Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Η ποινικοποίηση της δημοσιογραφίας.

Στυλιανός Παπαγεωργίου- Γονατάς, Ποινική Δικαιοσύνη 2017.369 επ.
 Πριν από λίγο καιρό ένας Υπουργός της Κυβέρνησης υπέβαλε μήνυση κατά δύο δημοσιογράφων ραδιοφωνικής σατυρικής εκπομπής, ζητώντας μάλιστα και επιτυγχάνοντας να ακολουθηθείς αυτόφωρη διαδικασία. Η κατηγορία αφορούσε συκοφαντική δυσφήμηση που εφέρετο να είχαν διαπράξει εναντίον του οι δύο δημοσιογράφοι. Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν να αθωωθεί ο ένας δημοσιογράφος, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος είχε πει κάτι ψευδές για εκείνον, ενώ για τον δεύτερο επήλθε, κατά ένα μέρος της, μεταβολή της κατηγορίας σε εξύβριση. Το ερώτημα που προέκυψε από μία τέτοια διαδικασία εξαιρετικά ταχεία, η οποία μάλιστα δεν επιβεβαίωσε, τουλάχιστον στο σύνολο της, την αρχική κατηγορία, είναι ποια τα ποιοτικά στοιχεία του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, όταν αυτήν φέρονται να τη διαπράττουν εκπρόσωποι της Τέταρτης Εξουσίας, που ασκούν κριτική σε δημόσια πρόσωπα, πολλές φορές σφοδρότατη και πέραν ίσως των θεμιτών ορίων δεοντολογίας. Κανείς φυσικά δεν είναι υπεράνω του Νόμου. Ακόμα και η Συνταγματική διάταξη του άρθρου 5 δηλώνει κατηγορηματικά τη Συνταγματική προστασία της Τιμής και της προσωπικότητας του καθενός, εφόσον δεν παραβιάζει τα δικαιώματα των άλλων, το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη.
Το ερώτημα που τίθεται είναι πόσο πολύ πιο εκτεθειμένος είναι ένας δημοσιογράφος στον κίνδυνο να του ασκηθεί ποινική δίωξη, όταν τα γεγονότα που αναφέρει για ένα θιγόμενο πρόσωπο είναι ΨΕΥΔΗ (Και αυτό, με δεδομένο ότι Βασική διαφοροποίηση της συκοφαντικής δυσφήμησης από την απλή δυσφήμηση, όσον αφορά την αντικειμενική υπόσταση, είναι τα ισχυριζόμενα ή διαδιδόμενα γεγονότα από τον κατηγορούμενο να είναι ΨΕΥΔΗ). Με δεδομένο ότι στην άσκηση της δημοσιογραφίας τέμνονται δύο βασικές αρχές του Κράτους Δικαίου, η αρχή της Ελευθερίας του Λόγου, αρχή προστατευόμενη τόσο από το άρθρο 14 του Συντ., όσο και από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και της μη προσβολής της Τιμής και της Υπόληψης τρίτων προσώπων (Βλ. αντί πολλών: Καράκωστα, Το Δίκαιο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, 2012, σελ. 8 επ), η λύση αυτού του διλήμματος φαίνεται να παραπέμπει σε λύση ενός γόρδιου δεσμού (Όπου ενώ κατά τους χρησμούς, όποιος τον έλυνε, θα κατακτούσε όλη την Ασία, ο Μέγας Αλέξανδρος, αντί να τον λύσει, τον έκοψε με το σπαθί του). Είναι όμως τόσο αδύνατη όσο αυτή από πρώτη άποψη φαίνεται;
Απάντηση στο ερώτημα αυτό, και μάλιστα κατοχυρωμένη από την Αμερικανική Συνταγματική Τάξη (Και συγκεκριμένα στο κείμενο της Πρώτης Συνταγματικής Τροποποίησης του έτους 1791, που ορίζει ότι «το Κογκρέσο δεν θα εγκρίνει νόμο, που θα απαγορεύει την Ελευθερία του Λόγου ή του Τύπου»), έδωσε το έτος 1964, η γνωστή υπόθεση Sullivan κατά της έγκυρης και έγκριτης εφημερίδας "New York Times" (δημοσίευση στο Constitutional Law, σελ. 613 επ, 9 η έκδοση), τόσο έγκυρης και έγκριτης μάλιστα, ώστε να επισύρει ανέκαθεν το μένος των εκπροσώπων των άλλων εξουσιών, όπως στις μέρες μας του Αμερικανού Προέδρου. Η υπόθεση αναφέρεται σε πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της ως άνω εφημερίδας κατά του σερίφη της περιοχής της Alabama, Sullivan, τον οποίο η εφημερίδα υποδείκνυε ως υποκινητή χρήσης, από πλευράς της αστυνομίας, όπλων και δακρυγόνων, εναντίον φοιτητών και ιδίως νέγρων, που διαδήλωναν υπέρ του φυσικού ηγέτη τους Martin Luther King και υπέρ της φυλετικής ισότητας νέγρων και λευκών, με αποτέλεσμα να υπάρξουν σοβαροί τραυματισμοί. Ο σερίφης μήνυσε την εφημερίδα για συκοφαντική δυσφήμηση εναντίον του, βασιζόμενος στο ότι δεν υπήρχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του, που να αποδεικνύει ότι αυτός ήταν ο ηθικός αυτουργός των Βιαιοπραγιών από πλευράς αστυνομικών (Για την υπόθεση αυτή βλ. αναλυτικά Φωτιάδου, Σταθμίζοντας την Ελευθερία του Λόγου, Δικαστικές τεχνικές και Ελευθερία του Λόγου στις ΗΠΑ και την Ελλάδα, 2006, σελ. 41 επ). Με βάση μάλιστα αυτό το στοιχείο, το Δικαστήριο των ενόρκων καταδίκασε σε πρώτο Βαθμό τους "New York Times" ότι δυσφήμισε τον σερίφη και τους επέβαλε χρηματική ποινή της τάξεως των 500.000 δολαρίων, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη από το συγκεκριμένο δημοσίευμα.
Η υπόθεση ήρθε προς εκδίκαση ενώπιον του Ανώτατου Αμερικανικού Δικαστηρίου (Βλ. αναλυτικά Παπαγεωργίου-Γονατά, Ο Σκοπός Δυσφήμησης στα Εγκλήματα κατά της Τιμής, 2016, σελ. 62 επ), το οποίο τοποθετήθηκε καταρχάς στο θέμα του αληθούς ή ψευδούς περιεχομένου των γεγονότων που δημοσιεύει ένας δημοσιογράφος. Και όσο και αν δεν αμφισβητείται ότι ένας δημοσιογράφος οφείλει να δημοσιεύει την ΑΛΗΘΕΙΑ (Για τη σημασία της έννοιας της Αλήθειας στο Ποινικό Δίκαιο, βλ. Arthur Kaufmann, Die Strafrechtlichen Aussagetheorien auf dem Prufstand der Philoshophieschen Warhrheistheorien, Festschrift fur Baumann, 1992, σελ. 119 επ) άλλο τόσο και η αναγραφή ενός ψεύδους (όπως εν προκειμένω ότι ο σερίφης ήταν αυτός που διέταξε την παντί τρόπω βίαιη καταστολή των διαδηλωτών) δεν είναι από μόνη της ικανή συνθήκη για την πλήρωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης. Κρίσιμα στοιχεία σύμφωνα με την ως άνω απόφαση είναι τα εξής δύο:
Α) Εάν ο δημοσιογράφος με ΔΟΛΟ ανέγραψε ΨΕΥΔΗ (Ας μην λησμονούμε ότι για πολλούς αιώνες η έννοια του ψεύδους ήταν απλώς μία εξωνομική έννοια, που απασχολούσε μόνο τον χώρο της Ηθικής. Βλ. σχετ. Max Ernst Mayer, Rechtsfhilosophie, 1926, σελ. 38, ο οποίος αναφέρει μάλιστα χαρακτηριστικά «το ότι δεν πρέπει να ψεύδεσαι αποτελεί πολιτιστικό κανόνα», όχι όμως και νομικό κανόνα) γεγονότα (Είναι γνωστή βεβαίως η διαμάχη αν στην έννοια του γεγονότος εμπίπτουν μόνο περιστατικά του εξωτερικού κόσμου (έτσι Συμεωνίδου-Καστανίδου, Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, 2π έκδ. 2014, σελ. 445) ή και εσωτερικά συμβάντα (έτσι Σπινέλλης, Εγκλήματα κατά της τιμής, σελ. 39-40) για ένα δημόσιο πρόσωπο, τα οποία άπτονται της ηθικής και της προσωπικότητας του, και
Β) Εάν ο εν λόγω δημοσιογράφος δεν έκανε ενδελεχή έρευνα για να ελέγξει τη βασιμότητα των πληροφοριών του, την οποία εάν έκανε, με πιθανότητα προσεγγίζουσα τη βεβαιότητα, θα διασταύρωνε την εγκυρότητα ή μη των αρχικών πληροφοριών του (Κατά τον Αριστοτέλη, αυτό που έχει σημασία είναι να προσπαθεί ο κάθε άνθρωπος να «αποσπάσει» την Αλήθεια, με την παρατήρηση και τον στοχασμό, έτσι ώστε και αν δεν κατακτήσει την Απόλυτη Αλήθεια, να αποκτήσει την «κατά προσέγγισιν» βεβαιότητα γι' αυτά που έχουν συμβεί).
Ένα τρίτο στοιχείο όσον αφορά πρόσωπο δημοσιότητας (όπως είναι τα πολιτικά πρόσωπα, οι τοπικοί και δημοτικοί άρχοντες κτλ) —όπως εν προκειμένω ήταν ο σερίφης— είναι ότι εφόσον τα πρόσωπα αυτά εκτίθενται οικειοθελώς σε ιδιαίτερη δημοσιότητα, έχοντας μεγάλη εξουσία στα χέρια τους, θα πρέπει να αναμένουν και να υπομένουν και τη σφοδρότερη δημοσιογραφική κριτική, ως «εύλογο τίμημα» για την ενάσκηση της εξουσίας τους, καταλήγοντας έτσι το Δικαστήριο στην ΑΘΩΩΣΗ των υπευθύνων της εφημερίδας.
Το κρίσιμο στοιχείο, που είχε να αντιμετωπίσει το Ανώτατο Αμερικάνικο Δικαστήριο, ήταν κατά πόσο η ψευδής δημοσίευση έγινε με πραγματικό δόλο ή όχι. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι η ίδια η απόφαση ενσωματώνει στον πραγματικό δόλο και την απερίσκεπτη αδιαφορία του δημοσιογράφου (η αυτούσια διατύπωση στην απόφαση: with knowledge that it was false or with recklessness disregard of wether it was false), ως προς το κατά πόσο διερεύνησε το αληθές ή ψευδές της πληροφορίας του. Το κύρος της εν λόγω απόφασης καθίσταται έτσι μεγαλύτερο για τον λόγο ότι ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην Πρώτη Συνταγματική τροποποίηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αποτελώντας τον τρόπο επίλυσης κάθε διαφοράς ενός δημόσιου αξιωματούχου με μία εφημερίδα, ένα οποιοδήποτε έντυπο, το οποίο θεωρεί ο ίδιος ότι προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του.
Ιδωμένος από πρώτη άποψη, ο κανόνας αυτός προκρίνει μία μεγάλη ανεκτικότητα, την οποία τα δημόσια πρόσωπα οφείλουν να επιδεικνύουν σε κάθε είδους κριτικές που υφίστανται, ακόμα και αν αυτή δεν βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα. Ιδωμένος όμως από την πλευρά του δημοσιογράφου, δείχνει μία αξιοσημείωτη διεύρυνση του στοιχείου του δόλου του, όταν αυτός δημοσιεύει αναμφισβήτητα ψευδή γεγονότα. Και αυτό γιατί στην έννοια του πραγματικού δόλου εμπεριέχεται και η έννοια της απερίσκεπτης αδιαφορίας. Έτσι, δρομολογείται η γνωστή επιστημονική φιαμάχη σε σχέση με το κατά πόσο στην έννοια του ενδεχόμενου δόλου υπάγεται και η μεγάλη προκλητική αδιαφορία από πλευράς δράστη. Μία έννοια που θεμελιώθηκε από τον σπουδαίο Γερμανό ποινικολόγο Karl Engish και βρήκε ειδικά στη χώρα μας, τόσο σε επίπεδο επιστήμης, όσο και σε επίπεδο νομολογίας, ουκ ολίγους υποστηρικτές (Ο πρώτος εκπρόσωπος της ελληνικής ποινικής επιστήμης, που ταύτισε την έννοια της αδιαφορίας με αυτή του ενδεχόμενου δόλου, υπήρξε ο Τζωρτζόπουλος, ο οποίος στο βιβλίο του Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο, 1ος τόμος, Γενικόν Μέρος, 1936, σελ. 355, ανέγραφε ότι «εκείνοι λοιπόν, οίτινες διδάσκουν ότι ενδεχόμενος δόλος συνίσταται εις την αποδοχήν του εγκληματικού αποτελέσματος και συγχρόνως φρονούν ότι έτερον τι ο ευθύς δόλος και έτερον ο ενδεχόμενος, είναι αδύνατον να νοούν με την λέξιν αποδοχή έτερον τι ή την αδιαφορίαν». Για το θέμα της αδιαφορίας, ως μορφής υπαιτιότητας στο Ποινικό Δίκαιο, Βλ. τη μονογραφία μου: Ενδεχόμενος Δόλος- Ενσυνείδητη Αμέλεια: Μία τρίτη μορφή υπαιτιότητας; 2008, σελ. 72 επ. Ομοίως Βαθιώτη, Δόλος: θεμελίωση και αποκλεισμός στο Ποινικό Δίκαιο, 2003, σελ. 107 επ). Μόνο που και με βάση αυτόν τον -συνταγματικής πλέον περιωπής για το Αμερικανικό Δίκαιο- κανόνα, δεν λιγόστεψαν οι αμφισβητήσεις, ως προς το πεδίο εφαρμογής του. Όπως, ποιο είναι τελικά το κριτήριο κατάφασης της αδιαφορίας από πλευράς δημοσιογράφου, όταν αυτός κάνει τον σχετικό έλεγχο των πηγών πληροφοριών του; Και το δεύτερο, ίσως μεγαλύτερο ακόμη δικονομικό ζήτημα, ποιος φέρει το Βάρος αποδείξεως: ο δημοσιογράφος, το θιγόμενο πρόσωπο (Κατά το Ανώτατο Αμερικανικό Δικαστήριο, υπάρχει πλέον συνταγματικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο «οι δημόσιοι λειτουργοί δεν μπορούν να αποζημιωθούν σε υποθέσεις δυσφήμησης, για ψευδείς ισχυρισμούς που αφορούν τη δημόσια συμπεριφορά τους, εάν δεν αποδείξουν ότι ο δράστης (δημοσιογράφος) προέβη στον ψευδή ισχυρισμό με γνώση ότι ήταν ψευδής ή ότι επέδειξε απερίσκεπτη αδιαφορία, ως προς το κατά πόσον ήταν ψευδής ή όχι», βλ. Βρεττού, Η αιχμηρή κριτική ως συνταγματικό δικαίωμα, 2014, σελ. 51 επ), ή μάλλον, εφόσον πρόκειται πλέον για κανόνα λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, το ίδιο το δικαστήριο;
Έτσι, υπάρχει διαφοροποίηση εάν η συκοφαντική δυσφήμηση διαπράττεται μεταξύ φυσικών προσώπων ή μεταξύ εκπροσώπων του Τύπου και εκπροσώπων κάθε μορφής εξουσίας, τους οποίους ο Τύπος όχι μόνο δικαιούται, αλλά και υποχρεούται να ελέγχει. Στην πρώτη περίπτωση διακυβεύεται η Τιμή και η Υπόληψη συγκεκριμένου προσώπου, ενώ στη δεύτερη, εκτός από αυτήν διακυβεύεται η ίδια η ουσία και η λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Και όταν συναντώνται οι δύο αυτές συνιστώσες, τότε το διακύβευμα μπορεί να είναι εκρηκτικό. Για τον θιγόμενο, για τον δημοσιογράφο, για τη λειτουργία της Τέταρτης Εξουσίας και της Δημοκρατίας γενικότερα.
Έχουν περάσει εκατό ακριβώς χρόνια από τότε που η Γαλλική Δημοκρατία συνταράχθηκε από το σκάνδαλο Καγιό. Ο Καγιό, επιφανής Γάλλος πολιτικός, έπεσε θύμα αστήρικτων πληροφοριών περί της ερωτικής του ζωής και των εξωσυζυγικών «συνευρέσεων του» με διάφορες κυρίες της εποχής, τις οποίες έσπευσε να δημοσιεύσει η, έγκυρη κατά τα λοιπά, γαλλική εφημερίδα "Figaro". Άμεσα θιγόμενη θεώρησε ότι ήταν και η σύζυγος του πολιτικού, αφού τα εξακολουθητικά αυτά δημοσιεύματα έθιγαν όχι μόνο την Τιμή και την Υπόληψη του συζύγου της, αλλά και τη δική της, αφού την παρουσίαζαν στο γαλλικό κοινό ως υφιστάμενη και αποδεχόμενη μία τέτοια εξευτελιστική συμπεριφορά. Έτσι, πήρε την απόφαση και επισκέφθηκε την εφημερίδα και συγκεκριμένα το γραφείο του δημοσιογράφου, που δημοσίευσε αυτές τις σκανδαλιστικές ειδήσεις. Όπως ανέγραψαν τα δημοσιεύματα της εποχής, εισήλθε στο γραφείο του αμίλητη, έβγαλε από την τσάντα της το μικρό περίστροφο της, το όπλισε και τον πυροβόλησε. Ο δημοσιογράφος πέθανε ακαριαία. Όσον αφορά δε την επακολουθήσασα δίκη της κυρίας Καγιό στο Κακουργιοδικείο του Σηκουάνα, οι ένορκοι αποφάνθηκαν ότι η κατηγορούμενη ωθήθηκε στην πράξη της από δικαιολογημένο λόγο, για να αποκρούσει τις συκοφαντίες και την ΑΘΩΩΣΑΝ. Δεν νομίζω ότι στο πέρασμα των χρόνων υπάρχει μία αντίστοιχη δικαστική απόφαση με ανάλογο περιεχόμενο. Μόνο που σίγουρα και από το ίδιο το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης φαίνεται ότι οι ένορκοι διέκριναν ένα διπλό ατόπημα στη συμπεριφορά του υπαίτιου δημοσιογράφου. Προσβολή της τιμής και της υπόληψης της κατηγορουμένης, αλλά και κατάχρηση και της ίδιας της ελευθερίας του Τύπου και του Λόγου.
Αλλά και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επιδεικνύει μία ανάλογη ευαισθησία σε προσβολές των εννόμων αγαθών της τιμής και της υπόληψης, ακόμη και αν πρόκειται για δημόσιο πρόσωπο και μάλιστα αμφιλεγόμενης πολιτικής ιδεολογίας, όπως ήταν για παράδειγμα ο Jean Marie le Pen, ηγέτης του τότε κόμματος Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης παραπέμπουν σε ένα μυθιστόρημα φανταστικού περιεχομένου, αλλά με υπαρκτό πρωταγωνιστή. Συγκεκριμένα ο δημοσιογράφος Lindon (Πρόκειται για την υπόθεση του ΕΔΔΑ: Lindon κατά Γαλλίας, ημερομηνίας 25.8.1998) συνέγραψε και δημοσίευσε ένα μυθιστόρημα, όπου ένας ακτιβιστής, μέλος του Εθνικού Μετώπου, διαπράττει έναν φόνο κατά ενός Βορειοαφρικανού μετανάστη, που ζούσε στη Γαλλία, βασιζόμενη σε μία άλλη πραγματική υπόθεση ενός φόνου δύο αλλοδαπών από ακτιΒιστές πάλι του Εθνικού Μετώπου, που είχε συμβεί κάποια χρόνια πριν. Έτσι, στη μυθιστορηματική υπόθεση εμφανίζεται στα Δικαστήρια ο κατηγορούμενος να λέει: «Δεν είναι ο Πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου υπεύθυνος για τον φόνο που διέπραξα εγώ φουντωμένος από τη ρητορεία του;» Το ακροδεξιό κόμμα και ο ίδιος ο Λεπέν υπέβαλαν μήνυση κατά του εκδότη και του συγγραφέα για συκοφαντική δυσφήμηση. Τόσο το Γαλλικό ποινικό Δικαστήριο, όσο και το ΕΔΔΑ, με την απόφαση του, καταδίκασαν αμφότερα τον κατηγορούμενο, με την επιχειρηματολογία ότι «Ο συγγραφέας επίτηδες προσπάθησε να συσχετίσει ένα μυθιστόρημα φαντασίας με τις συνήθεις δραστηριότητες του Λεπέν, προέδρου του Εθνικού Μετώπου, επιτυγχάνοντας έτσι να διαστρέψει τα πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να προκαλέσει την οργή των αναγνωστών εναντίον του Λεπέν και του κόμματος του», έχοντας ως Βασικό σκεπτικό της απόφασης, κατά πόσο τα δημοσιευθέντα γεγονότα ανταποκρίνονται στην αλήθεια ή όχι. Μάλιστα το ΕΔΔΑ, προχωρώντας ένα βήμα περαιτέρω, αναφέρει στην απόφαση του ότι ακόμα και ένας αμφιλεγόμενος πολιτικός, όπως είναι ο Λεπέν, γνωστός για τον επιθετικότατο λόγο του και τις ακραίες ρατσιστικές του απόψεις, ένεκα των οποίων μάλιστα έχει καταδικασθεί για το αδίκημα της υποδαύλισης ρατσιστικού μίσους, δικαιούται να του διασφαλισθεί ένας ελάχιστος Βαθμός αξιοπρέπειας και ευπρέπειας (Βλ. αναλυτικά Παπαγεωργίου-Γονατά, Ο Σκοπός Δυσφήμησης στα εγκλήματα κατά της τιμής, ό.π., σελ. 79 επ). Από την άλλη μεριά, άξια επισήμανσης είναι η δικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ "Lingens κατά Αυστρίας" (Πρόκειται για την από 8.7.1986 απόφαση του ΕΔΔΑ), η οποία αναίρεσε απόφαση του Εφετείου της Βιέννης, που είχε καταδικάσει τον Αυστριακό δημοσιογράφο Lingens, ο οποίος είχε δημοσιεύσει άρθρα σε αυστριακό πολιτικό περιοδικό, χαρακτηρίζοντας τον τότε Καγκελάριο της Αυστρίας Bruno Kreisky ότι ανήκει στο χώρο της «πολιτικής μαφίας» και ότι είναι αναξιοπρεπής και οπορτουνιστής πολιτικός, με το επιχείρημα ότι θα πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν το πολιτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο γράφτηκαν αυτοί οι χαρακτηρισμοί και οι ιδιότητες των αντιδίκων.
Εάν αναζητήσουμε ένα ενδεικτικό στοιχείο κατάφασης συκοφαντικής δυσφήμησης σ' ένα δημοσίευμα, αυτό μπορεί να διακριβωθεί από ένα τρίπτυχο: α) Να πρόκειται για ισχυρισμούς ή διαδόσεις γεγονότων (Πράγμα που σημαίνει ότι εξαιρούνται οι όποιες αξιολογικές κρίσεις, όσο απαξιωτικές και αν είναι για το θιγόμενο πρόσωπο. Σε μία τέτοια περίπτωση μένει να εξετασθεί αν πληρούται η ποινική υπόσταση του εγκλήματος της εξύβρισης (άρθρο 361 ΠΚ), β) τα γεγονότα να μην είναι απλώς ψευδή, αλλά να περιλαμβάνουν πλήρη διαστρέβλωση της πραγματικότητας (Ένα τέτοιο παράδειγμα συκοφαντικής δυσφήμησης, και μάλιστα αναφερόμενο σε δημόσιο πρόσωπο, αρύεται από την απόφαση του Εφετείου Αθηνών υπ' αριθ. 4999/2002. Γνωστός δημοσιογράφος, που επαίρεται ότι εισήγαγε τη «Ζούγκλα» στην ελληνική δημοσιογραφία, βασιζόμενος σε μία αποφυλάκιση ενός κατηγορουμένου για εμπορία και διακίνηση πολύ μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, προσέθεσε φανταστικά στοιχεία ότι αυτό συνέβη κατόπιν δωροδοκίας του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης και Καθηγητή Μιχάλη Σταθόπουλου, ο οποίος φέρεται να έδωσε εντολή στον ανακριτή, που χειριζόταν την υπόθεση, να άρει την προσωρινή κράτηση του υπόδικου κατηγορουμένου και να τον αποφυλακίσει) γ) τα ψευδή αυτά γεγονότα να άπτονται της τιμής και της υπόληψης του θιγόμενου προσώπου (Εννοείται ότι στην περίπτωση ενός συκοφαντικού δημοσιεύματος ή συκοφαντικής εκπομπής θεωρείται αυτονόητη η πλήρωση της προϋπόθεσης ότι έχουν λάβει γνώση τρίτα πρόσωπα, δηλαδή το δημοσιογραφικό ή ραδιοτηλεοπτικό κοινό, αυτής της συκοφαντίας). Στο σημείο αυτό οφείλουμε να κάνουμε μία διαφοροποίηση, αναλόγως με το αν πρόκειται για παροχή ειδήσεων στο αναγνωστικό ή ραδιοτηλεοπτικό κοινό ή αντιθέτως αν πρόκειται για σατιρική εκπομπή, όπου οι λεκτικές υπερβολές, οι αθυροστομίες, τα πολιτικά ή και σεξουαλικά υπονοούμενα όχι απλώς συμβαδίζουν, αλλά απαρτίζουν την ίδια την έννοια της σάτιρας. Να ποινικοποιήσουμε τον Αριστοφάνη στην εποχή μας είναι μάλλον παράταιρο και άστοχο. Αυτό βεβαίως, όταν αφορά διακωμωδούμενα δημόσια πρόσωπα στον πολιτισμένο χώρο. Η χρονιά που πέρασε επιφύλαξε μία δυσάρεστη έκπληξη σ' αυτούς που πρεσβεύουν ότι η Γερμανία -μετά τη ναζιστική λαίλαπα- με το Σύνταγμα του έτους 1949 έδωσε πρωτεύοντα ρόλο στην Ελευθερία του Λόγου. Αφορμή υπήρξε η απαίτηση του Προέδρου της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογαν προς την Καγκελάριο της Γερμανίας Ανγκελα Μέρκελ, ώστε να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά πασίγνωστου γερμανικού κωμικού, ο οποίος σε εκπομπή της γερμανικής τηλεόρασης τον σατίρισε εντονότατα (Βλ. σχετικά τα δημοσιεύματα των εφημερίδων «Καθημερινή» και «Τα Νέα», όπου ο Ερντογαν παρουσιάζεται ουσιαστικά να «συνευρίσκεται» με αμνοερίφια). Το αξιοσημείωτο δεν είναι ότι ο Τούρκος Πρόεδρος ζήτησε να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του Γερμανού κωμικού για προσβολή μόνο της δικής του τιμής, αλλά ότι απαίτησε επιπλέον να ενεργοποιηθεί το άρθρο 103 του γερμανικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο αναφέρεται στην προσβολή της Τιμής Ξένου ηγέτη, που ανήκει στην κατηγορία των εγκλημάτων κατά ηγετών ξένων κρατών (Το άρθρο αυτό χρονολογείται από τον προγενέστερο πρωσικό Ποινικό Κώδικα του έτους 1851, που θεσπίστηκε για πρώτη φορά η προσβολή στο πρόσωπο του Πρώσου μονάρχη, για να επεκταθεί αργότερα η ισχύς του και για τους λοιπούς ξένους μονάρχες). Το γεγονός ότι η ενεργοποίηση αυτής της ποινικής διάταξης προϋποθέτει την έγκριση της πολιτικής ηγεσίας (Σύμφωνα με το άρθρο 104α 510Β, απαιτείται ρητή έγκριση της κυβέρνησης, για να ασκήσει η Εισαγγελία τη σχετική ποινική δίωξη), η οποία και δόθηκε σχετικά από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, αποδεικνύει την εν τοις πράγμασι πολιτικοποίηση της έννοιας της Ελευθερίας του Λόγου. Ένα κατ' εξοχήν προσωποπαγές και ατομοκεντρικό έννομο αγαθό, η τιμή και η υπόληψη, μετατράπηκε σε «τιμή» μίας χώρας, μίας εξουσίας, ενός σύγχρονου μονάρχη, ενός σουλτάνου ...
Σε μία πρόσφατη μονογραφία μου για τα εγκλήματα κατά της τιμής (Ο Σκοπός Δυσφήμησης στα εγκλήματα κατά της τιμής, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2016, σελ. 228 επ), έχω υποστηρίξει ότι ο εν γνώσει του ισχυριζόμενος ψευδή γεγονότα για κάποιον άλλο δεν ταυτίζεται υποχρεωτικώς με έναν συκοφάντη. Τα ίδια χαρακτηριστικά προσιδιάζουν και σε έναν μυθομανή, έναν καθ' έξιν ψευδολόγο, έναν ψευδομηνυτή ή και σε έναν δράστη ψευδορκίας. Αν κάτι χαρακτηρίζει τον συκοφάντη, είναι η συνειδητή επιδίωξη του να κατασυκοφαντήσει, να εξευτελίσει τον παθόντα. Στον δράστη της συκοφαντικής δυσφήμησης αναζητούμε τον σκοπό του να ταπεινώσει το θύμα του, μια συμπεριφορά δηλαδή που καταρρακώνει και περιφρονεί το θιγόμενο πρόσωπο. Η διαφοροποίηση της συκοφαντικής από την απλή δυσφήμηση έχει να κάνει ακριβώς με αυτόν τον σκοπό βλάβης του εννόμου αγαθού της τιμής συγκεκριμένου προσώπου, πράγμα που δεν συμβαίνει στην απλή μορφή της δυσφήμησης. Αυτή ακριβώς η σκόπιμη προσβολή της τιμής του είναι που αλλοιώνει την κοινωνικοηθικη του εικόνα, το κοινωνικό status του συγκεκριμένου ατόμου στο κοινωνικό σύνολο που ανήκει και διαβιοί. Και βεβαίως, όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα εγκλήματα σκοπού (Βλ. αντί πολλών Χωραφό, Ποινικόν Δίκαιον, 9η έκδ. 1978, σελ. 242, Μαγκάκη, Η παραβίασης του υπηρεσιακού απορρήτου ως έγκλημα κατά το άρθρο 252 ΠΚ, ΠοινΧρ 1965, 395 επ., Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γεν. Μέρος, 1ος τόμ., 2η έκδ. 2006, σελ. 263, Χαραλαμπάκη, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γεν. Μέρος, 1ος Τομ., Έγκλημα, 2010, σελ. 431), δεν χρειάζεται να πραγματοποιηθεί τελικά ο σκοπός αυτός, αρκεί η συνολική συμπεριφορά του δράστη να είναι πρόσφορη προς επίτευξη αυτού του δυσφημιστικού σκοπού του.
Αν η προσθήκη αυτή του σκοπού του δράστη να συκοφαντήσει το θύμα του, ως άγραφο υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου, για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αποτελεί το κατάλληλο «ψυχολογικό και χαρακτηρολογικό» κριτήριο (Ιδιότητα που προσδίδει ο Χαραλαμπάκης, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος, 1ος τόμ., Το Έγκλημα, 2010, σελ. 451, σε όλα τα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου, τα οποία έχουν και την αποφασιστική σημασία για τον προσδιορισμό της κοινωνικής απαξίας της επίμαχης συμπεριφοράς), ως αποφασιστικής σημασίας στοιχείο για τον προσδιορισμό της κοινωνικής απαξίας της συμπεριφοράς του, η προσθήκη αυτού του στοιχείου γίνεται ακόμη επιτακτικότερη κάθε φορά που ο νομικός, ο δικαστής, ο εισαγγελέας, βρίσκεται ενώπιον μίας -φαινομενικάαουλάχιστον- σύγκρουσης συμφερόντων, πόσω μάλλον διαφύλαξης ή προστασίας δικαιώματος (Αναφερόμαστε δηλαδή στις περιπτώσεις άρσης του αδίκου της δυσφήμησης που προβλέπει το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, και ιδίως στις περ. γ' και δ') και μάλιστα Συνταγματικώς κατοχυρωμένου, αλλά ακόμη και στην ίδια την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως είναι ακριβώς η Ελευθερία του Τύπου (Για το ζήτημα του αιτιολογημένου ενδιαφέροντος ως ειδικού λόγου άρσης του αδίκου στο πεδίο δραστηριότητας των ΜΜΕ, Βλ. Σπινέλλη, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Εγκλήματα κατά της τιμής, σελ. 108, Παπανδρέου σε Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ' άρθρο, 2ος τομ., άρθρο 367, σελ. 1678 επ). Ιδιαιτέρως, έχοντας να κρίνει συμπεριφορές «υποψήφιων» δραστών του σχετικού εγκλήματος, που φαίνονται να διέρχονται μέσα από διελκυστίνδες σύγκρουσης συμφερόντων ή άσκησης νομικών καθηκόντων. Εκεί, που πραγματικά η άσκηση του νομίμου δικαιώματος κάθε δημοσιογράφου να δημοσιεύσει την οποιαδήποτε είδηση, την οποιαδήποτε πληροφορία έχει και που -κακά τα ψέματα- πάντα εμφιλοχωρεί ο κίνδυνος μίας ψευδούς πληροφόρησης του, όπως και ο κίνδυνος να υπεισέλθει στο δημοσίευμα του μία «φραστική υπερβολή» (Και όπου ο Άρειος Πάγος θεώρησε και ορθώς (Βλ. ΑΠ 2127/2002 ΠοινΧρ 2003, 755) ότι δεν υπήρχε σκοπός συκοφαντικής δυσφήμησης από πλευράς συντάκτη του κειμένου). Η προσβολή της τιμής και της υπόληψης είναι πολύ σοβαρό ζήτημα για να αντιμετωπίζεται επιφανειακά, με γραμματικές ή συντακτικές παρατηρήσεις, ως προς το κατά πόσον ο δράστης χρησιμοποίησε ουσιαστικά ή επιθετικούς προσδιορισμούς στο επίμαχο κείμενο του, για να ταυτοποιηθεί έτσι ποιανού εγκλήματος δράστης είναι (Αναφέρομαι στην απλοποιημένη σκέψη ότι αρκεί ο δράστης να έχει χρησιμοποιήσει στο κείμενο του ένα επίθετο ή μία ιδιότητα ενός προσώπου, για να καταλήξουμε ότι σε κάθε περίπτωση δεν ισχυρίσθηκε γεγονός σε βάρος του θύματος. Βλ. όμως τη γνωστή απόφαση του Αρείου Πάγου, στη διάρκεια της δικτατορίας μάλιστα, που έκρινε ομοίως ότι ο χαρακτηρισμός «Βούλγαρε» υποψηφίου δημάρχου σε ακριτική πόλη εν έτει 1968, που υπονοούσε ότι έχει φιλοκομμουνιστικά, και άρα αντεθνικά φρονήματα, πληροί την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης). Και ακριβώς σε αυτές τις περιπτώσεις η προσβολή της τιμής και της υπόληψης κάποιου τρίτου προσώπου φαίνεται να πραγματώνεται μέσω ακριβώς θεσμικά επιτρεπόμενων συμπεριφορών, όπως είναι πάνω από όλα η Ελευθερία της έκφρασης και γενικότερα η Ελευθερία του Τύπου.
Το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ανήκει στα πλέον προσωποπαγή και ατομοκεντρικά εγκλήματα του Ποινικού μας Κώδικα. Προσωποπαγές, όχι μόνο ως προς τη συγκεκριμένη επιλογή και στόχευση του θύματος που επιλέγει ο δράστης να προσβάλει, αλλά και ατομοκεντρικά ως προς τη σύνδεση του συγκεκριμένου εγκλήματος με τη συγκεκριμένη κοινωνική προσωπικότητα του δράστη (Είναι χαρακτηριστική η άποψη που εκφράζει ο Νίκος Ανδρουλάκης, στη μελέτη του: Κλοπή χρήσεως μεταφορικού μέσου, Ποινικαί Μελέται, 1972, σελ. 197 επ., όπου αναφερόμενος στο κατά πόσον ο δράστης είχε σκοπό ιδιοποίησης του αυτοκινήτου ή μόνο χρήσεως του, εισάγει το κριτήριο διάκρισης του εάν εκείνος που αφαίρεσε το ξένο αυτοκίνητο είναι ένα νεαρό και ανώριμο άτομο που διακατέχεται από «τάσιν επιδείξεως» ή εάν αντιθέτως πρόκειται για ένα άτομο «με προϋπηρεσία εις την εμπορίαν κλοπιμαίων αυτοκινήτων»). Σε παλαιότερες εποχές θα μιλάγαμε για μία βεντέτα μεταξύ δημοσιογράφου και θύματος. Στην εποχή μας όμως, όπου τα όπλα έχουν συνήθως σιγήσει (Δεν έχουμε όμως παρά να αναφερθούμε στο γνωστό μυθιστόρημα του Heinrich Böll, Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ, του έτους 1974, όπου η πρωταγωνίστρια, έχοντας πλήρως εξευτελισθεί από δημοσιογράφο της γνωστής κίτρινης «εικονογραφημένης» εφημερίδας της Γερμανίας, ως πόρνη και σύντροφος πλουσίων κυρίων, δεν δίστασε να τον εκτελέσει εν ψυχρώ στο διαμέρισμα της), οι ηθελημένες προσβολές της τιμής και της υπόληψης ανάγονται κατά το μάλλον ή ήττον σε συγκρούσεις προσωποπαγών εντάσεων μίσους και έχθρας ή εμφανίζονται ως μέσο επιβολής οικονομικών επιδιώξεων μεταξύ διαφόρων ανταγωνιστών της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του τόπου. Περιπτώσεις ειδικά επιχειρηματιών, καναλαρχών και εκδοτών, οι οποίοι χρησιμοποιούν το δικό τους ΜΜΕ ως όχημα προσβολής της τιμής και της υπόληψης ανταγωνιστών τους, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, αποκαλώντας αυτούς «διαπλεκόμενους» και «μέλη εγκληματικής οργάνωσης», αποτελεί μία ισχυρή ένδειξη του συκοφαντικού σκοπού τους, στο πλαίσιο ενός αμείλικτου επιχειρηματικού πολέμου που έχει ξεσπάσει μεταξύ τους (Η πλέον γνωστή υπόθεση δημοσιογραφικής και επιχειρηματικής αντιδικίας στις αρχές της δεκαετίας του 2000, υπήρξε η δημοσίευση άρθρων της εφημερίδας «Καθημερινή» κατά του Σωκράτη Κόκκαλη, κατηγορώντας τον για διαπλεκόμενα συμφέροντα από μέρους του, που επεκτείνονταν έως και την κατηγορία της κατασκοπείας σε Βάρος της χώρας. Εναντίον των υπευθύνων της εφημερίδας ο επιχειρηματίας απάντησε με αγωγή συκοφαντικής δυσφήμησης, ως προς την οποία το μεν Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς θεώρησε ότι ήταν δικαιολογημένα τα άρθρα της εφημερίδας και πάντως χωρίς κανένα σκοπό δυσφήμησης του επιχειρηματία, το Εφετείο Πειραιώς όμως όχι, καταδικάζοντας την να τον αποζημιώσει με ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό. Μετά από αναίρεση της εφετειακής απόφασης, η όλη αντιδικία ατόνησε και τελικά πέρασε στη λήθη).
Με άλλα λόγια, η προσπάθεια εξακρίβωσης της Αλήθειας είναι ο πλέον ισχυρός δείκτης ανυπαρξίας σκοπού δυσφήμησης για οποιοδήποτε δημοσιογραφικό άρθρο. Και εδώ τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: Τι γίνεται αν αυτά τα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται εν τέλει ψευδή; Θα έλεγα ότι υπάρχουν εν μέρει ψευδή πραγματικά περιστατικό (Σίγουρα στην υπόθεση Sullivan κατά της εφημερίδας New York Times μπορεί να μην αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι ο ίδιος ο Sullivan έδωσε τη συγκεκριμένη εντολή στους αστυνομικούς, να χρησιμοποιήσουν βία κατά των διαδηλωτών, όμως σίγουρα αυτός ως σερίφης ήταν υπεύθυνος για τη συμπεριφορά τους) και απολύτως ψευδή πραγματικό περιστατικά που αναφέρονται στο θιγόμενο πρόσωπο. Γεγονότα απτόμενα της τιμής και της υπόληψης ενός προσώπου, ΜΗ έχοντα καμία σχέση με την πραγματικότητα, αποτελούν μαχητό τεκμήρια συκοφαντικής δυσφήμησης. Είναι όμως τελείως διαφορετικό μία εν μέρει ψευδής είδηση και εντελώς διαφορετικό μία εξιστόρηση γεγονότων που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την πραγματικότητα ή ακόμη χειρότερα που διαστρέφουν την πραγματικότητα και που προσβάλλουν ευθέως την τιμή και την υπόληψη του θιγόμενου προσώπου. Η διαστροφή της πραγματικότητας αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος ή εκδότης, σκόπιμα ισχυρίζεται ή διαδίδει ψευδή γεγονότα που μπορούν να θίξουν την τιμή και την υπόληψη του. Η προσφορότητα του συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού, ως προς τη βαριά προσβολή της τιμής και της υπόληψης του θιγόμενου προσώπου (Όπως από πρώτη άποψη φαίνεται να είναι αρκετό για την πλήρωση της ποινικής υπόστασης του άρθρου 363 ΠΚ, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη του άρθρου 362 ΠΚ), είναι το κατ' εξοχήν αντικειμενικό στοιχείο για την κατάφαση της συκοφαντικής δυσφήμησης. Όμως, ακόμη και αν κανείς δεν ακολουθήσει τη γνωστή αρεοπαγιτική γραμμή, ότι ο δόλος ενυπάρχει πολλές φορές μέσα στα ίδια τα πραγματικά περιστατικά (Σύμφωνα με τη γνωστή άποψη dolus ex re), υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο άμεσος δόλος του δράστη προκύπτει τόσο ευθέως από τα πραγματικά περιστατικά, που δεν μπορεί λογικά να αμφισβητηθεί. Η περίπτωση ενός δημοσιογράφου που διαστρέφει την πραγματικότητα ή την κατασκευάζει κατά το δοκούν είναι η πλέον χαρακτηριστική. Αν αναλογισθείτε ότι το Ανώτατο Αμερικανικό Δικαστήριο στην προαναφερθείσα νομολογία του διακρίβωνε τον δόλο του δημοσιογράφου, όχι μόνο όταν αυτός αναγράφει εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, αλλά και όταν επιδεικνύει μία απερίσκεπτη αδιαφορία, ως προς τον έλεγχο των πληροφοριών που είχε στη διάθεση του, πόσω μάλλον στην περίπτωση εκείνου, που κατασκευάζει ύπουλα μία ψευδή πραγματικότητα, η οποία καταρρακώνει την τιμή και την υπόληψη του δημοσίου προσώπου, πολιτικού, οικονομικού ή εν γένει κοινωνικού παράγοντα (Ουσιαστικά θα λέγαμε ότι ένας τέτοιος δράστης ενεργεί με κακοβουλία, για να χρησιμοποιήσουμε ένα ανάλογο υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου). Το γεγονός ότι ένας τέτοιος δημοσιογράφος ή εκδότης, που καυχάται μάλιστα ότι εισήγαγε τον «Κίτρινο Τύπο» ή τη «Ζούγκλα» στην ελληνική δημοσιογραφία, υπήρξε μία από τις λίγες περιπτώσεις αμετάκλητης καταδίκης για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα: Ή ότι η ελληνική δημοσιογραφία βρίσκεται σε καλό ή πάντως νόμιμο δρόμο ή ότι ο σκοπός συκοφαντικής δυσφήμησης αποτελεί το κατάλληλο εχέγγυο, έτσι ώστε σε καμία περίπτωση να μην είναι η δαμόκλειο σπάθη της Ελεύθερης Δημοσιογραφίας, αλλά να αποτελεί την αναγκαία και ικανή συνθήκη για τιμωρηση των κατ' επίφαση δημοσιογράφων. Εάν αληθεύει το λαϊκό ρητό ότι «η Τιμή τιμή δεν έχει», άλλο τόσο η τιμή ενός δημοσιογράφου που είτε εμπορεύεται τη δημοσιογραφική Αλήθεια είτε τη θυσιάζει στο όνομα του Κερδίου Ερμή, έχει αποδείξει έμπρακτα τον σκοπό συκοφαντικής δυσφήμησης του προσώπου -δημοσίου ή μη- που έχει στοχοποιησει. Και αν οι αμφιβολίες για την εν γνώσει παράθεση ψευδών γεγονότων μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο για τη μη πλήρωση της ποινικής υπόστασης της συκοφαντικής δυσφήμησης, ο σκοπός συκοφαντικής δυσφήμησης είτε υπάρχει είτε όχι. Μια σειρά από ενδείκτες, όπως η προϊστορία του συγκεκριμένου δημοσιογράφου, η πλήρης διαστρέβλωση της πραγματικότητας, η γλώσσα που χρησιμοποιεί και πάνω από όλα το ήθος του, αποτελούν αναγκαία και ικανή συνθήκη για τη διαπίστωση του δυσφημηστικού σκοπού του. Αν για όλους τους αναφερθέντες λόγους ο πήχυς για τη διαπίστωση του σκοπού δυσφήμησης, όσον αφορά έναν δημοσιογράφο, μπορεί και πρέπει να κείται υψηλότερα από ό,τι για τον απλό ιδιώτη, άλλο τόσο αναγκαίο είναι, για λόγους ειδικής και γενικής πρόληψης, η καταρράκωση μίας αλλότριας τιμής και υπόληψης να έχει ως έννομη συνέπεια και τη δική του αμείλικτη τιμωρία.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...