Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Κατάσχεση σε εταιρεία, μελλοντικά κέρδη, αρμοδιότητα για ανακοπή.

Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου 41/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Άννα Πολυμέρου, Πρωτοδίκη.

Περίληψη. Κατάσχεση εις χείρας εταιρείας. Δυνατή η κατάσχεση της απαίτησης εταίρου στα υφιστάμενα και μελλοντικά εταιρικά κέρδη. Ανακοπή. Στην ουσία πρόκειται περί πλαγιαστικής άσκησης των δικαιωμάτων του εταίρου. Έχει αναγνωριστικό κι όχι διαπλαστικό χαρακτήρα και η εκχώρηση της απαίτησης στον κατασχόντα θα γίνει μετά την τελεσίδικη παραδοχή της. Αρμοδιότητα. Αν συντρέχει εξαιρετική αρμοδιότητα ειρηνοδικείου ή μονομελούς πρωτοδικείου για την απαίτηση που κατασχέθηκε αυτό το δικαστήριο θα εκδικάσει και την ανακοπή άλλως το αρμόδιο δικαστήριο για το κατασχεθέν ποσό. Τοπικά αρμόδιο το δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας του τρίτου. Αγωγή αποζημίωσης κατά του τρίτου λόγω της ανακριβούς του δήλωσης. Στρέφεται μόνο κατά αυτού. Στοιχεία της αγωγής.  
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 982 § 1 περ. α’ ΚΠολΔ, μπορεί να κατασχεθεί αναγκαστικά και χρηματική απαίτηση του καθ’ ου η εκτέλεση κατά τρίτου, εφόσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή. Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαιτήσεις υπό αίρεση ή προθεσμία, αλλά και μέλλουσες απαιτήσεις, υπό την προϋπόθεση όμως ότι υπάρχει η βασική έννομη σχέση, από την οποία ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η μελλοντική κλπ απαίτηση και δεν είναι απλώς προσδοκώμενη. Για να μπορεί να κατασχεθεί μια τέτοια απαίτηση, πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί κατ’ είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά ποσό (ΕφΑΘ 5740/2011, ΔΕΕ 2012,131, ΕφΑΘ 5526/2006, ΝοΒ 2007,363, ΕφΑΘ 8540/1999, ΔΕΕ 2000,287). 
Περαιτέρω, η απαίτηση εταίρου για συμμετοχή στα εταιρικά κέρδη, αυτοτελώς έναντι του εταιρικού μεριδίου, μπορεί όχι μόνο να εκχωρηθεί (βλ. Σούρλα, στην ΕρμΑΚ, άρθ.455, αρ.13, στοιχείου α) ή να ασκηθεί με αγωγή, αναγνωριστική ή και καταψηφιστική αλλά και να κατασχεθεί αναγκαστικώς. Για την εν λόγω κατάσχεση εφαρμόζεται ο θεσμός της κατασχέσεως σε χέρια τρίτου. Έτσι ο δανειστής ομορρύθμου εταίρου δικαιούται προς ικανοποίηση της αντίστοιχης χρηματικής απαιτήσεώς του να επιβάλει στα χέρια της εταιρείας ως τρίτης αναγκαστική κατάσχεση της έναντι αυτής απαιτήσεώς του εταίρου προς είσπραξη της αναλογίας του στα εταιρικά κέρδη. Μάλιστα, όπως επιτρέπεται κατά την ορθότερη γνώμη στα χέρια τρίτου κατάσχεση μελλουσών -να γεννηθούν απαιτήσεων του καθ’ου, η εκτέλεση με παραγωγό αιτία ήδη υφισταμένη έννομη σχέση (πρβλ. ΑΠ 285/ 1975 ΝοΒ 21.1106), έτσι επιτρέπεται να επιβληθεί σε ορισμένο χρόνο κατάσχεση στα χέρια της εταιρείας ως τρίτης, των απαιτήσεων του εταίρου προς είσπραξη της αναλογίας του στα εταιρικά κέρδη που δεν έχουν ακόμη παραχθεί, αλλά που θα προκόψουν σε μεταγενέστερο χρόνο. Σ` αυτή την περίπτωση, για την εγκυρότητα της κατασχέσεως υπάρχει η μεταξύ του καθ’ ου η κατάσχεση εταίρου και της εταιρείας, ως τρίτης, εταιρική σχέση, αλλά τα αποτελέσματα της κατασχέσεως εξαρτώνται από γεγονός μέλλον και αβέβαιο και συγκεκριμένα από το κατά πόσο πράγματι θα προκύψουν κατά το μετά την επιβολή της κατασχέσεως χρονικό διάστημα εταιρικά κέρδη. Αν επιβληθεί τέτοια κατάσχεση και η εταιρεία, ως τρίτη, προβεί σε σχετική πραγματική ή πλασματική αρνητική δήλωση, ο δανειστής μπορεί, προς ανατροπή αυτής της δηλώσεως, να ασκήσει ανακοπή και μ` αυτή να ζητήσει να αναγνωριστεί η ύπαρξη της εταιρικής σχέσεως μεταξύ εταιρείας και εταίρου-οφειλέτη, ως γενεσιουργού των απαιτήσεων για συμμετοχή στα εταιρικά κέρδη και να υποχρεωθεί η εταιρεία να καταβάλει μέχρι τη συμπλήρωση του ποσού της απαιτήσεως του δανειστή τα αναλογούντα στον οφειλέτη εταιρικά κέρδη (βλ. ΕφΑΘ 4345/1991). 
Εξάλλου, η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται όπως ορίζει το άρθρ. 983 ΚΠολΔ, δηλαδή με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου, το οποίο μάλιστα στον καθ’ ου η εκτέλεση πρέπει να επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη. Κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ, ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ’ αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του αν υπάρχει η απαίτηση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, αναφέροντας συνάμα ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό, σε περίπτωση δε καταφατικής δήλωσης ως προς την ύπαρξη της απαίτησης οφείλει ακολούθως να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης. Μέσα, σε τριάντα ημέρες από την παραπάνω ρητή ή σιωπηρή αρνητική δήλωση δικαιούται αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ασκήσει στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο ανακοπή κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ, με την οποία μπορεί να επικαλεσθεί ολική ή μερική ανακρίβεια της δήλωσης και να επιδιώξει την αναγνώριση της ύπαρξης της κατασχεθείσας απαίτησης και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του ποσού για το οποίο έγινε η κατάσχεση, θεωρώντας αυτόν οφειλέτη του κατασχεμένου. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή η κατ’ αυτής ανακοπή και υποχρεούται τότε ο τρίτος να ενεργήσει κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 990 ΚΠολΔ, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Αντικείμενο έτσι της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Στην ουσία, δηλαδή, εισάγεται προς εκδίκαση η έναντι του τρίτου απαίτηση του καθ’ ου η εκτέλεση, η οποία αποτελεί και το κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης. Από την άποψη αυτή η ανακοπή αποτελεί πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων του καθ’ ου η κατάσχεση (ΕφΑΘ 1022/2008, ΕφΑΔ 2009,228, ΕφΑΘ 1930/2007, ΕφΑΔ 2008,365, ΕφΑΘ 1837/2007, ΝοΒ 2007,1143, ΕφΑΔ 2008,361, ΕφΚερκ 97/2001, ΙονΕπιθΔ 2001,93, άπασες δημοσιευθείσες και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Επομένως, στο δικόγραφο της ως άνω ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής από το άρθρο 583 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ` ου η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν, αφού ο ανακόπτων βαρύνεται με την απόδειξη της κατασχεθείσας απαίτησης (ΑΠ 1065/2009, ΕΠολΔ 2010,60, ΕπισκΕμπΔ 2010,118, ΧρΙδΔ 2010,274, ΕΤρΑξΧρΔ 2010,78, δημοσιευθείσα και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΌΜΟΣ). 
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 986 εδ. α` ΚΠολΔ, η ανακοπή ασκείται ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 επ. και 23 επ. δικαστηρίου. Με βάση τη ρύθμιση αυτή, ως, κριτήρια για τον καθορισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας πρέπει να λαμβάνονται αφενός η αξία του αντικειμένου της διαφοράς (αρθρ. 14,16, 18 ΚΠολΔ) και αφετέρου η φύση της. Λαμβάνεται, επομένως, υπ’ όψιν και η φύση της απαιτήσεως που κατασχέθηκε, ώστε, αν το αντικείμενο που κατασχέθηκε εμπίπτει στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (αρθρ. 15 ΚΠολΔ) ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου (αρθρ. 16, 17 ΚΠολΔ), η καθ’ ύλην αρμοδιότητα να κρίνεται χωρίς να ληφθεί κατ’ αρχήν υπ’ όψιν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς. Σ’ ότι αφορά ειδικότερα το κριτήριο της αξίας της διαφοράς, η καθ’ ύλην αρμοδιότητα πρέπει να κρίνεται με βάση όχι το σύνολο της αξίας του κατασχεμένου αντικειμένου αλλά μόνο το μικρότερο ποσό που ενδεχομένως κατασχέθηκε αφού αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής. Η κατά τόπον αρμοδιότητα καθορίζεται με βάση τις γενικές ρυθμίσεις που αφορούν την αγωγή, και ως αρμόδιο κατά τόπον δικαστήριο νοείται εκείνο στο οποίο θα εναγόταν ο τρίτος, αν ασκούσε αγωγή ο καθ’ ου η κατάσχεση. Λαμβάνεται δηλαδή υπ’ όψιν η γενική δωσιδικία του τρίτου (αρθρ. 22 επ. ΚΠολΔ), ο οποίος αντιμετωπίζεται έτσι νομοθετικά ως εναγόμενος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 986 εδ. β` ΚΠολΔ ορίζεται ότι με την ανακοπή μπορεί να ζητηθεί και αποζημίωση κατά το άρθρο 985 § 2. Η υποχρέωση αποζημιώσεως του τρίτου νομοθετείται μόνον απέναντι στον επισπεύδοντα δανειστή και επιδιώκεται με αυτοτελή αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι κοινές δικονομικές διατάξεις (ΜονΕφΙωαν 45/2013, ΕΠολΔ 2013, 386, δημοσιευθείσα και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ), παραδεκτώς, όμως, σωρεύεται (αντικειμενικά ή επικουρικά) και στο δικόγραφο της ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ (ΕφΑΘ 1050/2008, Δνη 2008,850, ΧρηΔικ 2009,446, δημοσιευθείσα και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1022/2008, ο.π.). Η αγωγή αυτή δεν ανοίγει δίκη περί την εκτέλεση, καθόσον δεν προσβάλλει πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Η ευθύνη του τρίτου για αποζημίωση απορρέει από μόνο το γεγονός ότι παρέλειψε να υποβάλει τη δήλωση του άρθρου 985 §1 ΚΠολΔ, υποχρέωση που δημιουργείται με μόνη την επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια του, ανεξάρτητα αν υπάρχει η κατασχεμένη οφειλή, ή υπέβαλε ανακριβή δήλωση. Προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακρίβειας της υποβληθείσης δηλώσεως, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου τούτου γεγονότος και της ζημίας. Το περιεχόμενο της αποζημιώσεως θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση αυτή κάθε ζημία που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου. Έτσι, δεν αποκλείεται ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτηση του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι συνεπεία της μη εμπρόθεσμης δηλώσεως ή της ανακριβούς δηλώσεως, δεν μπόρεσε να λάβει τα κατάλληλα για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του μέτρα, ή ότι ο οφειλέτης κατέστη αναξιόχρεος μεταγενέστερα, και έτσι επήλθε αδυναμία ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του, ή όταν από την παραπλανητική δήλωση ή την παράλειψη του τρίτου απώλεσε τη δυνατότητα κατασχέσεως του ιδίου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτου από το οποίο θα ικανοποιείτο πλήρως, άλλως το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο (ΜονΕφΙωαν 45/2013, ο.π., ΕφΑΘ 1022/2008, ο.π., ΕφΠατρ 109/2006, ΑχαΝομ 2007,269, ΕφΑΘ 9000/2005, ο.π, ΕφΑΘ 5193/2004, Δνη 2005,218, άπασες δημοσιευθείσες και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Συνήθως, αν ευδοκιμήσει η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, ο κατασχών ουδεμία ζημία απότοκη της παραλείψεως ή της ανειλικρινούς δηλώσεως υφίσταται. Αλλά δεν αποκλείεται η απόδειξη περαιτέρω ζημίας από την αρνητική συμπεριφορά του τρίτου (ΕφΑΘ 1022/2008, ο.π, I. Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεσις, Τομ. 3ος, Β` έκδοση, 1980, σελ. 1423). 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση ανακοπή-αγωγή, κατ` εκτίμηση του δικογράφου, ο ανακόπτων-ενάγων ισχυρίζεται ότι έναντι του Τ. Τ. διατηρεί απαίτηση συνολικού ποσού 166.341,79 ευρώ προερχόμενη από επιδικασθείσα με την υπ’ αριθμ. 65/2013 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αποζημίωση από εργατικό ατύχημα πλέον τόκων και εξόδων, όπως αυτή λεπτομερώς περιγράφεται στην ανακοπή-αγωγή. Ότι με το από 27-4-2015 κατασχετήριο έγγραφο προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της πρώτης των καθ’ ων η ανακοπή ετερόρρυθμης εταιρείας, μέχρι του συνολικού ποσού των 166.341,79 ευρώ όσων αυτή οφείλει ή μέλλει να οφείλει από διανομή κερδών υπάρχουσα ή μέλλουσα απ’ όλες τις παρελθούσες και μελλοντικές χρήσεις στον οφειλέτη του και ομόρρυθμο εταίρο αυτής Τ. Τ. με βάση την εταιρική του μερίδα που ανέρχεται σε ποσοστό 50%. Ότι, μετά την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου προς την καθ’ ης και την πρόσκληση προς αυτήν να καταβάλει το αιτούμενο ποσό προς ικανοποίηση των απαιτήσεών του, η αντίδικος εταιρεία προέβη μέσω του διαχειριστή ομορρύθμου εταίρου της Τ. Τ., στη με αριθμό 208/2015 δήλωσή της ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ρόδου, δια της οποίας ειδικότερα δήλωσε ότι δεν υφίσταται απαίτηση του οφειλέτη του τρίτου έναντι της που να απορρέει από διανομή κερδών της εταιρείας προς τους εταίρους της, καθώς η αμοιβή ποσού 338.072,18 ευρώ που καταβλήθηκε σε αυτήν από την εταιρεία «… ΑΕ» με το υπ’ αριθμ. 2/10-11-2010 διπλότυπο, και η οποία αναφερόταν ειδικότερα στο κατασχετήριο, διανεμήθηκε στους εταίρους τον Απρίλιο του έτους 2011 και δεν υπάρχουν πλέον κέρδη προς διανομή στους εταίρους. Ότι η δήλωση αυτή είναι ανειλικρινής, διότι κατά τον ως άνω χρόνο υπήρχε γεγενημένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση του οφειλέτη αυτού κατά της καθ` ης συνιστάμενη σε απαίτηση χρηματικού ποσού από την έννομη σχέση της εταιρικής σύμβασης και ειδικότερα από το δικαίωμα απόληψης κερδών που δεν είχαν διανεμηθεί από τις παρελθούσες χρήσεις, η δε δήλωση ως προς τη χρήση του έτους 2010 στην οποία και μόνο αναφέρεται δεν περιέχει το ακριβές ποσό των κερδών της εταιρείας, το οποίο δήθεν διανεμήθηκε στους εταίρους της, παρά μόνο αναφέρεται σε συγκεκριμένη αμοιβή που καταβλήθηκε από την εκτέλεση κάποιου έργου στην εταιρεία, και επιπλέον δεν καλύπτει όλες τις χρήσεις των ετών από τη σύσταση της εταιρείας, ήτοι από τη χρήση του έτους 2010 έως την τρέχουσα χρήση του έτους 2015, ούτε τις μελλοντικές χρήσεις για τα μελλοντικά σχηματιζόμενα κέρδη προς διανομή. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη αρνητική δήλωση της πρώτης καθ’ ης, να αναγνωρισθεί η ύπαρξη της κατασχεμένης απαιτήσεως, καθώς και η ύπαρξη της εταιρικής σχέσης και του δικαιώματος του δεύτερου καθ’ ου η ανακοπή-εναγομένου σε απόληψη κερδών για τη χρήση 2015 και εφεξής για μελλοντικές χρήσεις κατά τη λήξη αυτών, να υποχρεωθούν οι δύο πρώτοι εκ των καθ’ ων-εναγομένων να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το κατασχεμένο ποσό και ο τρίτος εξ αυτών το ποσό των 17.500,00 ευρώ, μέχρι του οποίου ευθύνεται για χρέη της εταιρείας σύμφωνα με το καταστατικό αυτής, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο επιδικίας προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες άλλως με τον τόκο υπερημερίας από τη επομένη επιβολής της κατάσχεσης, άλλως από την επομένη της παρόδου του οκταημέρου, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επίσης ζητεί να υποχρεωθούν οι καθ’ ων-εναγόμενοι να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ανερχόμενη στο ποσό των 35.000,00 ευρώ εκ του οποίου ο τρίτος καθ’ ου -εναγόμενος, να υποχρεωθεί να καταβάλει μέχρι του ποσού των 17.500,00 ευρώ, να διαταχθεί προσωπική κράτηση του δεύτερου καθ’ ου-εναγομένου ως διαχειριστή- νομίμου εκπροσώπου της πρώτης καθ’ ης-εναγόμενης εταιρείας και να καταδικασθούν οι καθ’ ων-εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και επιμέρους αιτήματα η ανακοπή-αγωγή, αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 986, 14 παρ.2, 22, 25 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία, λόγω της φύσης της κατασχεμένης οφειλής. Ωστόσο η υπό κρίση ανακοπή απαραδέκτως στρέφεται κατά του δεύτερου και του τρίτου των καθ’ ων-εναγομένων, οι οποίοι δε νομιμοποιούνται παθητικά προς τούτο, διότι η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ και, κατ’ επέκταση η αγωγή αποζημίωσης συνεπεία ανακριβούς δήλωσης, στρέφονται κατά του τρίτου, εναντίον του οποίου ο κατασχών ασκεί πλαγιαστικώς τα δικαιώματα του οφειλέτη του, ιδιότητα την οποίαν δεν έχουν οι πρώτος και δεύτερος καθ’ ων η ανακοπή-εναγόμενοι (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ερμηνεία ΚΠολΔ, εκδ. 1997, υπό αρθρ. 986, αριθμ.8), καθόσον δεν φέρονται, στο υπό κρίση δικόγραφο, ως τρίτοι εις χείρας των οποίων επιβλήθηκε η επίδικη κατάσχεση και οι οποίοι έχουν προβεί ή όφειλαν να προβούν στη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ (βλ. Πελαγία Γέσιου-Φαλτσή, Αναγκαστική Εκτέλεση, 2001, σελ.377). Επομένως, ως προς τα ανωτέρω αναφερόμενα πρόσωπα, η ανακοπή-αγωγή πρέπει να απορριφθεί και ως εκ τούτου απορριπτέα είναι και τα παρεπόμενα αιτήματα κατά αυτών (βλ. και ΠΠΑΘ 3661/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω η ανακοπή-αγωγή είναι ορισμένη, ιδίως ως προς το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς ο ανακόπτων-ενάγων επικαλείται το ζημιογόνο γεγονός της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως, τη ζημία του κατασχόντος και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ζημιογόνου τούτου γεγονότος και της ζημίας, ισχυριζόμενος ότι συνεπεία της ανακριβούς δηλώσεως της καθ’ ης ως τρίτης, δεν μπόρεσε να ικανοποιηθεί, αφού ο οφειλέτης του είναι αναξιόχρεος, υπέστη δε εκ του γεγονότος αυτού ηθική βλάβη συνιστάμενη σε αγωνία και αγανάκτηση λόγω της ματαίωσης της ικανοποίησης της απαιτήσεώς του. Εξάλλου η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριάντα ημερών από την υποβληθείσα κατ’ άρθρο 985 ΚΠολΔ δήλωση του τρίτου, καθώς η προσβαλλόμενη δήλωση έλαβε χώρα την 6-5-2015 και η υπό κρίση ανακοπή επιδόθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή στις 5-6-2015 σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 06221Ε’/5-6-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου … και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 982, 983, 985, 986, 990, 70, 176, ΚΠολΔ, 299, 330, 932 ΑΚ, πλην α’- του αιτήματος να ακυρωθεί η αρνητική δήλωση της καθ` ης, καθώς η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ έχει αναγνωριστικό και όχι διαπλαστικό χαρακτήρα και με αυτή δεν προσβάλλεται η δήλωση ως εξώδικη πράξη, αλλά αμφισβητείται το ουσιαστικό περιεχόμενό της (Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση, παρ. 467, σελ.1404-1405), β’- του παρεπόμενου αιτήματος της καταβολής τόκων, τόσο από την επιβολή της κατάσχεσης, άλλως από την πάροδο του οκταημέρου, όσο και από την επίδοση της ανακοπής, διότι η καθ` ης από την επίδοση σε αυτήν της απόφασης, που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα, είναι μόνο μεσεγγυούχος του κατασχεμένου και γ.- του παρεπόμενου αιτήματος περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, αφού εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης στον κατασχόντα δεν μπορεί να επέλθει πριν από την τελεσίδικη παραδοχή της ανακοπής (Νικολόπουλου σε Κεραμέα/Νίκα/Κονδύλη, ό.π.,άρ.986 αριθ. 14). Πρέπει, επομένως, η ανακοπή-αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.
Λόγω της ερημοδικίας της καθ’ ης-εναγομένης, οι περιεχόμενοι στην ανακοπή-αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ανακόπτοντος-ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι, καθώς δεν υπάρχει κάποια αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη ένσταση. Συνεπώς πρέπει να γίνει, εν μέρει δεκτή η ανακοπή- αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί ότι μεταξύ της καθ’ ης η ανακοπή και του ως άνω οφειλέτη του ανακόπτοντος υφίσταται εταιρική σχέση και δικαίωμα απόληψης κερδών του τελευταίου για τη χρήση 2015 και εφεξής για μελλοντικές χρήσεις κατά τη λήξη αυτών, να αναγνωρισθεί η οφειλή της καθ` ης προς τον οφειλέτη του ανακόπτοντος Τ. Τ. μέχρι το ποσό των 166.341,79 ευρώ και να υποχρεωθεί η καθ’ ης να καταβάλει στον ανακόπτοντα-ενάγοντα τα αναλογούντα στον ως άνω οφειλέτη του εταιρικά κέρδη μέχρι το κατασχεθέν ποσό των 166.341,79 ευρώ, καθώς και το ποσό των 5.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, το οποίο κρίνεται εύλογο από το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του βαθμού πταίσματος του υπαιτίου, της εκτάσεως της ζημίας και της κοινωνικής και οικονομικής θέσης και κατάστασης των διάδικων μερών. Τέλος, η καθ’ ης η ανακοπή πρέπει να υποχρεωθεί στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ πρέπει επίσης να ορισθεί παράβολο ανακοπής ερημοδικίας, για την περίπτωση που η πρώτη καθ’ ης η ανακοπή-εναγόμενη ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας, καθότι με την ανακοπή αυτή δεν ανοίγει δίκη περί την εκτέλεση και επομένως δεν εφαρμόζεται σε αυτή το άρθρο 937 παρ. 1 β ΚΠολΔ (ΑΠΟλ 15/2001 ΝοΒ 2002,678, ΕφΑΘ 3286/1986, ΕλλΔνη 1986.1182, ΠολΠρΑΘ 4929/1995, Δ 1998.73).

                                      ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των καθ’ ων η ανακοπή-εναγομένων.

ΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή-αγωγή ως προς τον δεύτερο και τρίτο των καθ’ ων-εναγομένων.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας για την πρώτη καθ’ ης-εναγομένη στο ποσό των εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανακοπή-αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι μεταξύ της καθ’ ης η ανακοπή-εναγομένης και του οφειλέτη του ανακόπτοντος-
ενάγοντος Τ. Τ. υφίσταται εταιρική σχέση και δικαίωμα απόληψης κερδών του τελευταίου για τη χρήση 2015 και εφεξής για μελλοντικές χρήσεις κατά τη λήξη αυτών.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την οφειλή της καθ’ ης η ανακοπή-εναγομένης προς τον οφειλέτη του ανακόπτοντος-ενάγοντος Τ.Τ για τα αναλογούντα σε αυτόν εταιρικά κέρδη μέχρι το ποσό των εκατόν εξήντα έξι χιλιάδων τριακοσίων σαράντα ενός ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (166 341,79 €).

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την καθ’ ης η ανακοπή-εναγομένη, ως τρίτη, να καταβάλει στον ανακόπτοντα-
ενάγοντα τα αναλογούντα στον ως άνω οφειλέτη του εταιρικά κέρδη μέχρι το ποσό των εκατόν εξήντα έξι χιλιάδων τριακοσίων σαράντα ενός ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (166.341,79 €), καθώς και το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000,00 €), ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ’ ης η ανακοπή-εναγομένη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος-ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα ευρώ (350,00 €).
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...