ΜΕΡΟΣ
 
                           Ακροτελεύτιοι διατάξεις

       Αρθρον   67.-  Οιαδήποτε  αμφισβήτησις  αφορώσα  την  εφαρμογήν  της     παρούσης Συμβάσεως διακανονίζεται μεταξύ των Συμβαλλομένων Κρατών  διά της διπλωματικής οδού.

       Αρθρον.  68.-  Η  παρούσα  Σύμβασις  θέλει  επικυρωθή  και τα όργανα επικυρώσεως θέλουσι ανταλλαγήν εν Βελιγραδίω.

       Αρθρον 69.- 1) Η παρούσα Σύμβασις θα τεθή εν ισχύϊ 30 ημέρας από της ημερομηνίας της ανταλλαγής των οργάνων επικυρώσεως.

       2) Η παρούσα Σύμβασις συνομολογείται διά περίοδον ακαθόριστον και  η ισχύς  αυτής θα λήξη μετά την παρέλευσιν έτους από της καταγγελίας της υφ` ενός των Συμβαλλομένων Κρατών.

     Εγένετο εν Αθήναις τη 18 - 6 - 59 εις διπλούν εις γαλλικήν γλώσσαν.

     Διά την Κυβέρνησιν                                 Διά την Κυβέρνησιν  Λαϊκής της
    του Βασιλείουτης Ελλάδος               Ομοσπονδιακής Δημοκρατ. της Γιουγκοσλαυϊας

     Ε. ΑΒΕΡΩΦ - ΤΟΣΙΤΣΑΣ                                ΚΟΤΣΑ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

     Εν Αθήναις τη 18 Ιουνίου 1959

     Κύριε Υπουργέ,

       Αναφερόμενος  εις  την  άρτι  υπογραφείσαν υφ` ημών Σύμβασιν επί των αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος και  της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαυϊας, έχων την τιμήν να φέρω εις γνώσιν της Υμετέρας Εξοχότητος τα ακόλουθα:

1. Κατά την Ελληνικήν νομοθεσίαν η έκδοσις ενός προσώπου δεν δύναται να  επιτραπή  εάν  η  δίωξις διά την διαπραχθείσαν υπ` αυτού παράβασιν υπάγεται εις την αρμοδιότητα των  Ελληνικών  δικαστηρίων.  Το  γεγονός τούτο  δέον  να  ληφθή  υπ`  όψιν κατά την εφαρμογήν του άρθρου 48 της  Συμβάσεως.
2. Η διάταξις του άρθρου 49 παράγρ. β` της Συμβάσεως δεν δύναται  να εφαρμοσθή  εις  τας  περιπτώσεις  καθ` άς τα Ελληνικά δικαστήρια είναι αρμόδια διά την επανάληψιν της διαδικασίας της αφορώσης την  παράβασιν δι` ην ζητείται η έκδοσις.
3.  Εις  την έννοιαν του όρου "πολιτικά αδικήματα" περί ων το άρθρον 50 δέον  επίσης  να  περιληφθώσι  και  αι  πράξεις  αι  συναφείς  προς παρομοίας παραβάσεις.
Εθεώρησα  αναγκαίον  να  παράσχω  εις  την  Υμετέραν  Εξοχότητα  τας διευκρινήσεις ταύτας εν σχέσει προς τας προαναφερθείσας διατάξεις, ίνα αποφευχθώσιν αμφιβολίαι, δυνάμεναι να ανακύψωσι κατά την διάρκειαν της εφαρμογής της συμβάσεως. (Προς την άνω δήλωσιν συμφωνεί ο αντιπρόσωπος της Γιουγκοσλαβίας).
Δημοσίευση σχολίου