Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Αυθαίρετα, νομιμοποίηση, κατεδάφιση, ηθική βλάβη, αδικοπραξία, παραγραφή.

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών 5973/ 2011, Δνη 2014.517.

Πρόεδρος:    Χαρίκλεια Παραπαγγίδου, Εισηγητής: Ευάγγελος Στασινόπουλος, Πρωτοδίκης.

Περίληψη. Αυθαίρετα κτίσματα. Οι διατάξεις του ΓΟΚ που αφορούν στην κάλυψη του οικοπέδου και τους όρους δόμησης έχουν θεσπιστεί και για την προστασία του συμφέροντος των ιδιοκτητών των παρακείμενων ακινήτων, που νομιμοποιούνται σε άσκηση αγωγής για την καθαίρεση των αυθαιρέτων κατασκευών. Ορισμένη η αγωγή λόγω αδικοπραξίας. Παραγραφή της απαίτησης κατά το άρθρο 937 ΑΚ. Εναρξη της παραγραφής. Η νομιμοποίηση μέρους των αυθαιρέτων κατασκευών δεν ασκεί επιρροή στις ένδικες αξιώσεις αστικής φύσεως. Δεν αποδείχθηκε ότι είναι τεχνικά αδύνατη η καθαίρεση των αυθαιρέτων κατασκευών. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και υποχρέωση καθαίρεσης των αυθαιρέτων κατασκευών.
II. Από το συνδυασμό των άρθρων 15 και 17 του ν. 1337/1983, 22 του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), 4 του α.ν. 410/1908, όπως η § 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 651/1977, και 3 του ιδίου ως άνω νόμου 651/ 1977, σαφώς συνάγεται, εκτός άλλων, ότι κάθε εργασία δομήσεως, που επιτρέπεται να γίνει υπό τις ισχύουσες διατάξεις εντός οιουδήποτε οικισμού ή εκτός αυτού, πρέπει να μην εκτελείται άνευ αδείας της αρμοδίας Αρχής, ότι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται άνευ αδείας της αρμοδίας Αρχής θεωρείται αυθαίρετη, ότι ο χαρακτηρισμός κάποιας κατασκευής ως αυθαίρετης, η επιβολή προστίμου και η κατεδάφιση αυτής γίνεται με απόφαση του προϊσταμένου της κατά τόπον αρμοδίας Πολεοδομικής Αρχής και ότι, πλέον τούτων, ήτοι της επιβολής προστίμου και της κατεδαφίσεως της αυθαίρετης κατασκευής, επιβάλλονται και ποινικές κυρώσεις εις βάρος του ιδιοκτήτη και του εργολάβου οικοδομών που ανέλαβε την εκτέλεση της αυθαιρέτου κατασκευής (βλ., επίσης, ΑΠ 371/1994 ΠοινΧρ ΜΔ. 509). Η έννοια του αυθαιρέτου κτίσματος (βλ. Γνωμοδότηση ΕισΑΠ 3/15.3.2010 ΠοινΧρ 2011.472) καθορίζεται με την διάταξη του άρθρου 22 § 3 του ν. 1577/1985, σύμφωνα με την οποία, αυθαίρετη κατασκευή που υπάγεται στις διατάξεις του ν. 1337/1983 (ΦΕΚ 33 Α), όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, είναι κάθε κατασκευή που εκτελείται: α) χωρίς την άδεια της § 1 του ως άνω άρθρου ή β) καθ` υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ/τος της 5/12 Ιουλ. 1983 (ΦΕΚ Δ 291) «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφιση νέων αυθαιρέτων κατασκευών και ρύθμιση συναφών θεμάτων», που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 17 § 7 και 18 § 9 του ν. 1337/1983 «Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις», ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου, όταν δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθ. 3 του παρόντος γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπον αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του. Τα ονόματα των πιο πάνω προσώπων μπορεί ενδεικτικά και μόνο να αναφέρονται στην έκθεση. Η μη αναφορά τους όμως ή η εσφαλμένη αναφορά δεν ασκεί καμιά επιρροή στην πρόοδο της διαδικασίας. 2. Στην έκθεση αναφέρεται η θέση του αυθαιρέτου με οδοιπορικό σκαρίφημα, όπου απαιτείται, συνοπτική περιγραφή με σκαρίφημα και οι διαστάσεις του. Περιλαμβάνει επίσης σημείωση ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης να υποβάλει ένσταση στην κατά τόπο αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτό το αυθαίρετο θα κατεδαφιστεί. 3. Η πιο πάνω έκθεση που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την αυτοψία, τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης σημειώνεται η ημερομηνία της τοιχοκόλλησης και υπογράφεται από τον υπάλληλο που έκανε την αυτοψία και από παριστάμενο τυχόν αστυνομικό όργανο η δεύτερο υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας. Αντίγραφο της έκθεσης στέλνεται με απόδειξη, αμέσως στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα και την αρμόδια αστυνομική αρχή. Η αστυνομική αρχή διακόπτει αμέσως χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής. Ο Δήμος ή η Κοινότητα υποχρεώνεται να τοιχοκολλήσει την ίδια μέρα την έκθεση στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα και να την διατηρήσει για δέκα μέρες. Η μη τοιχοκόλληση από το Δήμο ή Κοινότητα της έκθεσης δεν εμποδίζει την πρόοδο της περαιτέρω διαδικασίας. Ο Δήμος ή η Κοινότητα υποχρεώνεται επίσης να ερευνήσει και ενημερώσει την πολεοδομική υπηρεσία για τα στοιχεία των κυρίων ή συγκυρίων ή επί αντιπαροχή κατασκευαστών για την καταβολή των προστίμων του άρθ. 17 του ν. 1337/1983». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ιδίου ως άνω π.δ/τος (βλ. και το άρθρο 393 του κωδικοποιητικού διατάγματος από 14.7.1999 ΦΕΚ Δ 580/27.7.99): «1. Κατεδάφιση αυθαιρέτων ενεργείται από συνεργείο της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας που αποτελείται από κατάλληλο προσωπικό και με τον αναγκαίο εξοπλισμό. Ο Νομάρχης μπορεί να εγκρίνει την δημιουργία περισσοτέρων συνεργείων, την ενίσχυση τους από προσωπικό άλλων υπηρεσιών και την παροχή κάθε δυνατής αρωγής. Σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης συνεργείου κατά Νόμο είναι δυνατό μετά από αιτιολογημένη πρόταση του Νομάρχη να συγκροτηθεί από το Υπουργείο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος, συνεργείο που υπάγεται στην αρμόδια Περιφερειακή Υπηρεσία Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος. 2. Η κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων είναι δυνατόν να γίνεται και με ειδική εργολαβία κατά τις διατάξεις του ν.δ/τος 1266/1972 «Περί εκτελέσεως Δημοσίων Εργων» (ΦΕΚ 198 Α), ως ισχύει κάθε φορά. Οταν το αυθαίρετο υπάγεται στις περιπτώσεις της § 2 του άρθ. 15 του ν. 1337/1983, μπορεί για την κατεδάφιση του, να διατεθούν μέσα από οποιονδήποτε τρίτο και μετά από σχετική απόφαση του οικείου Νομάρχη. 3. Κατά την κατεδάφιση του αυθαιρέτου μπορεί να παρίστανται αστυνομικά όργανα για την πρόληψη και καταστολή τυχόν άδικων πράξεων. Στην περίπτωση που η προσπέλαση στο αυθαίρετο από οποιονδήποτε λόγο εμποδίζεται, δύναται να ζητείται η συνδρομή της Εισαγγελικής Αρχής. Στην περίπτωση που απαιτείται απομάκρυνση των ενοίκων, αυτή γίνεται από τα αστυνομικά όργανα, η δε εκκένωση του αυθαιρέτου γίνεται από το συνεργείο κατεδάφισης. Οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα να εκκενώσουν μόνοι τους το αυθαίρετο κτίσμα, πριν επιληφθεί για την κατεδάφιση η Πολεοδομική Αρχή, εφόσον όμως αυτό δεν παρεμβάλλει εμπόδια στην άμεση κατεδάφιση. 4. Για τον τρόπο κατεδάφισης και τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για τα υλικά κατεδάφισης, καθώς και για την φύλαξη η φθορά των τυχόν παραρτημάτων και κινητών πραγμάτων του αυθαιρέτου δεν δημιουργείται καμιά ευθύνη του Δημοσίου, των οργάνων του ή των οπωσδήποτε προστηθέντων προσώπων. 5. Για τις κατεδαφίσεις του άρθρου αυτού συντάσσεται από επικεφαλής του συνεργείου σχετικό πρακτικό στο οποίο αναφέρονται και οι διαστάσεις του κτίσματος που κατεδαφίστηκε». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 5 του ιδίου ως άνω π.δ/τος: «Οι διατάξεις των προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται και για όλα τα αυθαίρετα κτίσματα που έχουν ανεγερθεί πριν από τις 31.1.1983 με τις εξής διακρίσεις: α) Για αυθαίρετα που έχουν ανεγερθεί από 10.12.1981 μέχρι 31.1.1983 και που δεν αποτελούν τη μοναδική και κύρια κατοικία του ιδιοκτήτη του μέσα στα όρια του νομού, εφαρμόζονται οι διατάξεις των προηγουμένων άρθρων, β) Για αυθαίρετα που δεν έχουν εξαιρεθεί της κατεδάφισης με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του ν. 1337/1983 διατάξεις ή δεν έχουν δηλωθεί με τις διατάξεις του α.ν. 410/1968 ή του ν. 720/1977 ή του ν. 1337/1983 εφαρμόζονται οι διατάξεις των προηγουμένων άρθρων, γ) Για όσα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές έχουν υποβληθεί δηλώσεις του α.ν. 410/68 στην αρμόδια Οικονομική Εφορία μέχρι τις 14.3.1983 ημέρα δημοσίευσης του ν. 1337/1983 και δεν έχει ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη σχετική διαδικασία, συνεχίζεται η διαδικασία που έχει αρχίσει, δ) Για όσα αυθαίρετα έχει ήδη κινηθεί η διαδικασία με τις ισχύουσες μέχρι την 14.3.1983 διατάξεις και δηλωθούν με τις διατάζεις του αρθρ. 15 του ν. 1337/1983 υπάγονται στη διαδικασία του ν. 1337/1983 [...]». Περαιτέρω, το π.δ. 267/ΦΕΚ Α`195/21.8.1998 «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαιρέτων κατασκευών, τρόπος εκτίμησης της αξίας και καθορισμός του ύψους των προστίμων αυτών», που εκδόθηκε κατ` εφαρμογήν των διατάξεων των §§ 6 και 7 του άρθρου 17 και των §§ 8 και 9 του άρθρου 18 του ν. 1337/83 «Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις» των διατάξεων της § 4 του άρθρου 34 του ν. 1577/1985, κατήργησε από την δημοσίευση του (ήτοι από τις 21.8.1998), το από 5.7.1983 π.δ. και, σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτού: «1. Οι διατάξεις των άρθρων του παρόντος Δ/τος, ως προς τη διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης, εφαρμόζονται και για όλα τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές, ανεξαρτήτως του χρόνου κατασκευής τους που δεν έχουν δηλωθεί με τις διατάζεις του α.ν. 410/1968, ν. 720/1977, ν. 1337/1983, ν. 1849/1989 και ν. 1512/1985 ή έχουν δηλωθεί με τις διατάξεις των πιο πάνω νόμων αλλά δεν έχουν εξαιρεθεί της κατεδάφισης. 2. Για όσα κτίσματα έχουν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος Δ/τος χαρακτηριστεί αυθαίρετα, ο τρόπος υπολογισμού των προστίμων γίνεται με τις προγενέστερες διατάξεις αλλά με τη διαδικασία του παρόντος Δ/τος. Για όσα κτίσματα έχει υποβληθεί ένσταση κατά απόφασης επιβληθέντων προστίμων ακολουθείται η προγενέστερη του παρόντος διαδικασία».

   Με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες, όπως παραδεκτώς περιόρισαν το καταψηφιστικό αντικείμενο της αγωγής τους σε έντοκο αναγνωριστικό, με τις προτάσεις τους και με δήλωση τους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (άρθρα 293, 295, 297 ΚΠολΔ), ιστορούν ότι οι εναγόμενοι είναι κύριοι των αναλυτικώς περιγραφόμενων στην αγωγή τους διαμερισμάτων οικοδομής, που συνορεύει με την δική τους οικοδομή, στη Γλυφάδα Αττικής και ότι έχουν προβεί στις κάτωθι αυθαίρετες, κακότεχνες και αντιαισθητικές κατασκευές επί των διαμερισμάτων τους αυτών, ήτοι: α) Η πρώτη εναγομένη κατασκεύασε στον εξώστη του διαμερίσματος της, στην οικοδομή που βρίσκεται επί των οδών Β. και Μ. , στη Γλυφάδα Αττικής, σταθερή και στεγασμένη με ελενίτ τζαμαρία διαστάσεων 5,80 μ. Χ 1,70 μ. Χ 4 μ., συνολικής επιφάνειας 9,86 τ.μ., με τέτοιο τρόπο που ο ανοικτός χώρος του εξώστη του διαμερίσματος μετατράπηκε σε κλειστό χώρο, επιπλέον δε κατέλαβε μέρος της έμπροσθεν της οικοδομής πρασιάς του οικοπέδου της και β) ο δεύτερος εναγόμενος κατασκεύασε στην ίδια οικοδομή, στον εξώστη του διαμερίσματος του, σταθερή και στεγασμένη με κεραμίδια τζαμαρία διαστάσεων 11,60 μ. Χ 2,70 μ. Χ 2,80 μ., συνολικής επιφάνειας 31,32 τ.μ., με τέτοιο τρόπο που ο ανοικτός χώρος του εξώστη μετατράπηκε σε κλειστό. Οτι, εξαιτίας των αυθαίρετων αυτών κατασκευών, που έχουν πιστοποιηθεί ως αυθαίρετες μετά από σχετική καταγγελία τους, με την από 7.11.1991 έκθεση αυτοψίας της αρμόδιας Πολεοδομίας Αργυρούπολης, αφενός μεν παρεμποδίζεται η θέα από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, αφετέρου σημειώνεται έλλειψη επαρκούς φωτισμού, ηλιασμού και αερισμού των διαμερισμάτων τους, ενώ επίσης έχει υποβαθμιστεί η διαβίωση τους και έχει επέλθει απομείωση, κατά ποσοστό 20% τουλάχιστον, της αγοραίας και μισθωτικής αξίας των ακινήτων τους, όπως τούτα αναλυτικώς περιγράφουν στην υπό κρίση αγωγή τους. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητούν, κατά το κύριο αγωγικό τους αίτημα, να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο η υποχρέωση αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης (αυτούσια ή in natura αποκατάσταση) εκ μέρους των εναγομένων και συγκεκριμένα διά της καθαιρέσεως των αυθαίρετων κατασκευών τους, όπως περιγράφονται αναλυτικώς στην ένδικη αγωγή, άλλως και επικουρικώς να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον καθένα, ως χρηματική αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας τους από την απομείωση της αξίας των ακινήτων τους (συνεπεία των αυθαιρέτων κατασκευών), τα ποσά των 140.000 ευρώ, 150.000 ευρώ και 10.000 ευρώ, αντιστοίχως και για κάθε οριζόντια ιδιοκτησία τους, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και, τέλος, να αναγνωριστεί η υποχρέωση εκάστου εναγομένου να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, το ποσό των 10.000 ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση της κατά την τακτική διαδικασία (άρθ. 7-10, 14, 18 αρ. 1, 22 και 74 του ΚΠολΔ). Απορριπτέα τυγχάνει η ένσταση των εναγομένων, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου της, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων (άρθρα 68, 70 ΚΠολΔ) ως προς την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και για το λόγο ότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες από τους εναγομένους πολεοδομικές διατάξεις έχουν θεσπιστεί για το γενικό συμφέρον, καθόσον οι διατάξεις του ΓΟΚ, που αφορούν στην κάλυψη του οικοπέδου και τους όρους δόμησης, δεν έχουν θεσπιστεί αποκλειστικά και μόνο για το δημόσιο συμφέρον (όπως αβάσιμα επικαλούνται οι εναγόμενοι), αλλά και για την προστασία του ατομικού (ιδιωτικού) συμφέροντος των ιδιοκτητών των παρακείμενων ακινήτων, οι δε ενάγοντες επικαλούνται ότι προσβάλλεται το απόλυτο δικαίωμα ιδιοκτησίας τους από τις αυθαίρετες και παράνομες κατασκευές των εναγομένων. Εξάλλου, όπως έχει νομολογηθεί (βλ. ΑΠ 900/2003, ΕφΑΘ 2826/2001 ΕλλΔνη 43 (2002). 177, με σύμφωνο σχόλιο Ι. Κατρά), από τις διατάξεις του ΓΟΚ, με τις οποίες καθιερώνονται περιορισμοί εν γένει στους όρους δόμησης, προστατεύονται και εξυπηρετούνται (και) οι ανάγκες επαρκούς ηλιασμού, αερισμού και φωτισμού σε κτίρια που είχαν ανεγερθεί με την προοπτική ότι η ανοικοδόμηση στη συγκεκριμένη περιοχή επρόκειτο να γίνει με την τήρηση των όρων δόμησης, οπότε σε διαφορετική περίπτωση επέρχεται επιδείνωση των όρων διαβίωσης των κατοίκων στην ίδια περιοχή. Η αγωγή είναι ορισμένη (216 αρ. 1 ΚΠολΔ), απορριπτόμενου του αντίθετου ισχυρισμού των εναγομένων, διότι περιέχει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό Ι νομική σκέψη της παρούσας, όλα τα αναγκαία στοιχεία για την θεμελίωση της σε βάρος των εναγομένων, ως αγωγή από αδικοπραξία και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ένεκα παραβίασης πολεοδομικών διατάξεων και κανόνων δόμησης. Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις ως άνω αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 57 § 1,58 εδ. 1,914, 932,926,1000,1142,1173,340,345,346 ΑΚ και 68, 70, 176, 191 § 2, 946 ΚΠολΔ (σημειωτέον ότι στην κρινόμενη υπόθεση πρόκειται για κατασκευή αυθαίρετων κτισμάτων σε όμορες μεταξύ των διαδίκων οικοδομές και όχι για αθέτηση υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας και τον κανονισμό πολυκατοικίας, η οποία καταρχήν δεν συνιστά αδικοπραξία, αλλά παράβαση του ν.δ. 1024/1971, του ν. 3741/1929 και των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για την εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων, βλ. ΑΠ 891/2010 ΧρΙΔ 2011. 342). Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, διότι μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού χρηματικού αντικειμένου της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, οι ενάγοντες δεν υποχρεούνται στην καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου μετά προσαυξήσεων υπέρ τρίτων, αφού η μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 14 του ν. 3994/ 2011 ορίζει ότι η διάταξη της § 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, όπως αντικαταστάθηκε από την διάταξη του άρθρου 70 του ν. 3994/ 2011 (με την οποία και δεν εξαιρούνται πλέον οι αναγνωριστικές αγωγές από την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου), εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/ 2011 (ήτοι μετά τις 25.7.2011).

Κατά το άρθρο 937 § 1 περ. α` του ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 247,251 και 298 του ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός (πράξη ή παράλειψη), γεννιέται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική επιδίωξη της είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΟλΑΠ 24/2003). Διαφορετικά όμως έχουν τα πράγματα, όταν η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου δεν έλαβε χώρα άπαξ,αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει την δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από την διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον. Στην περίπτωση αυτή, η ζημία που προκαλείται σε άλλον από την υπαίτια παράλειψη του δράστη να άρει τη γενεσιουργό της ζημίας κατάσταση, δεν είναι άμεση συνέπεια της άπαξ τελεσθείσας και ολοκληρωθείσας πράξης του δράστη, με την οποία δημιουργήθηκε η κατάσταση, αλλά της διατήρησης και μη άρσης της ζημιογόνου κατάστασης και γεννιέται όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή και δεν γεννήθηκε άπαξ με την τέλεση της πράξης που η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε. Επομένως, η κατά το άρθρο 937 ΑΚ παραγραφή της προς αποζημίωση αξίωσης του ζημιωθέντος, για τη ζημία που υφίσταται από την διατήρηση της κατάστασης αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, δεν αρχίζει από το χρόνο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικής συμπεριφοράς του δράστη, με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία σε άλλον [ΑΠ 832/2008 ΝοΒ 57 (2009). 64 = ΧρΙΔ 2009. 43].

Αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος ενάγων είναι επικαρπωτής των ακόλουθων οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής, η οποία βρίσκεται στη Γλυφάδα Αττικής (οδ. Μ. αρ. 18), ήτοι: ... Ο δεύτερος ενάγων έχει την ψιλή κυριότητα των εξής οριζόντιων ιδιοκτησιών της ίδιας οικοδομής:... Η τρίτη ενάγουσα έχει την ψιλή κυριότητα των εξής οριζόντιων ιδιοκτησιών της ίδιας οικοδομής: ... Η οικοδομή των εναγόντων ανεγέρθηκε σύμφωνα με την υπ` αριθ. .../1984 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Αργυρούπολης, ..., τηρηθέντων όλων των πολεοδομικών κανόνων και κανόνων δόμησης, η δε αρχιτεκτονική της υπόσταση και ο περιβάλλων χώρος της (όπως άλλωστε και όλων των οικοδομών της περιοχής) είναι ιδιαίτερης αισθητικής, εφόσον αποσκοπείται η διατήρηση της οικιστικής και πολεοδομικής ιδιαιτερότητας της συγκεκριμένης περιοχής (Γκολφ Γλυφάδας). Περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη είναι κυρία, νομέας και κάτοχος μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα ενός διαμερίσματος που βρίσκεται στο ισόγειο οικοδομής, στην διασταύρωση των οδών Β. και Μ. ... Ο δεύτερος εναγόμενος είναι κύριος, νομέας και κάτοχος των ακόλουθων οριζόντιων ιδιοκτησιών της ίδιας ως άνω οικοδομής:... Η οικοδομή των εναγομένων, ως όμορη της οικοδομής των εναγόντων (οδ. Μ. αρ. 18), ανεγέρθηκε σε οικόπεδο συνολικής επιφάνειας 633,90 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της περιφέρειας του τέως Δήμου Αθηναίων και νυν Δήμου Γλυφάδας Αττικής ... Στην επίδικη οικοδομή τους, οι εναγόμενοι κατασκεύασαν τις ακόλουθες προσθήκες-κατασκευές: α) Η πρώτη εναγομένη κατασκεύασε στον εξώστη του ισογείου διαμερίσματος της σταθερή και στεγασμένη με ελενίτ τζαμαρία διαστάσεων 5,80 μ. μήκος Χ 1,70 μ. πλάτος και ύψος 4,00 μ., δηλαδή συνολικής επιφάνειας 9,86 τ.μ., με τέτοιο τρόπο που ο ανοικτός χώρος της βεράντας του ισογείου διαμερίσματος της μετατράπηκε σε κλειστό χώρο. β) Ο δεύτερος εναγόμενος κατασκεύασε στον επί της οδού Μιαούλη εξώστη του με στοιχεία αρ. 2 διαμερίσματος του, σταθερή και στεγασμένη με κεραμίδια τζαμαρία διαστάσεων 11,60 μ. μήκος Χ 2,70 μ. πλάτος και ύψος 2,80 μ., δηλαδή συνολικής επιφάνειας 31,32 τ.μ., με τέτοιο τρόπο που ο ανοικτός χώρος του εξώστη του δευτέρου ορόφου μετατράπηκε σε κλειστό χώρο. γ) Επιπλέον, η πρώτη εναγομένη κατέλαβε μέρος της έμπροσθεν της οικοδομής πρασιάς του οικοπέδου της, με αποτέλεσμα αφενός μεν να παρεμποδίζεται η θέα από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των εναγόντων, αφετέρου να μην υπάρχει επαρκής φωτισμός, ηλιασμός και αερισμός αυτών, με περαιτέρω συνέπεια την υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής των εναγόντων. Ειδικότερα, το παράνομο και αυθαίρετο των επίδικων κατασκευών έχει πιστοποιηθεί, μετά από σχετική καταγγελία των εναγόντων, με την από 7.11.1991 έκθεση αυτοψίας της αρμόδιας Πολεοδομίας Αργυρούπολης, Τμήμα Ε` (Αυθαιρέτων), ενώ τόσο από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος των εναγόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες τεχνική έκθεση (ιδιωτικής) πραγματογνωμοσύνης του Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, Αρ.Α. (άρθρο 390 ΚΠολΔ), αποδείχτηκε η -συνεπεία των επίδικων αυθαίρετων κατασκευών- αισθητική υποβάθμιση της ιδιοκτησίας των εναγόντων και η απομείωση της αξίας της όμορης ιδιοκτησίας τους. Ειδικότερα δε, στην τεχνική αυτή έκθεση πιστοποιούνται αναλυτικώς οι αυθαίρετες κατασκευές και επί λέξει αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η ένσταση που είχε υποβάλει η πρώτη εναγομένη, στις 28.11.1991, στην αρμόδια Πολεοδομία Αργυρούπολης, απορρίφθηκε ως προς τις άνευ αδείας-κατασκευές στον εξώστη του δεύτερου ορόφου της οικοδομής, επιβλήθηκαν δε τελικώς από την Πολεοδομία πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτων, ποσού 3.904,99 ευρώ (για τη χρονική περίοδο 7.11.1991 έως και 6.11.2004), ενώ ως προς τις άνευ αδείας κατασκευές του ισογείου, η Πολεοδομία έλαβε υπόψη της την έκδοση τίτλου του ν. 720/1977 (για την διαδικασία «νομιμοποίησης» αυθαιρέτων)...
Σημειώνεται ότι οι επίδικες παράνομες κατασκευές στο οικόπεδο των εναγομένων, οι οποίες εμπίπτουν στο νομοθετικό καθεστώς που περιγράφεται στην υπό II νομική σκέψη της παρούσας, ως αυθαίρετες, έχουν επιφέρει την απομείωση της αξίας της οικοδομής των εναγόντων σε ποσοστό 20%, στοιχείο που δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στο μεταξύ χρονικό διάστημα και μόνο για μέρος τούτων (ήτοι της τζαμαρίας του ισογείου), εκδόθηκε τίτλος του ν. 720/1977 (για «νομιμοποίηση»), όπως επισημαίνεται άλλωστε και στην ίδια ως άνω τεχνική έκθεση. Απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι η προταθείσα από τους εναγομένους ένσταση περί συμπληρώσεως της πενταετούς, άλλως και σε κάθε περίπτωση της εικοσαετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων, δεδομένου ότι, όπως άλλωστε και οι ίδιοι δεν αρνούνται ειδικώς (άρθρο 261 ΚΠολΔ), η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, ήτοι η κατασκευή των επίδικων αυθαίρετων προσθηκών στην οικοδομή τους, εξακολουθεί να συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αφού υπαιτίως παραλείπουν να άρουν την δημιουργηθείσα επιζήμια κατάσταση σε βάρος των εναγομένων (και όταν μάλιστα έχουν προβεί στην διαδοχική κατασκευή περισσότερων αυθαίρετων κατασκευών), από την διατήρηση της οποίας, ενώ οι ίδιοι αντλούν όφελος, προκαλείται αντιθέτως ζημία στους ενάγοντες, μέσω αφενός της υποβάθμισης της διαβίωσης στην ιδιοκτησία τους, με την δημιουργία εμποδίων στην θέα τους και στον αερισμό/ηλιασμό των χώρων της οικοδομής τους, αφετέρου της απομείωσης της αξίας της ιδιοκτησίας τους σε ποσοστό 20%. Δεν τίθεται επομένως και λόγω της διαρκούς υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων, για την οποία μάλιστα οι ενάγοντες υπέβαλαν αρμοδίως καταγγελία στην Πολεοδομία Αργυρούπολης το έτος 1991 και συντάχθηκε η από 7.11.1991 έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομίας, ζήτημα συμπλήρωσης της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων, ενώ σημειωτέον οι εναγόμενοι αντιφατικώς τοποθετούν το χρόνο έναρξης της ένδικης αδικοπρακτικής παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, αφενός στο έτος 1991 (ήτοι όταν αναφέρονται στη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής) και αφετέρου στο έτος 1978 (ήτοι όταν αναφέρονται στη συμπλήρωση της εικοσαετούς παραγραφής).
Η «νομιμοποίηση» μέρους των αυθαιρέτων κατασκευών, όπως προκύπτει και από την προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση των εναγόντων, ήτοι της τζαμαρίας του ισογείου, σύμφωνα με το ν. 720/1977, αφορά αποκλειστικώς σε πολεοδομικής φύσεως νομοθετικές ρυθμίσεις, δηλαδή για το χρονικό εκείνο διάστημα που εξακολουθεί να υφίσταται η αυθαίρετη κατασκευή και οι οποίες νομοθετικές ρυθμίσεις, με βάση τις κατά καιρούς εκδιδόμενες ανάλογες πολεοδομικές διατάξεις, κρίνονται από το νομοθέτη ως ενδεδειγμένος τρόπος αντιμετώπισης των αυθαίρετων κατασκευών. Δηλαδή η «νομιμοποίηση» των αυθαίρετων κατασκευών δεν ασκεί επιρροή στις αστικής φύσεως αξιώσεις του ιδιοκτήτη όμορης οικοδομής, αφού οι αξιώσεις αυτές απορρέουν από το απόλυτο δικαίωμα ιδιοκτησίας και το γειτονικό (αστικό) δίκαιο (ΑΚ 973, 1000), στην κρινόμενη δε υπόθεση υφίσταται από τις αυθαίρετες κατασκευές και προφανής απομείωση της αξίας της οικοδομής των εναγόντων, αισθητική υποβάθμιση της ιδιοκτησίας τους και εμπόδια στον επαρκή αερισμό και ηλιασμό αυτής. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε ότι είναι σήμερα τεχνικά αδύνατη η καθαίρεση των επίδικων αυθαίρετων κατασκευών (τζαμαρίες με ελενίτ στον ισόγειο χώρο, τζαμαρία με κεραμίδια στον εξώστη του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου), ούτε οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν και ανταπέδειξαν το αντίθετο (πρβλ. και ΕφΑΘ 2826/2001 ό.π.), κατ` εκτίμηση των ειδικών περιστάσεων, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (ΑΚ 298). 
Τέλος, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της ιδιοκτησίας των εναγόντων εκ μέρους των εναγομένων, τους προκλήθηκε ιδιαίτερη ψυχική αναστάτωση και δοκιμασία, καταπόνηση και στεναχώρια, ήτοι μη περιουσιακή ζημία (βλάβη) στα έννομα αγαθά τους. Ενόψει τούτων, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Λαμβανομένων υπόψη από το Δικαστήριο [ΑΠ 543/2009 ΧρΙΔ 2010. 253, ΑΠ 44/2009 ΕλλΔνη 50(2009). 520] του είδους και της έντασης της ένδικης προσβολής, της διάρκειας της, καθώς και της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 1.500 ευρώ για έκαστο ενάγοντα, το οποίο κρίνεται εύλογο, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής και τον ορθό λόγο, που υπαγορεύουν την ύπαρξη κάποιας αναλογίας μεταξύ των άνω στοιχείων και της χρηματικής ικανοποίησης. 
Κατ` ακολουθίαν, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή, ως προς την κύρια βάση της, ως και ουσιαστικά αβάσιμη και: Α) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να προβούν στην αυτούσια αποκατάσταση της προηγούμενης (νόμιμης) κατάστασης και εφόσον η τοιαύτη αποζημίωση δεν προσκρούει στο συμφέρον των δανειστών (ΑΚ 297), διά της καθαιρέσεως των κατασκευών, που περιγράφονται αναλυτικώς στο ιστορικό της παρούσας και συγκεκριμένα: 1) Η πρώτη εναγομένη να καθαιρέσει τη σταθερή και στεγασμένη με ελενίτ τζαμαρία διαστάσεων 5,80 μ. μήκος Χ 1,70 μ. πλάτος και ύψος 4,00 μ., δηλαδή συνολικής επιφάνειας 9,86 τ.μ., που κατασκεύασε στον ισόγειο χώρο της βεράντας της οριζόντιας ιδιοκτησίας της και 2) ο δεύτερος εναγόμενος να καθαιρέσει σταθερή και στεγασμένη με κεραμίδια τζαμαρία διαστάσεων 11,60 μ. μήκος Χ 2,70 μ. πλάτος και ύψος 2,80 μ., δηλαδή συνολικής επιφάνειας 31,32 τ.μ., που κατασκεύασε στον εξώστη της με τα στοιχεία 2 οριζόντιας ιδιοκτησίας του δευτέρου ορόφου, καθώς και Β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση εκάστου εναγομένου να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

6 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Άρειος Πάγος 900/ 2003. Ομοίως Άρειος Πάγος 900/ 2003.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία ``όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει`` και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 297,298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, ότι η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε απ` αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια (ΑΠ1587/1990). Ο παράνομος ή μη χαρακτήρας κάθε πράξεως ή παραλείψεως κρίνεται με βάση το νομικό καθεστώς που κρατεί κατά το χρόνο που αυτές συντελούνται, πλην όμως αυτός εκλείπει αν αρθεί με μεταγενέστερο νόμο αναδρομικά ( πρβ Ολ.ΑΠ 28/1993). Για να υπάρξει όμως δικαίωμα αποζημιώσεως σε περίπτωση προσβολής ατομικού συμφέροντος, απαιτείται η παραβιαζόμενη διάταξη υπαιτίως να είναι κατά το γράμμα της ή τον σκοπό του νομοθέτη προστατευτική του προσβαλλομένου ατομικού συμφέροντος ή τουλάχιστον και τούτου. Η παράβαση επομένως διατάξεως που τέθηκε αποκλειστικά για την προστασία του γενικού συμφέροντος μόνο δεν γεννά δικαίωμα αποζημιώσεως, ούτε στην περίπτωση κατά την οποία με την εν λόγω διάταξη εμμέσως και το θιγόμενο με την παράβαση ατομικό συμφέρον, το οποίο όμως δεν εσκόπησε να προστατεύσει ο νομοθέτης (πρβ ΑΠ 479/1976). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξη του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα. Έτσι επιβάλλεται να γίνεται η χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας και η ανάπτυξη και πολεοδόμηση των οικιστικών εν γένει περιοχών με κριτήρια την εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και αναπτύξεως των οικισμών, λαμβανομένων των κατάλληλων μέτρων προς αναβάθμιση και αποφυγή επιδεινώσεως του οικιστικού περιβάλλοντος ( πρβ ΣΤΕ 2821/1999).Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται, ότι οι διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού ( ΓΟΚ) 22/3 και ( άρθρα 9 παρ. 3 εδ. γ ν. 1577/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 ν. 1792/1988 και άρθρο 38 ν.δ. 8/1973), οι οποίες αφορούν το ύψος του κτιρίου, την κάλυψη του οικοπέδου, την τήρηση αποστάσεων της οικοδομής από τα πλάγια και οπίσθια όρια του οικοπέδου, δεν έχουν θεσπισθεί αποκλειστικά και μόνο για το δημόσιο συμφέρον, αλλά και για την προστασία του ατομικού συμφέροντος των ιδιοκτητών των παρακείμενων ακινήτων ( πρβ ΑΠ 1284/1992), αφού με τους περιορισμούς αυτούς προστατεύονται και εξυπηρετούνται οι ανάγκες επαρκούς ηλιασμού, αερισμού και φωτισμού σε κτίρια που είχαν ανεγερθεί με την προοπτική ότι η ανοικοδόμηση στην περιοχή αυτή θα γίνει με την τήρηση υποχρεωτικής απόστασης από τη μελλοντική γειτονική οικοδομή, ενώ η αντίθετη ρύθμιση επιφέρει επιδείνωση των όρων διαβίωσης των κατοίκων.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Εφετείο Αθηνών 2826/ 2001,Δνη 2002.177.

Για να υπάρξει αδικοπραξία, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων
914 επ. ΑΚ, άρα και υποχρέωση, εκείνου που προξένησε την τυχόν ζημία να αποζημιώσει τον παθόντα, προϋποτίθεται η ζημία να προκλήθηκε παρά το νόμο
ή από συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, από πράξη ή παράλειψη του δράστη (υπαιτίου) και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε. Η ζημία είναι παράνομη όταν, με την πράξη ή την παράλειψη του υπαιτίου, προσβάλλεται δικαίωμα, αλλά και απλό συμφέρον του παθόντος προστατευόμενου από ορισμένη διάταξη νόμου (ΑΠ 87/2000 ΕλλΔνη 41. 967). Μπορεί κανόνας δικαίου να προστατεύει το γενικό συμφέρον, αλλά συγχρόνως να προστατεύει και το ιδιωτικό (Καυκά ΕνοχΔ, άρθ. 914 παρ. 6, Β, σελ. 725). Εάν η παραβιαζόμενη διάταξη δεν αναγνωρίζει δικαίωμα στον θιγόμενο, εφόσον δηλαδή δεν προσβάλλεται δικαίωμα, αλλά μόνο συμφέρον του προσώπου αυτού, εξετάζεται αν το συμφέρον που θίγεται βρίσκεται μέσα στον προστατευτικό σκοπό της διάταξης (έννομα προστατευόμενο συμφέρον) και αν ναι, ο φορέας του μπορεί να επικαλεσθεί την παράβαση, διότι υπάρχει απέναντί του παρανομία. Αν υπάρχει απλό και όχι έννομο συμφέρον, δεν υπάρχει γι` αυτόν παρανομία (Σταθόπουλου Γενικό ΕνοχΔ, σελ. 299-300, Απ. Γεωργιάδη ΕνοχΔ, Γενικό Μέρος σελ. 598). Εξετάζεται δηλαδή αν η παραβιασθείσα διάταξη αποτελεί προστατευτικό νόμο, δηλαδή αν έχει τεθεί χάριν προστασίας και ιδιωτικού συμφέροντος (ΑΠ 427/58, 214/72, 692/53, ΕΑ 348/77 ΝοΒ 25. 525). Η προστατευτική διάταξη δεν είναι απαραίτητο να έχει τεθεί αποκλειστικά χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος, αλλά αρκεί να έχει τεθεί και χάριν αυτού (ΑΠ 427/58, 760/64, ΕΑ 775/60 ΝοΒ 38.510). Ενώ εξάλλου, όπως ορίζεται με το άρθρο 297 εδ. β ΑΚ αντί χρηματική ικανοποίηση το Δικαστήριο εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις μπορεί να διατάξει την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, εφόσον η κατά τοιούτον τρόπον αποζημίωση δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή. Κατά δε το άρθρο 24 του Συντάγματος "η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι οι εναγόμενες με βάση την υπ` αριθ. 1113/1987 οικοδομική άδεια της υπηρεσίας πολεοδομίας της Νομαρχίας Φθιώτιδας και την υπ` αριθ. 5672/1989 πράξη αναθεώρησης αυτής της ιδίας υπηρεσίας ανήγειραν στο οικόπεδό τους, που βρίσκεται στα Καμένα Βούρλα, στη θέση Λουτρόπολη, οικοδομή σε επαφή με το όριο του ακινήτου, το οποίο στο ανατολικό όριό του συνορεύει με ακίνητο ιδιοκτησίας του, ότι η άδεια οικοδομής και η πράξη αναθεώρησής της ακυρώθηκαν με απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, διότι η χορήγηση άδειας να οικοδομήσουν σε επαφή με το όριο του ακινήτου έγινε με βάση τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 εδάφιο γ`, η οποία αντίκειται στο άρθρο 24 του Συντάγματος και οι εναγόμενες αν και γνώριζαν τον παράνομο χαρακτήρα της άδειας προχώρησαν στην ανοικοδόμηση του οικοπέδου τους και ότι, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων που εκφράστηκε με την κατά τον ανωτέρω τρόπο ανοικοδόμηση του ακινήτου, εμποδίζεται ο επαρκής ηλιασμός, αερισμός και φωτισμός της δικής του οικοδομής με συνέπεια την υποβάθμισή της και τη μείωση της αγοραστικής και της μισθωτικής της αξίας κατά ποσοστό 20%. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποκαταστήσουν τη ζημία του με την καθαίρεση μέχρι τα θεμέλια του ανατολικού τμήματος της οικοδομής τους και επικουρικά καταβάλλοντάς του το ποσό των 8.000.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί το ποσό των 2.000.000 δραχμών. Συνέχεια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Συνέχεια. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα παραπάνω, η αγωγή είναι νόμιμη κατά τη γνώμη
της πλειοψηφίας (του Προέδρου Στ. Γιακουμέλου και της εφέτου Ρένας Ασημακοπούλου) στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις, αφού α) οι περιορισμοί για λόγους ρυμοτομίας, οικοδομικής τάξης και αισθητικής εμφάνισης των οικοδομών δεν αποσκοπούν μόνο στο γενικό συμφέρον αλλά και στο συμφέρον των κυρίων των γειτονικών ακινήτων (ΟλομΑΠ 393/1964 ΝοΒ 12. 930) και είναι φανερό στην συγκεκριμένη περίπτωση το συμφέρον του ενάγοντος, για την απαγόρευση της πολυώροφης οικοδομής των εναγομένων, σε επαφή με το ανατολικό όριο του ακινήτου του, στο συνεχόμενο με αυτό ακίνητο της εναγομένης: β) η ανέγερση και διατήρηση της οικοδομής αυτής είναι παράνομη γιατί η υπ` αριθ. 1113/1987 οικοδομική άδεια της πολεοδομικής υπηρεσίας Νομαρχίας Φθιώτιδας και η υπ` αριθ. 5672/1989 πράξη αναθεώρησης αυτής, ακυρώθηκαν με την υπ` αριθ. 3933/1990 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και γ) η τοποθέτηση της οικοδομής των εναγομένων και εφεσιβλήτων, σε επαφή με το κοινό όριο των δύο συνεχομένων οικοπέδων, ουσιαστικά αναιρεί το σκοπό που επεδίωκε ο νομοθέτης του άρθρου 38 Ν.Δ 8/1973, με το οποίο τίθονταν η υποχρέωση τήρησης αποστάσεων του κτιρίου από τα πλάγια και οπίσθια όρια του οικοπέδου, οι οποίες δεν μπορούσαν να είναι μικρότερες των 2,50 μέτρων και αντίκειται στο άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, εφόσον η μείωση του πλάτους της ακάλυπτης οικοδομικής λωρίδας μεταξύ των δύο οικοδομών, η οποία κρίνεται ότι είναι απαραίτητη για να διασφαλισθεί επαρκής ηλιασμός, αερισμός και φωτισμός σε κτίρια που είχαν ανεγερθεί με την προοπτική ότι η αρτίωση της λωρίδας αυτής θα γίνει με την τήρηση υπο χρεωτικής απόστασης από τη μελλοντική γειτονική οικοδομή, επιφέρει εξ ορισμού επιδείνωση των όρων διαβίωσης των κατοίκων και υποβαθμίζει το υφιστάμενο οικιστικό πρόβλημα (ΣτΕ 3933/1990, ΣτΕ 1159/1989 Ολομ.) η δε αποκατάσταση της πρότερης κατάστασης, όχι μόνο δεν προσκρούει στο συμφέρον του ενάγοντα, αλλά και επιδιώκεται κατά προτεραιότητα από αυτόν. Κατά την γνώμη δε της Εφέτου Ρένας Ασημακοπούλου η αγωγή ως προς το αίτημά της της καθαίρεσης της επίμαχης οικοδομής στηρίζεται και στις ειδικές διατάξεις των άρ θρων 57 παρ. 1, 58 εδ. 1, 60 εδ. 1, 989 εδ. 1, 1108 παρ. 1,1112 παρ. 1, 1132-1133, 1173, 1187, 1191, 1236, 1284 εδ. 1, 1299 εδ, 1 ΑΚ, κατά τις οποίες, όταν επήλθε παράνομη προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος, ο δικαιούχος δικαιούται να ζητήσει, ανεξάρτητα από πταίσμα, την άρση ή παράλειψη της προσβολής, αφού όπως γίνεται δεκτό στην επιστήμη, εκφράζουν μια γενικώτερη αρχή, κατά την οποία όταν προσβάλλεται δικαίωμα ή υπάρχει κίνδυνος προσβολής του στο μέλλον, ο δικαιούχος δικαιούται, ανεξάρτητα από την επέλευση ζημίας και την ύπαρξη υπαιτιότητας, να αξιώσει την άρση της παράνομης προσβολής οποιουδήποτε δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου Εισαγ. Παρατ. σε άρθ. 914-938 αριθ. 56). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα της καθαίρεσης μέχρι τα θεμέλια του ανατολικού τμήματος της οικοδομής των εναγομένων σε βάθος 2,50 μ. από το δυτικό τμήμα του οικοπέδου του έσφαλε και πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης να εξαφανισθούν ως προς το κεφάλαιο αυτό οι εκκαλούμενες οριστική και προδικαστική αποφάσεις, κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και δικασθεί κατ` ουσίαν. Συνέχεια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Συνέχεια. Κατά τη γνώμη όμως της Εφέτου Γεωργίας Λαλούση η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς αμφότερα τα άιτήματα. Ειδικότερα, για να υπάρξει αδικοπραξία, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, άρα και υποχρέωση, εκείνου που προξένησε την τυχόν ζημία, να αποζημιώσει τον παθόντα, προϋποτίθεται η ζημία να προκλήθηκε παρά το νόμο ή από συμπεριcρορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, από πράξη ή παράλειψη του δράστη (υπαιτίου) και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε.
Η ζημία είναι παράνομη όταν, με την πράξη ή την παράλειψη του υπαιτίου, προσβάλλεται δικαίωμα, ή και απλό συμφέρον του παθόντος προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου (ΑΠ 87/2000 ΕλλΔνη 41. 967). Εξάλλου, εάν η παραβιαζόμενη διάταξη δεν αναγνωρίζει δικαίωμα στον θιγόμενο, εφόσον δηλαδή δεν προσβάλλεται δικαίωμα, αλλά μόνο συμφέρον του προσώπου αυτού, εξετάζεται αν το συμφέρον που θίγεται βρίσκεται μέσα στον προστατευτικό σκοπό της διάταξης (έννομα προστατευόμενο συμφέρον), και αν ναι, ο φορέας του μπορεί να επικαλεσθεί την παράβαση, διότι υπάρχει απέναντι του παρανομία. Αν υπάρχει απλό και όχι έννομο συμφέρον, δεν υπάρχει γι` αυτόν παρανομία (Σταθοπούλου, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, σελ. 299-300, Απ. Γεωργιάδη Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος σελ. 598). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος "η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα ...
2) Η χωροταξική αναδιάρθωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό
να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης". Η ανωτέρω διάταξη καθώς και οι διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού που αφορούν το ύψος του κτιρίου, την κάλυψη του οικοπέδου, τη δυνατότητα ανέγερσης περισσοτέρων της μιας οικοδομών στο οικόπεδο και τους λοιπούς όρους οικοδόμησης του ακινήτου αποσκοπούν στην προστασία του γενικού συμφέροντος και όχι της ακίνητης ιδιοκτησίας και μάλιστα με την έννοια της διατηρήσεως της αγοραίας αξίας των ακινήτων (ΕφΘεσ 2111/1991 Αρμ 1992. 898, Απ. Γεωργιάδη Ενοχικό Δίκαιο ο.π. Δ. Χριστοφιλόπουλου, Το Δίκαιο της Δόμησης, σελ. 23 επ.). Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα παραπάνω η αγωγή κατά τη μειοψηφούσα άποψη δεν είναι νόμιμη, διότι με τη διάταξη του άρθρου 24 του Συντάγματος, αλλά και με τις πολεοδομικές διατάξεις, επιδιώκεται η προστασία του γενικού συμφέροντος
και επομένως με την κατά παράβαση της διάταξης αυτής ανοικοδόμηση από τις εναγόμενες δεν γεννάται αξίωση αποζημίωσης υπέρ του ενάγοντος από την τυχόν μείωση της αξίας των διαμερισμάτων της οικοδομής του, αφού δεν παραβιάζεται σχετικό δικαίωμα αυτού. Εξάλλου, λόγω του μεταβιβαστικού κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ αποτελέσματος της έφεσης, το εφετείο εξετάζει όλους τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν παραδεκτώς κατά τα άρθρα 525 έως 527 ΚΠολΔ και μπορεί, αν και ο εκκαλών παραπονείται για την κατ` ουσίαν εσφαλμένη κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να θεωρήσει την αγωγή ως αβάσιμη κατά νόμο,πράγμα που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, οπότε, επειδή δεν επιτρέπεται
στην περίπτωση αυτή η σύμφωνα με το άρθρο 534 ΚΠολΔ αντικατάσταση της αιτιολογίας, διότι οδηγεί σε διαφορετικό κατά το αποτέλεσμα διατακτικό, να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και να απορρίψει ακολούθως την αγωγή για τον προαναφερόμενο λόγο, αφού η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα (ΕφΘεσ 6/1990 Αρμ. 1990. 18, ΕφΘεσ 440/1999 Αρμ 1999. 1101, Σαμουήλ Σ. Η έφεση, αριθ 854, 1137, έκδοση 1993). Συνέχεια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Συνέχεια. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, ορθά μεν κατά τη γνώμη της μειoψηφίας απέρριψε με την 107/1993 προδικαστική απόφασή του ως μη νόμιμο το αίτημα για την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με την καθαίρεση του ανατολικού τμήματος της οικοδομής των εναγομένων, εσφαλμένα όμως έκρινε νόμιμο το αίτημα για αποζημίωση του ενάγοντος λόγω μείωσης της αγοραστικης αξίας της οικοδομής του, απορρίπτοντας αυτό στη συνέχεια ως κατ` ουσίαν αβάσιμο. Κατ` ακολουθίαν σύμφωνα με τα εκτιθέμενα παραπάνω, η εκκαλουμένη απόφαση έπρεπε κατά τη γνώμη της μειοψηφίας να εξαφανιστεί, να κρατηθεί η υπόθεση από αυτό το Δικαστήριο και να δικαστεί και ακολούθως να απορριφθεί η αγωγή ως νόμω αβάσιμη.
Το ακίνητο του ενάγοντα συνορεύει δυτικά με συνεχόμενο ακίνητο των δύο πρώτων εναγομένων, στο οποίο οι εναγόμενες ανήγειραν διώροφη οικοδομή ύψoυς 6,40 μ. σε επαφή με το ακίνητο του ενάγοντα, ότι και τα δύο οικόπεδα των διαδίκων μερών βρίσκονται μέσα στο ρυμοτομικό σχέδιο των Καμμένων Βούρλων, όπου ίσχυε το πανταχόθεν ελεύθερο σύστημα δόμησης, σύμφωνα με το άρθρο 5 του από 6/20.2. 1971 Β.Δ/γματος, ότι ο ενάγων ανήγειρε την οικοδομή του δυνάμει της υπ` αριθ. 975/1978 αδείας, δηλαδή υπό την ισχύ του ΓΟΚ 1973 και σε απόσταση 3 μέτρων από το κοινό πλάγιο όριο του οικοπέδου του με το οικόπεδο των εναγομένων, η οποία, απόσταση, παραμένει μέχρι σήμερα η ίδια και ότι η παραπάνω οικοδομή των εναγομένων αναγέρθηκε παρά την έντονη αμφισβήτηση του ενάγοντα καθ` όλη τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών ανέγερσης της οικοδομής των εναγομένων της δυνατότητας νόμιμης ανέγερσής της σε επαφή με το πλάγιο όριο του οικοπέδου του ενάγοντα και τις νόμιμες διοικητικές και δικαστικές ενέργειες αυτού στις αρμόδιες αρχές, με τις οποίες επέτυχε τελικά την ακύρωση της με αριθ. 5672/21.7.1989 πράξης αναθεώρησης της υπ` αριθ. 1113/11.12. 1987 οικοδομικής άδειας της Νομαρχίας Φθιώτιδας, με τις οποίες είχε επιτραπεί η ανέγερση της οικοδομής των εναγομένων, σε επαφή με το πλάγιο όριο του οικοπέδου του ενάγοντα και ότι η ανέγερση της οικοδομής αυτής των εναγομένων σε επαφή με το όριο του οικοπέδου του ενάγοντα είχε ως αποτέλεσμα την σε μεγάλο βαθμό μείωση του ηλιασμού, φωτισμού και αερισμού της οικοδομής του ενάγοντα και επιδείνωση των όρων διαβίωσης της οικογένειάς του και των άλλων ενοίκων της οικοδομής του και από το λόγο αυτό τη μείωση της αντικειμενικής της αξίας κατά 30.000 δρχ. το τ.μ. ήτοι από 190.000 σε 160.000 κατά τ .μ. των δύο ανωγείων ορόφων και κατά 20.000 δρχ. ήτοι από 100.000 δρχ. σε 80.000 δρχ. κατά τ.μ. του κάτω ορόφου και συνολικά υπέστη μείωση της αξίας της οικοδομής του (93 Χ 20.000) 1.860.000 δραχ. για το ημιυπόγειο και δραχ. (72 Χ 2 = 144 Χ 30.000) 4.320.000 για το ισόγειο και άνω όροφο, ήτοι δραχ. 6.180.000. Επί πλέον δε ο ενάγων από την παραπάνω αδικοπραξία των εναγομένων σε βάρος του, υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία εύλογη xρηματική ικανοποίηση, εν όψει του βαθμού του πταίσματος των εναγομένων, της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των μερών, του είδους της προσβολής και γενικά των συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέσθηκε το αδίκημα είναι το ποσό των 300.000 δραχμών...
Χαρακτηριστικό γεγονός της γνώσης των εναγομένων για το μη νόμιμο των οικοδομικών εργασιών, είναι και το κατατιθέμενο από τους μάρτυρες τους ότι η Αστυνομική Αρχή σταμάτησε τις εκσκαφές το Μάιο του 1989, για το λόγο ότι η άδειά τους δεν ήταν νόμιμη ως προς την επαφή της οικοδομής τους με το κοινό όριο των οικοπέδων των διαδίκων μερών, που δηλώθηκε και στον ίδιο το μάρτυρα των εναγομένων Κ.Δ., που είχε αναλάβει την ανέγερση της οικοδομής των εναγομένων, κατά την επίσκεψή του στην Αστυνομική Αρχή για να πληρφορηθεί το λόγο διακοπής των οικοδομικών εργασιών, όπως κατατίθεται από τον ίδιο αυτόν μάρτυρα. Συνέχεια

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Συνέχεια.

Με βάση αυτά το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, κρίνει ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η αποκατάσταση της προτέρας κατάστασης των πραγμάτων με την καθαίρεση μέχρι τα θεμέλια του ανατολικού τμήματος της οικοδομής των εναγομένων και απορριφθεί κατ` ουσίαν το αίτημα αυτό της αγωγής, αλλά να επιδικασθεί στον ενάγοντα η παραπάνω χρηματική αποζημίωση και ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Επομένως, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη (του Προέδρου Στ. Γιακουμέλου και της, Εφέτου Ρένας Ασημακοπούλου) πρέπει να γίνει δεκτή μερικά και ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς το επικουρικό της αίτημά της της χρηματικής αποζημίωσης, και ικανοποίησης για ηθική βλάβη και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς το αίτημα της αυτό έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων έφεσης, να εξαφανισθεί και κατά το κεφάλαιο τούτο, η εκκαλουμένη υπ` αριθ. 3/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, διακρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και γίνει δεκτή μερικά η κρινομένη αγωγή και υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον καθεμία, να καταβάλουν στον ενάγοντα 6.480.000 (6.180.000 + 300.000) δραχμές, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και με προσωπική τους κράτηση μέχρι τριών (3) μηνών ως μέσον εκτέλεσης της καταψηφιστικής διάταξης της παρούσης.

Addthis