Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Εγκληματική οργάνωση - Εμπορία ανθρώπων - Υπεξαγωγή εγγράφων.

Τριμελές Εφετείο Κακ/των Πατρών 244/ 2017.

Σύνθεση: ΑΘΗΝΑ ΜΠΕΣΣΗ, Προεδρεύουσα Εφέτης, ΣΟΦΙΑ ΚΑΛΟΥΔΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εφέτες.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΥΛΗ, Αντεισαγγελέας Εφετών.
Περίληψη. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συστάσεως εγκληματικής οργάνωσης ή η ένταξη σε αυτή ως μέλος. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων. Το στοιχείο της φυσικής εξουσίας του δράστη επί του θύματος διαφοροποιείται ποσοτικά και ποιοτικά σε σχέση με την εμπορία δούλων. Δεν απαιτεί ούτε την πλήρη υποδούλωση του θύματος, ούτε τη διαρκή και χωρίς διακοπή θέση του υπό την εξουσία του δράστη. Απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση αυτού με τη χρήση βίας ή απειλής ή κάποιου από τα λοιπά εξαναγκαστικά μέσα να προσλάβει, μεταφέρει, προωθήσει, υποθάλψει, κατακρατεί κ.λπ. ο ίδιος ή μέσω άλλου κατευθυνομένου από αυτόν προσώπου, η δράση του οποίου κρίνεται κατά τις περί συνεργείας διατάξεις του παθόντα με σκοπό την εξαναγκαστική εκμετάλλευση της εργασίας του τελευταίου, η οποία συντελείται είτε με την παροχή από το θύμα της εργασίας σε τρίτους εργοδότες και την είσπραξη της αμοιβής αυτών από τον δράστη, είτε με την παροχή εργασίας για λογαριασμό του ιδίου του δράστη και δεν αρκεί ενδεχόμενο δόλος. Κατ’ επάγγελμα τέλεση εγκλήματος. Εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε η εκμετάλλευση προσώπων, η απεύθυνση απειλών σε βάρος τους και η χρήση άλλων εξαναγκαστικών μέσων σε βάρος τους για να παραμείνουν στην εργασία τους. Οι καταγγέλλοντες ζούσαν υπό καθεστώς ελευθερίας και μετακινούνταν ελεύθερα. Το δικαστήριο δεν πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι συγκρότησαν από κοινού ή εντάχθηκαν σε δομημένη ομάδα με διαρκή δράση και οργανωμένο σχέδιο την προσέλκυση εργατών με ψεύτικες υποσχέσεις για την τέλεση του κακουργήματος της εμπορίας ανθρώπων, ούτε ότι οι κατηγορούμενοι είτε με την απόσπαση της συναίνεσης των θυμάτων είτε με απειλές ή με άσκηση βίας και απόκρυψη των ταξιδιωτικών τους εγγράφων τους κατακρατούσαν πετυχαίνοντας την εκμετάλλευση της εργασίας τους και εισπράττοντας οι ίδιοι τα χρήματα της αμοιβής τους από την καθημερινή εργασίας τους χωρίς να τους τα αποδίδουν, έχοντας σκοπό πορισμού εισοδήματος από την πράξη τους αυτή.

Κατόπιν η Πρόεδρος διέταξε την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την αποχώρηση από το ακροατήριο των μαρτύρων στον προορισμένο γι' αυτούς χώρο του Καταστήματος και παρήγγειλε να καταβληθεί η προσήκουσα προσοχή για την αποφυγή κάθε αθέμιτης συνομιλίας των μαρτύρων, σύμφωνα με το άρθρο 350 του Κ.Π.Δ. Στο σημείο αυτό της δίκης η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να αναγνωστούν οι προανακριτικές καταθέσεις (αρχικές και συμπληρωματικές) των απολιπομένων μαρτύρων:

Το Δικαστήριο, αφού κανείς δεν έφερε αντίρρηση, ανέγνωσε δημόσια δια της Προέδρου τις προανακριτικές καταθέσεις εκείνων των απολιπομένων μαρτύρων, των οποίων η παρουσία στο Δικαστήριο κρίθηκε ανέφικτη, όπως προκύπτει από τις από 26-8-2015 και 9-9-2016 βεβαιώσεις του Αρχιφύλακα ..., ήτοι ανέγνωσε τις από 8-9-2009 (δύο) και 13-9-2009 (δεκατρείς) προανακριτικές καταθέσεις (αρχικές) των κάτωθι απολιπομένων μαρτύρων:
Για την ανάγνωση των ανωτέρω καταθέσεων δεν προέβαλλε κανείς αντίρρηση.

Μετά την αποχώρηση των μαρτύρων, κλήθηκε και προσήλθε ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, ο οποίος όταν ρωτήθηκε από την Πρόεδρο για τα στοιχεία της ταυτότητάς του, απάντησε ότι ονομάζεται ..., γεννήθηκε το έτος 1979 στη Λακκόπετρα Αχαΐας, είναι κάτοικος ομοίως, αγρότης, Έλληνας, γνωρίζει τους κατηγορουμένους και δεν είναι συγγενείς. Σε ερώτηση της Προέδρου αν δίνει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο, αφού επέλεξε τον πρώτο τύπο, ορκίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 218 του Κ.Π.Δ. στο Ιερό Ευαγγέλιο και εξεταζόμενος, κατέθεσε τα εξής: «Είμαι αγρότης. Απασχολούσαμε Ρουμάνους. Ο ... γνώριζε την γλώσσα. Ήταν 15 χρόνια στην Ελλάδα. Αν ήθελα κάποιον για ψιλοδουλειά πήγαινα εκεί και έπαιρνα δύο άτομα αλλιώς αν ήθελα δέκα άτομα, έπαιρνα πέντε εγώ και πέντε ο .... Είχα πατάτες. Οι Ρουμάνοι έμεναν σε μία μεγάλη αποθήκη σε στυλ σπιτιού. Δεν είχα μπει μέσα. Από 20 μέχρι 25 ευρώ ήταν το μεροκάματο. Όταν έπαιρνα λίγα άτομα τα έδινα τα χρήματα στους ίδιους. Στα πιο πολλά τα έδινα στον ... Το πρώτο μαγαζί που ήταν το πιο κοντά σε εκείνο το μέρος ήταν 800 μέτρα από εκεί που έμεναν. Εγώ ξέρω μόνο τον τρόπο πληρωμής. Τα παραμέσα δεν τα ξέρω. Όταν ένας ήθελε να μαζέψει πατάτες έπαιρνα κάποια άτομα. Έλεγε θέλω 10 άτομα. Πήγα εκείνο το πρωί και τους είπα θέλω δύο άτομα. Ο ... δεν μου ζήτησε ποτέ να μην πληρώσω απευθείας τους εργάτες και να πληρώνω τον ίδιο. Πλήρωνα την ίδια μέρα ή μετά από 3-4 μέρες. Το τελάρο πατάτες ήταν 25 λεπτά. 100 τελάρα την ημέρα μάζευαν. Τον ... τον ήξερα σαν εργάτη και στο χωριό τον συναντούσα. Πήγαινα σε εκείνον όταν ήθελα εργάτες γιατί αυτός είχε τα άτομα ως γκρουπ. Το οίκημα ήταν μίας ηλικιωμένης κυρίας που έχει πεθάνει. Ήξερα ότι ο ... το είχε νοικιάσει. Από τα χρήματα που του έδινα δεν γνωρίζω σίγουρα ότι κράταγε ποσοστό. Κανένας εργάτης δεν μου είπε κάτι τέτοιο ούτε μου είπε κάποιο παράπονο. Ήταν κάποια άτομα εκεί και εκεί πήγαινα. Υπήρχε και κτήμα με μέση απόσταση από το οίκημα 800 μέτρα. Πορτοκάλια στην περιοχή δεν υπήρχαν. Στη Λακκόπετρα Αχαΐας έχει 2.000 κατοίκους. Το κτίριο ήταν στον Άραξο 800 μέτρα από το χωριό. Και το δικό μου σπίτι ήταν κοντά. Όλοι ξέρουν ότι στην περιοχή υπάρχουν Ρουμάνοι. Ξέρω ότι είναι εποχιακοί εργάτες. Μετά τις πατάτες ακολουθούσε η χειμωνιάτικη πατάτα. Ο αριθμός αυξανόταν ή μειωνόταν. Η αποθήκη στο κάτω μέρος δεν είχε πόρτα. Μέσα ζούσαν 40 άτομα. Ο ... ζούσε εκεί με την γυναίκα του και το μωρό του. Η Αστυνομία ήξερε ότι υπήρχαν Ρουμάνοι. Δεν είχα δει ποτέ εγώ την Αστυνομία εκεί. Όποιος ήταν εκεί μπορούσε να φύγει. Δεν τους εμπόδισε κανείς. Εγώ δεν ήξερα για Μολδαβούς. Τους παίρναμε και φαγητό πολλές φορές. Οι άνθρωποι αυτοί έτρωγαν στο κτίριο εκεί. Η γυναίκα του ... μαγείρευε εκεί. Ο εργοδότης πλήρωνε είτε με τη μέρα είτε όλα μαζί. Εγώ δουλεύω μαζί με τα αδέλφια μου. Δεν υπήρχαν επιστάτες. Εγώ ήμουν εκεί. Το συσκευαστήριο είναι μεγάλο. Πλήρωνε στο τέλος. Οι άνθρωποι όταν δεν δούλευαν ήταν στην αυλή στο κτίριο. Πηγαινοερχόντουσαν στο super market που είναι 800 μέτρα μακριά. Εγώ δεν τους έχω δει να γυρνάνε. Στη Λακκόπετρα κυκλοφορούσαν. Κινούνταν ελεύθερα. Και τώρα έχω πρόβατα. Δεν βάζω καλλιέργειες. Υπάρχουν ακόμη Ρουμάνοι και το οίκημα. Όλα είναι σε γνώση της Αστυνομίας. Υπάρχουν και από Μπαγκλαντές άτομα».

Μετά κλήθηκε και προσήλθε ο δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, ο οποίος όταν ρωτήθηκε από την Πρόεδρο για τα στοιχεία της ταυτότητας του, απάντησε ότι ονομάζεται ..., γεννήθηκε το έτος 1947 στην Κωνσταντινούπολη, είναι κάτοικος Αλίμου, ιδιωτικός υπάλληλος, Έλληνας, γνωρίζει τους κατηγορουμένους και δεν είναι συγγενείς. Σε ερώτηση της Προέδρου αν δίνει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο, αφού επέλεξε τον πρώτο τύπο, ορκίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 218 του Κ.Π.Δ. στο Ιερό Ευαγγέλιο και εξεταζόμενος, κατέθεσε τα εξής: «Είχα προσληφθεί στην εταιρία του .... Με κάλεσαν ν' ανοίξω το γραφείο για να κάνουν έρευνα. Όταν πήγα είχαν ανοίξει το γραφείο. Είχαν σπάσει κάποιες κλειδαριές. Μετά πήγαμε στην Αστυνομία. Δεν έχουμε καμία σχέση με την κατηγορία. Το λεωφορείο είναι της ρουμάνικης εταιρίας. Ο ... δεν γνωρίζει τους συγκατηγορουμένους του. Δεν είναι δυνατόν να τους γνωρίζει. Πολλές φορές βρίσκονται απωλεσθέντα και μας τα φέρνουν οι οδηγοί. Παλιά μπορούσαμε να κάνουμε και ανανεώσεις διαβατηρίων. Γνωρίζω ότι δεν βρέθηκε διαβατήριο. Στη Ρουμανία πληρώνονται τα εισιτήρια. Εμείς τους συναντάμε εδώ. Αν υπάρχει κάποιος που θέλει να επιστρέψει προς τα πάνω, δίνουμε εμείς το εισιτήριο. Το πούλμαν δεν γνωρίζω ποιος το οδηγούσε. Δεν είχε καμία σχέση ο ... Βρίσκονταν κατά καιρούς και δελτία ταυτότητας. Ο οδηγός να κρατάει τα διαβατήρια για να πληρωθεί το εισιτήριο, δεν υπάρχει τέτοιο θέμα. Η εταιρία δεν έχει εκδρομικά λεωφορεία. Είναι ΚΤΕΛ. Δεν έχουμε εκδρομές. Είμαστε αντιπρόσωποι. Όταν έφτασα εγώ στην εταιρία είχε τελειώσει ο έλεγχος. Είχαν σπάσει τις κλειδαριές. Η κυρία ... μου είπε να πάω να ανοίξω το γραφείο. Απουσίαζε ο κ. .... Με το ληγμένο διαβατήριο σαφέστατα δεν μπορείς να ταξιδέψεις. Από αυτούς που κατηγορούνται ότι κατακρατήθηκαν δεν βρέθηκε έγγραφο. Με φωτοτυπία διαβατηρίου νομίζω απαγορεύεται να ταξιδέψεις. Στην Ρουμανία κόπηκαν τα εισιτήρια. Ο ... δεν μπορεί να έχει εμπλοκή από την Ελλάδα. Την εποχή αυτή γύρω στα 180-200 άτομα έρχονται. Τα λεωφορεία δεν ναυλώνονται. Δεν είναι δυνατόν 25 άτομα να ταξιδέψουν χωρίς να πληρώσουν. Τα εισιτήρια που εκδόθηκαν σ' αυτή την περίπτωση έχουν πληρωθεί στη Ρουμανία. Το κάθε εισιτήριο είναι 60 ευρώ να πας και 60 ευρώ να γυρίσεις. Ο οδηγός του λεωφορείου είναι της ρουμάνικης εταιρίας. Όταν φθάσουν οι άνθρωποι στην Αθήνα, κάποιοι πηγαίνουν Πάτρα, κάποιοι αλλού. Εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τους εξυπηρετήσουμε. Υπάρχουν και μικροδέματα στο λεωφορείο, που για να τα πάρει κάποιος θέλει ταυτότητα. Το γραφείο είναι στέκι του Ρουμάνων. Το γραφείο δεν έχει σταματήσει τη λειτουργία του. Είναι σε λειτουργία. Τα έγγραφα βρέθηκαν στο συρτάρι. Ο ... δεν έχει κατηγορηθεί ποτέ. Έχει σπουδάσει στη Ρουμανία. Η οικονομική του κατάσταση είναι άριστη. Ο τζίρος είναι πάνω από 1 εκατομμύριο το χρόνο. Δεν ξέρω αν ο ίδιος είχε λάβει γνώση της ανάκρισης. Είναι αδύνατον να έκανε κάποιος θυροκόλληση ενώ το γραφείο είναι ανοιχτό».

Κατόπιν το Δικαστήριο ανέγνωσε δημόσια, δια της Προέδρου, τα συνημμένα στην δικογραφία έγγραφα, ήτοι: 1) την από 13-9-2009 έκθεση έρευνας σε κατάστημα και κατάσχεσης και 2) δεκατρία (13) τετράδια και μπλοκ (κατασχεθέντα), καθώς και τα προσκομισθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο δια του συνηγόρου υπεράσπισης του έγγραφα, ήτοι τις από 6-1-2017 δυο (2) δηλώσεις των ... αντίστοιχα, νομίμως μεταφρασμένων από την ρουμάνικη γλώσσα στην ελληνική, καθώς και τα προσκομισθέντα από τον πέμπτο κατηγορούμενο δια του συνηγόρου υπεράσπισης του έγγραφα, ήτοι: 1) στελέχη εισιτηρίων που εκδόθηκαν για τους φερόμενους ως θύματα, που εκδόθηκαν την 31η-8-2009 της εταιρίας ..., που εδρεύει στη Ρουμανία, ιδιοκτησίας ..., 2) την από 6-6-2008 βεβαίωση του EOT για την ισχύ του Ειδικού Σήματος Λειτουργίας Υποκαταστήματος Τουριστικού Γραφείου, 3) το από 24-12-2002 Ειδικό Σήμα λειτουργίας EOT, 4) την υπ' αριθμ. πρωτ. .../24-2-2005 απόφαση του EOT για την έγκριση χρησιμοποίησης του διακριτικού τίτλου ..., 5) αντίγραφα των ταυτοτήτων και ταξιδιωτικών εγγράφων, 6) «φύλλο πορείας» με το οποίο μπορούν να ταξιδέψουν οι Ρουμάνοι υπήκοοι που στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων, 7) την υπ' αριθμ. .../1-10-2012 βεβαίωση του Γενικού Προξενείου της Ρουμανίας, 8) φορολογικές δηλώσεις των οικονομικών ετών 2010 έως 2015, 9) η δήλωση ακινήτων Ε9, 10) τα υπ' αριθμ. .../4-3-2008, .../25-2-2010 και .../11-5-2010 συμβόλαια ακινήτων και 11) λογαριασμούς της ΔΕΗ.
Για την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων δεν έφερε κανείς αντίρρηση.

Ακολούθως κλήθηκε και προσήλθε η μάρτυρας υπεράσπισης του πέμπτου κατηγορουμένου, η οποία όταν ρωτήθηκε από την Πρόεδρο για τα στοιχεία της ταυτότητας της, απάντησε ότι ονομάζεται ..., γεννήθηκε το έτος 1953 στη Ρουμανία, είναι κάτοικος Αθηνών, Ελληνίδα, γνωρίζει τους κατηγορουμένους και συγγενεύει με τον πέμπτο εξ αυτών. Σε ερώτηση της Προέδρου αν δίνει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο, αφού επέλεξε τον πρώτο τύπο, ορκίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 218 του Κ.Π.Δ.   στο Ιερό Ευαγγέλιο και εξεταζόμενη, κατέθεσε τα εξής: «Ο πέμπτος κατηγορούμενος είναι γιος μου. Έχουμε 30 γραφεία. Δεν παρακολουθώ τις λίστες. Πληρώνονται τα εισιτήρια όταν τα παίρνουν. Δεν βρέθηκαν δικά τους έγγραφα. Βρέθηκαν ληγμένα και χαμένα διαβατήρια. Όταν ήρθαν και μάζεψαν όλα αυτά από το γραφείο δεν ξέραμε τι μπορούσε να γίνει εκείνη την ημέρα. Πήρα τον ... για να είναι κάποιος μέσα. Ήδη είχαν μπει όμως μέσα. Δεν έχουμε καμία σχέση με όλα αυτά. Δεν έχω ανάγκη να φέρω κόσμο. Πάνω από 48 ώρες δουλεύω. Δεν έχω ανάγκη να φέρω κόσμο για 5 ευρώ. Η κατηγορουμένη η άλλη πρόβλημα της που τα λέει αυτά. Δεν ξέραμε ότι ο γιος μου έχει ένταλμα σύλληψης σε βάρος του. Κυκλοφορούσε άνετα. Απορήσαμε πώς πέρναγε τα σύνορα, έβγαινε στο εξωτερικό χωρίς να τον συλλάβουν. Όταν πήραμε την κλήση ότι τον δίκασαν πάθαμε σοκ. Εγγυημένα δεν έχουμε καμία σχέση, θυροκόλληση έγινε στο τζάμι. Η ... έκοψε τα εισιτήρια. Ο γιος μου δεν έχει καμία σχέση με αυτήν. Λογικά εγώ θα έπρεπε να είμαι κατηγορουμένη. Το εισιτήριο κόστιζε 60 ευρώ να πας και 60 ευρώ να γυρίσεις. Δεν ξέρω ποιος πλήρωσε τα εισιτήρια. Εγώ δεν εισπράττω. Το γραφείο εισέπραξε. Χωρίς να τα εισπράξει δεν φεύγει κανένας. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην πληρώσει κάποιος που ταξιδεύει. Πρέπει να έχουν εκδοθεί τα εισιτήρια. Η .... λογικά θα τα πλήρωνε. Ο οδηγός δεν έχει ενοχληθεί από κανέναν. Στη Ρουμανία έχουμε 30 γραφεία και στην Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Καλαμάτα, Σπάρτη. Οι συμφωνίες γίνονται με τον υπεύθυνο κάποιου γραφείου. Μέχρι και 7 λεωφορεία φεύγουν την ημέρα. Δεν έχουμε ανάγκη τα 2-5 ευρώ. Εμείς δεν μπορούμε να ξέρουμε ο καθένας ταξιδιώτης που θα πάει. Συνηθίζεται να μαζεύουμε τα έγγραφα που βρίσκονται κάτω. Από την ημέρα που έγινε αυτό το παιδί έχει πάθει ψυχολογικά θέματα. Δεν έχει πάει ποτέ στα Δικαστήρια. Είναι βραβευμένο το γραφείο. Έχω παντρευτεί Έλληνα».
Σημειώνεται ότι οι μάρτυρες που αναφέρονται παραπάνω κλήθηκαν ένας-ένας και αφού εξετάστηκαν προφορικά έμειναν στο ακροατήριο και ότι μετά από κάθε μαρτυρία η Πρόεδρος έδινε τον λόγο στην Εισαγγελέα, στους Δικαστές, στους συνήγορο υπεράσπισης των κατηγορουμένων για να απευθύνουν ερωτήσεις, αν είχαν, προς τους μάρτυρες, καθώς και στον παρόντα κατηγορούμενο, αν είχε κάτι να παρατηρήσει ή να υπενθυμίσει, εκείνοι δε υπέβαλαν ερωτήσεις και οι μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις αυτές, όπως αναφέρεται, στην κατάθεση κάθε μάρτυρα.

Κατόπιν η Πρόεδρος κάλεσε σε απολογία τον παρόντα κατηγορούμενο ..., ο οποίος απολογούμενος είπε: «Το 2009 πήραν τηλέφωνο να έρθω στο γραφείο. Έμαθα ότι ήταν Αστυνομικοί και ήθελαν να ανοίξω το γραφείο. Ειδοποίησα τον .... Αυτός πήγε αφού είχαν ανοίξει το γραφείο. Το μυαλό μου πήγε ότι κάποιος μας έβαλε κάτι με ναρκωτικά και ήθελε να μας κάνει κακό. Μέχρι το 2011 δεν ξανασχολήθηκα γιατί τα ταξιδιωτικά έγγραφα ήταν ληγμένα και χαμένα. Λάθος μας που δεν τα πετάξαμε. Δεν πήρα κλήση για απολογία. Ή αυτό το χαρτί δεν ήρθε ποτέ στο γραφείο ή θυροκολλήθηκε κάπου αλλού ή κάποιος το πήρε. Δεν είχα λόγο να μην πάω. Εμείς δουλεύουμε με εργοδότες που φέρνουν γκρουπ. Έρχεται κάποιος που μας πληρώνει π.χ. για 10 άτομα. Εμείς το 2011 αρχίσαμε να σκαλίζουμε το θέμα. Έχουμε μόνο τα αποδεικτικά εισιτήρια. Ο έλεγχος γίνεται βάσει ταυτότητας και ονόματος. Ούτε την ... ξέρω ούτε τους άλλους. Η κυρία κάποιον πρέπει να κατηγορήσει. Τον ... εδώ τον γνώρισα. Δεν είναι παράξενο να πληρώσει κάποιος για γκρουπ. Ήρθε το πρακτορείο να πληρώσει τα εισιτήρια. Αυτό δεν αφορά εμάς. Τα διαβατήρια στο γραφείο μας είναι αυτά που βρίσκουμε στο λεωφορείο. Τα κρατάμε γιατί πολλοί τα ζητάνε. Έπειτα έμαθα ότι θα έπρεπε να πηγαίνω εγώ στην Πρεσβεία για να γίνει κάποια διαδικασία. Παλιά τα πρακτορεία αναλάμβαναν την έκδοση βίζας. Από αυτά που βρέθηκαν, τα περισσότερα είναι ληγμένα. Η Ασφάλεια πήρε τα έγγραφα και πολλούς πελάτες αναγκαστήκαμε να τους αποζημιώσουμε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ξέρω τι έχει γίνει. Έξι χρόνια τώρα ταλαιπωρούμαι άδικα».
Μετά την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου, η Πρόεδρος του υπέβαλε ερωτήσεις και κατόπιν έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα και στους Δικαστές για να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, αν είχαν. Η Εισαγγελέας και οι Δικαστές υπέβαλαν σχετικές ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο και εκείνος απάντησε όπως αναφέρεται στην απολογία του.
Μετά από αυτά η Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα, τους Δικαστές, τους συνηγόρους υπεράσπισης των κατηγορουμένων, καθώς και τον παρόντα κατηγορούμενο εάν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και όταν αυτοί απάντησαν αρνητικά, κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
Κατόπιν η Εισαγγελέας, στην οποία δόθηκε ο λόγος, αφού ανέπτυξε τις κατηγορίες, πρότεινε να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη κατά του πέμπτου κατηγορουμένου για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων και να κηρυχθεί αθώοι άπαντες οι κατηγορούμενοι για όλες τις λοιπές πράξεις που κατηγορούνται.
Οι συνήγορος υπεράσπισης των πρώτου και πέμπτου κατηγορουμένων, αφού έλαβαν διαδοχικά το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξαν την υπεράσπιση των εντολέων τους αντίστοιχα και ζήτησαν την αθώωση τους.
Ο παρών κατηγορούμενος, όταν ρωτήθηκε από την Πρόεδρο αν έχει να προσθέσει κάτι για την υπεράσπιση του, απάντησε αρνητικά.
Κατόπιν η Πρόεδρος κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση.
Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε μυστικά επί της έδρας, παρουσία και της Γραμματέως, κατάρτισε και, δια της Προέδρου του, παρουσία και των λοιπών παραγόντων της δίκης, δημοσίευσε, αμέσως, στο ακροατήριο την υπ' αριθ. 244/20-2-2017 απόφαση του, που έχει ως εξής:

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Νόμου 2928/2001, "με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται μεταξύ άλλων στη νομοθεσία περί ναρκωτικών (Νόμος 4139/2013) κ.λπ.". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται: α) Η εξαρχής δημιουργία (για την εγκληματική μορφή της "συγκρότησης") ή η προηγουμένη ύπαρξη (για την εγκληματική μορφή της "ένταξης") ομάδας με δράση διαρκή, ήτοι ενός συνόλου προσώπων που έχει ως σκοπό την ανάπτυξη δραστηριότητας σε βάθος χρόνου και όχι με τρόπο ευκαιριακό ή παροδικό, β) Η συμμετοχή κάποιου στην ίδρυση της ομάδας ή η εκ των υστέρων ένταξη του σ' αυτήν, ως μέλους, γ) Τα μέλη της ομάδας να είναι τουλάχιστον τρία. δ) Η ομάδα να έχει εσωτερική διάρθρωση και ιεραρχική δομή, με την έννοια ότι τα νεότερα ή κατώτερα μέλη υποτάσσουν την βούληση τους στα παλαιότερα ή ανώτερα και όλοι μαζί, αδιαφόρως αν αυτό επιτυγχάνεται ελεύθερα ή με την καλλιέργεια σχέσεων επιβολής-υποταγής, διαμορφώνουν μία νέα, ενιαία βούληση, αυτήν της οργάνωσης, που κατευθύνεται στην επίτευξη ενός κοινού σκοπού, ε) Ο κοινός σκοπός, που μπορεί να έχει οποιοδήποτε κίνητρο οικονομικό, αλλά και ιδεολογικό ή άλλο, να αναφέρεται στην τέλεση κάποιου ή κάποιων από τα κακουργήματα που απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτήν και στ) τα κακουργήματα αυτά, που δεν χρειάζεται να είναι εκ των προτέρων καθορισμένα ως προς το είδος ή τις λεπτομέρειες και κυρίως, ως προς το αντικείμενο εκάστης πράξεως, να προβλέπονται με τρόπο που η αφηρημένη επιδίωξη τους αφενός χαρακτηρίζει την συγκρότηση ή την λειτουργία της ομάδας και αφετέρου εμπίπτει στην γνώση και στην θέληση ενός εκάστου από αυτούς που την συγκροτούν ή εντάσσονται σ' αυτήν. Ακόμη, από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι για να γίνει ή να παραμείνει κάποιος μέλος της ομάδας απαιτείται και αρκεί η εκ μέρους αυτού αποδοχή του σκοπού της, χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του σε επιμέρους πράξεις, οι οποίες άγουν στην επίτευξη του σκοπού. Και ότι για την αποχώρηση του από την ομάδα απαιτείται η εξωτερίκευση βούλησης αντίθετης, από εκείνην που είχε εκδηλωθεί κατά την συγκρότηση της ή την ένταξη σ' αυτήν. Διότι, με δεδομένο το ότι πρόκειται για έγκλημα διαρκές, η αξιόποινη συμπεριφορά παρατείνεται από την αρχική εκδήλωση της, κατά την συγκρότηση της ομάδας ή την ένταξη σ' αυτήν, μέχρι την εξάρθρωση της ομάδας ή την με κάποιον εμφανή τρόπο προηγουμένη διάλυση της ή αποχώρηση μέλους από αυτήν (ΑΠ 176/ 2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν. 3064/2002 προστέθηκε στον Ποινικό Κώδικα νέα διάταξη με αριθμό άρθρου 323Α και με τίτλο Εμπορία Ανθρώπων στην οποία ορίζεται ότι "1. Όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικρατείας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό την αφαίρεση των οργάνων του σώματος του ή για να εκμεταλλευθεί ο ίδιος ή άλλος την εργασία του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ. 2. Με την ποινή της προηγουμένης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος, αν για να επιτύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά την συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων ή το παρασύρει εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του, με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων".
Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το έγκλημα της εμπορίας ανθρώπων είναι διαζευκτικώς ή υπαλλακτικώς μικτό, δηλαδή ανήκει σε αυτά που τελούνται με περισσότερους εναλλακτικούς τρόπους συμπεριφοράς και αν ο δράστης χρησιμοποιεί περισσότερους τρόπους τελέσεως αυτού μία μόνο πράξη τελεί και μία μόνο ποινή του επιβάλλεται, οι τυχόν δε περισσότερες μορφές τελέσεως του έχουν σημασία για την επίταση του αξιοποίνου και το μέγεθος της επιβαλλόμενης ποινής. Με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 1 του ν. 3064/2002 κατά την παράγραφο 4 του οποίου με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή 50.000 έως 100.000 ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους αν η πράξη α) στρέφεται κατά ανηλίκου, β) τελείται κατ' επάγγελμα ...... και εκείνη του άρθρου 11 του ίδιου νόμου με το οποίο αντικαταστάθηκε το στοιχείο η' του άρθρου 8 του Π.Κ. ως εξής "πράξη δουλεμπορίου, εμπορίας ανθρώπων, σωματεμπορίας ή ασέλγειας σε ανήλικο έναντι αμοιβής", τυποποιήθηκε ως νέο αδίκημα, μη υφιστάμενο πριν από τη θέσπιση του με τον παραπάνω νόμο η εμπορία ανθρώπων από την ανάγκη να αντιμετωπισθεί η εγκληματική εξέλιξη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο στα πλαίσια της εργασιακής σχέσεως. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 323Α του ΠΚ και πραγματώνεται με την χωρίς την ελεύθερη συναίνεση του παθόντος προσώπου εκμετάλλευση της εργασίας αυτού απαιτείται αντικειμενικώς ο δράστης αφ' ενός να προέρχεται σε πρόσληψη, μεταφορά ή προώθηση εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακράτηση, υπόθαλψη, παράδοση με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή -παραλαβή από άλλον προσώπου και αφ' ετέρου να προέρχεται στις ανωτέρω ενέργειες με τη χρήση των μέσων της βίας, της απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου, δηλαδή τέτοιου που οδηγεί σε μη ελεύθερο σχηματισμό της βουλήσεως του θύματος της εμπορίας ανθρώπων ή με την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας. Ο όρος "προσλαμβάνει" στην παραπάνω διάταξη έχει την έννοια ότι ο δράστης εντάσσει (στρατολογεί) άλλο πρόσωπο για την παροχή των υπηρεσιών του στον δράστη ή σε τρίτους ή για την εκτέλεση ορισμένου έργου και επιτυγχάνει την για τέτοιο σκοπό χρησιμοποίηση του. Στην εμπορία ανθρώπων το στοιχείο της φυσικής εξουσίας του δράστη επί του θύματος διαφοροποιείται ποσοτικά και ποιοτικά ως προς την καθολικότητα και τη διάρκεια του σε σχέση με την εμπορία δούλων (Π.Κ. 323) καθόσον δεν απαιτεί ούτε την πλήρη υποδούλωση του θύματος ούτε τη διαρκή και χωρίς διακοπή θέση του υπό την εξουσία του δράστη. Όταν δεν έχει επέλθει ειρήνευση ως προς το έννομο αγαθό της προστασίας της εκμεταλλεύσεως ανθρώπου από άνθρωπο, για τη νομοθετική κάλυψη του οποίου θεσπίσθηκε με το άρθρο 323Α το έγκλημα της εμπορίας ανθρώπων, οι πράξεις της παράνομης βίας, της απειλής, της εκβιάσεως και της παράνομης κατακρατήσεως αποτελούν τα μέσα και τους τρόπους τελέσεως του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων και δεν υφίσταται αληθής πραγματική συρροή των πράξεων αυτών με το ανωτέρω έγκλημα αλλά ισχύει η αρχή της απορροφήσεως των εν λόγω πράξεων από το έγκλημα της εμπορίας ανθρώπων. Όσον αφορά την υπερχειλή και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που προβλέπεται από το άρθρο 323Α παρ. 1 Π.Κ., απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση αυτού, με τη χρήση βίας ή απειλής ή κάποιου από τα λοιπά αναφερόμενα εξαναγκαστικά μέσα, να προσλάβει, μεταφέρει, προωθήσει, υποθάλψει, κατακρατεί κ.λπ. ο ίδιος ή μέσω άλλου κατευθυνόμενου από αυτόν προσώπου, η δράση του οποίου κρίνεται κατά τις περί συνεργείας διατάξεις, τον παθόντα, με σκοπό την εξαναγκαστική εκμετάλλευση της εργασίας του τελευταίου, η οποία (εκμετάλλευση) συντελείται είτε με την παροχή από το θύμα της εργασίας σε τρίτους εργοδότες και την είσπραξη της αμοιβής αυτών από τον δράστη, είτε με την παροχή εργασίας για λογαριασμό του ιδίου του δράστη και δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 673/2011, ΠοινΧρον 2012, 348). Ο προαναφερόμενος σκοπός του δράστη δύναται να επιτευχθεί και με απατηλά μέσα και δεν ταυτίζεται με τη στέρηση της φυσικής ελευθερίας κίνησης, αλλά έχει ευρύτερο περιεχόμενο καλύπτοντας κάθε πρόσφορο τρόπο παρεμπόδισης του θύματος να αποδεσμευθεί από την εξουσίαση του δράστη. Απατηλά μέσα θεωρούνται οι ψευδείς παραστάσεις με τη χρήση των οποίων ο δράστης αποσπά την προηγούμενη συναίνεση του θύματος του να προβεί σε ενέργειες που θα το καταστήσουν, χωρίς να το γνωρίζει, αντικείμενο εκμετάλλευσης, παραπείθοντάς το ως προς τις αληθείς προθέσεις του. Η εξαπάτηση πρέπει να αφορά το είδος της εκμετάλλευσης που πρόκειται να επακολουθήσει και όχι τα εξ αυτής αναμενόμενα κέρδη. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Ιδίως κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 1553/2010, ΠοινΧρ. 2011, 588).

Στην προκειμένη περίπτωση από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας  και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν σε συνδυασμό προς την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου και από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ρουμανικής υπηκοότητας ... προσήλθαν, μετά από προτροπή της πρεσβείας τους στην Αθήνα, στο Τμήμα καταπολέμησης εμπορίας ανθρώπων της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής και κατήγγειλαν ότι έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης της δεινής οικονομικής τους κατάστασης τόσο οι ίδιοι όσο και άλλοι ομοεθνείς τους από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι τους επέβαλαν να εργάζονται ζώντας κάτω από άθλιες συνθήκες, με μικρές αμοιβές, τις οποίες εισέπραττε για λογαριασμό τους από τους εργοδότες ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς να τους πληρώνει στη συνέχεια και όλα αυτά με σκοπό να κερδίζουν από την εκμετάλλευση της εργασίας τους σε βάρος τους. Από τη συνδυαστική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα το αληθές της άνω καταγγελίας. Αντιθέτως καταλείπονται στο Δικαστήριο αμφιβολίες σχετικά με την εκμετάλλευση των άνω προσώπων και άλλων ομοεθνών τους, την απεύθυνση απειλών σε βάρος τους και τη χρήση άλλων εξαναγκαστικών μέσων σε βάρος τους για να παραμείνουν στην εργασία τους. Την κρίση αυτή ενισχύει το γεγονός της παρόδου ελαχίστων ημερών από την άφιξη των καταγγελλόντων στην Ελλάδα, της πράγματι κουραστικής εργασίας τους την οποία προφανώς δεν μπόρεσαν να αντέξουν, αμειβόμενης με χαμηλό ημερομίσθιο, το οποίο ορισμένοι αυτών δεν είχαν προλάβει καν να λάβουν από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ως Ρουμάνος υπήκοος και διαμένων επί 14 έτη στην Ελλάδα γνωρίζοντας τη γλώσσα, είχε το ρόλο του μεσάζοντα μεταξύ των συμπατριωτών του εργατών και των εργοδοτών της Λακκόπετρας που ζητούσαν εργατικό προσωπικό για αγροτικές εργασίες, πληρωνόταν για λογαριασμό τους από τους εργοδότες και ακολούθως θα τους απέδιδε την αμοιβή τους, αφού παρακρατούσε ποσό 2-3 ευρώ ημερησίως για τη στέγη που τους παρείχε και των άθλιων συνθηκών διαβίωσης τους, σε ακίνητο που όμως διέμενε και ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος με την οικογένεια του. Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι οι καταγγέλλοντες ζούσαν υπό καθεστώς ελευθερίας, μετακινούνταν από και προς την εργασία τους πεζοί και μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να μην επιστρέψουν στο χώρο που τους είχε παραχωρηθεί να διαμένουν, ενώ ως Ευρωπαίοι υπήκοοι μπορούσαν να ταξιδέψουν ελεύθερα στη χώρα και να εξέλθουν απ' αυτήν με μόνη την αστυνομική τους ταυτότητα. Προφανώς όμως, λόγω διάψευσης των προσδοκιών τους για καλύτερη εργασιακή τύχη απ' αυτή της χώρας τους, διαπιστώνοντας ότι το περιβάλλον διαμονής τους ήταν πράγματι άθλιο και η εργασία τους στα χωράφια κοπιαστική και αμειβόμενη με χαμηλό ημερομίσθιο, παρέμειναν μόνο πέντε (5) ημέρες στο Καλαμάκι Αχαΐας και επέλεξαν να προσφύγουν στην πρεσβεία της χώρας τους στην Αθήνα προκειμένου να καταγγείλουν ότι έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης από τους κατηγορουμένους. Πέραν όμως των άνω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν σχετικά με τις δυσχέρειες που αντιμετώπισαν οι άνω υπήκοοι Ρουμανίας κατά την εργασία τους και τη διαμονή τους στο Καλαμάκι Αχαΐας σε λιγότερο από μια εβδομάδα παραμονής τους, το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τα αδικήματα της εγκληματικής οργάνωσης και εμπορίας ανθρώπων, μεταξύ άλλων και ανηλίκων, από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συρροή που τους αποδίδονται. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι συγκρότησαν από κοινού και εντάχθηκαν σε δομημένη ομάδα, της οποίας αρχηγός ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος και δεύτερος στην ιεραρχία ο τρίτος κατηγορούμενος, οι δε λοιποί ασκούσαν καθήκοντα ανεύρεσης, μεταφοράς και ελέγχου των άνω Ρουμάνων πολιτών, με διαρκή δράση αυτής και οργανωμένο σχέδιο την προσέλκυση εργατών με ψεύτικες υποσχέσεις και όλα αυτά για την τέλεση του κακουργήματος της εμπορίας ανθρώπων, ούτε ότι οι κατηγορούμενοι είτε με την απόσπαση της συναίνεσης των θυμάτων είτε με απειλές, άσκηση βίας και απόκρυψη των ταξιδιωτικών τους εγγράφων τους κατακρατούσαν πετυχαίνοντας έτσι να εκμεταλλευτούν την εργασία τους, εισπράττοντας οι ίδιοι τα χρήματα της αμοιβής τους από την καθημερινή εργασία τους χωρίς να τους αποδίδουν αυτά, έχοντας μάλιστα σκοπό πορισμού εισοδήματος από την πράξη τους αυτή. Μάλιστα ο εκ των καταγγελλόντων ... ρητά αναφέρει στην από 8-9-2009 προανακριτική του κατάθεση, η οποία αναγνώσθηκε, ότι εκ των συνολικά πέντε (5) ημερών παραμονής και εργασίας του στο Καλαμάκι πληρώθηκε κανονικά από τον Έλληνα εργοδότη του, χωρίς ο πρώτος κατηγορούμενος να παρακρατήσει το ημερομίσθιο του, 30 ευρώ για κάθε μέρα εργασίας του. Περαιτέρω, ουδόλως προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος παρακρατούσε τα ταξιδιωτικά έγγραφα των καταγγελλόντων προκειμένου να έχει αυτούς δέσμιους προς εκμετάλλευση της εργασίας τους. Ενδεικτικό δε στοιχείο του ότι οι καταγγέλλοντες μπορούσαν ευχερώς να αποχωρήσουν από το Καλαμάκι όπου είχαν καταλύσει είναι το ότι μόλις πέντε ημέρες από την άφιξη τους βρέθηκαν με μέσα μεταφοράς που οι ίδιοι επέλεξαν στην Πρεσβεία  τους στην Αθήνα  προκειμένου  να  ζητήσουν βοήθεια για  τον επαναπατρισμό τους, δεδομένου ότι δεν διέθεταν χρήματα για τα έξοδα της επιστροφής τους. Όσον αφορά τον ισχυρισμό τους ότι δεν είχαν εις χείρας τους τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα (ταυτότητες) με συνέπεια να μην δύνανται χωρίς τη συνδρομή της πρεσβείας τους να ταξιδέψουν, προφανώς αυτό οφείλεται στο ότι με τη θέληση τους και όχι καταναγκαστικά, όπως αναπόδεικτα οι ίδιοι διατείνονται, τα είχαν παραδώσει ως ενέχυρο μέχρι να αποπληρώσουν το ποσό των 140 ευρώ που αφορούσε τα έξοδα μεταφοράς τους από την Ρουμανία στην Ελλάδα, το οποίο ουδέποτε κατέβαλαν. Το ότι ήταν σύνηθες να αφήνουν αλλοδαποί πολίτες τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα ως ενέχυρο μέχρι να αποπληρώσουν τα έξοδα του ταξιδιού τους στην Ελλάδα ενισχύεται από το ότι στο τουριστικό γραφείο του πέμπτου κατηγορουμένου στην Αθήνα με τον διακριτικό τίτλο ... που πραγματοποιούσε με ιδιόκτητα λεωφορεία επί σειρά ετών καθημερινά ταξίδια από και προς τη Ρουμανία για τη μεταφορά προσώπων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ταξιδιωτικά έγγραφα (διαβατήρια και ταυτότητες) που ανήκαν σε Ρουμάνους υπηκόους (εκ των οποίων πρέπει να αναφερθεί ότι κανένα δεν ανήκε στους καταγγέλλοντες και σε πρόσωπα που διέμεναν στην περιοχή του Καλαμακίου Λακκόπετρας Αχαΐας), χωρίς κανείς αυτών να έχει καταγγείλει στις αρμόδιες ελληνικές αρχές ή στην πρεσβεία του παράνομη παρακράτηση των ταξιδιωτικών του εγγράφων, γεγονός που καταδεικνύει ότι τα έγγραφα αυτά παραδόθηκαν με τη συναίνεση των δικαιούχων τους μέχρι να καταβληθεί το αντίτιμο του εισιτηρίου τους, το οποίο προφανώς ουδέποτε κατεβλήθη και γι' αυτό τα διαβατήρια και οι ταυτότητες παρέμειναν στο γραφείο του 5ου κατηγορουμένου, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν επ' αφορμή της συγκεκριμένης υπόθεσης. Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο πέμπτος κατηγορούμενος γνώριζε τους συγκατηγορουμένους του, ούτε ότι είχε έλθει σε οποιαδήποτε συνεννόηση με τον πρώτο κατηγορούμενο για να παρακρατεί τα ταξιδιωτικά έγγραφα Ρουμάνων υπηκόων ώστε να μην έχουν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να παραμένουν στην Ελλάδα για να συνεχίζεται η εκμετάλλευση της εργασίας τους.
Επίσης, αναφορικά με τους τρίτο και τέταρτο κατηγορουμένους αποδείχθηκε ότι και αυτοί ήταν Ρουμάνοι υπήκοοι, οι όποίοι είχαν έλθει σε προγενέστερο χρόνο στην Ελλάδα και εκτελούσαν αγροτικές εργασίες απασχολούμενοι σε ομάδα εργατών υπό την εποπτεία του πρώτου κατηγορουμένου. Η δε δεύτερη κατηγορουμένη είχε έλθει και η ίδια σε προγενέστερο χρόνο στην Ελλάδα για αναζήτηση εργασίας επειδή δεν μπορούσε να ανεύρει εργασία στη Ρουμανία, εργαζόταν και η ίδια σε αγροτικές εργασίες και ήταν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονταν Ρουμάνοι υπήκοοι προκειμένου να μπορέσουν να έρθουν για εργασία στην Ελλάδα, χωρίς να αποδεικνύεται ότι απέσπασε την συναίνεση τους με την χρήση απατηλών μέσων και ακολούθως με εξαναγκαστικά μέσα κατακρατούσε τους καταγγέλλοντες για να εκμεταλλευθεί από κοινού με τους συγκατηγορούμενους της την εργασία τους.
Βάσει των ανωτέρω εκτιθέμενων, ενόψει και του ισχύοντος του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι των αποδιδόμενων σε αυτούς αξιόποινων κακουργηματικών πράξεων.

Τέλος, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων που τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος και κατά το παραπεμπτικό βούλευμα (ΣυμβΕφΠατρ 110/2011) φέρεται ότι τέλεσε ο 5ος κατηγορούμενος ... κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-2009 έως 9-9-2009, πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος αυτού ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, μετά την προβολή ένστασης ακυρότητας της κλήσης στο ακροατήριο και την ολική ακύρωση της κλήσης στο ακροατήριο με την υπ' αριθμ. 827/29-9-2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, αφού από το χρόνο που φέρεται ότι τελέστηκε η ως άνω πλημμεληματική πράξη μέχρι την 29-9-2015 παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας, με συνέπεια να έχει συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή για την πράξη αυτή. Προς τούτο με την άνω υπ' αριθμ. 227/2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού διατάχθηκε η, μετά από συμπλήρωση του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος με τον ακριβή καθορισμό των πράξεων της εγκληματικής οργάνωσης και της εμπορίας ανθρώπων κατ' επάγγελμα και κατά συρροή (που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος και δεν είχαν παραγραφεί), επανάληψη επίδοσης της κλήσης προς τους κατηγορουμένους για τις πράξεις αυτές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ με: 1) παρόντα δι' εξουσιοδοτήσεως τον 1° κατηγορούμενο ..., γεννηθέντα το έτος 1972 στη Ρουμανία, κάτοικο Ρουμανίας και ήδη προσωρινά Λακκόπετρας Αχαΐας και ήδη αγνώστου διαμονής, 2) απούσα την 2η  κατηγορουμένη ..., γεννηθείσα το έτος 1961 στη Ρουμανία, κάτοικο Ρουμανίας και ήδη προσωρινά Λακκόπετρας Αχαΐας και ήδη αγνώστου διαμονής, 3) απόντα τον 3° κατηγορούμενο ..., γεννηθέντα το έτος 1978 στη Ρουμανία, κάτοικο Ρουμανίας και ήδη προσωρινά Λακκόπετρας Αχαΐας και ήδη αγνώστου διαμονής, 4) απόντα τον 4° κατηγορούμενο ..., γεννηθέντα το έτος 1986 στη Ρουμανία, κάτοικο Ρουμανίας και ήδη προσωρινά Λακκόπετρας Αχαΐας και ήδη αγνώστου διαμονής και 5) παρόντα τον 5° κατηγορούμενο ..., γεννηθέντα το έτος 1976 στη Θεσσαλονίκη, κάτοικο Αθηνών (οδός ...).
ΠΑΥΕΙ οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής κατά του πέμπτου κατηγορουμένου ... του ότι: Κατά το χρονικό διάστημα από την 31-8-2009 έως την 9-9-2009, με σκοπό να βλάψει άλλους απέκρυπτε έγγραφα, των οποίων δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα κατακρατούσε στο τουριστικό γραφείο που διατηρεί στην Αθήνα τα ταξιδιωτικά έγγραφα [διαβατήρια και ταυτότητες] των εις την κατωτέρω υπό στοιχ. Β αναφερόμενη αξιόποινη πράξη Ρουμάνων υπηκόων, καθώς και άλλων, προκειμένου αυτοί να μη μπορέσουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορουμένους αθώους του ότι: Στους πιο κάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα αδικήματα.
Δημοσίευση σχολίου