Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Συναίνεση και έγκριση σε δικαιοπραξία, τραπεζικός λογαριασμός, προθεσμία αναίρεσης, επίκληση εγγράφων.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 801/ 2017. (βλ. και ΑΠ 794/ 2017 για φωτοτυπική ενσωμάτωση προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα- εισηγητή, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Αναλήψεις από τρίτο πρόσωπο, χρηματικών ποσών που τηρούσαν οι δικαιούχοι σε τραπεζικούς καταθετικούς λογαριασμούς τους, με τη συναίνεση και σε κάθε περίπτωση έγκριση αυτών. Κρίση του δικαστηρίου ότι τόσο η εκταμίευση των ποσών των καταθετικών λογαριασμών των εναγόντων - δικαιούχων αυτών, όσο και η χρέωση με τα ένδικα ποσά των τραπεζικών λογαριασμών που εξυπηρετούσαν τις ένδικες πιστωτικές κάρτες, από την εναγόμενη ανιψιά τους, έγιναν εν γνώσει και με τη συναίνεση των εναγόντων. Έννοιες της «συναίνεσης» και της «έγκρισης» για την επιχείρηση δικαιοπραξίας. Τηρητέος τύπος. Ένδικα μέσα. Άσκηση αναίρεσης κατά ερήμην οριστικής απόφασης του εφετείου. Τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της. Απόδειξη της τελεσιδικίας. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου. Απόρριψη της αναίρεσης της υπ’αριθμ. 1350/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 § § 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 241/2015). Όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. ... /9-12-2015 και ... /9-12-2015 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σύρου Κ. Ψ., που προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, των πρόσθετων λόγων και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής τους, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή της κατά την δικάσιμο της 11-1-2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (ΚΠολΔ 576 §§ 1 και 3).

 Κατά το άρθρο 553 § 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων, οι οποίες δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Οι προθεσμίες δε της ανακοπής ερημοδικίας και της αναίρεσης είναι διαδοχικές, δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης κινείται, μόλις εκπνεύσει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι, οι ερήμην οριστικές αποφάσεις του εφετείου καθίστανται τελεσίδικες και, έκτοτε, συνεπώς, μπορεί να ασκηθεί κατ’ αυτών αναίρεση, μόνον όταν έπαυσαν να υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και από τους δύο διαδίκους, είτε διότι παρήλθε η 15νθήμερη προθεσμία από την επίδοσή τους, είτε διότι ο ερημοδικασθείς παραιτήθηκε από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση του (ΚΠολΔ 503 § 1). Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που εκδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου, ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (Α.Π. 1097/2014). 

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του αρθρ. 553 § 1β’ ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους. Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Αρειος Πάγος, κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (Ολομ. ΑΠ 15/2001, ΑΠ 855/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 21-11-2008 αγωγής των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων περί αποζημίωσης από αδικοπραξία, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 892/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των πρώτων. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι από 20-6-2013 και 21-6-2013 εφέσεις των αναιρεσειόντων και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1350/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων, ερήμην της τότε εναγόμενης - εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ ορίστηκε παράβολο για την περίπτωση της εκ μέρους της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και παράλληλα έγινε δεκτή η έφεση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή. Κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης άσκησαν την ένδικη αίτηση αναίρεσης οι ενάγοντες, που ηττήθηκαν, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς την ερημοδικασθείσα ως άνω πρώτη αναιρεσίβλητη (απλή ομόδικο των λοιπών αναιρεσιβλήτων), αφού αυτή δικαιούται να την προσβάλει με ανακοπή ερημοδικίας, καθόσον δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας, ούτε, άλλωστε, και γίνεται σχετική επίκληση από τους παρισταμένους, είτε επίδοσης προς αυτή της προσβαλλομένης ως άνω εφετειακής απόφασης και παρέλευσης της προς άσκηση ανακοπής προθεσμίας, είτε παραίτησης αυτής από το σχετικό δικαίωμα. Κατ’ ακολουθίαν τούτων και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι κρίνονται, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέοι, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ως απαράδεκτοι, καθόσον ασκούνται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, ως προς αυτήν.

 Το άρθρο 236 ΑΚ ορίζει ότι "αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία", το δε άρθρο 238 του ίδιου Κώδικα ότι "η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας. Από την αναδρομική ενέργεια δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα που τρίτοι απέκτησαν πριν από την έγκριση". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) Η συναίνεση και η έγκριση αποτελούν κατηγορίες της ευρύτερης έννοιας της συγκατάθεσης. Ως συγκατάθεση νοείται η δήλωση επιδοκιμασίας μιας δικαιοπραξίας ενός προσώπου από κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία (δήλωση) απαιτείται από το νόμο για να αναπτύξει η δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της. Η συγκατάθεση παρέχεται από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τα υποκείμενα της σχέσης, η οποία ισχυροποιείται με την παρεχόμενη συγκατάθεση. β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 236 ΑΚ η συγκατάθεση είναι άτυπη, άρα μπορεί να δοθεί και σιωπηρά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο. Όμως, τύπος απαιτείται και στις περιπτώσεις που προκύπτει από το σκοπό της διάταξης, ο οποίος επιβάλλει τύπο στην επιδοκιμαζόμενη δικαιοπραξία. Ειδικότερα, συναίνεση είναι η συγκατάθεση για την επιχείρηση δικαιοπραξίας, η οποία (συγκατάθεση) παρέχεται είτε πριν είτε κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας και για τον τύπο χορήγησής της ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω γενικά για τη συγκατάθεση (ΑΠ 1417/2014). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Σημειώνεται εδώ ότι ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013). 
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η πρώτη εναγομένη Ε. Σ. του Σ. προσλήφθηκε στις 08.09.1981 με την ιδιότητα του υπαλλήλου γραφείου με αντικείμενο την ανάπτυξη των εργασιών άμεσης καταναλωτικής πίστης (καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες) από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ..., η οποία ήταν ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο, θυγατρική της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ... ΑΕ μέχρι τις 07.09.2007, οπότε συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεως από την τελευταία και έπαυσε να υφίσταται ως ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο. Πριν συγχωνευθεί, όμως, είχε απολύσει την άνω υπάλληλο της και συγκεκριμένα είχε καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, στις 17.07.2001. Κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εργασίας, η ανώνυμη εταιρία ... απασχολούσε την άνω πρώτη εναγομένη υπάλληλο, με την άνω ιδιότητά της από την πρόσληψή της στις 08.09.1981 μέχρι τις 20.02.2001, στο με ... υποκατάστημα της .... ..., έκτοτε δε και μέχρι την απόλυσή της στην Κεντρική της Υπηρεσία (της ανώνυμης εταιρίας ...) στην Αθήνα. Ωστόσο, η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕ εκτός από τη διάθεση του άνω υποκαταστήματος, το οποίο προσέφερε προς στέγαση της εν λόγω υπαλλήλου της πιο πάνω θυγατρικής της εταιρίας, για λογαριασμό της οποίας και μόνον η υπάλληλος αυτή ενεργούσε και από την οποία ελάμβανε εντολές και οδηγίες για την εκτέλεση των καθηκόντων της, δεν της είχε αναθέσει κάποια υπηρεσία, ούτε η εν λόγω υπάλληλος της ανώνυμης εταιρίας ... τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της ... , κατά την άσκηση των καθηκόντων της, αφού η τράπεζα, εκτός από την παροχή στέγασης, δεν είχε κανένα δικαίωμα να της δίδει οδηγίες σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας της, ούτε άλλωστε προέβαινε σε έλεγχο της .... και συνεπώς, ουδόλως αποδεικνύεται ότι τη συνέδεε με την ανώνυμη αυτή τραπεζική εταιρία σχέση πρόστησης, κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη συγγενής των δύο εναγόντων (ανεψιά του δευτέρου τούτων και ανάδοχος της θυγατέρας αμφοτέρων), είχε αναπτύξει στενές φιλικές σχέσεις με το ζεύγος των εναγόντων θείων της, στα πλαίσια των οποίων παρέλαβε με τη βούλησή τους, αφού οι ίδιοι της τα παρέδωσαν (βλ. ομολογία τους στο φύλλο 2 της αγωγής τους) και διατηρούσε στην κατοχή της τα βιβλιάρια καταθέσεων των ... και ... κοινών καταθετικών τραπεζικών λογαριασμών, που αυτοί είχαν ανοίξει και τηρούσαν ... υποκατάστημα της ..., προκειμένου να τους εξυπηρετεί η ίδια, πραγματοποιώντας αναλήψεις-καταθέσεις και ενημερώσεις των βιβλιαρίων, χωρίς να προσέρχονται οι ίδιοι στο υποκατάστημα της ..., ώστε να αποφεύγουν την πολύωρη αναμονή στη σειρά εξυπηρέτησης πελατών της τράπεζας. Μάλιστα, οι ενάγοντες άνοιξαν τον δεύτερο των άνω λογαριασμών τον Σεπτέμβριο του έτους 1999, μετά από προτροπή της πρώτης εναγομένης ανεψιάς τους, που τους έπεισε να μεταφέρουν στην ... το ποσό των 17 εκατομμυρίων δρχ. περίπου, από λογαριασμό άλλης τράπεζας (...), στην οποία το είχαν κατατεθειμένο, προκειμένου να της δανείσουν τμηματικά το ποσό αυτό, που αυτή είχε ανάγκη για την σκοπούμενη αγορά από την ίδια και την οικογένειά της σχετικής ξενοδοχειακής μονάδος. Και οι ίδιοι οι ενάγοντες, εκτός από την ιδιότητά τους ως διοικητικών υπαλλήλων του ΙΚΑ, δραστηριοποιούντο επαγγελματικά και με την εκμετάλλευση μιας ξενοδοχειακής μονάδας ... και για εξοικονόμηση χρόνου, όπως προεκτέθηκε, λόγω και της εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους εξ αιτίας και των συγγενικών και των στενών φιλικών τους σχέσεων, παρέδωσαν τα βιβλιάρια και εξουσιοδότησαν την πρώτη εναγομένη-ανεψιά τους να πραγματοποιήσει τις καταθέσεις, αλλά και τις αναλήψεις σε αμφοτέρους τους καταθετικούς λογαριασμούς τους στο όνομά τους, άλλοτε με ταυτόχρονη φυσική παρουσία τους στο υποκατάστημα και άλλοτε χωρίς τη φυσική τους παρουσία στο υποκατάστημα, με τη θέση στα σχετικά δελτία της υπογραφής της, αντί της δικής τους με τη συναίνεσή τους, και σε κάθε περίπτωση με την έγκρισή τους.
 Συγκεκριμένα, όπως κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ο μάρτυρας της δεύτερης εναγομένης .., που ασχολήθηκε ως επιθεωρητής με την υπόθεση, οι αναλήψεις αυτές σε αρκετές περιπτώσεις ελάμβαναν χώρα με την φυσική παρουσία στο άνω υποκατάστημα της πρώτης ενάγουσας, η οποία παρακολουθούσε την πραγματοποίησή τους από την πρώτη εναγομένη ανεψιά της, που παρέκαμπτε τη σειρά των πελατών της ..., οι οποίοι ανέμεναν προκειμένου να εξυπηρετηθούν. Πράγματι, κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάρτιο 1993 μέχρι και τον Ιανουάριο 2001 κατατέθηκε τμηματικά το ποσό των 48.965.797 δρχ. ή το ισόποσο 143.700 ευρώ, στον λογαριασμό με .../... και από τον μήνα Σεπτέμβριο 1999 μέχρι και τον Ιανουάριο 2001 κατατέθηκε τμηματικά το ποσό των 17.520.000 δρχ. ή το ισόποσο 51.416 ευρώ στον λογαριασμό με .../.... Το άνω ποσό των 17.520.000 δρχ. που ήταν κατατεθειμένο στον δεύτερο των πιο πάνω λογαριασμών προήλθε από την ανάληψη και μεταφορά του ισοπόσου από την ... Τράπεζα που ήταν αρχικά στο όνομα των εφεσιβλήτων-εναγόντων κατατεθειμένο. Από τις άνω καταθέσεις στον μεν πρώτο λογαριασμό απέμεινε υπόλοιπο στις 17.01.2001, εκ ποσού 2.072.625 δρχ. ή 6.082 ευρώ, από το οποίο ανέλαβαν οι ίδιοι οι ενάγοντες αυτοπροσώπως το ποσό των 2.050.000 δρχ. και στον δεύτερο λογαριασμό, στις 31.01.2001, απέμεινε υπόλοιπο 85.057 δρχ. ή 250 ευρώ, από το οποίο ανέλαβαν οι ίδιοι οι ενάγοντες αυτοπροσώπως, το ποσό των 85.000 δρχ. Το ανώτατο ύψος των ποσών αυτών που είχαν κατατεθεί στους άνω λογαριασμούς, καθώς και τα υπόλοιπά τους τον Ιανουάριο του έτους 2001, συνομολογούνται από την εναγομένη .. . Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι εκδόθηκαν στο όνομα της πρώτης ενάγουσας και δύο πιστωτικά δελτία (κάρτες) από τη χρήση των οποίων εκ μέρους της πρώτης εναγομένης με την συναίνεση των εναγόντων, οι οποίοι της είχαν παραδώσει τα σχετικά δελτία, χρεώθηκαν οι δύο λογαριασμοί που ανοίχτηκαν, αντίστοιχα, για την εξυπηρέτησή τους στην ... , ήτοι ο ... χρεώθηκε με το ποσό των 1.040.048 δρχ. ή 3.052 ευρώ από τη χρήση της πρώτης κάρτας και ο ... με το ποσό των 760.000 δρχ. ή 2.230 ευρώ από τη χρήση της δεύτερης κάρτας. Και τα εν λόγω πιστωτικά δελτία (κάρτες) παρέμειναν στα χέρια της πρώτης εναγομένης με την βούληση των εναγόντων θείων της, από τότε που εκδόθηκαν στις 26.08.1999 μέχρι και 11.12.2000 η πρώτη κάρτα και μέχρι τον Ιανουάριο 2001 η δεύτερη κάρτα, προκειμένου αυτή να πραγματοποιεί συναλλαγές με τη χρήση τους και να χρεώνει τους λογαριασμούς, οι οποίοι τις εξυπηρετούσαν, αφού με την χρήση από την πρώτη εναγομένη των πιστωτικών καρτών, οι δικαιούχοι των λογαριασμών αυτών ενάγοντες ήθελαν να διευκολύνουν την ανεψιά τους, παρέχοντάς της αντίστοιχη πίστωση. Από τους άνω δύο καταθετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο 1993, για τον πρώτο και από τον Σεπτέμβριο 1999 για τον δεύτερο μέχρι τον Ιανουάριο 2001, αναλήφθηκαν συνολικά τα ποσά των 68.003.105 δρχ., ενώ οι λογαριασμοί που εξυπηρετούσαν τις πιστωτικές κάρτες για το ίδιο χρονικό διάστημα επιβαρύνθηκαν με το συνολικό ποσό των 1.800.048 δρχ., δηλαδή (68.003.105 + 1.800.048 =) 69.803.153 δρχ. συνολικά, από τα οποία οι ενάγοντες ζήτησαν με την αγωγή τους μόνο 69.751.855 δρχ. ή 204.700,96 ευρώ μείον 88 ευρώ για παράσταση πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο και συνεπώς, ζήτησαν το ποσό των 204.612,96 ευρώ. Όμως, όπως αναφέρθηκε, όλες οι αναλήψεις των πιο πάνω ποσών από τους ένδικους λογαριασμούς, έγιναν από την πρώτη εναγομένη, η οποία έθετε την υπογραφή της αντί εκείνης των εναγόντων, με τη συναίνεση και σε κάθε περίπτωση με την έγκριση των τελευταίων ως δικαιούχων των λογαριασμών. Οι τελευταίοι πληροφορούντο τις αναλήψεις και τα υπόλοιπα των λογαριασμών τους, από τις σχετικές εγγραφές στα βιβλιάρια, τα οποία, αν και είχαν παραδώσει στην εναγομένη, εν τούτοις δεν έπαυσαν να ελέγχουν, από τις ενημερωτικές καρτέλλες της τράπεζας, η οποία μηνιαίως τους απέστελλε στην κατοικία τους σχετικά με το ύψος των εξόδων και την κίνηση των λογαριασμών εξυπηρέτησης των πιστωτικών καρτών, αλλά και από τις επισκέψεις τους στην τράπεζα. Η ύπαρξη, άλλωστε, της συναίνεσης και της έγκρισης των εναγόντων σχετικά με τις ένδικες αναλήψεις από την πρώτη εναγομένη ανεψιά τους, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης τράπεζας, που τις πραγματοποίησαν, δεν ζήτησαν από την τελευταία να τους προσκομίσει εγγράφως την εν λόγω συναίνεση ή έγκριση, λόγω και της σχετικής πεποίθησης, η οποία τους είχε δημιουργηθεί και οφείλεται και στη συμπεριφορά των ίδιων των εναγόντων δικαιούχων των λογαριασμών. Πράγματι, η συμπεριφορά των τελευταίων δικαιολογούσε τον σχηματισμό της πεποίθησης αυτής στους υπαλλήλους της εναγομένης, αφού αρκετές φορές έλαβαν χώρα οι αναλήψεις με την φυσική παρουσία στο κατάστημα της πρώτης ενάγουσας, και περαιτέρω οι ενάγοντες, αν και ελάμβαναν γνώση των κινήσεων των λογαριασμών τους, εν τούτοις ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 1993 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2001 για τον πρώτο λογαριασμό και από τον Σεπτέμβριο του έτους 1999 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2001 για τον δεύτερο λογαριασμό και μολονότι, τον Ιανουάριο 2001 έλαβαν γνώση, όπως συνομολογούν ρητώς με την αγωγή τους, των ελαχίστων υπολοίπων χρηματικών ποσών αμφοτέρων των λογαριασμών τους, τα οποία αυτοπροσώπως ανέλαβαν, εν τούτοις, ούτε και τότε διαμαρτυρήθηκαν, ούτε κατήγγειλαν στην τράπεζα απώλεια των παρακατατεθέντων σ’ αυτή χρημάτων. Αλλά ούτε και τον Μάρτιο 2001, όταν κλήθηκαν από τους αρμοδίους επιθεωρητές, που ερευνούσαν την αλήθεια του ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης ανεψιάς τους ότι δηλαδή της δάνεισαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό 17.000.000 δρχ., κατήγγειλαν απώλεια των παρακατεθέντων στον λογαριασμό χρημάτων, ενώ γνώριζαν τα ελάχιστα υπόλοιπά τους και περαιτέρω, ο πρώτος τούτων επιβεβαίωσε εγγράφως την αλήθεια του άνω ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης περί χρηματικού δανείου. Και όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκαν, αλλά αντιθέτως, αμφότεροι οι ενάγοντες υπέγραψαν τις από 08.03.2001 δηλώσεις τους προς την ... μία για κάθε λογαριασμό, με τις οποίες δήλωσαν επί λέξει τα εξής: "Κύριοι, σας δηλώνομε με πλήρη συνείδηση των κάτωθι γραφομένων ΟΤΙ: Λάβαμε γνώση των κινήσεων του λογαριασμού μας με .../..., που τηρείται στο Κατάστημα σας και τις αναγνωρίζουμε ΡΗΤΑ και ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΑ. ΟΛΕΣ οι κινήσεις που διενεργήθηκαν από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού (30.05.1979) έγιναν ΠΑΝΤΑ εις γνώση μας, με την έγκρισή μας, τη σύμφωνη γνώμη μας και παρουσία μας. ΡΗΤΑ και ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΑ δε αναγνωρίζουμε το εκ δραχμών 525 (ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΕΣ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ) υπόλοιπο του λογαριασμού μας με λογιστικό 8/3/2001, πέραν του οποίου ουδεμία απαίτηση ή αξίωση διατηρούμε έναντι της Τράπεζας σας, οι υπάλληλοι της οποίας ενήργησαν πάντοτε σύμφωνα με την εκπεφρασμένη σε αυτούς έγκριση, σύμφωνη γνώμη μας και παρουσία μας ενώπιόν τους. Το παρόν είναι προϊόν γνήσιας και ελεύθερης βούλησης μας και όχι προϊόν πλάνης απειλής ή απάτης. ... 8/3/2001 ΟΙ ΔΗΛΟΥΝΤΕΣ". Ανάλογη ΔΗΛΩΣΗ προς την ... με πανομοιότυπο περιεχόμενο που αφορούσε τον λογαριασμό με .../..., που άνοιξε στις 02.09.1999 του οποίου το υπόλοιπο στις 08.03.2001 εκ δρχ. 57 αναγνώρισαν ρητά και ανεπιφύλακτα οι ενάγοντες, υπέγραψαν οι τελευταίοι. Ο δεύτερος τούτων, εξάλλου, χορήγησε στην δεύτερη εναγομένη ... και την από 08.03.2001 βεβαίωση με το εξής περιεχόμενο : "Αναφορικά με την οικονομική διευκόλυνση στην ανιψιά μου Ε. Σ., σας αναφέρω πως κάποια στιγμή μου ζήτησε να την βοηθήσω με κάποιο χρηματικό ποσό για κάποιο ξενοδοχείο, που θέλανε να αγοράσουνε. Της έδωσα 17.000.000 έως 18.000.000 δρχ. δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς από αναλήψεις που έκανα από την ... Τράπεζα. Κατά της Τραπέζης σας δεν έχω καμία αξίωση, αφού δεν είχε καμία ανάμειξη στη συγκεκριμένη συναλλαγή με την ανιψιά μου". Δηλαδή το ποσό των 17.520.000 δρχ. που με την αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατατέθηκε στον δεύτερο των πιο πάνω καταθετικών λογαριασμών στην .. στις 02.09.1999 συμπίπτει με το ποσό των 17.000.000 με 18.000.000 δρχ. που οι ίδιοι επίσης ισχυρίζονται ότι μετέφεραν με προτροπή της πρώτης εναγομένης ανεψιάς τους από την ... τράπεζα στην .. , προκειμένου, όπως ο πρώτος τούτων βεβαιώνει με την από 08.03.2001 έγγραφη βεβαίωσή του, να τη διευκολύνουν με δανεισμό. Άρα, η πρώτη εναγομένη είχε τη συναίνεσή τους να αναλάβει ακόμη και το σύνολο του ποσού του άνω καταθετικού τραπεζικού τους λογαριασμού, λόγω δανείου προς αυτήν, όπως άλλωστε και το σύνολο του ποσού του πρώτου λογαριασμού και αυτός είναι ο λόγος που της είχαν παραδώσει τα βιβλιάρια των καταθέσεων, ώστε να πραγματοποιεί τις σχετικές συναλλαγές και οι ενάγοντες όχι μόνο δεν κατήγγειλαν μείωση των υπολοίπων των λογαριασμών τους, όταν ξέσπασε σκάνδαλο με υπεξαίρεση χρημάτων από τραπεζικούς λογαριασμούς διαφόρων καταθετών στην ... από τη συγκεκριμένη εναγομένη ανεψιά τους ..., αλλά αντίθετα, όταν κλήθηκαν από τους αρμόδιους επιθεωρητές, υπέγραψαν τις προαναφερόμενες βεβαιώσεις με τις οποίες δήλωσαν στη δεύτερη εναγομένη ... ότι δεν έχουν καμία αξίωση εναντίον της για τα μειωμένα υπόλοιπα των καταθετικών τραπεζικών τους λογαριασμών, καθώς και ότι γνωρίζουν και εγκρίνουν όλες τις κινήσεις των ενδίκων τραπεζικών λογαριασμών από το άνοιγμα τους έως και τον μήνα Μάρτιο 2001.
