Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Μη καταβολή δεδουλευμένων, αξιόποινο εργοδότη, διευθυντή Ν.Π., έλλειψη αιτιολογίας (περιεχόμενο), κατ' εξακολούθηση έγκλημα και παραγραφή.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ζ', 1176/ 2016.

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Περίληψη. Παράβαση της εργατικής νομοθεσίας που αφορά στην καταβολή των δεδουλευμένων και την αμοιβή των εργαζομένων (άρθ. 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011 σε συνδυασμό με το άρθ. 1 του α.ν. 690/1945). Ποινική ευθύνη εργοδότη, και δη νομίμου εκπροσώπου - προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου Α.Ε. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Εξειδίκευση της ιδιότητας του ποινικού υπευθύνου. Δεν προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα του αναιρεσείοντος στην Α.Ε., η οποία κατά νόμο εκπροσωπείται από το Δ.Σ., αλλά αναφέρεται μόνο ότι ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, χωρίς να διευκρινίζεται πώς προκύπτει η εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας από αυτόν. Εξειδίκευση των αποδοχών, του είδους, του ύψους αυτών του χρόνου καταβολής κ.λπ. Δεν εξειδικεύονται τα ως άνω.
 Σύμφωνα με το άρθρο 28 Ν. 3996/2011 "κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του Ν. 3904/2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου μόνον παράγραφος 1 του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, "τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ’ αυτό ποινές κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή το έθιμο". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ’ αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 98 και 94 του Π.Κ., προκύπτει ότι η εξειδίκευση του χρόνου τελέσεως των μερικότερων πράξεων του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαία, εκτός αν για μία ή περισσότερες πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου, όπως παραγραφή, η οποία αρχίζει από την ημέρα της τελέσεως καθεμιάς από τις μερικότερες πράξεις, ή όταν συντρέχει λόγος απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανέγκλητου κλπ. Η παράλειψη δε αυτού του στοιχείου από την καταδικαστική απόφαση, όταν απαιτείται, συνιστά έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Τέλος η καταδικαστική απόφαση στερείται την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύεται εκ τούτου ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του ΑΝ 690/1945 στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια ενόψει του περιεχομένου της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, τα κρίσιμα για την θεμελίωση του αναφερομένου εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και εάν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των αποδοχών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης.

 Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως του άρθρου 28 παρ. 1 Ν. 3996/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο του ΑΝ 690/1945 και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1000) Ευρώ, ανασταλείσα για τρία (3) έτη. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 3243/2015 αποφάσεως το δικάσαν δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στα ... Ευβοίας, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2007 έως και το Νοέμβριο του 2011, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τυγχάνων εργοδότης και νόμιμος εκπρόσωπος και δη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ "...", που εδρεύει στα ..., με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που αφορούν την καταβολή δεδουλευμένων και την αμοιβή των εργαζομένων και συγκεκριμένα, με πρόθεση δεν κατέβαλε στον εργαζόμενο Ε. Ά. του Γ., τον οποίο απασχόλησε ως Μάγειρα Α’ στο ξενοδοχείο "..." που διατηρεί στην ως άνω περιοχή, τις οφειλόμενες σε αυτόν από τη σχέση εργασίας αποδοχές του, δώρα εορτών και επιδόματα, σύμφωνα με την καθορισθείσα μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα δεν κατέβαλε σε αυτόν τα ακόλουθα: Α) 1) Για διαφορές μισθών για το διάστημα από Νοέμβριο του 2007 έως και Νοέμβριο του 2011 το ποσόν των 6.882,72 ευρών, 2) το επίδομα γάμου για το διάστημα 1-10-2007 έως τα τέλη Νοεμβρίου 2011 και 3) για το επίδομα τριετιών για το διάστημα 1-1-2010 τα τέλη Νοεμβρίου 2011. Β) Για δώρα Πάσχα των ετών 2007-2011 το ποσό των 2.279,58 ευρώ και για δώρα Χριστουγέννων των ετών 2007-2011 το ποσό, των 4.550,52 ευρώ, ήτοι συνολικά για δώρα εορτών το ποσό των 6.830,10ευρώ. Γ) Για αποδοχές αδείας των ετών 2007-2011 το ποσό των 4.361,72-ευρώ. Δ) Για επιδόματα αδείας των ετών 2007-2011 το ποσό των 2.366.39 ευρώ. Σημειωτέον ότι ο μηνυτής συμφώνησε με τον εργοδότη του, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, και απασχολήθηκε στην ως άνω επιχείρηση ως μάγειρας Α’ , διότι στο χώρο εργασίας του δεν υπήρχε άλλος επικεφαλής, είχε προσωπικό, το οποίο υπαγόταν στις εντολές του, και ο ίδιος καθόριζε το μενού και τις προμήθειες για την παρασκευή του. Το γεγονός ότι ασχολούταν και με βοηθητικές εργασίες, όπως ο καθαρισμός της κουζίνας, το μαγείρεμα και το σερβίρισμα πιάτων στους πελάτες, δεν αναιρούν τα ανωτέρω, διότι τα καθήκοντα αυτά επιβλήθηκαν από τις περιστάσεις, λόγω της απροθυμίας του εργοδότη, για οικονομοτεχνικούς λόγους, να προσλάβει επαρκές βοηθητικό προσωπικό στην κουζίνα της επιχειρήσεως. Επίσης, ο μηνυτής απασχολήθηκε στην επιχείρηση του κατηγορουμένου μέχρι και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011, ότε αποχώρησε από αυτή, για να εργασθεί σε άλλη ομοειδή επιχείρηση της περιοχής. Τούτο κατέθεσε πρωτοδίκως η μάρτυρας κατηγορίας, κατάθεση η οποία κρίνεται αξιόπιστη, σε σχέση με τα όσα κατάθεσε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού δεν δικαιολογείται επαρκώς ο λόγος για τον οποία ανασκεύασε την προηγουμένη κατάθεσή της. Σε πλήρη συμφωνία με την πρώτη κατάθεση της προαναφερομένης μάρτυρος, ο μάρτυρας Α. Μ., στις 13-05-2014, ενώπιον της Πταισματοδίκου Χ. Κ., κατέθεσε το αυτό, ότι δηλαδή ο μηνυτής απασχολήθηκε στην επιχείρηση του κατηγορουμένου μέχρι και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011. Επιπλέον, το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι από το μήνα Νοέμβριο του 2011 και εντεύθεν ο νέος εργοδότης του μηνυτή τον απασχόλησε ικανές μέρες, οι οποίες δεν δικαιολογούν την παράλληλη απασχόλησή του σε δύο επιχειρήσεις, με τη μορφή έστω της μερικής απασχολήσεως και σε περίοδο αιχμής μάλιστα, ήτοι τις εορτές των Χριστουγέννων - Νέου έτους. Επιπροσθέτως, η κατηγορία πλήρως στοιχειοθετείται, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, στις κάτωθι ποινικές διατάξεις, οι οποίες περιγράφουν πλήρως και σαφώς τις άδικες πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Άρα, η κατηγορία ερείδεται σε υπαρκτό κανόνα δικαίου. Τέλος, οι προμνησθέντες ισχυρισμοί του κατηγορουμένου είναι αρνητικοί της κατηγορίας και, ως εκ τούτου, δεν θα γίνει ειδική μνεία στο διατακτικό της παρούσης για το αν αυτοί έγιναν δεκτοί ή απορρίφθηκαν".
 Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω δεκτών γενομένων με τις παραδοχές της αποφάσεως το Δικαστήριο, κηρύσσει τον κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ του ότι: Στα ... Ευβοίας, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2007 έως και το Νοέμβριο του 2011, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τυγχάνων εργοδότης και νόμιμος εκπρόσωπος και δη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ "...", που εδρεύει στα ..., με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που αφορούν την καταβολή δεδουλευμένων και την αμοιβή των εργαζομένων και συγκεκριμένα, με πρόθεση δεν κατέβαλε στον εργαζόμενο Ε. Ά. του Γ., τον οποίο απασχόλησε ως Μάγειρα Α’ στο ξενοδοχείο "..." που διατηρεί στην ως άνω περιοχή, τις οφειλόμενες σε αυτόν από τη σχέση εργασίας αποδοχές του δώρα εορτών και επιδόματα, σύμφωνα με την καθορισθείσα μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα δεν κατέβαλε σε αυτόν τα ακόλουθα Α) 1) Για διαφορές μισθών για το διάστημα από Νοέμβριο του 2007 έως και Νοέμβριο του 2011 το ποσόν των 6.882,72 ευρών, 2) το επίδομα γάμου για το διάστημα 1-10-2007 έως τα τέλη Νοεμβρίου 2011 και 3) για το επίδομα τριετιών για το διάστημα 1-1-2010 τα τέλη Νοεμβρίου 2011. Β) Για δώρα Πάσχα των ετών 2007-2011 το ποσό των 2.279,58 ευρώ και για δώρα Χριστουγέννων των ετών 2007-2011 το ποσό των 4.550,52 ευρώ, ήτοι συνολικά για δώρα εορτών το ποσό των 6.830,10 ευρώ. Γ) Για αποδοχές αδείας των ετών 2007-2011 το ποσό των 4.361,72 ευρώ. Δ) Για επιδόματα αδείας των ετών 2007-2011 το ποσό των 2.366,39 ευρώ".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 28 Ν. 3926/2011 και του ΑΝ 690/1945, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Ειδικότερα: α) δεν προσδιορίζονται στην απόφαση, μολονότι η άνω επιχείρηση φέρεται ως εταιρική και δη Α.Ε. και όχι ατομική, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου στην ανώνυμη ως άνω εταιρεία, η οποία κατά νόμον εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο αλλά αναφέρεται, μόνο, ότι αυτός είναι νόμιμος εκπρόσωπος και πρόεδρος αυτής, χωρίς να διευκρινίζεται πως προκύπτει η εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας από τον αναιρεσείοντα και η εξουσία προσλήψεως του ως άνω εργαζομένου ως και η υποχρέωση καταβολής των αποδοχών εκ μέρους του. β) δεν αναφέρεται ο δικαιούμενος μηνιαίος μισθός του εγκαλούντος και η πηγή καθορισμού του (δηλ. ατομική σύμβαση, συλλογική σύμβαση εργασίας κλπ) γ) δεν αναφέρονται οι καταβληθείσες αποδοχές κάθε επιμέρους διαστήματος, ώστε με τον κατάλληλο μαθηματικό υπολογισμό, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο δ) Δεν αναφέρεται το ύψος των οφειλόμενων αποδοχών ξεχωριστά κατά το είδους τους και μηνιαίως και πως προκύπτουν αυτές ειδικά δε ως προς το επίδομα τριετιών δεν αναφέρεται και ο αριθμός των τριετιών τις οποίες είχε εργασθεί ο εγκαλών, ε) ο χρόνος κατά τον οποίο τα μερικότερα κονδύλια έπρεπε να καταβληθούν και η πηγή καθορισμού του χρόνου καταβολής τους. Συγκεκριμένα ενώ το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στον εγκαλούντα οφειλόμενες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από το μήνα Νοέμβριο 2007 έως και το Νοέμβριο 2011 εμφανίζει αυτές ως σύνολα κατ’ είδος (διαφορές μισθών για όλο το διάστημα, τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων συνολικά, για αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας συνολικά, ενώ για το επίδομα γάμου και επίδομα τριετιών δεν αναφέρει καθόλου ποσά) χωρίς να προσδιορίζει τις αποδοχές αυτές κατά μήνα, ενόψει και του ότι μερικές από αυτές και δη οι οφειλόμενες για το πριν από την συμπλήρωση οκταετίας κατά την ημέρα διασκέψεως της υποθέσεως αυτής χρόνο, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, είναι δε, αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτός (στον οποίο δεν μπορεί να προβεί ο Αρειος Πάγος με απλό υπολογισμό λόγω της ανομοιότητας των οφειλομένων) ώστε να κριθεί ποιες από τις μερικότερες πράξεις της μη καταβολής οφειλομένων αποδοχών έχουν παραγραφεί και ποιες όχι. Ετσι η προσβαλλόμενη απόφαση, εκ της ασάφειας αυτής στερείται νομίμου βάσεως, αφού ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω ποινικής διατάξεως δεν είναι εφικτός. Επομένως είναι βάσιμοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1Δ και Ε ΚΠοινΔ λόγοι της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης".

 Ακολούθως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠοινΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3243/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
 Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Δημοσίευση σχολίου