Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Ένορκες βεβαιώσεις, αριθμός αυτών, βεβαιώσεις από άλλη δίκη.

Άρειος Πάγος, σε τακτική Ολομέλεια, 8/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β` Σύνθεσης: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρους του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Αντώνιο Ζευγώλη, Βασίλειο Καπελούζο - εισηγητή, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Ειρήνη Καλού, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Ντάντου, Ιωάννη Μαγγίνα, Αβροκόμη Θούα, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες

Περίληψη. Πολιτική Δικονομία. Ενορκες βεβαιώσεις. Ο αριθμητικός περιορισμός των τριών ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε πλευρά δεν ισχύει αν οι ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, μεταξύ των αυτών διαδίκων, οπότε νομίμως λαμβάνονται υπ΄όψιν και οι πέραν των τριών, για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αναιρετέα η απόφαση 2655/2011 Εφετείου Αθηνών που παρέλειψε να λάβει υπ΄όψιν τέτοια ένορκη βεβαίωση
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων] απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως. Συνεπώς, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και να αναφέρεται ότι έγινε ή όχι επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μη πληρούντα τους όρους του νόμου, ακόμα και άκυρα για οποιοδήποτε λόγο έγγραφα. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τις βεβαιώσεις και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης και όσον αφορά τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων μέχρι τρείς το πολύ που λαμβάνονται υπόψη, πρέπει οι ένορκες βεβαιώσεις να έχουν ληφθεί αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη δίκη, οπότε και υπάρχει ο εν λόγω αριθμητικός περιορισμός. Ενώ δεν υφίσταται ο περιορισμός αυτός, αν οι ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, μεταξύ των αυτών διαδίκων, οπότε νομίμως λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις

Στη προκείμενη περίπτωση, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και από την παραδεκτώς, κατ` αρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Επί της από 29-10-2006 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί ζητούσαν "να αναγνωρισθεί η νομή και κυριότητά μας επί του ανωτέρω επιδίκου τμήματος του οικοπέδου μας, επιφανείας 137,95 τετρ. μέτρων" εκδόθηκαν διαδοχικά η με αριθμό 2406/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που απέρριψε, ως αόριστη την ως άνω αγωγή), η με αριθμό 4738/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (που απέρριψε την έφεση της εναγομένης που είχε νικήσει πρωτοδίκως και στη συνέχεια διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης) και η με αριθμό 2655/2011 προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε στην ουσία την αγωγή. Με την τελευταία απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Δυνάμει του ... συμβολαίου του σ/φου Κορωπίου ... , νόμιμα μεταγραμμένου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες) αγόρασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τους αδελφούς της εναγομένης I., Κ. και Χ. P., ένα ακίνητο που βρίσκεται στη θέση ..., στο ..., στο ΟΤ … και επί της οδού ..., έκτασης κατά το άνω συμβόλαιο 1150 τμ, όπως αυτό εμφαίνεται στο από Μαρτίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.Π., με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ- Α και φέρεται κατά το συμβόλαιο να συνορεύει γύρωθεν ανατολικά επί πλευράς Β-Γ, μήκους 39,50μ με ιδιοκτησία Χ. Α., δυτικά επί πλευράς Α-Δ και επί προσώπου μήκους 35,90μ με την οδό ..., βόρεια επί πλευράς Α-Β μήκους 30,25 με ιδιοκτησία αρχικά Π. και ήδη Κ.Μ. και νότια επί πλευράς Γ- Δ, μήκους 31 μ. με συνεχόμενη ιδιοκτησία των πωλητών Στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα αναφέρεται ότι το εν λόγω ακίνητο προήλθε από τη συνένωση των μ` αριθμούς … και … ακινήτων, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Δεκεμβρίου 1960 σχεδιάγραμμα του ίδιου μηχανικού, το οποίο αφορά, μεγαλύτερη έκταση 7238,3 τμ και ήδη 7224,8 τμ, καθώς και ότι το εμβαδό αυτού είναι 1150 τμ. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη Κ. Π. (η οποία έχει αποβιώσει και στη θέση της έχει υπεισέλθει ο ήδη αναιρεσίβλητος γιός της, ως ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της) κατέστη κυρία ενός ακινήτου ευρισκομένου στο Δήμο ...της Αττικής, στο ΟΤ …και επί της οδού ..., έκτασης 2112,94 τμ, το οποίο εμφαίνεται στο από Μαρτίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Π.Κ. με στοιχεία Α-Β- Γ-Δ-Ε-Ζ-Α και συνορεύει γύρωθεν ανατολικά επί πλευράς Β-Γ μήκους 39,01 εν μέρει με ιδιοκτησία ΔΠ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Η.. P., δυτικά εν μέρει επί πλευράς Α-Ζ και επί προσώπου μήκους 15,80μ. με την οδό .... και εν μέρει επί πλευράς Ε-Δ μήκους 23,50 μ. με ιδιοκτησία Ν Γ., βόρεια επί πλευράς Α-Β μήκους 57,12μ. εν μέρει με ιδιοκτησία Π. και Σ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Λ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Μ. και νότια εν μέρει επί πλευράς Γ-Δ μήκους 49,35 μ. με ιδιοκτησίες Σ., Γ. και Σ. Γ. και εν μέρει επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 6μ.με ιδιοκτησία Ν.Γ.. Κατέστη δε κυρία του άνω ακινήτου εν μέρει κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου δυνάμει της .../1993 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του σ/φου Κορωπίου ... , νόμιμα μεταγραμμένης, ως αυτή διορθώθηκε με την .../.. διορθωτική πράξη του ίδιου σ/φου, νόμιμα μεταγραμμένης, εν μέρει κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου από άτυπη πώληση από τον αδελφό της Κ. Π. τον Δεκέμβριο του έτους 1971 και συνεχή χρησικτησία και εν μέρει κατά 2/4 εξ αδιαιρέτου από αγορά από τους Χ. και I. P., δυνάμει του ... συμβολαίου του σ/φου Κορωπίου ... , νόμιμα μεταγραμμένου. Το ανωτέρω ακίνητο της εναγομένης αποτελείται από τα μ` αριθμούς …και … οικόπεδα του σχεδιαγράμματος του έτους 1960 του πολιτικού μηχανικού Π.Π. Από την εφαρμογή των άνω τίτλων των διαδίκων αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο έκτασης 137,95 τμ, που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ... και επί της οδού . ... αρ … και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς 5,50μ.με ιδιοκτησία της εναγομένης, δυτικά επί προσώπου μέτρων 3,41 μ. με την οδό ..., βόρεια επί πλευράς 31 μ. με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων και νότια επί πλευράς 31μ. με ιδιοκτησία της εναγομένης, περιέχεται στους τίτλους της εναγομένης. Το γεγονός αυτό, πέραν του ότι αποδεικνύεται από τη διαταχθείσα από το παρόν Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη, ενισχύεται και από το ότι, ενώ το ακίνητο που αγόρασαν οι ενάγοντες από τα αδέλφια της εναγομένης αποτελεί συνένωση των οικοπέδων … και …του σχεδιαγράμματος του 1960 του Π.Π. φέρεται να είναι μεγαλύτερο αυτών. Ειδικότερα, όσον αφορά τη δυτική πλευρά του ακινήτου των εναγόντων που φέρεται στο συμβόλαιο αγοράς να είναι 35,90 μ. στο σχεδιάγραμμα του 1960 είναι 33 μ., η ανατολική φέρεται να είναι στο συμβόλαιο 39,50 μ. στο άνω σχεδιάγραμμα είναι 35,50 μ, σε αντίθεση με τα ...και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια του σ/φου Κορωπίου ... , με τα οποία μεταβιβάζονται τα οικόπεδα μ` αριθμούς …,… και ... του ΟΤ … και παραπέμπουν στο σχεδιάγραμμα του 1960 και συμφωνούν με αυτό ως προς τις διαστάσεις τους. Επίσης και η Δ/νση Πολεοδομίας Ν Τομέα τμήμα ... διαπιστώνει στο .../20-7-09 έγγραφο της ότι τόσο η πρόσοψη του ακινήτου των εναγόντων όσο και το τοιχείο του πίσω ακαλύπτου είναι μικρότερα από τα αναφερόμενα στην .../.. άδεια ανοικοδόμησης των εναγόντων. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι το επίδικο περιέχεται στους τίτλους της εναγομένης. Το γεγονός δε ότι το επίδικο περιέχεται στους τίτλους της τελευταίας το γνώριζαν οι ενάγοντες, καθόσον για πολλά έτη ο πρώτος αυτών ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης και συμμετείχε ως εκπρόσωπος της, τόσο στις σχετικές δίκες μεταξύ αυτής και των αδελφών της από τους οποίους αγόρασε το ακίνητο του, όσο και στην κατάρτιση των σχετικών συμβολαίων ως προς το ακίνητο της εναγομένης, έκτασης 2112,94 τμ και δεν αμφισβήτησε την έκταση αυτού μέχρι τη στιγμή που δημιουργήθηκαν διαφορές για αμοιβές μεταξύ του πρώτου αυτών και της εναγομένης. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι οι ενάγοντες έπρατταν πράξεις νομής στο επίδικο, το γεγονός δε ότι κατά περιόδους όταν έκτιζαν την οικία τους είχαν εναποθέσει χαλίκι και άμμο για διάφορες εργασίες που εκτελούσαν στο ακίνητο τους ή τοποθετούσαν το αυτ/τό τους σ` αυτό καθώς και η συλλογή από μέρους τους των σταφυλιών της αμπέλου που υπήρχε στο επίδικο γίνονταν λόγω της ιδιαίτερης φιλικής σχέσης που υπήρχε μεταξύ αυτών και των αδελφών της εναγομένης, της οποίας ως προελέγχθη ο πρώτος αυτών ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος για πολλά έτη στις υποθέσεις που είχε σχετικά με το ακίνητο αυτό και παρεστάθη τόσο στην άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς όσο και στη δίκη μεταξύ των κληρονόμων του Κ.Ρ. και αυτής επί της οποίας εκδόθηκε η 403/99 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και στο συμβόλαιο αγοράς που αφορούσαν την άνω έκταση και συνεπεία τούτων γνώριζε ότι το επίδικο αποτελεί μέρος της ιδιοκτησίας της και ανήκει σ` αυτήν. Όταν δε οι ενάγοντες αμφισβήτησαν το πρώτον την κυριότητά της επί του επιδίκου στις 2-4-06, η εναγομένη άσκησε άμεσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση κατάστασης κατ` αυτών ... και στη διαμαρτυρία τους για το ότι την 22.0.2009 κάποιοι μετρούσαν το επίδικο, το οποίο βρίσκεται εκτός της μάνδρας της ιδιοκτησίας τους και εντός της δικής της ιδιοκτησίας, η εναγομένη άμεσα απάντησε με εξώδικο. Τα ανωτέρω δε, δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, επειδή αποδεικνύεται ότι κυρία και νομέας του επίδικου ακινήτου είναι η εναγομένη, πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

 Με το δωδέκατο λόγο της αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και απορρίψει κατ` ουσίαν την ένδικη αγωγή, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων την .../2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Κ. Γ., που έχει ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης και συγκεκριμένα συνεπεία της από 8.1.2010 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατ` αυτών που θα διεξαγόταν στις 26.1.2012 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις τους της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο αυτοί και όχι ο αναιρεσίβλητος. Επί του λόγου αυτού, με την παραπέμπουσα απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Οι παραδοχές αυτές αναφέρονται σε αγωγή με βάση και την έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045) και επομένως, το Εφετείο, με το να μην λάβει υπόψη την ένορκη πιο πάνω - ......./2011 - βεβαίωση του μάρτυρα Κ. Γ., υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο λόγο αυτό - δωδέκατο - της αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Αντίθετα, κατά τη γνώμη δύο μελών του παρόντος Δικαστηρίου και ειδικότερα, των αρεοπαγιτών Νικόλαου Μπιχάκη και Ερωτόκριτου Καλούδη - Εισηγητή, από την επισκόπηση της ένδικης - από 29-10-2006 - αγωγής προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι απέκτησαν τη συγκυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με το ανωτέρω νόμιμα μεταγραμμένο - αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και ότι έκτοτε είναι συννομείς του επίδικου ακινήτου και ότι η αρχικώς εναγομένη, στη θέση της οποίας - όπως προεκτέθηκε - ως εκ του θανάτου της υπεισήλθε ο ήδη αναιρεσίβλητος γιος της, άσκησε εναντίον τους "την από 5-4-2006 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε να απέχουν πάσης ενεργείας προσβάλλουσας τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα επί του οικοπέδου της... και την από 5.4.2006 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../11.4.2006 αγωγή της με το ίδιο ακριβώς αίτημα ...", ακολούθως δε απέστειλε προς αυτούς την από 29.9.2009 εξώδικη δήλωση και απάντηση, με την οποία αμφισβήτησε "τη νομή και κυριότητά τους" επί του επίδικου ακινήτου. Ζήτησαν δε, χωρίς καμία μνεία περί χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης), "να αναγνωριστεί η νομή και κυριότητά τους επί του επιδίκου ακινήτου". Ως εκ του άνω ιστορικού και αιτήματος, πρόκειται για σώρευση δύο αγωγών, ήτοι αναγνωριστικής κυριότητας με βάση μόνο τον παράγωγο τρόπο, ήτοι της σύμβασης (αγοραπωλησία) που είχε συναφθεί με το εν λόγω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, και, επικουρικό, αναγνωριστικής συννομής του ίδιου ακινήτου (ΚΠολΔ 219). Έτσι, άλλωστε, έκριναν και τα Δικαστήρια της ουσίας, τόσο το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την 2406/2008 απόφασή του, που έκρινε ακολούθως την αγωγή αόριστη λόγω μη επακριβούς περιγραφής του επίδικου ακινήτου - οικοπέδου, όσο και το Εφετείο με τη μη οριστική απόφασή του 4738/2009, που έκρινε αντίθετα την αγωγή ορισμένη και διέταξε πραγματογνωμοσύνη για το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου και εν τέλει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, αφού δέχτηκε, ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιήλθε στους αναιρεσείοντες με το ανωτέρω ..... συμβόλαιο - όπως αυτοί επικαλέστηκαν - αλλά ότι "κυρία και νομέας του επίδικου ακινήτου είναι η εναγομένη", απέρριψε αυτήν - αγωγή - στο σύνολο της. Με τα δεδομένα αυτά, κατά τη γνώμη των δύο ως άνω μελών του παρόντος Δικαστηρίου, το Εφετείο, με το να μην λάβει υπόψη την ένορκη πιο πάνω βεβαίωση, που αφορά σε πράξεις νομής, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, όσον αφορά μόνο τη σωρευόμενη αναγνωριστική συννομής του επίδικου ακινήτου αγωγή, κατά το βάσιμο λόγο αυτό - δωδέκατο - της αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την αγωγή αυτή, όχι όμως και όσον αφορά την αναγνωριστική συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή, ως προς την οποία ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον, ως στηριζόμενη η εν λόγω αγωγή μόνο σε παράγωγο τρόπο, δεν ασκεί ως προς αυτήν καμία επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Μετά ταύτα, εφόσον η παρούσα απόφαση ελήφθη με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί ο δωδέκατος λόγος της αναίρεσης στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 563 παρ. 2 εδ. β του ΚΠολΔ.

 Κατά την άποψη που επικράτησε στην παρούσα Ολομέλεια, οι παραδοχές αυτές αναφέρονται σε αγωγή με βάση και την έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045) και επομένως, το Εφετείο, με το να μην λάβει υπόψη την ένορκη πιο πάνω - ...../2011 - βεβαίωση του μάρτυρα Κ. Γ., υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο λόγο αυτό - δωδέκατο - της αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την μειοψηφούσα όμως γνώμη του Εισηγητού ο ως άνω δωδέκατος λόγος της αιτήσεως, (περί του ότι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη και την με αριθμό ...../2011 ως άνω ένορκη βεβαίωση, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ` ΚΠολΔ), έγινε δεκτός από όλα τα μέλη της συνθέσεως του παραπέμποντος Δικαστηρίου, πλην όμως στη συνέχεια υπήρξε διχογνωμία ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό του δικογράφου της αγωγής [και ειδικότερα 1) αν υπάρχει σώρευση αγωγών συννομής και συγκυριότητος ή μόνο αγωγή συγκυριότητος, 2) αν η αγωγή συγκυριότητος στηρίζεται, πέραν του παραγώγου τρόπου κτήσεως και σε πρωτότυπο] και κατ` ακολουθία αν ο ως άνω λόγος ασκεί επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Πλην όμως λόγος με τέτοιο περιεχόμενο δεν περιλαμβανόταν στο αναιρετήριο και κατά συνέπεια απαραδέκτως εισήχθη στην παρούσα Ολομέλεια. Κατόπιν των ανωτέρω, κατ` αποδοχή του ως άνω δωδέκατου λόγου της αιτήσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, περαιτέρω δε ο απολιπόμενος αναιρεσίβλητος πρέπει, λόγω της ήττας του, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Αναιρεί την με αριθμό 2655/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
 Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
 Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) Ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου