Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Προσωπικά δεδομένα, έννοια αρχείου, η μετάδοση δεν προϋποθέτει ύπαρξη αρχείου.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ε', 1372/ 2015.

Πρόεδρος:     Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτης, μέλη Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδης Πελεκάνος, Δημήτριος Χονδρογιάννης.
Περίληψη. Προστασία προσωπικών δεδομένων - Έγκλημα υπαλλακτικώς μεικτό -. Για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της παράνομης μετάδοσης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων απαιτείται, ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνεται σε "αρχείο", προσδιορισμό του υποκειμένου των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και τέλος να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
Δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες, των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ανοίξει ή να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Είναι ορθή και αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση. Ο αναιρεσείων καταδικάστηκε όχι για επέμβαση σε αρχείο αλλά για παράνομη "μετάδοση" ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων χωρίς δικαίωμα, και συγκεκριμένα επειδή μετέδωσε χωρίς άδεια μέσω της τηλεοπτικής του εκπομπής βίντεο, στο οποίο εμφανιζόταν η εγκαλούσα σε ερωτικές περιπτύξεις.

Κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. β’, 9Α, 19 παρ. 1 και 3 και 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος, "ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "παν πρόσωπον δικαιούται εις τον στο σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του". Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997 "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24/10/1995 και όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001, αντικείμενο του νόμου αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α’, β’, γ’, δ’, ε’ και ι’ του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων. β)"Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 άρθρου 18 του Ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 αρθρ. 8 του Ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή), γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), (είναι) σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο (κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 347/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το τελευταίο αυτό εδάφιο κατά την έννοια του νόμου νοείται ως "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο") κάθε διαρθωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια". Και "αποδέκτης" είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. Τέλος, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, οι διατάξεις του νόμου αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, "όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις"... Από την διατύπωση της παραπάνω διάταξης καθίσταται σαφές ότι το αδίκημα του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997 είναι ένα υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα και μόνο στην πρώτη μορφή τέλεσης του τίθεται ως προϋπόθεση η πράξη της επέμβασης σε αρχείο. Στις υπόλοιπες μορφές τέλεσης δεν τίθεται ως προϋπόθεση να υφίσταται ή να έχει προηγηθεί επέμβαση σε αρχείο χωρίς δικαίωμα. Θα πρέπει συνεπώς να γίνεται καταρχήν διάκριση ανάμεσα στις νομοτυπικές μορφές τέλεσης του αδικήματος και στη συνέχεια να διερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις συνδρομής της έννοιας "αρχείο".
Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνεται σε "αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται, κατ’ άρθρο 2 περ. ε, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα το οποίο πρέπει να ακολουθεί κάποια διάρθρωση και τα δεδομένα που περιλαμβάνει να είναι προσιτά με συγκεκριμένα κριτήρια, και τα οποία, (δεδομένα), σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου, υπόκεινται ή μπορεί να υπόκεινται σε εν μέρει ή εν όλω αυτοματοποιημένη ή μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία και περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. (Βεβαίως, όταν δεν υφίσταται αρχείο προσωπικών δεδομένων, δηλαδή διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια (άρθρο 2 περ. ε’ του Ν. 2472/1997) δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα). β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ανοίξει ή να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποιήσεως του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα.

    Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από σαφή, πλήρη και ορθή ανάπτυξη των οικείων ουσιαστικών διατάξεων προέβη σε περαιτέρω ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα ακόλουθα:
"...Από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι δημοσιογράφος, έλαβε γνώση ενός βίντεο, στο οποίο εμφανιζόταν η εγκαλούσα Δ. Α. Σ., μαθήτρια της τρίτης τάξεως του Ενιαίου Λυκείου ..., σε ερωτική περίπτυξη με δυο συμμαθητές της, κατά τη διάρκεια πενθήμερης εκδρομής στη .... Το βίντεο αυτό είχε παραχθεί εντός δωματίου ξενοδοχείου, με χρήση κινητού τηλεφώνου από παρευρισκόμενο μαθητή και αντιγραφεί από τρίτο άτομο σε ψηφιακό δίσκο [DVD]. Το βίντεο αυτό που αποτελεί αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το μετέδωσε στις 1-11-2006, χωρίς την άδεια της εγκαλούσας, μέσω της τηλεοπτικής εκπομπής του "...", που προβαλλόταν από τον τηλεοπτικό σταθμό ..., χωρίς την άδεια της εγκαλούσας, καθιστώντας το με τον τρόπο αυτό προσιτό σε απεριόριστο αριθμό τηλεθεατών που παρακολουθούσαν την εκπομπή. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, για την πράξη της μετάδοσης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (σημειώνεται ότι για την πράξη της επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων έχει κηρυχθεί αθώος με τη εκκαλούμενη απόφαση), απορριπτόμενων των ισχυρισμών του για τη μη πλήρωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του πιο πάνω εγκλήματος.... Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι:
    "...Στην Αθήνα την 1-11-2006, αφού έλαβε γνώση από αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προέβη σε μετάδοση - ανακοίνωση προς τρίτους ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων άλλου, χωρίς τη συναίνεση του, και ειδικότερα όντας δημοσιογράφος έλαβε γνώση ενός βίντεο, στο οποίο εμφανιζόταν η εγκαλούσα Δ. Α. Σ., μαθήτρια τάξεως γ’ Ενιαίου Λυκείου ... σε ερωτική περίπτυξη με δυο μαθητές γ’ τάξεως Ενιαίου Λυκείου ..., κατά τη διάρκεια πενθήμερης εκδρομής στη ... και το οποίο είχε παραχθεί εντός δωματίου ξενοδοχείου με χρήση κινητού τηλεφώνου από παρευρισκόμενο μαθητή και αντιγραφεί από τρίτο άτομο σε ψηφιακό δίσκο (DVD) και εν συνεχεία μετέδωσε αυτό μέσω τηλεοπτικής εκπομπής του "..."που προβαλλόταν από τον τηλεοπτικό σταθμό ..., κατά την ως άνω ημερομηνία, καθιστώντας το με τον τρόπο αυτό προσιτό σε απεριόριστο αριθμό τηλεθεατών που παρακολουθούσαν την εκπομπή". Υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 παρ. 1 και 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων έλαβε γνώση από αρχείο δεδομένων (βίντεο), στο οποίο η παθούσα Δ.- Α. Σ., εμφανιζόταν σε ερωτική περίπτυξη με δύο μαθητές, το οποίο αποτελεί σύνολο ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είχαν αντιγραφεί από τρίτο άτομο σε ψηφιακό δίσκο (DVD) και τα οποία ο αναιρεσείων, χωρίς την άδεια της, μετέδωσε την 1-11-2006 μέσω της τηλεοπτικής του εκπομπής "...", που προβαλλόταν από τον τηλεοπτικό σταθμό ... και έτσι κατέστησε αυτά προσιτά σε απεριόριστο αριθμό τηλεθεατών.  Η με βιντεοσκόπηση δια κινητού τηλεφώνου και στη συνέχεια δι’ αντιγραφής σε ψηφιακό δίσκο δημιουργία οπτικοακουστικού υλικού της ερωτικής πράξης της εγκαλούσας και των συμμαθητών της, δεν χρειάζεται καμία ομαδοποίηση ή ταξινόμηση και είναι τεχνικά απλή η επεξεργασία και η μετάδοση αυτού σε κάθε στιγμή σε τρίτους, μέσω του κινητού τηλεφώνου ή του ψηφιακού δίσκου, στο οποίο έχει αποθηκευτεί, γι’ αυτό και συνιστούν αυτά αρχείο με την έννοια του παραπάνω νόμου. Όπως δε προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε όχι για επέμβαση σε αρχείο (πρώτη μορφή τέλεσης του αδικήματος), αλλά για παράνομη "μετάδοση" ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, η οποία (μετάδοση) δεν προϋποθέτει να υφίσταται ή να έχει προηγηθεί επέμβαση σε αρχείο χωρίς δικαίωμα. Κατά συνέπεια, η μοναδική αιτίαση του αναιρεσείοντος κατά την οποία δεν αποτελεί αρχείο προσωπικών δεδομένων ο ψηφιακός δίσκος (DVD), στον οποίο αντιγράφηκε από τρίτο άτομο το βίντεο που είχε παραχθεί εντός του δωματίου του ξενοδοχείου μέσω κινητού τηλεφώνου, αλλά ούτε και το βίντεο, γιατί τόσο ο ψηφιακός δίσκος, όσο και το βίντεο δεν πληρούν τα στοιχεία του διαρθρωμένου συνόλου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αφού δεν υπάρχει επέμβαση σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, αλλά πρόκειται για μετάδοση πληροφοριών, είναι αβάσιμη.

    Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος.
    Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2014 και επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 10-2-2014 αίτηση-δήλωση του Ν. Ε. του Χ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 10207/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis