Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Μετοχές Α.Ε, κατάσχεση, πλειστηριασμός

Εφετείο Αθηνών 7258/ 2005, ΔΕΕ 2005.1184.

Πρόεδρος Β. Φούκας, Προεδρεύων Εφέτης, Εισηγητής Α. Πλακίδας, Εφέτης.

Περίληψη. Ανώνυμες εταιρείες. Κατάσχεση άυλων μετοχών. Το αντικείμενο της κατάσχεσης δεν είναι υλικό, ο σκοπός όμως της αναγκαστικής εκτέλεσης συνίσταται στην ικανοποίηση του επισπεύδοντος δανειστή από τη χρηματιστηριακή εκποίηση των κατασχεθέντων τίτλων. Εφαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ για την κατάσχεση κινητών πραγμάτων στα χέρια τρίτου. Εκποίηση από χρηματιστηριακή εταιρεία άυλων μετοχών ιδιοκτησίας του οφειλέτη, που ο δανειστής είχε κατασχέσει στα χέρια της. Το τίμημα της εκποίησης καταβάλλεται στον καθ` ού η εκτέλεση. Ο δανειστής που επέβαλε την κατάσχεση δεν υπέστη ζημία από την παράλειψη της δήλωσης κατά το άρθρο 985 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο τρίτος είχε στα χέρια του τις κατασχεμένες μετοχές.
Με τη διάταξη του άρθρου 39 επ. του Ν 2396/1996 ορίσθηκε ότι για τις μετοχές των ελληνικών ανωνύμων εταιριών, που εισάγονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, δεν εκδίδονται πλέον τίτλοι, αλλά οι μετοχές αυτές καταχωρίζονται στα αρχεία της ανώνυμης εταιρίας αποθετηρίων τίτλων και παρακολουθούνται με λογιστικές εγγραφές στα αρχεία αυτά. Κατά το άρθρο 49 παρ. 4 του Ν 2396/1996, που προστέθηκε με το άρθρο 107 παρ. 1 του Ν 2533/1997, σε περίπτωση κατάσχεσης άυλων μετοχών, ισχύουν κατ αναλογία οι διατάξεις των άρθρων 982 έως 991 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 967 του ίδιου Κώδικα, η ερμηνευτική προσέγγιση των οποίων, στην περίπτωση αυτή, επιβάλλεται να είναι προσανατολισμένη στο πνεύμα και το σκοπό του θεσμού.
Η μετοχή υπό υλική μορφή είναι δηλωτικό αξιόγραφο, που βεβαιώνει την ιδιότητα του μετόχου. Ενσωματώνει σύνθετα δικαιώματα συμμετοχής σε ανώνυμη εταιρία. Την ίδια μετοχική σχέση βεβαιώνει και η άυλη μετοχή, με τη διαφορά ότι, αντί τα μετοχικά δικαιώματα να ενσωματώνονται σε έγγραφο με υλική μορφή, καταχωρίζονται στα αρχεία της ανώνυμης εταιρίας αποθετηρίων τίτλων και παρακολουθούνται με λογιστικές εγγραφές σ` αυτά. Το αν η εγγραφή των μετοχικών δικαιωμάτων γίνεται σε υλικό σώμα (κατά κυριολεξία έγγραφο) ή σε ηλεκτρονικό μητρώο δεν αλλάζει το χαρακτήρα της μετοχής και τις έννομες σχέσεις που πηγάζουν απ` αυτή. Ούτε βέβαια η κυκλοφοριακή αξία των μετοχών θίγεται. Και οι άυλες μετοχές αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο χρηματιστήριο. Από την άποψη αυτή, κρίσιμη για την αναγκαστική εκτέλεση, σε σχέση με την περιουσιακή αξία της μετοχής, είναι η ρευστοποίησή της, που επιτυγχάνεται στο χρηματιστήριο και όχι η μεταβίβαση της οποιασδήποτε έννομης σχέσης, που ενσωματώνει αυτή, στον επισπεύδοντα δανειστή. Σημασία έχει ο χαρακτήρας της μετοχής, ως αξίας διαπραγματεύσιμης στο χρηματιστήριο και, ως εκ τούτου, ευχερώς ρευστοποιήσιμης σε οργανωμένη αγορά, στην οποία διαμορφώνεται η τιμή της μετοχής και όχι αν αυτή έχει υλική ή άυλη μορφή. Δηλαδή, ναι μεν το αντικείμενο της κατάσχεσης άυλων μετοχών δεν είναι υλικό, ο σκοπός, όμως, της αναγκαστικής εκτέλεσης συνίσταται στην ικανοποίηση του επισπεύδοντος δανειστή από τη χρηματιστηριακή εκποίηση των κατασχομένων άυλων τίτλων. Πρέπει, επομένως, στην κατάσχεση άυλων μετοχών να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 1 περ. β του ΚΠολΔ, που αφορά κατάσχεση κινητών πραγμάτων στα χέρια τρίτου. Άλλωστε και το άρθρο 49 παρ. 4 του Ν 2396/1996 παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, στη διάταξη του άρθρου 967 του ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη χρηματιστηριακή εκποίηση των αναγραφομένων στο δελτίο του χρηματιστηρίου αξιών πραγμάτων και βρίσκεται στο κεφάλαιο του ΚΠολΔ για την κατάσχεση της κινητής περιουσίας του οφειλέτη
Εξάλλου, η εφαρμογή των περιπτώσεων του άρθρου 982 παρ. 1 περ. α του ΚΠολΔ δεν προσιδιάζει στις ανάγκες της αναγκαστικής κατάσχεσης άυλων τίτλων γιατί οι άυλες μετοχές δεν συνιστούν χρηματική απαίτηση ούτε απαίτηση για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητών. Άλλωστε, αν οι άυλες μετοχές εξισώνονταν με χρηματική απαίτηση, αυτό θα οδηγούσε στο άτοπο συμπέρασμα ότι ισοδυναμούν με νόμιμο χρήμα και μέσο πληρωμής. Οι άυλες μετοχές που πωλούνται χρηματιστηριακά, μετά την πώλησή τους, σε διάστημα τριών το πολύ εργασίμων ημερών εξακολουθούν να είναι καταχωρισμένες στο λογαριασμό της ημερίδας του πωλητή, με χειριστή εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μέλος του χρηματιστηρίου Αθηνών, η οποία, όμως, υποχρεούται να παραδώσει τις πωληθείσες μετοχές προς εκκαθάριση το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τη χρηματιστηριακή συναλλαγή, με βάση τις διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και επαπειλούνται διοικητικές κυρώσεις αν δε συμμορφωθεί στην υποχρέωσή της αυτή, πέρα από την αστική της ευθύνη (βλ. Δημητρίου Γ. Tσιμπανούλη, Η αναγκαστική κατάσχεση άυλων μετοχών, ΔΕΕ 2002,823 επ.).

 Με τον πρώτο και το δεύτερο λόγο της έφεσης; ο εκκαλών παραπονείται ότι, από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, με την εκκαλουμένη, η ανακοπή του. Στην τελευταία ο εκκαλών εκθέτει ότι, με βάση την υπ` αριθ. 1387/2993 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την από 14.2.2003 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής, ζήτησε από τον προσθέτως υπέρ της καθής η ανακοπή εναγομένης παρεμβάντα οφειλέτη του να του καταβάλει το επιδικασθέν ποσό, ανερχόμενο συνολικά σε 612.739,47 ευρώ. Εξαιτίας της μη πληρωμής οποιουδήποτε ποσού από τον οφειλέτη, ο ανακόπτων ενάγων, με το από 20.2.2003 κατασχετήριο έγγραφο, που κοινοποίησε στην καθής η ανακοπή την ίδια ημέρα, κατάσχεσε στα χέρια της, ως τρίτης χειρίστριας του Συστήματος Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.), όλες τις άυλες μετοχές ιδιοκτησίας του οφειλέτη του μέχρι το παραπάνω ποσό και την επέτασσε να μην καταβάλει στον καθού η κατάσχεση οφειλέτη του, αλλά σ` αυτόν το ποσό, για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, κοινοποιώντας το ίδιο κατασχετήριο και στον καθού η εκτέλεση. Μέχρι τις 19.2.2003 ο καθού η εκτέλεση ήταν κύριος 78.300 ονομαστικών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε.ΑΤΕ", τις οποίες, όμως, μεταβίβασε κατά την ημερομηνία αυτή η καθής η ανακοπή εναγομένη, ως μεσολαβούσα εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, έναντι συνολικού τιμήματος 74.012,80 ευρώ, το οποίο δεν αποδόθηκε αυθημερόν στον πωλητή οφειλέτη, καθόσον αυτό αποδίδεται στον πωλητή μετά παρέλευση μέχρι τριών εργασίμων ημερών από την υλοποίηση της εντολής πώλησης. Παρόλα αυτά, η καθής η ανακοπή δεν προέβη σε δήλωση, κατ άρθρο 985 του ΚΠολΔ, εντός οκτώ ημερών, εις τρόπον ώστε η παράλειψή της αυτή να εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση, η οποία, μάλιστα, ήταν ανακριβής. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητάει ν` αναγνωρισθεί η ανειλικρίνειά της, προς αρνητική δήλωση εξομοιούμενης, παράλειψης δήλωσης και να υποχρεωθεί η καθής η ανακοπή-εναγόμενη να του καταβάλει το, ανερχόμενο σε 74.012,80 ευρώ, τίμημα της χρηματιστηριακής τους (των μετοχών του οφειλέτη του) εκποίησης με το νόμιμο τόκο απ` την επομένη της κατάσχεσης, άλλως, αποζημίωση ύψους 74.012,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο απ` την επομένη της κατάσχεσης, καθόσον με την, παράνομη και υπαίτια, παράλειψή της αυτή, κατέστησε αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησής του διότι ο οφειλέτης του στερείται εντελώς περιουσιακών στοιχείων. Σύμφωνα, όμως, με τα παραπάνω εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, η ανακοπτόμενη δήλωση της τρίτης καθής η ανακοπή δεν ήταν ανακριβής διότι, κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης (της κοινοποίησης στην τρίτη του κατασχετηρίου εγγράφου) οι μετοχές είχαν εκποιηθεί χρηματιστηριακά και η τρίτη, ως μεσολαβούσα εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εξακολουθούσε να είναι οφειλέτρια του καθού η εκτέλεση, ως προς το προαναφερθέν επιτευχθέν Χρηματιστηριακά τίμημά τους. Το τελευταίο δεν ήταν κατασχεμένο, διότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω στη μείζονα σκέψη, οι κατασχεθείσες άυλες μετοχές δεν συνιστούν χρηματική απαίτηση ούτε απαίτηση για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητών, αλλ` υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 1 περ. β` του ΚΠoλΔ και διακρίνονται σαφώς από την απαίτηση καταβολής του τιμήματός τους. Γι αυτό και η τρίτη δεν υποχρεούται να καταβάλει στον ανακόπτοντα το τίμημα της χρηματιστηριακής εκποίησης των μετοχών του οφειλέτη του, κατά τα ιστορούμενα στην ανακοπή, και, συνεπώς, η τελευταία δεν είναι νόμιμη και σωστά απορρίφθηκε για το λόγο αυτό με την εκκαλούμενη απόφαση. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της έφεσης δεν είναι βάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

 Με τον τρίτο λόγο της έφεσης, ο εκκαλών παραπονείται ότι, με την εκκαλουμένη απόφαση, απορρίφθηκε η σωρευόμενη αγωγή του για το λόγο ότι δεν είχε καταβάλει το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου. Οπως, όμως, προκύπτει απ` τα στοιχεία της δικογραφίας, ο ενάγων έχει ήδη καταβάλει αυτό κατά την παρούσα έκκλητη δίκη με την προσήκουσα αναλογία υπέρ του Τ.Ν. Γι αυτό πρέπει, κατά παραδοχή αυτού του λόγου της έφεσης ως νόμιμου και βάσιμου, να γίνει δεκτή αυτή, όχι μόνο κατά το τυπικό, αλλά και το ουσιαστικό της μέρος (πρβλ. άρθρο 528 του ΚΠολΔ) και, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά ο λόγος αυτός, να προχωρήσει το δικαστήριο στην εκ νέου έρευνα της (νομικής και ουσιαστικής) βασιμότητας της αγωγής, κατά την αυτή διαδικασία (άρθρο 533 παρ. Ι ΚΠολΔ). Η σωρευόμενη αγωγή του εκκαλούντος, κατά τα ιστορούμενα σ` αυτή, όπως αναλυτικά εκτέθηκαν παραπάνω, δεν είναι νόμιμη, καθόσον, σύμφωνα με αυτά (τα ιστορούμενα), δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης της εναγομένης, εξομοιούμενης με αρνητική δήλωση, και της επικαλούμενης ζημίας του ενάγοντος-κατασχόντος δανειστή, ο οποίος δεν επικαλείται και ότι η μη είσπραξη τελικά του αντίστοιχου με το τίμημα των κατασχεθεισών μετοχών μέρους της απαίτησής του οφείλεται, όχι στη μη ύπαρξη στα χέρια της εναγομένης των κατασχεμένων μετοχών, αλλά του τιμήματός τους, αλλά (ότι οφείλεται) στην παράλειψη της δήλωσης αυτή καθεαυτή, διότι στην κρινόμενη περίπτωση η αποζημίωση περιλαμβάνει τη ζημία του κατασχόντα που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την ανακριβή δήλωση ή την παράλειψη της δήλωσης (ΑΠ 15/1993 ΕλΔ 1995,1090, ΕφΑθ 8540/1999 ΔΕΕ 2000,287, Β. Bαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ Ερμηνευτική - νομολογιακή ανάλυση, 985, σελ. 99-100). Άλλωστε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων δεν εμποδίστηκε παράνομα από τη συμπεριφορά της εναγομένης ούτε σε δυνατότητα κατάσχεσης του τιμήματος των κατασχεμένων μετοχών, καθόσον το τίμημα της χρηματιστηριακής τους εκποίησης η εναγομένη όφειλε ν` αποδώσει στον καθού η εκτέλεση πολύ πριν την παρέλευση της προθεσμίας (8 ημερών), μέσα στην οποία, κατ` άρθρο 985 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όφειλε να δηλώσει αν έχει στα χέρια της τις κατασχεμένες μετοχές. Συνεπώς, η κρινόμενη σωρευόμενη αγωγή του ανακόπτοντος-ενάγοντος πρέπει ν` απορριφθεί για το λόγο αυτό.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...