Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Προσωπικά δεδομένα, βιντεοκάμερες, αρχείο.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ε',  1306/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Στοιχεία του εγκλήματος. Έννοια αρχείου. Στην έννοια του αρχείου συμπεριλαμβάνονται και οι σύγχρονες βιντεοκάμερες, οι οποίες διαθέτουν λογισμικά προγράμματα στα οποία καταχωρίζονται σε ξεχωριστά αρχεία τα προσωπικά δεδομένα που αναφέρονται στα βίντεο κ.λπ. Πραγματικά περιστατικά. Βιντεοσκόπηση από τον κατηγορούμενο των κινήσεων των εγκαλούντων με φορητή κάμερά του, και ειδικότερα καταγραφή των συνομιλιών των εγκαλούντων με αστυνομικούς, κληθέντες από τους εγκαλούντες κατά την καταγγελία εκ μέρους τους του κατηγορουμένου για διατάραξη της κοινής ησυχίας.
Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Απόλυτη ακυρότητα. Εγγράφων ανάγνωση. Επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους. Υπερασπίσεως δικαιώματα. Αιτίαση περί μη δόσεως του λόγου στον κατηγορούμενο έπειτα από την απορριπτική του Εισαγγελέως πρόταση επί ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Αφ’ ενός δεν ζητήθηκε ο λόγος και αφ’ ετέρου δεν επρόκειτο για αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά για αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό.

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του Κ.Π.Δ., συνάγεται με σαφήνεια, ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο λάβει υπόψη του για τον σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζεται η άσκηση του απορρέοντος από την αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 358 δικαιώματος του κατηγορούμενου να προβαίνει σε δηλώσεις και να παρέχει εξηγήσεις επί του αποδεικτικού αυτού μέσου και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κώδικα. Όταν όμως δεν πρόκειται για αποδεικτικό της κατηγορίας έγγραφο, αλλά για έγγραφο που συνάπτεται με την κατηγορία και αποτελεί κατ’ αυτή, προσδιοριστικό στοιχείο του υλικού αντικειμένου του εγκλήματος, δεν υπάρχει αναγκαιότητα αναγνώσεώς του, αφού το κατηγορητήριο προεπιδίδεται στον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι, κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως (κατηγορίας), γνώστης αυτού και επομένως δύναται, κατά την απόκρουση της κατηγορίας, να εκθέσει τις απόψεις του και να παράσχει τις απαιτούμενες επί του εγγράφου αυτού εξηγήσεις. Επίσης, δεν υπάρχει αναγκαιότητα αναγνώσεως του εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, από το περιεχόμενο άλλου εγγράφου, που αναγνώστηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Εξ άλλου, στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποίο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία, που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφ’ όσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο. Φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξίαν, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Συνεπώς, όταν στα πρακτικά αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και τέτοια έγγραφα, η αναγραφή αυτή έχει την πρόδηλη έννοια ότι αυτά επισκοπήθηκαν από τους διαδίκους, οι οποίοι, έτσι, έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους και τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το περιεχόμενό τους

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων, που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "1) Η με αριθμ. ../10 Διάταξη του Εισαγγ. Πλημ/κων Πειραιά. 2) Ένορκη εξέταση μάρτυρα Κ. Δ.. 3) Ένορκη εξέταση μάρτυρα Τ. Δ.. 4) Ένορκη εξέταση μάρτυρα Π. Γ.. 5) Ένορκη εξέταση μάρτυρα Π. Α.. 6) Αντίγραφο ημερήσιου δελτίου οχήματος του A. Τ. Κορυδαλλού της 30.8.2008 7) Η με αριθμ. ΑΒΜ ../.. μήνυση, καθώς και τα προσκομισθέντα από τους συνηγόρους. .....15) Η με αριθμ. AM ../20-9-2011 απόφαση του Α’ Μον. Πλημ/κείου Πειραιά. 16) Η με ημερ. 11-10-2008 αγωγή της οικ. Σ. κατά του Κ.. 17) Φωτοτυπία του υπ’ αρ. Β. Ωρ. ../.. κλητηρίου θεσπίσματος. ...... 20) Η με αριθμ. ΕΓ ./188 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κων Πειραιά. 21) Αριθμ. απόφ. 1187/2009 από Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ ..22) Φωτογραφίες". Με την αναφορά αυτή στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, εν όψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία πρόσθετα στοιχεία προσδιορισμού τους, όπως ποιο αποδεικτικό θέμα αφορούσαν, ή ο αριθμός και οι απεικονίσεις των επισκοπηθεισών φωτογραφιών, ούτε ήταν αναγκαία η αναφορά του περιεχομένου τους (εγγράφων αυτών). Εκ της αυτής ως άνω αναφοράς προκύπτει, ότι τα προσκομισθέντα από τους συνηγόρους των διαδίκων έγγραφα ήσαν τα εκ των προαναφερομένων εκείνα υπό τους αριθμούς .... και .. ήτοι αντιστοίχως η με αριθμ. AM ./20-9- 2011 απόφαση του Α’ Μον. Πλημ/κείου Πειραιά, η με ημερ. 11-10-2008 αγωγή της οικ. Σ. κατά του Κ., φωτοτυπία του υπ’ αρ. Β. Ωρ..../... κλητηρίου θεσπίσματος, η με αριθμ. ΕΓ ./188 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κων Πειραιά, η αριθμ. απόφ. 1187/2009 από Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ...και φωτογραφίες, ως τούτο συνάγεται από την, εν συνεχεία της περί τούτου ρητής αναφοράς, παράθεσή τους, γεγονός που δεν αναιρείται από την ακολούθως, κατ’ αύξοντα αριθμό, αρίθμησή τους. Περαιτέρω, με την επ’ ακροατηρίω πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους και την επίδειξη και επισκόπηση των εξ αυτών φωτογραφιών από τους παράγοντες της δίκης, συνάγεται μετά βεβαιότητος, το μεν ότι αυτά τα έγγραφα και όχι άλλα ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, το δε ότι έγιναν γνωστά κατά το περιεχόμενο τους, τόσον στον παριστάμενο κατηγορούμενο, όσον και τον συνήγορο του, οι οποίοι, ένεκα τούτου, είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν, κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ., σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός μάλιστα που δεν εξαρτήθηκε από τον ως άνω τρόπο προσδιορισμού των εγγράφων αυτών στα πρακτικά. Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, δεν παραβιάσθηκε η εκ μέρους του κατηγορουμένου άσκηση του, εκ του άρθρου 358 Κ.Ποιν.Δ., δικαιώματός του και ο σχετικός περί του αντιθέτου μόνος κύριος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την έννοια της στερήσεως απ’ τον αναιρεσείοντα του κατ’ άρθρο 358 ΚΠοινΔ υπερασπιστικού δικαιώματος αυτού και της παραβιάσεως των αρχών της δημοσιότητας της διαδικασίας, επειδή το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα και τις φωτογραφίες, εκ των οποίων των πρώτων (εγγράφων) η ταυτότητα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν προσδιορίζεται στα πρακτικά με επάρκεια, για δε τις φωτογραφίες δεν διαλαμβάνεται ότι επεδείχθησαν σ’ αυτόν, είναι αβάσιμος, κατ’ αμφότερα τα μέρη του αυτά.

 Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 παρ. 2, 333 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι ο διευθύνων τη συζήτηση πρέπει να δίνει αυτεπαγγέλτως το λόγο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και αν ακόμη δεν ζητήθηκε από αυτούς και μάλιστα έτσι ώστε αυτός να έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος, άλλως επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, λαμβανομένη και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, κατά τα άρθρα 510 παρ 1 στοιχ Α’ και 171 περ. δ’ του ΚΠΔ. Στην περίπτωση όμως, κατά την οποία ο διευθύνων την συζήτηση δίνει το λόγο στους διαδίκους, όταν αυτοί το ζητήσουν για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα, που αφορά την υπόθεση που συζητείται, δεν είναι υποχρεωμένος εξ επαγγέλματος να δώσει εκ νέου το λόγο στον κατηγορούμενο ή στο συνήγορό του που ζήτησε και έλαβε το λόγο και υπέβαλε αίτημα ή αυτοτελή ισχυρισμό, να δώσει και πάλι το λόγο μετά την πρόταση του εισαγγελέως, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, δε ζήτησε να λάβει εκ νέου το λόγο. Απόλυτη ακυρότητα, κατά την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ΚΠΔ, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα, επιφέρει επίσης και η μη τήρηση των διατάξεων, που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2, 366 παρ. 1 εδ. α’ και 369 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ο διευθύνων την συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να απολογηθεί για την κατηγορία που του αποδίδεται και ακολούθως δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, στους διαδίκους, (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο κατηγορούμενος) και στους συνηγόρους τους, επί της ενοχής και ακολούθως επί της ποινής στον εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του. Κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 369 παρ. 3 του ΚΠΔ "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, στον δε κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση των διατάξεων αυτών, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, συμφώνως προς το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ (ΟλΑΠ 1/2012). Εξ άλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Κ.Ποιν.Δ., "υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν: α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γ) έκρινε για την πολιτική αγωγή παραβαίνοντας αυτά που ορίζουν τα άρθρα 65 παρ.1 και 66 παρ.1, δ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση (άρθρα 41 και 46) ή για το οποίο δε δόθηκε η άδεια δίωξης (άρθρο 54) ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (άρθρο 438)". Από τις άνω διατάξεις προκύπτει, ότι υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται κατά το νόμο για την άσκηση της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκηση της προϋποθέσεις (αρνητική υπέρβαση). 

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης καταδικαστικής του αναιρεσείοντος αποφάσεως και των πρακτικών της προκύπτουν τα εξής: Μετά την ανάπτυξη από τον εισαγγελέα της υπ’ αριθμ. 136/20-1-2014 εφέσεως, που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της καταδικαστικής αυτού υπ’ αριθμ. 548/20-1-2014 αποφάσεως του Α’ Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιώς και αφού σε σχετική ερώτηση του διευθύνοντος την συζήτηση απάντησαν ο μεν κατηγορούμενος και ο συνήγορός του ότι εκλήτευσαν, ο δε συνήγορος των πολιτικώς εναγόντων ότι δεν εκλήτευσαν μάρτυρες υπερασπίσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε γραπτώς και ανέπτυξε προφορικώς τον εξής, επί λέξει, ισχυρισμό: "Σύμφωνα με την αποδιδόμενη σε εμένα κατηγορία, στον Κορυδαλλό Αττικής και στις 30/9/2008, έλαβα γνώση χωρίς δικαίωμα και ακολούθως ανακοίνωσα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και συγκεκριμένα προέβην χωρίς δικαίωμα σε βιντεοσκόπηση των κινήσεων των εγκαλούντων Γ. και Β. Κ., καταγράφοντας παρανόμως τις κινήσεις και την παρουσία τους στο κλιμακοστάσιο της επί της οδού ... στον Κορυδαλλό Αττικής κείμενης πολυκατοικίας, καθώς και σε βιντεοσκόπηση της συνομιλίας των εγκαλούντων Ν. και Ο. Σ. με τα αστυνομικά όργανα, ενώ τις ως άνω βιντεοσκοπήσεις ακολούθως ανακοίνωσα σε τρίτα πρόσωπα. Στην προκειμένη περίπτωση, και αληθή υποτιθέμενα τα περιστατικά και οι πράξεις που μού προσάπτονται, δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. α’ του Ν.2472/1997, για το λόγο ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Όπως προκύπτει εξ άλλου από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου του Ν.2472/1997, απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το εν λόγω έγκλημα (ίδ. ΑΠ 1187/2009) Κατά συνέπεια, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος και η υπεράσπιση ζητεί ευπρόσωπα την απαλλαγή του κατηγορουμένου.". Ακολούθως ο εισαγγελέας της έδρας, αφού έλαβε τον λόγο, πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να απορριφθεί ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, με την εισαγγελική δε αυτή πρόταση συντάχθηκε και ο συνήγορος των πολιτικώς εναγόντων. Στην συνέχεια το δικαστήριο, χωρίς να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του και χωρίς από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως να προκύπτει ότι αυτοί ζήτησαν να λάβουν τον λόγο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, με την οποίαν δέχθηκε ως τυπικά δεκτή την έφεση του κατηγορουμένου και απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του, με την εξής επί λέξει αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι προέβη σε βιντεοσκόπηση των αναφερομένων στο κατηγορητήριο προσώπων τις αναφερόμενες ημερομηνίες και ότι τις ως άνω βιντεοσκοπήσεις ανακοίνωσε σε τρίτα πρόσωπα. Στην προκειμένη περίπτωση τα δεδομένα, που έλαβε γνώση ο κατηγ/νος, είναι προσωπικά δεδομένα των φερομένων προσώπων, που προηγουμένως βιντεοσκόπησε. Δηλαδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το αρχείο στο οποίο επενέβη και έλαβε γνώση, είναι το αρχείο αποθήκευσης της βιντεοκάμερας που ο ίδιος χρησιμοποίησε για τη βιντεοσκόπηση, δηλαδή αρχείο που ο ίδιος δημιούργησε με την βιντεοσκόπηση και στη συνέχεια, αφού έλαβε γνώση αυτών των δεδομένων τα ανακοίνωσε σε τρίτους. Επομένως σύμφωνα με το κατηγορητήριο, υπάρχει επέμβαση σε αρχείο και γνώση και στη συνέχεια ανακοίνωση των δεδομένων αυτού σε τρίτους.". Επομένως, εφ’ όσον από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία σημειωτέον δεν προσβάλλονται ως πλαστά, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του, μετά την κατά τα ανωτέρω απορριπτική του ισχυρισμού αυτού πρόταση του εισαγγελέως και την διατύπωση της σύμφωνης γνώμης του συνηγόρου υπερασπίσεως των πολιτικώς εναγόντων, δεν ζήτησαν να λάβουν τον λόγο επ’ αυτού (ανωτέρω ισχυρισμού τους, όντος σημειωτέον αρνητικού της κατηγορίας και όχι αυτοτελούς), ουδεμία εκ τούτου επήλθε απόλυτη ακυρότητα, κατά την ως άνω έννοια των άρθρων 171 περ. δ’ , 138 παρ. 2, 333 και 369 του ΚΠΔ, όπως προβάλλει ο αναιρεσείων και συνεπώς ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ 1 στοιχ Α’ του ΚΠΔ, κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ανωτέρω σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον προεκτεθέντα ισχυρισμό του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, με την, υπό την σαφή αιτιολογία και αναφορά, παραδοχή, ότι στοιχειοθετείται η εναντίον του (αναιρεσείοντος) κατηγορία, ως περιγράφεται στο κατηγορητήριο και με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτό ως άνω περιστατικά και όχι με την, προ της διεξαγωγής της αποδεικτικής διαδικασίας, για την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται και χωρίς προηγουμένως ο ίδιος να κληθεί να απολογηθεί και ο συνήγορός του να κληθεί να αγορεύσει, παραδοχή, ότι αποδεικνύεται ότι τέλεσε αυτήν ο αναιρεσείων. Επομένως, είναι αβάσιμη η αιτίαση που προβάλει ο αναιρεσείων, ότι με την κατά τα προαναφερόμενα απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του, το δικαστήριο της ουσίας απεφάνθη περί της ενοχής του, χωρίς προηγουμένως ο ίδιος να κληθεί να απολογηθεί και ο συνήγορος υπερασπίσεώς του να αγορεύσει.

 Συνεπώς, αβάσιμος είναι και ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ 1 στοιχ Α’ του ΚΠΔ, κατά το δεύτερο σκέλος του. Περαιτέρω, η τελευταία αυτή αιτίαση την με την οποίαν ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικώς την εξουσία του με το να απαγγείλει την ενοχή του χωρίς την διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να κληθεί να απολογηθεί και να χωρίς να δώσει τον λόγο στον συνήγορό του να αναπτύξει την υπεράσπισή του, είναι αβάσιμη, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, το δικαστήριο με την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού του ουδόλως απεφάνθη για την ενοχή του. Ως εκ τούτου αβάσιμος είναι και ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το τελευταίο σκέλος του. Επειδή, κατά το άρθρο 1 του ν.2472/1997, "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του ν.2819/2000 και το άρθρο 34 του ν.2915/2001, αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, "Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α’ , γ’ , δ’ , ε’ και ι’ του ίδιου νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων.... γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο (κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια" ... και ι) "αποδέκτης" είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν.2472/97, οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στο ν.2472/97, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε τις περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 22 παρ. 5, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του ν.2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "αρχείων προσωπικών δεδομένων".

 Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται κατά το άρθρο 2 περ. ε’ του ν.2472/1997, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις ως άνω διατάξεις. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 22 παρ. 4 του ν.2472/1997. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποιήσεως του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα. Δηλαδή, για την αντικειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται μεταξύ των άλλων α) η ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αρχείο, ως τέτοιο δε θεωρείται κατά το αρθρ. 2 περ. ε’ το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Τέτοιο αρχείο προσωπικών δεδομένων κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι σύγχρονες βιντεοκάμερες, οι οποίες διαθέτουν λογισμικά προγράμματα, στα οποία ο κάτοχος και ιδιοκτήτης τους καταχωρεί σε ξεχωριστά αρχεία τα προσωπικά δεδομένα του που αναφέρονται στις φωτογραφίες του, στα βίντεό του (ταινίες του), κ.λ.π., τα οποία αρχεία (όταν είναι πολλά) είναι διαρθρωμένα σε φακέλλους και υποφακέλλους, όπως και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δηλαδή τα αρχεία της σύγχρονης βιντεοκάμερας αποτελούν διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια και τα οποία μπορούν να τύχουν επεξεργασίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. 

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την παρουσία του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. ΑΤ-209/2015 αποφάσεώς του, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτήν δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει: "Την 30-9- 2008, στον Κορυδαλλό, και περί ώρα 16:30 - 17:30 ο κατηγορούμενος προέβη σε βιντεοσκόπηση των κινήσεων των εγκαλούντων Γ. Κ. και Β. Κ., καταγράφοντας με φορητή βιντεοκάμερα που είχε ο ίδιος μέσα από την οικία του - διαμέρισμα επί της στην οδό ... κειμένης πολυκατοικίας - τις κινήσεις και την παρουσία αυτών των προσώπων στο κλιμακοστάσιο της ως άνω πολυκατοικίας, ενώ, περί ώρα 17.10’ βιντεοσκόπησε και κατέγραψε με την ίδια βιντεοκάμερα τις συνομιλίες των εγκαλούντων Ν. Σ. και Ο. Σ. με τους κληθέντες από αυτούς αστυνομικούς. Όλες οι ανωτέρω βιντεοσκοπήσεις έγιναν εν αγνοία των ως άνω προσώπων και δίχως τη συναίνεσή τους. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου των βιντεοσκοπήσεων, ήτοι του αρχείου αποθήκευσης της βιντεοκάμερας που περιείχε τα ως άνω προσωπικά δεδομένα των ως άνω προσώπων και στην συνέχεια ανακοίνωσε αυτά σε τρίτα πρόσωπα και δη στους αναφερόμενους στο διατακτικό". Μετά ταύτα το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κατά πιστή μεταφορά, του ότι: "Στον Κορυδαλλό στις 30-9-08, χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση και ακολούθως ανακοίνωσε σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και συγκεκριμένα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο χωρίς δικαίωμα περί ώρα 16:30 - 17:30 προέβη σε βιντεοσκόπηση των κινήσεων των εγκαλούντων Γ. Κ. και Β. Κ., καταγράφοντας παρανόμως τις κινήσεις και την παρουσία αυτών στο κλιμακοστάσιο της επί της οδού ... κειμένης πολυκατοικίας, ενώ ομοίως περί ώρα 17:10 βιντεοσκόπησε και κατέγραψε παρανόμως τις συνομιλίες των εγκαλούντων Ν. Σ. και Ο. Σ., με τους αστυνομικούς κληθέντος από αυτούς περιπολικού κατά την καταγγελία εκ μέρους τους του κατηγ/νου για διατάραξη κοινής ησυχίας. Ακολούθως τις ως άνω παράνομες βιντεοσκοπήσεις κατέστησε - ανακοίνωσε σε τρίτα πρόσωπα και δη στον Κ. Δ., Π. Γ., Δ. Τ. και στην Π. Α..". Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 51, 53 του ΠΚ και 22 παρ. 4 εδ. ‘ του ν.2472/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αιτιολογούνται επαρκώς χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι εξής, κρίσιμες και αναγκαίες για την θεμελίωση της καταδικαστικής κρίσεώς του, ουσιαστικές και νομικές παραδοχές: α) της υπάρξεως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των παθόντων αφ’ ενός μεν Γ. Κ. και Β.ς Κ. και αφ’ ετέρου των Ν. Σ. και Ο. Σ., συνισταμένων (των δεδομένων αυτών) στην εμφάνιση των σωμάτων όλων αυτών των προσώπων και επί πλέον στις κινήσεις βαδίσεως των πρώτων και στις συνομιλίες δια ζώσης των δευτέρων με άλλους (κληθέντες από αυτούς αστυνομικούς), β) της περιλήψεως των προσωπικών τούτων δεδομένων των ανωτέρω φυσικών προσώπων, με την γενομένη από τον κατηγορούμενο, χωρίς προς τούτο δικαίωμα και συναίνεσή τους, βιντεοσκόπησή τους και αποθήκευσή τους με κριτήριο τους ιδίους (παθόντες αυτούς) στο αρχείο της βιντεοκάμεράς του και γ) της μεταγενέστερης της περιλήψεώς τους στο αρχείο αυτό, ανασύρσεως από τον κατηγορούμενο από τούτο (αρχείο της βιντεοκάμεράς του) των δεδομένων αυτών με κριτήριο τους ως άνω παθόντες και την ανακοίνωσή τους (ως άνω βιντεοσκοπημένων δεδομένων των παθόντων), με την, προδήλως ως όντος του μόνου προς τούτο δυνατού τρόπου, προβολή του αρχείου αυτού, στους μη δικαιουμένους σε τούτο τρίτους Κ. Δ., Π. Γ., Δ. Τ. και Π. Α..
Επομένως, είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δεν εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση α) ποια προσωπικά δεδομένα των παθόντων περιήλθαν σε γνώση του με την γενομένη υπ’ αυτού άνευ συναινέσεώς τους βιντεοσκόπηση των παθόντων, β) το αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο οποίο χωρίς δικαίωμα έγινε η επέμβαση από τον αναιρεσείοντα και γ) ο τρόπος με τον οποίον έγιναν η επέμβαση και η ανακοίνωση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των παθόντων, είναι αβάσιμες. Εντεύθεν αβάσιμος για τους ιδίους αυτούς λόγους είναι και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατ’ αμφότερα τα μέρη του, με τα οποία πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τους ειδικότερους αναιρετικούς λόγους, αφ’ ενός μεν της εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ , σε συνδυασμό με το στοιχ. Α’ του ΚΠΔ ελλείψεως της, κατά τα ανωτέρω, απαιτουμένης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εντεύθεν παραβιάσεως του εκ του άρθρου 5 παρ.1 της ΕΣΔΑ δικαιώματός του αναιρεσείοντος σε δίκαιη δίκη, η οποία (παραβίαση) συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ’ του ΚΠΔ, και αφ’ ετέρου της, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του αυτού Κώδικα, εκ πλαγίου παραβάσεως του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. α’ του ν.2472/1997. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου κύριου και πρόσθετου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη από 24-2-2015 δήλωση αναιρέσεως και οι επ’ αυτής από 4-11-2015 πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 24-2-2015 δήλωση αναιρέσεως του Ι. Κ. του Ν., επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 25-2-2015 ως και τους από 4-11-2015 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του ιδίου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. ΑΤ ../16-1-2015 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
 Και
 Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, που ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis