Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Ελευθέρωση εγγυητή, αμέλεια δανειστή, περιστατικά, παραχρήμα απόδειξη απόσβεσης οφειλής (933 πργφ. 4 ΚΠολΔ).

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 419/ 2013. ΧρΙΔ 2013/505.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου -εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Εγγύηση. Ελευθέρωση του εγγυητή από τις υποχρεώσεις που ανέλαβε από την εγγύηση υπέρ του οφειλέτη. Προϋποθέσεις. Δυνατή η παραίτηση του εγγυητή από το σχετικό υπέρ αυτού ευεργέτηµα αλλά µόνο στη περίπτωση που η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αµέλεια αυτού. Πταίσµα του δανειστή σχετικά με την είσπραξη της απαιτήσεώς του από τον πρωτοφειλέτη. Περιπτώσεις. Η «βαρεία αμέλεια» ως μορφή πταίσματος. Η σχετική αξιολογική κρίση του δικαστηρίου ουσίας υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Η «παραχρήμα» υποχρέωση του ανακόπτοντος κατ’ αρ. 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., να αποδεικνύει τους προβαλλόμενους κατά την διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως ισχυρισμούς του. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Αδράνεια της δανείστριας τράπεζας στην είσπραξη των απαιτήσεών της έναντι της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, καθόσον απέβλεπε στη διόγκωση του χρέους µε τη διατήρηση του καθεστώτος ανατοκισµού. Δόλια ή σε κάθε περίπτωση βαριά αμελής, η σχετική αδράνεια της τράπεζας.
Ο εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρµοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρµογής του, ή αν εφάρµοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρµοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή. Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγµατικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόµο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγµατικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση το νομικό δε σφάλμα του δικαστηρίου είχε στην συγκεκριμένη περίπτωση επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα.
 Εξάλλου, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσµα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Ο εγγυητής µπορεί να παραιτηθεί από το ευεργέτηµα που θεσπίζει η διάταξη, αλλά µόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αµέλειά του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αµέλειας η σχετική συµφωνία θα προσέκρουε στην απαγορευτική διάταξη του αρ. 332 ΑΚ και θα ήταν άκυρη (ΑΚ 174) (Ολοµ.ΑΠ 6/2000). Πταίσµα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε µε ενέργειες-πράξεις είτε µε παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσµα του δανειστή (και) όταν αυτός αµελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος ή αµελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη. Τέλος, εφόσον στον ΑΚ δεν περιλήφθηκε ορισµός της βαριάς αµέλειας, στο δικαστή της ουσίας εναπόκειται, εκτιµώντας τις περιστάσεις, να κρίνει, πότε η αµέλεια είναι βαριάς µορφής, αξιολογική κρίση η οποία ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 512/2008, ΑΠ 573/2001). 
Στην προκειµένη περίπτωση, το Εφετείο µε την προσβαλλόµενη απόφαση του, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, µε την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκε η επισπευδόµενη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, ευθυνοµένου ως εκ της δοθείσης υπ` αυτού εγγυήσεως για την εξόφληση εκ δανείου απαιτήσεως της αναιρεσείουσας που είχε χορηγήσει η τελευταία στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. Έκρινε δε έτσι το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εγγυητής ελευθερώθηκε σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, καθόσον από βαρειά αµέλεια των αρµοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας τράπεζας είχε καταστεί αδύνατη η ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτιδα. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: 
"Η ανώνυµη τραπεζική εταιρία µε την επωνυµία "..." της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω απορρόφησης συνεπεία συγχωνεύσεως, είναι η εκκαλούσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυµη τραπεζική εταιρεία µε την επωνυµία "ΤΡΑΠΕΖΑ ..." χορήγησε στην εταιρεία µε την επωνυµία "...", δυνάµει του …16-4-1988 συµβολαίου της Συµβ/φου Αθηνών ... δάνειο ύψους 19.600.000 δρχ. Την ως άνω σύµβαση εγγυήθηκε, ως αυτοφειλέτης, ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσίβλητος), παραιτούµενος και από όλα τα δικαιώµατα των εγγυητών, που παρέχονται από τον ΑΚ. Σκοπός του άνω δανείου ήταν η κατά το άνω ποσό κάλυψη των δαπανών µετασκευής δύο ξύλινων παραδοσιακών σκαφών, µε τα ονόµατα … και …... , το δε προϋπολογιζόµενο κόστος του έργου ανερχόταν σε 80.000.000 δρχ. Σύµφωνα µε το άρθρο 13 του αρχικού δανειστικού συµβολαίου, χορηγήθηκε στη δανείστρια τράπεζα το δικαίωµα να εγγράψει υπέρ της, µονοµερώς, έντοκη, απλή υποθήκη επί των άνω πλοίων µέχρι του ποσού των 60.000.000 δρχ. Στο ίδιο άρθρο και στην παρ.4 αυτού ορίστηκε ότι, σε περίπτωση υπερηµερίας της οφειλέτιδας, η δανείστρια είχε το δικαίωµα να παίρνει στην κατοχή της, τη νοµή και την εξουσία της τα άνω πλοία, χωρίς καµιά διατύπωση ή δικαστική άδεια, οπουδήποτε και αν βρίσκονται αυτά και ακόµη να τα εκποιεί χωρίς πλειστηριασµό, µε οποιουσδήποτε όρους, εισπράττοντας το τίµηµα από την πώληση για την πληρωµή της από αυτά, ενώ στο άρθρο 20 παρ. 2 του ίδιου δανειστικού συµβολαίου, οριζόταν ότι το συµβόλαιο αυτό είναι τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισµένος. Όµως, η δανειολήπτρια εταιρεία, ενώ έπρεπε να καταβάλει την πρώτη δόση του ληφθέντος δανείου την 1-7-1989, δεν κατέβαλε καµιά δόση, µολονότι η µετασκευή των άνω πλοίων πραγµατοποιήθηκε τον Μάιο 1989 και Νοέµβριο 1989 αντίστοιχα, µε αποτέλεσµα η δανείστρια τράπεζα να καλέσει την πρωτοφειλέτιδα στις 16-5-1990 να καταβάλει τα οφειλόµενα ποσά, τάσσοντας της προθεσµία 15 ηµερών από την κοινοποίηση της άνω πρόσκλησης και δηλώνοντας της ότι, παρελθούσης απράκτου της άνω προθεσµίας, θα προέβαινε σε αναγκαστική είσπραξη της απαίτησης της, ως προκύπτει από τη σχετική πρόσκληση.... Στη συνέχεια, λόγω της άνω υπερηµερίας της πρωτοφειλέτιδος, αποφασίστηκε από την δανείστρια τράπεζα η επίδοση επιταγής προς εκτέλεση στις 20-7-1990.... Ακολούθως η δανείστρια τράπεζα προέβη σε καταγγελία της άνω σύµβασης στις 29-11-1990, οπότε το ανεξόφλητο υπόλοιπο ανερχόταν σε 20.397.828 δρχ, και η προσαύξηση µε συµβατικούς τόκους στο ποσό των 9.263.304 δρχ, και συνολικά στο ποσό των 29.661.132 δρχ,...