Συνεπώς, οι ενάγοντες δέχτηκαν ενώπιον των αρμοδίων επιθεωρητών της δεύτερης εναγομένης ... ότι οι αναλήψεις των πιο πάνω ποσών από την ανεψιά τους δεν έγιναν εν αγνοία τους, όπως ήδη οψίμως αβάσιμα ισχυρίζονται, αλλά εν γνώσει τους και με τη συναίνεσή τους και σε κάθε περίπτωση, τις ενέκριναν και ότι οι επικαλούμενες στην αγωγή 65 αναλήψεις έγιναν είτε νια να καλυφθούν ίδιες προσωπικές ανάγκες των εναγόντων, είτε για να δανεισθεί σταδιακά και μετά από σχετική συμφωνία τους, χρήματα η πρώτη εναγομένη ανεψιά τους, όπως παραδέχθηκε ο δεύτερος ενάγων στην από 08.03.2001 δήλωσή του, με κεφάλαιο δανείου εκ ποσού 17.000.000 δρχ. έως 18.000.000 δρχ. το οποίο είχαν μεταφέρει στον ένα λογαριασμό της ..... από την ..., που το είχαν προηγουμένως στο όνομά τους κατατεθειμένο, ενώ η τελευταία τους είχε παραδώσει (στην πρώτη ενάγουσα) προς εξασφάλιση της απαίτησής τους από το άνω δάνειο επτά (7) ασυμπλήρωτες μεν κατά τα λοιπά στοιχεία τους, αλλά υπογεγραμμένες από την ίδια την πρώτη εναγομένη Ε. Σ., ως εκδότρια, επιταγές, σε βάρος τραπεζικού λογαριασμού της. Εξάλλου, για την κάλυψη τέτοιων δικών τους προσωπικών αναγκών έλαβε χώρα στις 27.03.1998, η με ... της αγωγής ανάληψη ποσού 1.097.716 δρχ. από τον ...... κοινό λογαριασμό, με την υπογραφή της πρώτης εναγομένης στη θέση του λαβόντος αντί εκείνης της πρώτης ενάγουσας και συγκεκριμένα, προκειμένου το ποσό αυτό να χρησιμοποιηθεί για την αποστολή δύο εμβασμάτων εκ ποσού 543.628 δρχ. το καθένα προς τις δύο κόρες του ζεύγους των εναγόντων Δ. και Α. Κ. στο εξωτερικό, όπως βεβαίωσε στην ένορκη βεβαίωσή του ο Ε. Α., που ασχολήθηκε ως επιθεωρητής της δεύτερης εναγομένης με το θέμα. Για την κάλυψη δικής τους ανάγκης έλαβε χώρα στις 14.10.1999 η με αριθμό αγωγής … ανάληψη ποσού 800.000 δρχ. από τον ...... κοινό λογαριασμό των εναγόντων με την υπογραφή της πρώτης εναγομένης στη θέση του λαβόντος αντί εκείνης της πρώτης ενάγουσας, προκειμένου δηλαδή αυθημερόν να αποσταλεί ως έμβασμα στο εξωτερικό στο όνομα της θυγατέρας του ζεύγους Δ. Κ., όπως βεβαίωσε ο ίδιος άνω ενόρκως βεβαιών, αλλά και η με αριθμό αγωγής .. ανάληψη ποσού 3.000.000 δρχ. που έλαβε χώρα στις 20.10.1999 από τον ίδιο παραπάνω κοινό λογαριασμό των εναγόντων με την υπογραφή της πρώτης εναγομένης στη θέση του λαβόντος αντί εκείνης του δεύτερου ενάγοντος προκειμένου να πιστωθεί ισόποσα υπέρ της χρηματιστηριακής εταιρίας ...... με αναγραφόμενο καταθέτη τον δεύτερο ενάγοντα, όπως βεβαίωσε ο άνω ενόρκως βεβαιών. Αλλά και οι δύο πιστωτικές κάρτες εκδόθηκαν και παρέμεναν στα χέρια της πρώτης εναγομένης με την βούληση των εναγόντων δικαιούχων τους, προκειμένου αυτή να διευκολύνεται με τη χρήση τους, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κάρτα εκδόθηκε εν αγνοία της πρώτης ενάγουσας, οι δε αρμόδιοι προστηθέντες υπάλληλοι της .... γνωρίζοντας τις συγγενικές και φιλικές τους σχέσεις, πίστευαν δικαιολογημένα ότι η υπογραφή της πρώτης εναγομένης αντί εκείνης των εναγόντων-κατόχων των άνω καρτών τέθηκε με την συναίνεσή τους και σε κάθε περίπτωση ότι είχε την έγκρισή τους, (γεγονός που κατά τα ανωτέρω ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα), και έτσι δεν είχαν λόγο να αρνηθούν τη χρέωση των σχετικών ποσών στους λογαριασμούς που τις εξυπηρετούσαν. Συνεπώς, δεν μειώθηκε η περιουσία των εναγόντων παράνομα και υπαίτια από αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της δεύτερης εναγομένης τράπεζας, που δήθεν παρέλειψαν να ελέγξουν την αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης ανεψιάς τους, ούτε αυξήθηκε το παθητικό της περιουσίας τους παράνομα και υπαίτια με τη χρήση πιστωτικών καρτών εν αγνοία τους, όπως αβάσιμα αυτοί με την αγωγή τους ισχυρίζονται, αλλά αντιθέτως, τόσο η εκταμίευση των ενδίκων ποσών αμφοτέρων των καταθετικών λογαριασμών, όσον και η χρέωση με τα ένδικα ποσά των τραπεζικών λογαριασμών που εξυπηρετούσαν τις ένδικες πιστωτικές κάρτες, έγιναν εν γνώσει τους και με τη συναίνεσή τους. Περί των ανωτέρω, σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση του μάρτυρα της δεύτερης εναγομένης ... , που μετά λόγου γνώσεως, ως αρμόδιος επιθεωρητής, επιληφθείς του θέματος, κατέθεσε σχετικώς "...το ζεύγος Κ. το καλέσανε στην τράπεζα οι επιθεωρητές. Δεν ήρθαν μόνοι τους πρωτόβουλα... από μία κατάθεση της κυρίας Σ. ότι είχε πάρει δάνειο από το θείο της, ψάξανε τους λογαριασμούς.... Οπότε τους κάλεσαν και τους ρώτησαν αν έχουν απαιτήσεις από την τράπεζα, αν ξέρουν αυτές τις συναλλαγές που εγίνηκαν, όσες μπορούσαμε νάχουμε δει μέχρι τότε... και δέχτηκαν ότι ήταν σε γνώση τους... Δεν ξέρω πρέπει να έχουν κατατεθεί αυτά τα.... Ηθελα να πω ότι η κυρία Κ. ήταν σχεδόν καθημερινός επισκέπτης της τράπεζας, απ’ ότι μας ανέφεραν και τα στελέχη εκεί και συγγενείς και φίλοι και παρουσία της γινόντουσαν καταθέσεις και αναλήψεις. Και μάλιστα με υπογραφές όχι πλαστογραφημένες, υπογραφές της Σ.. Δηλαδή η Σ. δεν υπέγραφε προσπαθώντας να μιμηθεί την υπογραφή της θείας της. Έβαζε ολογράφως Φ. Κ.. Ή δε θυμάμαι πως. Δεν προσπαθούσε... Οι υπάλληλοι βλέπανε ότι ήταν η θεία της μπροστά και δεν έκαναν καμία αμφισβήτηση ότι εντάξει, είναι εν γνώσει της. Να πω και κάτι άλλο... Δε μπορώ να πω ότι σε όλες ήτανε μπροστά η θεία, ούτε εμείς ήμασταν εκεί για να ξέρουμε σίγουρα. Αλλά υποθέτουμε. Εν πάση περιπτώσει αντιληφθήκαμε ότι υπάρχει μεταξύ τους μια σχέση οικονομική, της Σ. και του ζεύγους... Και μας είπε η κυρία Κ. μια μέρα, μας έδειξε ένα μπλοκ επιταγών υπογεγραμμένο, αλλά ασυμπλήρωτο, της κυρίας Σ., το οποίο της είχε δώσει από το 1994, δε θυμάμαι πότε, προκειμένου να καλύπτει ανάγκες της αλλά και σαν είδος εξασφάλισης των δοσοληψιών που είχανε.... Δε μπορώ να το πω αν έγιναν όλες (οι κινήσεις του λογαριασμού) με τη συναίνεση τους... Κράτησε (ο έλεγχος) από το Φεβρουάριο μέχρι τον Αύγουστο... όπως πληροφορήθηκα σπεύσαν αμέσως και κατά περίπτωση, ελέγχθηκε... σε αρκετές περιπτώσεις ικανοποποιήθηκαν... με πρωτοβουλία δική μας ήρθαν... σε μία κατάθεση της Σ. προέκυψε ότι ...εχω δανειστεί 17 εκατομμύρια δραχμές.... κάποιες υπογραφές δεν μοιάζαν με το δείγμα.... ανέλαβαν την ευθύνη ότι είναι γνώστες όλων των κινήσεων... κάτι ..., κάτι κάρτες πιστωτικές .. .ανέλαβε. ...έλαβε γνώση και είπε ότι συμφωνεί με... ότι όλες οι κινήσεις ήταν σε γνώση τους κι ότι δεν έχουν καμία απαίτηση από την τράπεζα.... Αλλοίμονο αν χρησιμοποιούσαμε τώρα διάφορους εκβιασμούς προκειμένου να αποσπάσουμε τέτοιες υπογραφές. Εμείς ο μόνος λόγος που το κάνουμε αυτό είναι για να συνεχίσουμε τον έλεγχο μας. Να ξέρουμε αν τρέχει κάτι εκεί και αν θα τρέξει στο μέλλον. Δεν υπάρχει κανένας άλλος λόγος για μας τους επιθεωρητές.... βέβαια γιατί ήταν συνεχόμενες συναλλαγές... για τα 3 εκατομμύρια είπαμε για τη χρηματιστηριακή, είναι συνεχόμενες συναλλαγές, δε μπορεί να χρεώνεται στη μια συναλλαγή, να πιστώνεται στην επόμενη λογαριασμός και να είναι άσχετες αυτές οι δύο συναλλαγές. Λογαριασμός σε χρηματιστηριακή του κυρίου Κ. ή για εμβάσματα στο εξωτερικό για δίδακτρα. Αυτές είναι συνεχόμενες συναλλαγές και δε μπορούμε να τις αποκλείσουμε, να αποκλείσουμε ότι συμμετείχε ο κάτοχος του λογαριασμού.... όσοι είναι υπάλληλοι της ... θεωρούνται και υπάλληλοι της... Δηλαδή, επειδή οι εκδόσεις των καρτών κι αυτά περνάνε μέσα από το κέντρο Καλλιθέα της ... , έτσι λεγόταν η ... ελέγχονται μέσω αυτών των κινήσεων.... Δεν είχε αναλάβει καθήκοντα τέτοια. Απλώς καταχράστηκε την εμπιστοσύνη. Καταχράστηκε σε μερικές περιπτώσεις όπως εδώ φαίνεται ανεπίσημα. Δεν είναι καθήκοντα αυτά. Δεν της είχαν ανατεθεί.... όσον αφορά τη φυσική παρουσία της εκεί στο κατάστημα ναι. Όσον αφορά όμως τα δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες έχει έλεγχο από αλλού...". Η κατάθεση δε αυτή δεν αναιρείται από την περί του αντιθέτου κατάθεση της μάρτυρα των εναγόντων, αφού αυτή δεν στηρίζεται σε ιδία αντίληψη, αλλά σε διηγήσεις των ίδιων των εναγόντων. Ετι δε περαιτέρω ενισχύεται η άνω κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, που προαναφέρονται, όπως τα γραμμάτια είσπραξης, οι αιτήσεις χορήγησης συναλλάγματος και τα σχετικά έντυπα αποστολής εμβάσματος επιταγής στο εξωτερικό στις θυγατέρες του ζεύγους Κ., τα αποδεικτικά έκδοσης ιδιωτικού εμβάσματος της .., καθώς και το προαναφερόμενο έγγραφο για την τοποθέτηση αναληφθέντων ποσών σε χρηματιστηριακή εταιρία στο όνομα του δεύτερου ενάγοντος, αλλά κυρίως από τις έγγραφες από 08.03.2001 βεβαιώσεις των εναγόντων προς την εναγομένη ... για έλλειψη οποιασδήποτε αξιώσεως εναντίον της από την κίνηση των ένδικων λογαριασμών. Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη καταδικάστηκε με την 87/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου σε κάθειρξη 8 ετών, για υπεξαίρεση των πιο πάνω ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγόντων και για πλαστογραφία, αδικήματα που τελέστηκαν σε βάρος της δεύτερης εναγομένης ..., η οποία και παραστάθηκε ως πολιτική αγωγή, διότι από την απόφαση αυτή, δεν παράγεται αμάχητο τεκμήριο ή δεδικασμένο για την απάτη και την πλαστογραφία της υπογραφής των εναγόντων, αφού οι αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές, δεν παράγουν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη...". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε ως προς αυτήν, την ένδικη αγωγή, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. 
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασής του, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι α) η πρώτη αναιρεσίβλητη, συγγενής των αναιρεσειόντων (ανεψιά του δευτέρου εξ αυτών και ανάδοχος της θυγατέρας αμφοτέρων), είχε αναπτύξει στενές φιλικές σχέσεις με αυτούς, στα πλαίσια των οποίων παρέλαβε με τη βούλησή τους, αφού οι ίδιοι της τα παρέδωσαν και διατηρούσε στην κατοχή της τα βιβλιάρια καταθέσεων των ... και ...... κοινών καταθετικών τραπεζικών λογαριασμών, που αυτοί είχαν ανοίξει και τηρούσαν στο υποκατάστημα της .., προκειμένου να τους εξυπηρετεί η ίδια, πραγματοποιώντας αναλήψεις-καταθέσεις και ενημερώσεις των βιβλιαρίων, χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία τους, ώστε να αποφεύγουν την πολύωρη αναμονή στη σειρά εξυπηρέτησης πελατών της τράπεζας, β) ο δεύτερος των άνω λογαριασμών ανοίχθηκε τον Σεπτέμβριο του έτους 1999, μετά από προτροπή της πρώτης αναιρεσίβλητης, που έπεισε τους αναιρεσείοντες να μεταφέρουν στην ... το ποσό των 17 εκατομμυρίων δρχ. περίπου, που είχαν καταθέσει σε λογαριασμό άλλης τράπεζας (...), προκειμένου να της δανείσουν τμηματικά το ποσό αυτό, που εκείνη είχε ανάγκη για την σκοπούμενη αγορά από την ίδια και την οικογένειά της σχετικής ξενοδοχειακής μονάδος, γ) λόγω και της εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των προαναφερομένων εξαιτίας και των συγγενικών και των στενών φιλικών τους σχέσεων, μετά την παράδοση των βιβλιαρίων τους, οι αναιρεσείοντες εξουσιοδότησαν την πρώτη αναιρεσίβλητη να πραγματοποιήσει τις καταθέσεις, αλλά και τις αναλήψεις σε αμφοτέρους τους καταθετικούς λογαριασμούς τους στο όνομά τους, άλλοτε με ταυτόχρονη φυσική παρουσία τους στο υποκατάστημα και άλλοτε χωρίς τη φυσική τους παρουσία στο υποκατάστημα, με τη θέση στα σχετικά δελτία της υπογραφής της, αντί της δικής τους με τη συναίνεσή τους, και σε κάθε περίπτωση με την έγκρισή τους, ενώ παράλληλα εκδόθηκαν στο όνομα της πρώτης αναιρεσείουσας και δύο πιστωτικές κάρτες, τις οποίες και χρησιμοποιούσε η πρώτη αναιρεσίβλητη με την συναίνεση των αναιρεσειόντων, δ) από τους παραπάνω δύο τραπεζικούς λογαριασμούς, κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο 1993, για τον πρώτο και από τον Σεπτέμβριο 1999 για τον δεύτερο μέχρι τον Ιανουάριο 2001, αναλήφθηκε συνολικά το ποσό των 68.003.105 δραχμών, ενώ οι λογαριασμοί που εξυπηρετούσαν τις πιστωτικές κάρτες για το ίδιο χρονικό διάστημα επιβαρύνθηκαν με το συνολικό ποσό των 1.800.048 δραχμών, ε) οι αναιρεσείοντες πληροφορούντο τις αναλήψεις και τα υπόλοιπα των λογαριασμών τους, από τις σχετικές εγγραφές στα βιβλιάρια, τα οποία, αν και είχαν παραδώσει στην εναγομένη, εν τούτοις δεν έπαυσαν να ελέγχουν, καθώς και από τις ενημερωτικές καρτέλες της τράπεζας, που κάθε μήνα έστελνε στην κατοικία τους, σχετικά με το ύψος των εξόδων και την κίνηση των λογαριασμών εξυπηρέτησης των πιστωτικών καρτών, αλλά και από τις επισκέψεις τους στην τράπεζα, στ) η ύπαρξη, άλλωστε, της συναίνεσης και της έγκρισης των αναιρεσειόντων σχετικά με τις ένδικες αναλήψεις από την πρώτη αναιρεσίβλητη, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι υπάλληλοι της δεύτερης εξ αυτών, δεν ζήτησαν από την τελευταία να τους προσκομίσει εγγράφως την εν λόγω συναίνεση ή έγκριση, λόγω και της σχετικής πεποίθησης, η οποία τους είχε δημιουργηθεί και η οποία οφείλεται και στη συμπεριφορά των ίδιων των αναιρεσειόντων, ενόψει και του ότι αρκετές φορές έλαβαν χώρα οι αναλήψεις με την φυσική τους παρουσία στο κατάστημα της τράπεζας, ενώ οι ίδιοι, αν και ελάμβαναν γνώση των κινήσεων των λογαριασμών τους, εν τούτοις ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 1993 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2001 για τον πρώτο λογαριασμό και από τον Σεπτέμβριο του έτους 1999 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2001 για τον δεύτερο λογαριασμό και μολονότι, τον Ιανουάριο 2001 έλαβαν γνώση, όπως συνομολογούν ρητώς με την αγωγή τους, των ελαχίστων υπολοίπων χρηματικών ποσών που είχαν απομείνει στους λογαριασμούς τους και τα οποία αυτοπροσώπως ανέλαβαν, χωρίς και τότε να διαμαρτυρηθούν, για τις αναλήψεις χρημάτων από τους συγκεκριμένους λογαριασμούς, ζ) ούτε και τον Μάρτιο 2001, όταν κλήθηκαν από τους αρμοδίους επιθεωρητές, που ερευνούσαν την αλήθεια του ισχυρισμού της πρώτης αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή της δάνεισαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό 17.000.000 δρχ., κατήγγειλαν απώλεια των παρακατεθέντων στους λογαριασμούς χρημάτων, ενώ γνώριζαν τα ελάχιστα υπόλοιπά τους, η) οι αναιρεσείοντες όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκαν, αλλά αντιθέτως, και οι δύο υπέγραψαν τις από 08.03.2001 δηλώσεις τους προς την ... μία για κάθε λογαριασμό, με τις οποίες δήλωσαν επί λέξει τα εξής: "Κύριοι, σας δηλώνομε με πλήρη συνείδηση των κάτωθι γραφομένων ότι: Λάβαμε γνώση των κινήσεων του λογαριασμού μας με .../..., που τηρείται στο Κατάστημα σας και τις αναγνωρίζουμε ρητά και ανεπιφύλακτα. Όλες οι κινήσεις που διενεργήθηκαν από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού (30.05.1979) έγιναν πάντα εις γνώση μας, με την έγκρισή μας, τη σύμφωνη γνώμη μας και παρουσία μας. ρητά και ανεπιφύλακτα δε αναγνωρίζουμε το εκ δραχμών 525 (πεντακόσιες είκοσι πέντε) υπόλοιπο του λογαριασμού μας με λογιστικό 8/3/2001, πέραν του οποίου ουδεμία απαίτηση ή αξίωση διατηρούμε έναντι της Τράπεζας σας, οι υπάλληλοι της οποίας ενήργησαν πάντοτε σύμφωνα με την εκπεφρασμένη σε αυτούς έγκριση, σύμφωνη γνώμη μας και παρουσία μας ενώπιόν τους. Το παρόν είναι προϊόν γνήσιας και ελεύθερης βούλησης μας και όχι προϊόν πλάνης απειλής ή απάτης. ... 8/3/2001 οι δηλούντες", ενώ έκαναν ανάλογη δήλωση προς την ... με πανομοιότυπο περιεχόμενο που αφορούσε τον λογαριασμό με .../..., που άνοιξε στις 02.09.1999 και του οποίου το υπόλοιπο στις 08.03.2001 εκ δραχμών 57 αναγνώρισαν ρητά και ανεπιφύλακτα, θ) ο δεύτερος των αναιρεσειόντων χορήγησε στην δεύτερη αναιρεσίβλητη και την από 08.03.2001 βεβαίωση με το εξής περιεχόμενο: "Αναφορικά με την οικονομική διευκόλυνση στην ανιψιά μου Ε. Σ., σας αναφέρω πως κάποια στιγμή μου ζήτησε να την βοηθήσω με κάποιο χρηματικό ποσό για κάποιο ξενοδοχείο, που θέλανε να αγοράσουνε. Της έδωσα 17.000.000 έως 18.000.000 δρχ. δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς από αναλήψεις που έκανα από την ... Τράπεζα. Κατά της Τραπέζης σας δεν έχω καμία αξίωση, αφού δεν είχε καμία ανάμειξη στη συγκεκριμένη συναλλαγή με την ανιψιά μου" και ι) η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε τη συναίνεσή των αναιρεσειόντων να αναλάβει ακόμη και το σύνολο του ποσού του άνω καταθετικού τραπεζικού τους λογαριασμού, λόγω δανείου προς αυτήν, όπως άλλωστε και το σύνολο του ποσού του πρώτου λογαριασμού και αυτός είναι ο λόγος που εκείνοι της είχαν παραδώσει τα βιβλιάρια των καταθέσεων, ώστε να πραγματοποιεί τις σχετικές συναλλαγές, πέραν δε τούτων όχι μόνο δεν κατήγγειλαν μείωση των υπολοίπων των λογαριασμών τους, όταν ξέσπασε σκάνδαλο με υπεξαίρεση χρημάτων από τραπεζικούς λογαριασμούς διαφόρων καταθετών στην ... από την πρώτη αναιρεσίβλητη και ανιψιά τους, αλλά αντίθετα, όταν κλήθηκαν από τους αρμόδιους επιθεωρητές, υπέγραψαν τις προαναφερόμενες βεβαιώσεις με τις οποίες δήλωσαν στη δεύτερη εναγομένη ... ότι δεν έχουν καμία αξίωση εναντίον της για τα μειωμένα υπόλοιπα των καταθετικών τραπεζικών τους λογαριασμών, καθώς και ότι γνωρίζουν και εγκρίνουν όλες τις κινήσεις των ενδίκων τραπεζικών λογαριασμών από το άνοιγμα τους έως και τον μήνα Μάρτιο 2001. Ειδικότερα, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης, το Εφετείο συνήγαγε, από τις κατά την ανέλεγκτη κρίση του διαπιστωθείσες ανωτέρω περιστάσεις και όχι από απλή σιωπή των αναιρεσειόντων, συναίνεσή τους, για τις από την πρώτη αναιρεσίβλητη με γνώση τους και όχι "εν αγνοία" τους αναλήψεις των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών.

 Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος των προσθέτων λόγων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σημειώνεται, ότι οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση από το Εφετείο του άρθρου 713 ΑΚ είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκείνο δεν εφάρμοσε τη συγκεκριμένη διάταξης, ούτε αυτή ήταν εφαρμοστέα με βάση τις παραδοχές του (ΑΠ 1668/2008). 

Ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση -προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα την υπ’ αριθμ. 87/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου και το υπ’ αριθμ. 9/2008 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Νάξου. Όμως, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "...όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, για να ληφθούν υπόψη, τόσο ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο απόφασης, όπως αυτό αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται, αναμφίβολο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα, το πρώτο των οποίων, σημειωτέον, ρητά μνημονεύεται στο αιτιολογικό της. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β’ , 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Α’ Ολομ. ΑΠ 23/2008). Σημειώνεται εδώ ότι δεν πρόκειται για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (αυτές δηλαδή που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 476/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά αβάσιμη, λαμβάνοντας υπόψη έγγραφα, των οποίων δεν είχε γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση. Όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου και οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται (ΚΠολΔ 561 § 2), η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, η οποία είναι και καθολική διάδοχος της τρίτης εξ αυτών, ύστερα από συγχώνευση με απορρόφηση, επικαλέστηκε τα παρακάτω έγγραφα ως εξής: ".... Επειδή οι λόγοι έφεσής μου είναι νόμιμοι, βάσιμοι και αληθείς και για την απόδειξή τους προσκομίζω τα ακόλουθα διαδικαστικά και αποδεικτικά έγγραφα:
 1. Την από 21/11/2008 και με αριθμούς κατάθεσης .../2008 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της Φ. και του Μ. και Κ., στρεφόμενη κατά 1) της Ε. Σ. του Κ., 2) της τράπεζάς μου, ... και 3) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ" (...). Για την απόδειξη της προβληθείσας ένστασής μου παραγραφής, προσκομίζω και τα δύο επιδοθέντα σε εμένα αντίγραφα της αγωγής (το δεύτερο μου επιδόθηκε υπό την ιδιότητά μου ως καθολικής διαδόχου της ...Σ), επί των οποίων υπάρχουν οι βεβαιώσεις του δικαστικού επιμελητή Αθηνών, Χ. Τ., για τη γενόμενη επίδοσή τους κατά την 31/12/2008. (σχετ. Δα και Δβ).
 2. Επικυρωμένα αντίγραφα των πρωτόδικων προτάσεών μου (σχετ. Ε) και των πρακτικών της δίκης στον πρώτο βαθμό (σχετ. Στ).
 3. Το Φ.Ε.Κ., Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. υπ’ αριθ. 11334/1.10.2007, στο οποίο δημοσιεύτηκε η Ανακοίνωση συγχώνευσης της τράπεζάς μου με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ" (σχετ. 1).
 4. Το από 26/5/2005 έγγραφο της ...Σ (σχετ. 2), το οποίο η εταιρία αυτή εξέδωσε κατόπιν της σχετικής από 9/5/2005 εντολής του Πταισματοδίκη Νάξου (σχετ. 3). Στο έγγραφο αυτό βεβαιώνεται ότι η Ε. Σ. προσλήφθηκε από την ... την 8/9/1981 ως υπάλληλος γραφείου και τοποθετήθηκε αμέσως στο Κατάστημα .... της .. , για την εκεί ανάπτυξη των εργασιών της ...Σ (καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες), ότι παρέμενε στο Κατάστημα αυτό μέχρι την 20/2/2001, όταν και ανακλήθηκε στην ...της Αθήνας, και, τέλος, ότι απολύθηκε από την ... την 17/7/2001.
 5. Επικυρωμένα
 αντίγραφα των υπ’ αριθμούς ...... και ...... κοινών τραπεζικών λογαριασμών ταμιευτηρίου που οι ενάγοντες τηρούσαν στην .... (σχετ. 4 και 5).
 6. Tην από 2/9/1999 αίτηση ανοίγματος του υπ’ αριθ. ...... λογαριασμού, η οποία φέρει το δείγμα υπογραφής της Φ. Κ. (σχετ. 6).
 7. Τα γραμμάτια εισπράξεως σε μετρητά από 4/8/1995, ποσού 2.404.673 δρχ., από 4/8/1997, ποσού 321.231 δρχ., από 4/2/1998, ποσού 2.500.000 δρχ. και από 4/2/1998, ποσού 103.473 δρχ. (σχετ. 7α, β, γ και δ), με τα οποία έγιναν καταθέσεις στον υπ’ αριθ. ...... λογαριασμό, με αναφερόμενη καταθέτη την Φ. Κ.. Επίσης, τα γραμμάτια εισπράξεως από 6/9/1999, ποσού 8.500.000 δρχ. (οι ενάγοντες αναφέρουν στην αγωγή τους, ότι πρόκειται για ποσό που ανέλαβαν από την ... Τράπεζα και κατέθεσαν στην ...), από 11/10/1999, ποσού 800.000 δρχ., από 20/10/1999, ποσού 600.000 δρχ., από 22/10/1999, ποσού 5.000.000 : δρχ., από 25/10/1999, ποσού 900.000 δρχ., από 17/12/1999, ποσού 1.205.000 δρχ. (σχετ. 8α, β, γ, δ, ε και στ), με τα οποία έγιναν καταθέσεις στον υπ’ αριθ. ...... λογαριασμό. Στο πρώτο και στο πέμπτο από τα παραπάνω εντάλματα, ως καταθέτης αναφέρεται η Φ. Κ., ενώ στα υπόλοιπα δεν διευκρινίζεται ποιος έκανε την κατάθεση. Αν όμως ο καταθέτης ήταν τρίτο πρόσωπο θα είχε ζητήσει, όπως συνηθίζεται, να αναγραφεί το όνομά του στο γραμμάτιο εισπράξεως.
 8. Την από 20/8/2010 και με αριθμ. ...2010 ένορκη βεβαίωση του επιθεωρητή της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της .., κ. Ε. Α. ενώπιον της κας Ειρηνοδίκου Αθηνών (σχετ. 9) και τις υπ’ αριθ. ...5.8.2010 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σύρου, Γ. Β., της από 14/7/2010 σχετικής κλήσης μου προς τους ενάγοντες (σχετ. 10 και 11).
 9. Τις δύο από 8/3/2001 κοινές έγγραφες δηλώσεις που υπέβαλαν ο Μ. και η Φ. Κ. προς την τράπεζα, μία, για τον καθένα ένα από τους δύο παραπάνω τραπεζικούς λογαριασμούς τους (σχετ. 12 και 13), όπου σε αυτές δηλώνουν ότι αναγνωρίζουν ρητά και ανεπιφύλακτα τις κινήσεις των παραπάνω λογαριασμών τους, ότι αυτές έγιναν πάντα εν γνώσει τους και με την έγκριση, σύμφωνη γνώμη και παρουσία τους και, τέλος, ότι ουδεμία απαίτηση ή αξίωση διατηρούν έναντι της τράπεζάς μου.
 10. Την από 8/3/2001 έγγραφη δήλωση του Μ. Κ. προς την τράπεζα (σχετ. 14), με την οποία παραδέχεται ότι είχε χορηγήσει δάνειο στην Ειρ. Σ. εκτός τραπέζης, με χρήματα που ανέλαβε από τις τράπεζες .... Κλείνοντας ο Μ. Κ. δηλώνει ότι: ".. Κατά της Τραπέζης σας δεν έχω καμία αξίωση αφού δεν είχε καμία ανάμειξη στη συγκεκριμένη συναλλαγή με την ανιψιά μου......".
 11. Το από 20/10/1999 ένταλμα πληρωμής με το οποίο έγινε η ανάληψη από το υπ’ αριθ. ...... λογαριασμό των εναγόντων του ποσού των 3.000.000 δρχ. και το από 20/10/1999 γραμμάτιο εισπράξεως με το οποίο το παραπάνω αναληφθέν ποσό πιστώθηκε ισόποσα στον λογαριασμό της χρηματιστηριακής εταιρείας ....... με αναγραφόμενο δικαιούχο Μ. Κ. (σχετ. 15 και 16).
 12. Το από 14/10/1999 ένταλμα πληρωμής με το οποίο έγινε η ανάληψη το υπ’ αριθ. ...... λογαριασμό των εναγόντων ποσού 800.000 δρχ, η από 14/10/1999 Αίτηση - Δήλωση Χορήγησης Συναλλάγματος, το από 14/10/1999 Έντυπο Αποστολής Εμβάσματος και το από 14/10/1999 αποδεικτικό έκδοσης ιδιωτικού εμβάσματος της ... Τράπεζας, από τα οποία αποδεικνύεται ότι την ίδια ημέρα εμβάστηκαν χρήματα στο εξωτερικό στο όνομα της θυγατέρας των εναγόντων Δ. Κ., η οποία τότε ήταν φοιτήτρια εξωτερικού. (σχετ. 17, 18, 19 και 20).
 13. Το από 27/3/1998 ένταλμα πληρωμής με το οποίο έγινε η ανάληψη από τον υπ’ αριθ. ...... λογαριασμό των εναγόντων ποσού 1.097.716 δρχ. (σχετ. 21). Στο κάτω μέρος του εντάλματος υπάρχει σχετική χειρόγραφη σημείωση του επιθεωρητή για τη διαπίστωση ότι χρησιμοποιήθηκε για την αποστολή δύο εμβασμάτων στο εξωτερικό, ποσού 548.628 δρχ. το κάθε ένα, προς τις δύο θυγατέρες των εναγόντων, φοιτήτριες τότε εξωτερικού, Δ. και Α. Κ.. Σημειώνεται ότι το προσκομιζόμενο αντίγραφο του παραπάνω εντάλματος έχει εξαχθεί από τα συνημμένα έγγραφα του από 16/7/2001 απόρρητου υπηρεσιακού σημειώματος το οποίο συνέταξαν οι επιθεωρητές μεταξύ άλλων και για την υπόθεση του ζεύγους Κ., όπου το παραπάνω έγγραφο φέρει τον αριθμό συνημμένου III 29.
 14. Την από 13/3/2001 δήλωση της Φ. Κ. προς την τράπεζα με την οποία αναγνωρίζει και εγγράφως την οφειλή της από την υπ’ αριθ.(... πιστωτική κάρτα (σχετ. 37).
 15. Το έγγραφο του Καταστήματος ... που απευθύνεται στον κ. Ανακριτή στο Πρωτοδικείο Νάξου, ως απάντηση στο υπ’ αριθ. ....10.2006 ερώτημα του τελευταίου (σχετ. 38). Με αυτό η τράπεζα πληροφορεί τον κ. Ανακριτή αναφορικά με το αμοιβαίο κεφάλαιο ..., που αγόρασε ο Μ. Κ. την 16/8/1990, ότι δεν είχε εξαγοραστεί, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες και στην αγωγή τους, αντίθετα, βρισκόταν ακόμη σε ισχύ.
 16. Αντίγραφα επτά (7) λευκών επιταγών της Ε. Σ., προϋπογεγραμμένων από την τελευταία (σχετ. 39), τις οποίες είχε στην κατοχή της η .... για "εξυπηρέτησή της", όπως πληροφόρησε τους επιθεωρητές μου, σε κάποιες εμπορικές της δοσοληψίες της.
 17. Την υπ’ αριθ. 87/2011 Απόφαση (με Πρακτικά) του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου (σχετ. 40).....". Με τα δεδομένα αυτά είναι προφανές ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των προαναφερθέντων εγγράφων, των οποίων, ας σημειωθεί, αναφέρεται συνοπτικά το περιεχόμενο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης και όχι της πρώτης εξ αυτών, που ως εκ της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε δαπάνες, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
 Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.
 Και
 Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου