Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Εξύβριση δικαστή ("εκδήλως ανεπαρκής εισαγγελέας!"), Δικηγόρος.

Άρειος Πάγος 162/ 1993 ΠοινΧ ΜΓ (1993).159 = ΝοΒ 41 (1993).1113.
Πρόεδρος, Αθανάσιος Σιούλας, Αντιπρόεδρος ΑΠ, Εισηγητής Γεώργιος Σταθέας, Εισαγγελέας: Δημήτριος Τσεβάς.

I.    Επειδή κατά την ΠΚ 367 § 1 “δεν αποτελούν άδικη πράξη, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Κατά δεν την § 2 “η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του ΠΚ 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης προβλέπει ειδικούς λόγους, οι οποίοι αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα προσβλητικών της τιμής πράξεων, τις οποίες θεωρεί ως θεμιτές προσβολές της τιμής, λόγω εμφανούς συγκρούσεως εννόμων συμφερόντων, εντεύθεν δε οι προσβολές αυτές δεν αποδοκιμάζονται από το δίκαιο, αλλά αντίθετα εξισσοροπούνται από την προστασία άλλων συμφερόντων ισοδύναμων ή κοινωνικώς υπερτέρων.
Σε τέτοια περίπτωση απαιτείται υποκειμενικώς ο δράστης να αποσκοπεί στην άμεση εξυπηρέτηση εμφανών και εκδήλων συμφερόντων του, αντικειμενικώς δε οι προσβολές προς τρίτο πρόσωπο να αποτελούν το εκ των ειδικών περιστάσεων αναγκαίο τρόπο δια την ενδεδειγμένη προστασία και εξυπηρέτηση του ατομικού συμφέροντος του φερομένου ως υπαιτίου, ταυτοχρόνως όμως να μην  υπερβαίνουν το εις την συγκεκριμένη περίπτωση θεωρούμενο αναγκαίο μέτρο. Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή, οσάκις κρίνεται ότι οι προσβολές της τιμής τρίτου έχουν χαρακτήρα συκοφαντικής δυσφημίσεως ή ως εκ του τρόπου ή των περιστάσεων υπό τις οποίες εξεφράσθησαν μαρτυρούν σκοπόν εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπόν συνιστάμενον στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος κατά την κοινή κρίση του ορθώς σκεπτομένου και με άμεσο στόχο ειδικώς την προσβολή της τιμής ή της υπολήψεως τρίτου προσώπου. Δια την διαπίστωση της υπάρξεως σκοπού εξυβρίσεως ερευνάται ουχί η μεμονωμένη λέξη ή φράση, αλλά το σύνολο του κειμένου εντός του οποίου έχουν παρεμβληθεί οι φερόμενες ως προσβλητικές λέξεις, συγχρόνως δε ελέγχεται το ειδικό περιεχόμενο της ενεργείας του αυτουργού της αδίκου πράξεως προκειμένου να κριθεί το είδος και η μορφή της διαφυλάξεως [προστασίας] του δικαιώματος του, ένεκα του οποίου υπεχρεώθη να εκφρασθεί κατά τρόπο μη ευπρεπή. Η προβολή του ΠΚ 367 συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό υπό την έννοια ότι η βεβαίωση και η αποδοχή άγει στην κατάλυση της κατηγορίας και αθώωση του κατ/ νου. Η αυτοτέλεια του ισχυρισμού επιβάλλει σε περίπτωση απορρίψεως την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά τα άρθρα 93 § 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ.

II.    Στην προκειμένη περίπτωση το ΠεντΕφΠειρ με την υπ΄ αριθμό 12/ 92 απόφαση του κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών με τριετή αναστολή δι΄ εξύβριση εις βάρος του εγκαλούντος, αποδεχόμενο ότι ο αναιρεσείων με την από 14-4-1986 αγωγή του κακοδικίας κατά των δικαστών του ΣυμβΠλημ/ κώνΑθ, το οποίο με το υπ΄ αριθμό 2258/ 84 βούλευμα του τον παρέπεμψε στο ΤριμΕφΑθηνών για ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση ως και για ψευδορκία σχετικά με τη σύμφωνη γι΄ αυτό υπ΄ αριθμό 450/ 84 εισαγγελική πρόταση του εγκαλούντος ανέφερε γι΄ αυτόν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: 1) ότι η λογική αυτή σκέψη καθιστά έκδηλον την επαγγελματικήν ανεπάρκεια του εγκαλουμένου εισαγγελέως και 2) ότι “οφείλω να ομολογήσω ότι τοιαύτη αιτιολογία δεν εφανταζόμην ότι θα επεκαλείτο ο Εισαγγελεύς, ο οποίος υπηρετεί εις την μεγαλυτέραν Εισαγγελία του Κράτους και η αιτιολογία αυτή ενισχύει το περί επαγγελματικής ανεπαρκείας τούτου ισχυρισμόν μου”. Ο αναιρεσείων, προ πάσης ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας προέβαλλε τον εκ του άρθρου 367 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό και δη ότι οι δυσμενείς εκφράσεις τις οποίες συμπεριέλαβε στην από … αγωγή κακοδικίας κατά του εγκαλούντα εγράφησαν χάριν διαφυλάξεως [προστασίας] του δικαιώματος του, ήτοι προκειμένου να θεμελιώσει την αγωγή κακοκδικίας, της οποίας το σύνολο του περιεχομένου επεκαλέσθηκε, όπως αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και διελαμβάνετο στην δικογραφία.
III.     Από το δικόγραφο της αγωγής κακοδικίας προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Εφετών προς τον οποίο είχε διαβιβαστεί η δικογραφία, λόγω αρμοδιότητας, αφού επρόκειτο δια κατ/ νο ιδιαζούσης δικαιοδοσίας [ΚΠΔ 111 § 7] επέστρεψε τη δικογραφία στον εγκαλούντα εισπλημ/κών με την παρατήρηση ότι η υποβληθείσα αναφορά του ήταν συνταγμένη κατά τρόπο μαρτυρούντα αδικαιολόγητο προχειρότητα και ζητούσε εξηγήσεις δια ποιον λόγον δεν είχε μεριμνήσει ο εγκαλών να αναγραφούν τα αναγκαία κατά νόμον στοιχεία στην αναφορά του εις τρόπον ώστε να προκύπτει έστω στοιχειωδώς, ότι η επεξεργασία της ποινικής δικογραφίας εγένετο με επιμέλεια. Περαιτέρω εξέφρασε τη γνώμη του ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις κατά των κατ/ νων και υπεδείκνυε την ενέργεια των νομίμων. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, διότι έκρινε ότι οι εκδηλώσεις τους στο σύνολο τους της υπερασπιστικής θέσεως του κατ/ νου ήσαν σκόπιμες και κατέτειναν να εκθέσουν τον εγκαλούντα [αναιρεσίβλητο] ως προς την επιστημονική του συγκρότηση, ήσαν καθαρά εκδηλωτικές διαθέσεις δυσμενείας και καταφρόνησης και μη αναγκαίας για να αποδώσει ο αναιρεσείων τις σκέψεις του σχετικώς με το θέμα της εσφαλμένης εφαρμογής του ΚΠΔ 245.
IV.    Με όσα όμως δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν εκθέτει ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά απεδείχθησαν σχετικώς με τον τρόπο και τις συνοδεύουσες περιστάσεις με τις οποίες εξεδηλώθηκε η υβριστική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος από τα οποία συνάγεται ότι ο ίδιος [αναιρεσείων] υπερέβη το αναγκαίο και επιβεβλημένο μέτρο στις εκφράσεις του. Επίσης, το Εφετείο δεν προσδιορίζει τα ειδικότερα περιστατικά επί τη βάσει των οποίων έκρινε ότι οι ανωτέρω εκφράσεις δεν ήσαν αναγκαίες στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και ο αναιρεσείων ρητώς προέβαλλε την απόλυτη αναγκαιότητα των φράσεων του, τις οποίες είχε συνδυάσει με το όλο περιεχόμενο της αγωγής κακοκδικίας και ως λογική συνέπεια των αναφερομένων στην αγωγή παραλείψεων του εγκαλούντα. Περαιτέρω το Εφετείο δεν διαλαμβάνει στην απόφαση του τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά, όσα απεδείχθησαν κατά τη διαδικασία, από την οποία κατέληξε στην κρίση του ότι ο αναιρεσείων είχε σκοπό εξυβρίσεως.Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση δι' έλλειψη της επιβαλλομένης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεκτού καθισταμένου του τρίτου λόγου αναιρέσεως κατ' άρθρο 150 παρ. 1 Δ ΚΠΔ) και παραπέμφθει η υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλος δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Δημοσίευση σχολίου