και µετά ταύτα, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση των άνω πλοίων...για ποσό 30.803.804 δρχ,... Κατά το χρονικό διάστηµα από 25-5-1991 µέχρι 21-8-1993 και ενώ τα άνω πλοία ήταν κατασχεµένα και ελλιµενισµένα στη µαρίνα του ..., η δανείστρια τράπεζα επέτρεψε την ελευθεροπλοϊα αυτών, εντός του λιµένος ...και δεν προέβη σε κάποια πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, παρά µόνον το έτος 1994 προέβη σε νέα αναγκαστική κατάσχεση των άνω πλοίων...και στη συνέχεια επέσπευσε αναγκαστικό πλειστηριασµό µε τα …/4-4-1994, …/1994 και το …/1-7-2004 προγράµµατα αναγκαστικού πλειστηριασµού...Τελικά, τα άνω πλοία εκπλειστηριάστηκαν για το ποσό των 60.002.000 δρχ, στις 7-8-1995, συνετάγη...πίνακας κατάταξης της...µε τον οποίο η δανείστρια κατετάγη στο άνω εκπλειστηρίασµα για ποσό 37.468.209 δρχ... Ενώ οι µετασκευές που πραγµατοποιήθηκαν στα άνω σκάφη είχαν, ως προελέχθη, προϋπολογιστεί στο ποσό των 80.000.000 δρχ. και είχαν ήδη πραγµατοποιηθεί µέχρι το τέλος του έτους 1989, παρά τις υφιστάµενες φθορές, αρχικά η αξία καθενός των άνω πλοίων ορίστηκε σε 50.000.000 δρχ, και στη συνέχεια σε 80.000.000 δρχ., στο τέλος δε, ως προαναφέρθηκε, αυτά εκπλειστηριάσθηκαν για το ποσό των 60.002.000 δρχ.... Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, αν και η πρωτοφειλέτιδα αδυνατούσε να καταβάλει τις δόσεις του άνω δανείου και η δανείστρια τράπεζα είχε καταγγείλει τη σύµβαση ήδη από το µήνα Νοέµβριο του έτους 1990, εντούτοις µέχρι τα µέσα του έτους 1994 δεν προέβη σε παραγγελία αναγκαστικής εκτέλεσης, προκειµένου µε επισπεύδουσα την ίδια να πλειστηριαστούν αναγκαστικά τα πλοία αυτά, αν και είχε ήδη από το έτος 1991 κατάσχει αυτά αναγκαστικά, µε αποτέλεσµα να παραµένουν ακινητοποιηµένα στην άνω µαρίνα, µετακινούµενα µόνο κατά διαστήµατα και µέχρι το έτος 1993 εντός του λιµένος Ηταν λοιπόν προφανές ότι, ενώ η πρωτοφειλέτιδα ήδη από το έτος 1991 δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει το δάνειο και µολονότι η δανείστρια τράπεζα µπορούσε να ικανοποιηθεί από τον πλειστηριασµό των άνω πλοίων, δεν έκανε χρήση των δικαιωµάτων που είχε για την ικανοποίηση της απαίτησής της, επισπεύδοντας τον πλειστηριασµό τους, µε αποτέλεσµα να επιβαρύνεται το χρέος από το καθεστώς της υπερηµερίας και να αυξάνεται. Η αδράνεια δε της δανείστριας στην είσπραξη των απαιτήσεών της ήταν δόλια, καθόσον απέβλεπε στη διόγκωση του χρέους µε τη διατήρηση του καθεστώτος ανατοκισµού, σε κάθε δε περίπτωση, οφείλεται σε βαριά αµέλεια αυτής. Η αδράνεια αυτή της δανείστριας είχε ως αποτέλεσµα να µείνουν για περίπου τέσσερα χρόνια τα άνω πλοία ουσιαστικά εκτός λειτουργίας, να χάσουν το µεγαλύτερο µέρος της αξίας τους και να αποδώσουν κατά τον πλειστηριασµό τους το Μάιο του έτους 1995, όπου και η ίδια υπερθεµάτισε, γνωρίζοντας την πραγµατική τους αξία, µόνο το ποσό των 60.002.000 δρχ. Εποµένως, αν η δανείστρια δεν επιδείκνυε δόλο, άλλως βαριά αµέλεια και είχε προβεί στα κατάλληλα µέτρα προς ικανοποίηση της απαίτησης της από τότε που κατήγγειλε τη σύµβαση δανείου το έτος 1990, λόγω υπερηµερίας της πρωτοφειλέτιδας, εκποιώντας τα άνω πλοία, ως είχε την δυνατότητα από το δανειστικό συµβόλαιο, σε κάθε περίπτωση δε, από το έτος 1991 που κατάσχεσε αναγκαστικά τα άνω πλοία, προβαίνοντας στην δια πλειστηριασµού εκποίησή τους, θα πετύχαινε τίµηµα ισάξιο της πραγµατικής τιµής των πλοίων, εισπράττοντας τουλάχιστον 100.000.000 δρχ. ενόψει και του γεγονότος ότι οι εργασίες µετασκευής ανέρχονταν τουλάχιστον στο ποσό των 80.000.000 δρχ. Με την αδράνεια, όµως, που επέδειξε, παραλείποντας να λάβει τα κατάλληλα µέτρα για την ικανοποίηση της απαίτησης της, το πλειστηρίασµα που συγκεντρώθηκε στον προαναφερθέντα πλειστηριασµό ανήλθε µόνο στο ποσό των 60.002.000 δρχ. Αν δε, δεν αδρανούσε για τόσο µεγάλο χρονικό διάστηµα, το πλειστηρίασµα θα ήταν τουλάχιστον 40.000.000 δρχ. επιπλέον, αφού η αξία των πλοίων δεν θα είχε υποστεί µείωση, τουλάχιστον λόγω εξωτερικών φθορών, συνεπεία της ακινητοποίησης τους, οπότε και θα ικανοποιείτο πλήρως η αξίωσή της, ως είχε προκύψει τόσο µετά την καταγγελία της σύµβασης στις 29-11-1990 η οποία ανερχόταν σε 29.661.132 δραχµές όσο και το ποσό των 30.803.804 δραχµών για το οποίο χώρησε η πρώτη αναγκαστική κατάσχεση. Σε κάθε περίπτωση δε αν δεν αδρανούσε η άνω αξίωσή της θα είχε ικανοποιηθεί πλήρως ακόµη και µε το εκπλειστηρίασµα που επιτεύχθηκε όταν τελικά πραγµατοποιήθηκε ο πλειστηριασµός αφού κατά τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήµατα η οφειλή δεν υπερέβαινε το ποσό αυτό που τελικά έλαβε. Εξάλλου µολονότι η καθ` ης η ανακοπή ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση της διενέργειας του πλειστηριασµού των άνω πλοίων οφείλεται σε παρέλκυση της διαδικασίας από µέρους της πρωτοφειλέτιδας και όχι σε δική της αδράνεια, δεν αποδεικνύεται κάτι τέτοιο, αφού από την πρώτη αναγκαστική κατάσχεση που έλαβε χώρα το έτος 1991, η δεύτερη έλαβε χώρα το έτος 1994, η µόνη δε δικαστική ενέργεια της πρωτοφειλέτιδας ήταν η άσκηση της από 27-4-1994 αίτησης για διόρθωση του .../4-4-1994 προγράµµατος πλειστηριασµού, επί της οποίας εκδόθηκε η 8037/1994 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν µέρει την αίτηση, διόρθωσε την τιµή των πλοίων και την τιµή πρώτης προσφοράς και αναβλήθηκε ο αναγκαστικός πλειστηριασµός.... Περαιτέρω δε, η χορήγηση άδειας µερικών πλόων των άνω κατεσχηµένων πλοίων εντός του λιµένος … από µέρους της δανείστριας, δεν αποδείχθηκε ότι είχε ως αποτέλεσµα την αποκόµιση κέρδους από την πρωτοφειλέτιδα, ούτε όµως και την διατήρηση σε καλή κατάσταση των άνω πλοίων, αφού στις εκθέσεις αναγκαστικού πλειστηριασµού πλοίων... αναφέρεται ότι αυτά έφεραν εξωτερικές φθορές, στο δε από 11-7-1995 έγγραφο του ΕΟΤ ….. αναφέρεται ότι τα άνω πλοία τελούν καταδήλως σε κατάσταση πλήρους εγκατάλειψης." 
Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε µε εσφαλµένη εφαρµογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, καθόσον τα εν λόγω και ανελέγκτως γενόµενα δεκτά από το Εφετείο πραγµατικά περιστατικά, αντικειµενικώς ελεγχόµενα, συνιστούν πράγµατι τουλάχιστον την γενοµένη υπ` αυτού δεκτή βαριά αµέλεια στη συµπεριφορά των αρµοδίων οργάνων της δανείστριας τράπεζας. Και τούτο διότι αυτή με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, ενόψει του ότι η πρωτοφειλέτιδα µέχρι την καταγγελία της συµβάσεως αλλά και µετά από αυτήν, δεν είχε καταβάλει κανένα ποσό έναντι της εκ δανείου οφειλής της σε συνδυασµό και µε το γεγονός ότι η πάροδος του χρόνου και η ακινητοποίηση εν τοις πράγµασι των κατασχεθέντων πλοίων οδηγεί σε αποµείωση της αξίας τους, µπορούσε και όφειλε να προβλέψει ότι δεν θα καταστεί δυνατή η ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, έτσι ώστε να µην αδρανήσει στην επίσπευση της διαδικασίας πλειστηριασµού των πλοίων και την επίτευξη µεγαλυτέρου εκπλειστηριάσµατος από εκείνο που τελικώς επετεύχθη.
 Συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθµ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιµος. 
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ., η ανάγκη να αποδεικνύονται "αμέσως" οι προβαλλοµένοι κατά την διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως ισχυρισµοί του ανακόπτοντος, δεν αναφέρεται µόνον στην εξόφληση της απαίτησης της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, αλλά και σε οποιονδήποτε άλλο αποσβεστικό λόγο αυτής, που απορρέει από ανανέωση, συµβιβασµό ή άφεση χρέους, είτε από άλλη αποσβεστική αιτία της ενοχής, όπως είναι και η κατ` άρθρο 862 ΑΚ επίκληση από τον εγγυητή ελευθερώσεώς του από την εγγυητική ευθύνη, αν η αδυναµία ικανοποιήσεως του επισπεύδοντος από τον πρωτοφειλέτη οφείλεται σε πταισµατική συµπεριφορά του ίδιου (επισπεύδοντος). Εξάλλου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι από τα αποδεικτικά µέσα που επικαλέστηκε και προσκόµισε ο διάδικος, παρέχεται ή όχι "αµέσως" απόδειξη των ισχυρισµών του, κατά το άρθρο 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ. ανάγεται αποκλειστικά σε εκτίµηση πραγµατικών γεγονότων, και γι` αυτό δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 748/1987, 283/1984). 
Στην προκειµένη περίπτωση, όπως ρητά βεβαιώνει το Εφετείο, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιµο τον περί του αντιθέτου ισχυρισµό της αναιρεσείουσας, ο περί ελευθερώσεως εκ της εγγυητικής ευθύνης ισχυρισµός του αναιρεσιβλήτου, αποδεικνυόταν από τα νοµίµως προσκοµισθέντα έγγραφα, που µνηµονεύονται ειδικά στην προσβαλλόµενη απόφαση και αναφέρονται ανωτέρω. Εποµένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθµ. 11α και 14 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο για την απόδειξη του εν λόγω ισχυρισµού, έλαβε υπόψη µη επιτρεπόµενο από το νόµο µέσο δηλαδή την ένορκη κατάθεση της µάρτυρος του αναιρεσιβλήτου και παρέλειψε παρά το νόµο να κηρύξει το απαράδεκτο του περί αποσβέσεως της απαιτήσεώς της ισχυρισµού ως µη αποδεικνυόµενου αµέσως, είναι αβάσιµος. Σε κάθε περίπτωση αν ήθελε εκτιµηθεί ότι µε τον λόγο αυτό προβάλλεται η αιτίαση ότι ο ανωτέρω ισχυρισµός δεν αποδεικνυόταν από τα επικαλούµενα έγγραφα είναι απαράδεκτος ως αναγόµενος σε εκτίµηση πραγµατικών περιστατικών.
 Ακολούθως προς τα ανωτέρω η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 6-3-2009 αίτηση της εταιρίας "Τράπεζα ..." για αναίρεση της 877/ 2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου