Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Εμπορία ανθρώπων, σωματεμπορία, έκδοση αλλοδαπού.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ε', 1163/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Ποινική Δικονομία. Εκδοση αλλοδαπής υπηκόου και δη υπηκόου Μολδαβίας στις δικαστικές αρχές της Μολδαβίας. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, κυρωθείσα και από τη Μολδαβία. Εφεση κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως. Εμπορία ανθρώπων από οργανωμένη εγκληματική ομάδα. Σωματεμπορία. Πραγματικά περιστατικά. Διττό αξιόποινο.
Λόγοι απαγορεύσεως της εκδόσεως. Δεν προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό έγκλημα ή ότι αυτό έχει παραγραφεί ή ότι πρόκειται να διωχθεί από πράξεις διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες ζητείται η έκδοσή της. Ισχυρισμός περί παραπομπής της στο ΜΟΔ στην Ελλάδα για την πράξη της σωματεμπορίας από κοινού κατά συρροή και κατ΄ επάγγελμα. Αφ΄ ενός η πράξη αυτή για την οποία ζητείται η έκδοσή της (εμπορία ανθρώπων από οργανωμένη εγκληματική ομάδα) δεν ταυτίζεται με εκείνη της σωματεμπορίας και αφ΄ ετέρου πρόκειται και για διαφορετικές ως προς τα συγκροτούντα αυτές πραγματικά περιστατικά πράξεις.

 Σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., κατά της οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε, κατά το άρθρο 450 του ίδιου Κώδικα, επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στο β’ τμήμα (ήδη Ποινικό) του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, συντασσομένης σχετικής εκθέσεως από το γραμματέα εφετών. Επομένως, η υπό κρίση από 8-12-2015, με αριθμό εκθέσεως ./2015, έφεση της R. (όν.) H. (επών.) του S. και E., που γεννήθηκε στις 30-7-1991 στο χωριό ..., υπηκόου Μολδαβίας και ήδη κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Κορυδαλλού, που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Πειραιώς, κατά της υπ’ αριθ. 19/8-12-2015 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς της στο κράτος της Μολδαβίας, προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της παράνομης διακίνησης ανθρώπων με απατηλά μέσα με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευσή τους που διαπράχθηκε από εγκληματική ομάδα, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (αυθημερόν), οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν. 

Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως, οι οποίοι διατυπώνονται στη συντασσόμενη συναφώς, κατά το άρθρ. 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., έκθεση εφέσεως. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του αρμόδιου, κατ’ άρθρ. 451 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., τμήματος του Αρείου Πάγου εναντίον της περί εκδόσεως αλλοδαπού αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος, οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, κατά δε το άρθρο 436 του Κ.Ποιν.Δ., (παρ. 1) αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (ήτοι των άρθρων 437 - 456 Κ.Ποιν.Δ.), οι οποίες (παρ. 2) εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Τέτοια σύμβαση, την οποία έχουν κυρώσει η Ελλάδα στις 6-5-1961 με το Ν. 4165/1961 και η Δημοκρατία της Μολδαβίας στις 31-12-2007, είναι η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (Ε.Σ.Ε.), που υπογράφηκε στο Παρίσι και διέπει το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των κρατών τούτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 2 παρ. 1 της Ε.Σ.Ε. ορίζεται, ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους, που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους, από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ενός τουλάχιστον έτους, ως προς το ανώτατο όριο, ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ, όταν υπήρξε καταδίκη σε ποινή ή επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους, η σχετική κύρωση πρέπει να είναι τεσσάρων μηνών κατ’ ελάχιστο όριο. Στο άρθρο 12 της Συμβάσεως αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά", ορίζεται ότι (παρ. 1) η αίτηση, με την οποία ζητείται η έκδοση, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, πρέπει να είναι έγγραφη και να υποβληθεί μέσω της διπλωματικής οδού και (παρ. 2) για την υποστήριξή της πρέπει να προσκομιστούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση με προσδιορισμό των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου διαπράξεώς τους, του νομικού χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, δήλωση για το εφαρμοστέο δίκαιο, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του εκζητούμενου προσώπου και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητά του. Ακόμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 9 και 10 της άνω Συμβάσεως, η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση για την έκδοση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά του φρονήματα, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί εξαιτίας κάποιου από τους παραπάνω λόγους, αν αφορά στρατιωτικές και φορολογικές παραβάσεις (ενώ με τη Διεθνή Σύμβαση Schengen, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2514/1997, η έκδοση είναι επιτρεπτή και για ορισμένες φορολογικές παραβάσεις), αν αφορά άτομο, που δικάστηκε ήδη οριστικά από τις αρμόδιες αρχές του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση για την πράξη ή τις πράξεις, για τις οποίες ζητείται αυτή και, αν κατά τη νομοθεσία της αιτούσας χώρας ή εκείνης, προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση έλαβε χώρα παραγραφή της πράξεως. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, ενόψει και του προαναφερθέντος άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, συνάγεται με σαφήνεια, ότι σε περίπτωση εκδόσεως αλλοδαπού κατά τις διατάξεις της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως", ως κατηγορουμένου, πρέπει τα εγκλήματα, για τα οποία αυτός διώκεται, να είναι αξιόποινα, τόσο κατά το νόμο του αιτούντος κράτους, όσο και κατά το νόμο του κράτους, παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους. Επίσης, το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, που αποφαίνεται για την έκδοση, δεν έχει εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας, για την οποία ζητείται η έκδοση ή τη νομιμότητα της σχετικής προδικασίας, που τηρήθηκε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους που ζητεί την έκδοση, αφού ούτε από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της Ε.Σ.Ε., που ορίζει εξαντλητικά τα συγκεκριμένα στοιχεία και δικαιολογητικά, που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση για τη στήριξη και τη δικαστική αξιολόγησή της, ούτε από άλλη διάταξη της Ε.Σ.Ε. προβλέπεται και η επισύναψη αποδεικτικών στοιχείων της ενοχής του εκζητουμένου, αλλά και επειδή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 437, 443 παρ. 1 και 450 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., που προβλέπουν επισύναψη στην αίτηση εκδόσεως εγγράφων για βεβαίωση ενδείξεων ενοχής και έρευνα για τη βασιμότητα της κατηγορίας (όταν ζητείται η έκδοση για την παραπομπή του εκζητουμένου σε δίκη και όχι για την εκτέλεση ποινής), αφού έρχονται σε αντίθεση με την Ε.Σ.Ε.

 Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 Κ.Ποιν.Δ., η έκδοση απαγορεύεται: α) αν εκείνος για τον οποίο ζητείται ήταν ημεδαπός όταν τελέστηκε η πράξη, β) αν η δίωξη και η τιμωρία του εγκλήματος που τέλεσε στο εξωτερικό ανήκει σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους στα ελληνικά δικαστήρια, γ) αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό ή του τύπου, ή διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση αυτού που αδικήθηκε, ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δ) αν σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του ελληνικού κράτους ή του κράτους, όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει προκύψει ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο και ε) αν πιθανολογείται, ότι εκείνος, για τον οποίο ζητείται η έκδοση, θα καταδιωχθεί από το κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση. Κατά δε το άρθρο 8 της Ε.Σ.Ε., το συμβαλλόμενο μέρος, από το οποίο ζητείται η έκδοση καταζητούμενου ατόμου, δύναται να αρνηθεί αυτήν, αν το εν λόγω άτομο διώκεται υπό τούτου για την πράξη ή τις πράξεις, για τις οποίες ζητείται η έκδοση. Με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 438 περ. β’ Κ.Ποιν.Δ., θεσπίζεται υποχρεωτικός λόγος απαγορεύσεως της εκδόσεως για έγκλημα, το οποίο ο εκζητούμενος τέλεσε στο εξωτερικό, του οποίου όμως η δίωξη και η τιμωρία ανήκει, κατά τους ελληνικούς νόμους, στα ελληνικά δικαστήρια, ενώ με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 της Ε.Σ.Ε. θεσπίζεται δυνητικός λόγος αρνήσεως της εκδόσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, και στις δύο περιπτώσεις, ότι ασκήθηκε από τα αρμόδια όργανα της Ελληνικής Πολιτείας ποινική δίωξη κατά του εκζητουμένου για το αυτό έγκλημα, για το οποίο εκζητείται. Τέλος, κατά το άρθρο 450 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρ. 438 περ. δ’ του ίδιου Κώδικα, το συμβούλιο γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της εκδόσεως και αποφαίνεται για το αν εκείνος που έχει συλληφθεί είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που εκζητείται, αν υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα, αν το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικαστεί είναι από εκείνα, για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και αν έχει προκύψει λόγος, που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο.

 Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα, τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε η εκκαλούσα - εκζητουμένη πρωτοδίκως και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, καθώς και ο συνήγορός της, προφορικά και με το κατατεθέν υπόμνημά της, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με το υπ’ αριθ. .../15-4804/23-11-2015 αίτημα της Γενικής Εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, που διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ελλάδας, υποβληθέν νομοτύπως δια της διπλωματικής οδού, ζητείται η έκδοση στις δικαστικές Αρχές της Μολδαβίας της (επ.) H. (όν.) R. του S. και E., που γεννήθηκε στις 30-7-1991 στο χωριό Cajba επαρχίας Glodeni Μολδαβίας, Μολδαβής υπηκόου και ήδη κρατουμένης στις φυλακές Κορυδαλλού, η οποία διώκεται με το υπ’ αριθ. ..../28-04-2015 ένταλμα σύλληψης του Ανακριτή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της πόλεως Glodeni Μολδαβίας, προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της παράνομης διακίνησης/εμπορίας ανθρώπων με απατηλά μέσα με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευσή τους που διαπράχθηκε από εγκληματική ομάδα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 42 εδ. 2 και 3, 46 και 165 παρ. 3α του Ποινικού Κώδικα της Μολδαβίας με ποινή φυλακίσεως από 10 έως 20 ετών, είναι δε αξιόποινη και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία (άρθρα 187, 323Α και 351 Π.Κ.), σύμφωνα με την οποία τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών κατ’ άρθρ. 187 Π.Κ. και με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή 10.000 έως 50.000 ευρώ κατά τα άρθρα 323Α και 351 Π.Κ., οπότε για τη συγκεκριμένη πράξη επιτρέπεται η έκδοση κατά το άρθρ. 2 παρ. 1 της Ε.Σ.Ε., δεδομένου ότι απειλείται και από τα δύο δίκαια πολυετής στερητική της ελευθερίας ποινή. Η κατηγορία, που αποδίδεται ειδικότερα στην εκζητουμένη συνίσταται στο ότι: "Κατά την περίοδο Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2014 οι Μ. Ρ. του Ν. (M. R. N.), Τ. Β. του Ε. (C. V. E.), Χ. Ρ. του Σ. (H. R. S.), Α. Α. (A. A.), υποκίνησαν περισσότερα από ένα άτομα για να διαπράξουν το αδίκημα της διακίνησης ανθρώπων, μοίρασαν και συντόνισαν τους εγκληματικούς ρόλους ανάμεσα στα μέλη της ομάδας ενόψει της στρατολόγησης, μεταφοράς, παροχής στέγης, παραλαβής των ατόμων με ή χωρίς τη συγκατάθεσή τους, με σκοπό τη σεξουαλική εμπορική εκμετάλλευσή τους και την απόκτηση οικονομικού οφέλους από το αποτέλεσμα αυτών των πράξεων, διευθύνοντας τη δραστηριότητα της οργανωμένης εγκληματικής ομάδας τους. Τα άνω αναφερόμενα άτομα, ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους ως μελών της οργανωμένης εγκληματικής ομάδας την οποία διεύθυναν οι Τ. Β. του Ε., Χ. Ρ. του Σ., Α. Α., Μ. Ρ. του Ν. και άλλα άγνωστα στο όργανο ποινικής δίωξης άτομα, είχαν το ρόλο να στρατολογήσουν τα πιθανά θύματα της διακίνησης ανθρώπων παραπλανώντας αυτά σχετικά με το είδος των υπηρεσιών που επρόκειτο να παρέχουν στη χώρα προορισμού και επωφελούμενοι από την ευάλωτη θέση των θυμάτων, να ετοιμάσουν τα απαραίτητα έγγραφα ενόψει της μεταφοράς αυτών στη χώρα προορισμού, να παρέχουν σε αυτά στέγη μέχρι τη μεταφορά τους και να μεταφέρουν αυτά στον προορισμό τους. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της οργανωμένης εγκληματικής ομάδας η Χ. Ρ. του Σ. (H. R. S.) είχε ρόλο οργανωτή, μοίρασε και συντόνισε τους εγκληματικούς ρόλους ανάμεσα στα μέλη της ενόψει της στρατολόγησης, μεταφοράς, παροχής στέγης, παραλαβής των ατόμων, με ή χωρίς τη συγκατάθεσή τους, με σκοπό τη σεξουαλική εμπορική εκμετάλλευσή τους και την απόκτηση οικονομικού οφέλους από το αποτέλεσμα των πράξεών της, διεύθυνε τις ενέργειες των λοιπών μελών της οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, καθώς και το ρόλο αυτουργού, στρατολογώντας τα πιθανά θύματα, διασφαλίζοντας κατοικία σε αυτά, ετοιμάζοντας άμεσα και μέσω συνεργών της τα έγγραφα για τη μεταφορά των θυμάτων στη χώρα προορισμού και μεταφέροντας αυτά στη χώρα προορισμού τους. Έτσι, το φθινόπωρο του 2014, η ογανωμένη εγκληματική ομάδα, την οποία διεύθυναν οι Τ. Β. του Ε., Χ. Ρ. του Σ., Α. Α., Μ. Ρ. του Ν. και λοιπά άγνωστα στο όργανο ποινικής δίωξης άτομα, από κοινού με την Χ. Ρ. του Σ. διέπραξαν το αδίκημα της διακίνησης ανθρώπων σε βάρος της Μ. Μ. (M. M.) υπό τις παρακάτω περιστάσεις: Κατά τη διάρκεια του μηνός Νοεμβρίου 2014 ο Τ. Β. κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης με τους Α. Α., Χ. Ρ., Μ. Ρ. του Ν. και λοιπά άγνωστα στο όργανο ποινικής δίωξης άτομα, βρισκόμενοι στην Αθήνα, Ελλάδα, μέσω της Α. Α., η οποία γνώριζε από τη μητέρα της για τη δύσκολη οικονομική κατάσταση της Μ. Μ. εξαιτίας της έλλειψης θέσης εργασίας και των οικονομικών μέσων διαβίωσης, με πρόθεση στρατολόγησής της με απατηλά μέσα με σκοπό τη σεξουαλική εμπορική εκμετάλλευσή της, για να αποκρύψει τον πραγματικό σκοπό της μεταφοράς του θύματος στη χώρα προορισμού, η Α. Α. επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη Μ. Μ. προτείνοντάς της καλά αμειβόμενη θέση εργασίας ως νταντά σε νηπιαγωγείο ή λάντζα σε καφενείο στην Αθήνα, ενώ ο Τ. Β. της υποσχέθηκε ευπρεπή μισθό 1000 ευρώ μηνιαίως. Αποσπώντας την συγκατάθεση του θύματος με απατηλά μέσα, επιδιώκοντας την πραγματοποίηση του εγκληματικού σκοπού της οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, ο Τ. Β. του Ε., κατόπιν προηγούμενης συνεννόησής του με τους Χ. Ρ. του Σ., Α. Α., Μ. Ρ. του Ν. και λοιπά άγνωστα στο όργανο ποινικής δίωξης άτομα, της αγόρασαν εισιτήριο στο λεωφορείο, το οποίο εκτελούσε το δρομολόγιο από ... και στις 5-12-2015 μετέφεραν την Μ. Μ. στην Αθήνα, Ελλάδα. Επομένως, αφού της αφαιρέθηκε το διαβατήριο της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, της στερήθηκε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας από τους Τ. Β. του Ε., Χ. Ρ. του Σ. και Α. Α., με απατηλά μέσα, άσκηση ψυχικής επιρροής και σωματικής βίας εκδηλωμένης με χτυπήματα, με γροθιές και κλωτσιές σε διάφορα σημεία του σώματός της, η Χ. Ρ. του Σ. προσπάθησε να την εξαναγκάσει να έλθει σε σεξουαλική επαφή αντί χρηματικού αντιτίμου, όμως, λόγω του ότι το θύμα αρνιόταν, κακοποιήθηκε συστηματικά από τον Τ. Β. για περίπου 14 ημέρες και βιάστηκε από αυτόν". Προς υποστήριξη της παραπάνω αιτήσεως για έκδοση συνυποβλήθηκαν όλα τα απαιτούμενα κατά τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο διατάξεις έγγραφα σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, μεταξύ των οποίων και το από 21-4-2015 κατηγορητήριο του Εισαγγελέα της Εισαγγελίας της πόλεως Glodeni. Από το εν λόγω κατηγορητήριο και τα λοιπά σχετικά έγγραφα προκύπτει η άνω αποδιδόμενη στην εκζητουμένη αξιόποινη πράξη, κατά τόπο χρόνο και περιστάσεις διαπράξεώς της, με πλήρη έκθεση και προσδιορισμό των στοιχείων αυτής και του νομικού χαρακτηρισμού της, προσκομίζονται δε και οι προαναφερθείσες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου, που προβλέπουν την αξιόποινη αυτή πράξη. Η ταυτότητα, ως και η υπηκοότητα της εκκαλούσας και παραστάσας ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (βούλευμα) και ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου, διακριβώθηκαν πλήρως, είναι δε εκείνη, της οποίας ζητείται η έκδοση, διώκεται με το προμνημονευόμενο αλλοδαπό ένταλμα συλλήψεως και ήδη κρατείται στην Ελλάδα με το υπ’ αριθ. ./2015 ένταλμα συλλήψεως της Προέδρου Εφετών Πειραιώς, με σκοπό την έκδοσή της στις μολδαβικές Αρχές, καθώς και για άλλη αιτία. Εξάλλου, δεν προκύπτει, ότι η έκδοση της ανωτέρω ζητείται για πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό έγκλημα ή του τύπου ή για λόγους φυλετικών, θρησκευτικών, πολιτικών ή εθνικών της φρονημάτων, ότι αυτή αθωώθηκε ή καταδικάστηκε στην Ελλάδα για το προεκτεθέν αδίκημα, ότι τούτο έχει παραγραφεί σύμφωνα με την ελληνική ή τη Μολδαβική νομοθεσία ούτε ότι πρόκειται να διωχθεί για πράξεις διαφορετικές από εκείνες, για τις οποίες ζητείται η έκδοσή της (άρθρα 3, 4, 5, 9, 10 της άνω Συμβάσεως και 438 Κ.Ποιν.Δ.).
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε νόμιμος λόγος, που εμποδίζει τη δίωξη της εκκαλούσας - εκζητουμένης για την προεκτεθείσα αξιόποινη πράξη και την έκδοσή της στις Μολδαβικές Αρχές, σύμφωνα και με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται. Ειδικότερα, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα - εκζητουμένη, δεν ασκήθηκε στην Ελλάδα ποινική δίωξη για την ίδια προπεριγραφόμενη πράξη, για την οποία αυτή εκζητείται από τις δικαστικές Αρχές της Μολδαβίας. Και ναι μεν προκύπτει, ότι αυτή έχει παραπεμφθεί με το υπ’ αριθ. 2144/2015 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για να δικαστεί ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της σωματεμπορίας από κοινού κατά συρροή τελεσθείσα κατ’ επάγγελμα (παράβαση άρθρου 351 παρ. 1, 2, 4 εδ. δ’ Π.Κ.), που φέρεται ότι έλαβε χώρα στην Αθήνα και στην ευρύτερη περιοχή του νομού Αττικής κατά το πρώτο εικοσαήμερο του Δεκεμβρίου 2014, πλην όμως, ανεξαρτήτως του ότι η νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου δεν ταυτίζεται με εκείνη της πράξεως της εμπορίας ανθρώπων από οργανωμένη εγκληματική ομάδα, για την οποία ζητείται η έκδοση της εκκαλούσας και για την οποία δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην Ελλάδα εις βάρος της ιδίας, είναι προφανές, ότι πρόκειται για διαφορετικές αξιόποινες πράξεις, ως προς τα συγκροτούντα αυτές πραγματικά περιστατικά, με διαφορετικούς τόπους και μη συμπίπτοντες στο σύνολό τους χρόνους τελέσεως. Τούτο δε, διότι η πράξη της στρατολόγησης γυναικών με απατηλά μέσα στο κράτος της Μολδαβίας με σκοπό τη μεταφορά τους στην Ελλάδα για τη σεξουαλική τους εκμετάλλευση από οργανωμένη εγκληματική ομάδα, μέλος της οποίας με διευθυντικό ρόλο και ρόλο οργανωτή ήταν η εκκαλούσα, για την οποία ζητείται η έκδοση της τελευταίας, είναι πράξη διαφορετική της σωματεμπορίας, που φέρεται ως τελεσθείσα στην Ελλάδα, για την οποία έχει παραπεμφθεί η ίδια να δικαστεί ενώπιον του Μ.Ο.Δ. Αθηνών κατά τα προεκτεθέντα και έπεται χρονικώς του εγκλήματος της παράνομης διακίνησης ανθρώπων με απατηλά μέσα με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευσή τους διαπραχθείσα από οργανωμένη εγκληματική ομάδα, που φέρεται ως -τελεσθείσα στη Μολδαβία.

 Συνεπώς, ο περί απαγορεύσεως της εκδόσεώς της στη Μολδαβία, κατά τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρ. 438 περ. β’ και δ’ Κ.Ποιν.Δ., ισχυρισμός της εκκαλούσας, που διατυπώνεται με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ειδικότερη αιτίαση, ότι το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (βούλευμα), δεν έλαβε υπόψη του τον δια του υπομνήματος αυτής διατυπωθέντα ισχυρισμό της, ότι για την ίδια αξιόποινη πράξη, για την οποία αυτή εκζητείται από τις δικαστικές Αρχές της Μολδαβίας, διώκεται και στην Ελλάδα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

 Μετά από αυτά, αφού συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες για την έκδοση της εκκαλούσας θετικές, κατά την άνω Σύμβαση και τον Κ.Ποιν.Δ., προϋποθέσεις και ελλείπουν οι αρνητικές, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως της εκκαλούσας, δεν έσφαλε, μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν εις βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 8-12-2015, με αριθμό εκθέσεως ./2015, έφεση της R. (όν.) H. (επών.) του S. και της E. κατά της υπ’ αριθ. 19/2015 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως της ως άνω εκκαλούσας, υπηκόου Μολδαβίας, στο κράτος της Μολδαβίας.

Και
Επιβάλλει στην εκκαλούσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2016.
Δημοσίευση σχολίου