Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, κατάσχεση, κατασχετήριο, κατάχρηση δικαιώματος.

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/ κης 6716/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή, Ευαγγελία Αρβανίτου, Πρόεδρο Πρωτοδικών.

Περίληψη. Κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων. Το γεγονός ότι αυτά υπόκεινται σε κατάσχεση, προκύπτει και από την ρητή νομοθετική πρόβλεψη περί σύστασης ενεχύρου επί αυτών. Αναγκαίο περιεχόμενου του κατασχετήριου στην περίπτωση αυτή. Όταν προηγουμένως έχει κοινοποιηθεί στον καθ’ου η κατάσχεση ο εκτελεστός τίτλος πρέπει να γίνει δεκτό ότι αρκεί στο κατασχετήριο η αναφορά του ποσού της απαίτησης και η παραπομπή στην επιδίκαση αυτή στον εκτελεστό τίτλο, οπότε η πληρότητα του κατασχετηρίου συναρτάται με το στοιχείο της βλάβης για τον προτείνοντα την ακυρότητα.
Με την υπό κρίση ανακοπή, ο ανακόπτων ζητεί, για τους αναφερόμενους σ` αυτήν λόγους, να ακυρωθεί το από 27-10-2016 κατασχετήριο έγγραφο, με βάση το οποίο η καθής επέβαλε κατάσχεση εις χείρας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «...» ως τρίτης κάθε χρηματική απαίτηση του ανακόπτοντος, παρούσα ή μελλοντική, μέχρι του ποσού των 750.396,28 ευρώ καθώς και του συνόλου των μεριδίων, που διατηρεί στο Α/Κ Εξωτερικού Ξένου Οίκου PICTET (ΡΕ 00390) της Τράπεζας και ανήκουν σ`αυτόν προς ικανοποίηση των απαιτήσεών της. Τέλος, ζητεί να καταδικασθεί η καθής στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Η ένδικη ανακοπή παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 937 παρ. 3 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων της, την απόρριψη των οποίων ζήτησε η καθής η ανακοπή.

        Σύμφωνα με το άρθρο 991 Β του Κ.Πολ.Δ. «Αν αντικείμενο της κατάσχεσης είναι μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 983 επόμενα. Η κατάσχεση θεωρείται ως κατάσχεση απαίτησης στα χέρια τρίτου και καταλαμβάνει την αξίωση του οφειλέτη για εξαγορά των μεριδίων. Ως τρίτος προς τον οποίον επιδίδεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 983 έγγραφο νοείται η εταιρεία διαχείρισης που έχει εκδώσει τα μερίδια». (Το άρθρο 991Β προστέθηκε με το άρθρο 58 παρ.2 Ν.3994/2011). Κατά το άρθρο 6 του ν. 4099/2012 παρ. 1, Το ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται ανά πάσα στιγμή σε ίσης αξίας ονομαστικά μερίδια ή, εφόσον τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου δεν είναι εισηγμένα σε οργανωμένη αγορά σύμφωνα με το άρθρο 88 του παρόντος νόμου, και σε ονομαστικά κλάσματα μεριδίου", την παρ. 5. “Εξαιρουμένων των μεριδίων ΟΣΕΚΑ που έχουν εισαχθεί σε οργανωμένη αγορά, η συμβατική μεταβίβαση μεριδίων επιτρέπεται μόνο μεταξύ συζύγων και συγγενών πρώτου και δευτέρου βαθμού. Η μεταβίβαση καταχωρείται στο ειδικό ηλεκτρονικό αρχείο της παραγράφου 4. και την παρ. 6. Ή σύσταση ενεχύρου επί μεριδίων προϋποθέτει σχετική καταχώρηση της πράξης στο ειδικό ηλεκτρονικό αρχείο της παραγράφου 4. Η ικανοποίηση του δικαιώματος του ενεχυρούχου δανειστή διενεργείται είτε με αίτηση του προς την εταιρεία διαχείρισης ή, κατά περίπτωση, την ΑΕΕΜΚ, για εξαγορά των μεριδίων, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του α.ν. 1818/1951 (Α` 149) και των άρθρων 1244 επ. του Αστικού Κώδικα, είτε, για τους ΟΣΕΚΑ του άρθρου 88, σύμφωνα με τις διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση που εφαρμόζονται επί μετοχών εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά".
Ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο (I) και τον δεύτερο λόγο (ΙΙ) κατά τα επιμέρους σκέλη αυτού (Α και Β) της κρινόμενης ανακοπής ισχυρίζεται ότι στις 3-11-2016 κοινοποιήθηκε σ`αυτόν η δήλωση γνωστοποίησης αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για την επιβληθείσα δυνάμει του από 27-10-2016 κατασχετηρίου της ήδη καθής στα χέρια της ως τρίτης κάθε χρηματικής απαίτησης του ανακόπτοντος μέχρι του ποσού των 750.396,82 ευρώ και επιπλέον του συνόλου των μεριδίων, που διατηρεί στο Α/Κ Εξωτερικού Ξένου Οίκου PICTET (ΡΕ 00390) της Τράπεζας και ανήκουν σ`αυτόν (ανακόπτοντα) προς ικανοποίηση των αναλυτικά αναφερομένων απαιτήσεών της, ότι τα εν λόγω μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου δεν συνιστούν κινητό πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 982 πρ.1 περ.β του Κ.Πολ.Δ. και σε κάθε περίπτωση είναι ακατάσχετα λόγω του αμεταβίβαστου χαρακτήρα τους ενώ κατασχετή τυγχάνει μόνο η αξίωση εξαγοράς τους. Ζητεί λοιπόν για τους λόγους αυτούς την ακύρωση του από 27-10-2016 κατασχετηρίου αναγκαστικής εκτέλεσης σε χέρια τρίτου καθώς και των συνεχομένων με το ανωτέρω κατασχετήριο πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ο λόγος αυτός, θεωρούμενος ως ένας και ενιαίος, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος καθόσον ως σαφώς προκύτπει από τις ως άνω διατάξεις ουδόλως αποκλείεται η κατάσχεση των μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων τουναντίον μάλιστα καθιερώνεται το δικαίωμα προς τούτο ρητά με τις διατάξεις του άρθρου 991Β του Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε όπως και το άρθρο 991 A , μετά το άρθρο 991, ώστε να προσαρμοσθεί ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας στην συντελεσθείσα ήδη αποϋλοποίηση των τίτλων μετοχών και των λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων, των οποίων η υπεγγυότητα στα διωκτικά μέτρα των δανειστών ήταν σκόπιμο να ρυθμισθεί και νομοθετικώς. Με τον όρο δε "μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων" σύμφωνα με τις διατάξεις 2, 3, 12 και 14 του ν. 3283/2004 υπονοούνται τα σχετικά μερίδια πιστωτικών ιδρυμάτων. Η εν λόγω ρύθμιση εκκινεί από τη θέση ότι οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων δεν έχουν αξιογραφικό χαρακτήρα, παράλληλα δε υλοποιείται πληρέστερα η βασική σχέση του ισχύοντος δικαίου ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη είναι υπέγγυα στα διωκτικά μέτρα των δανειστών του. Και εν προκειμένω η διάταξη ανταποκρίνεται στη συναλλακτική πραγματικότητα ενώ η προσέγγιση της νέας ρύθμισης είναι ειδική με την έννοια ότι καλύτπονται μόνο ανάγκες της εκτελεστικής διαδικασίας, (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3994/ 2011). Ενόψει των ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι τα μερίδια των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων είναι κατασχετά τούτο άλλωστε ενισχύεται από το ότι στην παρ. 6 του άρθρου 6 του ν. 4099/2012 προβλέπεται ρητώς το δικαίωμα σύστασης ενεχύρου επί των μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ενώ εάν ετύγχαναν νόμιμες οι αιτιάσεις του ανακόπτοντος αφενός δεν θα υπήρχε λόγος να περιληφθεί σχετικά ειδική διάταξη για τα μερίδια των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων στο οικείο κεφάλαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αφετέρου θα οριζόταν ρητά και αδιαμφισβήτητα ότι κατασχετή τυγχάνει μόνο η αξίωση εξαγοράς αυτών. Συνακολούθως οι σχετικοί ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν.

        Κατ`  άρθρο 983 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι 1. Η Κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου που πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118, και α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίο γίνεται η εκτέλεση, δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου. 2. Το έγγραφο που προορίζεται για εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση πρέπει να του επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη. 3. Όταν πρόκειται για απαίτηση από τίτλο εις διαταγήν, η κατάσχεση της παρ.1 μπορεί να γίνει μόνο αφού ο τίτλος αφαιρεθεί κατά το άρθρο 954 παρ. 1 από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και παραδοθεί σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται. «4. Για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου το έγγραφο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημα του. (Η παράγραφος 4 προστέθηκε με το άρθρο 57 Ν.3994/2011,ΦΕΚ A 165/25.7.2011). Κατά το άρθρο 118 του Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι Τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν: 1) το δικαστήριο ή τον δικαστή, ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη ή η διαδικαστική πράξη, 2) το είδος του δικογράφου, 3) το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου τους, 4) το αντικείμενο του δικογράφου, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και 5) τη χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου.

        Με τον υπό στοιχείο (II) λόγο της κρινόμενης ανακοπής κατά τα επιμέρους σκέλη του (Γ και Δ) ο ανακόπτων ισχυρίζεται κατ`ορθή εκτίμηση του περιεχομένου αυτού ότι το προσβαλλόμενο κατασχετήριο είναι άκυρο διότι δεν περιέχει τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 983 σε συνδυασμό με 118 του Κ.Πολ.Δ. νόμο στοιχεία και ειδικότερα αφενός δεν γίνεται αναφορά και εξειδίκευση ποιο νομικό πρόσωπο είναι η τρίτη στα χέρια της οποίας κατάσχονται οι αξιώσεις της καθής και ποια η ιδιότητα αυτής αφετέρου δε γίνεται αναφορά ποια είναι τα στοιχεία των νόμιμων αντιπροσώπων της τρίτης, ως εταιρείας διαχείρισης του συγκεκριμένου αμοιβαίου κεφαλαίου, και ζητεί την ακύρωση αυτού (κατασχετηρίου).
Από την επισκόπηση του από 27-10-2016 κατασχετηρίου αναγκαστικής κατάσχεσης σε χέρια τρίτου προκύπτει σαφώς ότι γίνεται ρητή αναφορά η ιδιότητα της τρίτης, ήτοι της ανώνυμης τράπεζας με την επωνυμία ... και τα ευρισκόμενα στα χέρια της και αναφερόμενα στο κατασχετήριο μερίδια, που διατηρεί στο Α/Κ εξωτερικού Ξένου Οίκου PICTEC (ΡΕ00390). Εξάλλου ουδόλως απαιτείται να αναγράφονται τα στοιχεία των νόμιμων εκπροσώπων της τρίτης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, καθώς η εν λόγω υποχρέωση συντρέχει όταν πρόκειται περί φυσικών προσώπων και ουχί περί νομικών προσώπων, όπως εν προκειμένω. Περαιτέρω δε στο προσβαλλόμενο κατασχετήριο δέον όπως περιέχεται η ακριβής περιγραφή απαίτησης και όχι η λεπτομερή περιγραφή της απαίτησης, το οποίο σημαίνει ότι απαιτείται η ειδικότερη μνεία των παραγωγικών γεγονότων της απαίτησης υπέρ της οποίας η κατάσχεση, η οποία, όμως, όταν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως ο εκτελεστός τίτλος στον καθ`ου η κατάσχεση πρέπει να γίνει δεκτό ενόψει και της μη απειλής ακυρότητας από τη διάταξη ότι αρκεί στο κατασχετήριο αναφορά του ποσού της απαίτησης και παραπομπή στην επιδίκαση αυτή στον εκτελεστό τίτλο, οπότε η πληρότητα του κατασχετηρίου συναρτάται με το στοιχείο της βλάβης (159 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) για τον προτείνοντα την ακυρότητα. Εν προκειμένω προκύπτει ότι με επιμέλεια της επισπεύδουσας επιδόθηκε στον ήδη ανακόπτοντα η με αριθμό 3479/2016 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στην οικία του στη Γλυφάδα, στην οικία του στη Θεσσαλονίκη και στο κατάστημα ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..." (βλ. σχετ. τη με αριθμό 1709/10-6-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά, ..., τις με αριθμό 3969/3-11-206 και 5430/10-6-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ...). Ακόμη η εν λόγω διαταγή πληρωμή συγκοινοποιήθηκε με το από 2710-2016 κατασχετήριο που κοινοποιήθηκε στην τρίτη εις χείρας της οποίας η επισπεύδουσα επέβαλε κατάσχεση. Εκ των ανωτέρω λοιπόν προκύπτει ότι λόγω της προηγούμενης επίδοσης του εκτελεστού τίτλου επί του οποίου επισπεύδεται η εις χείρας τρίτης κατάσχεση του σε βάρος του ήδη ανακόπτοντος -οφειλέτη στον τελευταίο αλλά και στην τρίτη δεν απαιτείτο η λεπτομερής περιγραφή της επίδικης απαίτησης, καθώς οι σχετικές περί της φύσης και του είδους αυτής λεπτομέρειες καλύπτονται από την παράθεση τους στον προεπιδοθέντα εκτελεστό τίτλο. Εξάλλου ο ανακόπτων ουδόλως επικαλείται τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης λόγω της μη λεπτομερούς αναφοράς -και—στο κατασχετήριο περί της απαίτησης , που αποτελεί το λόγο έκδοσης του ως άνω εκτελεστού τίτλου και σε τι συνίσταται αυτή ώστε να ελεγχθεί περαιτέρω ο σχετικός ισχυρισμός του. Συνεπώς, ο εν λόγω λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

        Με τον υπό στοιχείο (III) λόγο της ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι το προσβαλλόμενο κατασχετήριο είναι άκυρο, επικαλούμενη ότι η καθ`ής δεν προέβη ως είχε υποχρέωση εντός της προβλεφθείσας κατ`αρθρο 985 του Κ.Πολ.Δ. οκταήμερης προθεσμίας δήλωση τρίτου με αποτέλεσμα η παράλειψη αυτή να εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση, ότι  συνεπεία της παράλειψης κατάθεσης δήλωσης δεν άρχεται η προθεσμία για την καταβολή από τον τρίτο  και συνεπώς δεν χωρεί αναγκαστική εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι η τρίτη προέβη στις 9/11/2016 στην με αριθμό 9538 δήλωση, ως είχε υποχρέωση εντός της 8ήμερης προθεσμίας από την κοινοποίηση σ`αυτήν του κατά την 1η/11/2016 ήδη  προσβαλλόμενου κατασχετηρίου, ενώπιον του αρμοδίου Ειρηνοδικείου Αθηνών, όπου ευρίσκεται η έδρα της τρίτης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και στη συνέχεια προέβη σε παραδεκτή διόρθωση αυτής (δήλωσης) στις 16/11/2016 με την με αριθμό 9874 δήλωσή της. Στην εν λόγω δήλωση προέβη ο ..., έχοντας προς τούτο την σχετική ειδική εξουσιοδότηση δυνάμει του υπ` αριθμ. 48794/1/-7-2013 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, ... Κατά συνέπεια και ο λόγος αυτός κατά τα επιμέρους σκέλη του κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

       Με τον (IV) λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι καταχρηστικώς επιδόθηκε το προσβαλλόμενο κατασχετήριο στο υποκατάστημα της τρίτης, που ευρίσκεται στην πόλη των .., καθώς τούτο (υποκατάστημα) δεν συνδέεται καθ`οιονδήποτε τρόπο με την ένδικη διαφορά, ότι περαιτέρω η καθής εσφαλμένα διαλαμβάνει στο προσβαλλόμενο κατασχετήριο τη διάταξη του άρθρου 90 του νδ 17/07/13-8-1923 καθόσον αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 73 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ A 165/25.7.2011) προκειμένου να θεμελιώσει το νομότυπο της επίδοσης του προσβαλλομένου κατασχετηρίου στο υποκατάστημα των .., ότι η εν λόγω συμπεριφορά της καθής ήτοι η επίδοση του κατασχετηρίου σε υποκατάστημα της τρίτης ελέγχεται και ως καταχρηστική καθώς τείνει στη φαλκίδευση των νόμιμων δικαιωμάτων του. Ζητεί δε για τους λόγους αυτούς την ακύρωση της εν λόγω διαδικαστικής πράξης. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι ως και ο ίδιος ο ανακόπτων συνομολογεί στην ανακοπή του η καθ` ης έχει το δικαίωμα να προβεί στην επίδοση του κατασχετηρίου στα χέρια της τρίτης, η οποία τυγχάνει πιστωτικό ίδρυμα, είτε στην έδρα του νομικού προσώπου του είτε σε οιοδήποτε υποκατάστημα του, σύμφωνα με το άρθρο 983 παρ.4 του Κ,Πολ.Δ. όπου ορίζεται ότι κατά «Για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου το έγγραφο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημα του.» (Η παράγραφος 4 προστέθηκε με το άρθρο 57 Ν.3994/2011, ΦΕΚ A 165/25.7.2011). Πέραν δε τούτου ο εν λόγω ο ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως παντελώς αόριστος καθώς ο ανακόπτων ουδόλως επικαλείται ότι συντρέχουν εκείνες οι περιστάσεις που δύνανται να αποδώσουν στην επιλογή του ανακόπτοντος να κοινοποιήσει το κατασχετήριο στο υποκατάστημα της τρίτης στην πόλη των ... την έννοια της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ως ορίζονται εκ του νόμου, οι οποίες καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Εξάλλου ο ανακότπων ουδόλως επικαλείται ότι η καταχρηστική άσκηση -κατ`αυτόν- της εν λόγω διαδικαστικής πράξης οδηγεί σε ακυρότητα του κατασχετηρίου καθόσον δεν επικαλείται ότι δι`αυτής επήλθε ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης, η οποία προκαλεί σ`αυτόν δυσβάσταχτες συνέπειες καθόσον τον απέκλεισε από την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.

        Κατά το άρθρο 281 Α.Κ.: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος." Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ολ. ΑΠ 6/2016 πρβλ. Ολ Α.Π. 16/2006, 17/1995, 62/1990, Α.Π. 1871/2014, 1504/2013, 1623/2012, 91/2011, 1130/2011, 1521/2009, 279/2008, 298/2008).

        Ο ανακόπτων με τον (V) λόγο της ανακοπής του επικαλείται ότι τυγχάνει συνδικαιούχος των ένδικων μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου δυνάμει της από 17-6-2015 σύμβασης συνεργασίας που συνήψε η καθής με τη σύζυγό του για την αγορά των μεριδίων καθιστώντας τον ίδιο συνδικαιούχο αυτών (μεριδίων), ότι η καθής τελούσε σε γνώση των ανωτέρω πληροφοριών, τις οποίες χρησιμοποίησε καταχρηστικά και παράνομα ώστε να κινήσει σε βάρος του την ήδη αρξάμενη αναγκαστική εκτέλεση. Ζητεί δε για το λόγο αυτόν την ακύρωση του προσβαλλόμενου κατασχετηρίου.
Εν προκειμένω ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως παντελώς αόριστος καθώς ο ανακόπτων για τη θεμελίωση του νομίμου αυτού ουδόλως επικαλείται ότι η καθής προέβη στην αξιοποίηση των εμπιστευτικών, ως επικαλείται, πληροφοριών κατά τέτοιον τρόπον ώστε να καθίσταται μη ανεκτή η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Εξάλλου ούτε επικαλείται ότι η καθής είχε αναλάβει καθ`οιονδήποτε τρόπο τη δέσμευση ότι σε περίπτωση που συντρέχει λόγος ικανοποίησης των αξιώσεών της έναντι αυτού (ανακόπτοντος) δεν θα προβεί σε κατάσχεση των επιδίκων μεριδίων και μάλιστα ότι φρόντισε με τη συμπεριφορά της στο σύντομο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την κατάρτιση της σύμβασης, ως ο ίδιος επικαλείται, στις 17-6-2015 εως στην επιβολή της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου με το από 27-10-2016 κατασχετήριο, κοινοποιηθεν την 1-11-2016, να του δημιουργήσει τη σχετική πεποίθηση (ότι δεν πρόκειται να στραφεί εναντίον του). Η μη επίκληση λοιπόν της κατάστασης εκείνης, η ανατροπή της οποίας απαιτείται να έχει δημιουργηθεί υπό ειδικές συνθήκες και να διατηρηθεί επί μακρό χρόνο, αποκλείει την κατάφαση της καταχρηστικότητας. Κατ`ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υφίσταται έτερος λόγος προς εξέταση αυτού η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και τα δικαστικά έξοδα της καθής να επιβληθούν σε βάρος του ανακόπτοντος λόγω της ήττας του (άρθρο 176 Κ.ΠολΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ`αντιμωλία των διαδίκων
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ανακόπτοντα στα δικαστικά έξοδα της καθής, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων πενήντα (350,00) ευρώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis