Ο μονήρης πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Παρέλειψε την τρίτη περίπτωση: νάναι και τα δυο: φιλόσοφος (Φρ. Νίτσε)

Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Ιατρική αμέλεια, προθεσμία προσφυγής κατά απορριπτικής εισαγγελικής διάταξης.

Διάταξη Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς 28/ 2013.
(ομοίως και Διάταξη Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς 14/ 2013

Περίληψη. Προσφυγή κατά εισαγγελικής διάταξης με την οποία απορρίφθηκε έγκληση. Προϋποθέσεις για τη νομότυπη άσκηση αυτής. Αποτελεί οιονεί ένδικο μέσο. Αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί ενδίκων μέσων. Προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής. Υπολογισμός αυτής. Διαδικασία. Υποχρέωση του προσφεύγοντα για κατάθεση παραβόλου υπέρ του δημοσίου επί ποινή απαραδέκτου. Κατάθεση ενός παραβόλου στη περίπτωση υποβολής μίας έγκλησης από περισσότερους εγκαλούντες. Υποβολή έγκλησης από τον προσφεύγοντα για το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια με παράλειψη, λόγω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης από υπόχρεο. Στοιχειοθέτηση του σχετικού εγκλήματος. Ποινική ευθύνη ιατρού για σωματική βλάβη ασθενούς.
Απαιτείται το εν λόγω αποτέλεσμα να οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του ή η παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το καθήκον αληθείας. Θεμελίωση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του ιατρού προς αποτροπή του αξιόποινου αποτελέσματος της σωματικής βλάβης του ασθενούς. Απαραίτητη και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ παράλειψης και αποτελέσματος. Παράλειψη του θεράποντος ιατρού από μη συνειδητή αμέλειά του, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο να επιλέξει την κατάλληλη για την ασθενή του ιατρική μέθοδο αποκατάστασης του ορθοπεδικού τραυματισμού της. Πρόκληση σωματικής βλάβης σε αυτήν. Συνυπαιτιότητα της παθούσας η οποία ωστόσο δεν αίρει την ευθύνη του ιατρού. Δεκτή και κατ’ ουσίαν η υπό κρίση προσφυγή. Παραγγελία για άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος του ιατρού.

Ι. Κατά με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθ. 47ΚΠΔ (όπως αντικ. αρχικώς με άρθρο 7 Ν. 3160/ 2003, και εκ νέου με άρθ. 28§§2,3 Ν. 4055/2012(ισχύς από 2.4.2012)), προβλέπεται ότι. «1. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης την απορρίπτει με διάταξη, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία. Ο εγκαλών έχει δικαίωμα να λάβει γνώση και αντίγραφο της διάταξης.». Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 1,2 και 3 του άρθρου 48 ΚΠΔ (όπως αντικ. αρχικώς με άρθρο 7 Ν. 3160/ 2003, και ακολούθως με άρθ. 28§4 Ν. 4055/2012, ενώ τέλος, με το άρθ. 93§2Α Ν.4139/20.3.2013 προστέθηκε εδάφιο β` μετά το εδάφιο α` της παραγράφου 2), προβλέπεται ότι «1. O εγκαλών μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μηνών από την έκδοση της διάταξης κατά τις παραγράφους 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, μπορεί να προσφύγει κατά αυτής στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών. Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται για κανένα λόγο. Για την προσφυγή συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα της εισαγγελίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διάταξη. 2. Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο πιο πάνω γραμματέας. Σε περίπτωση που υποβλήθηκε μία έγκληση από περισσότερους εγκαλούντες, κατατίθεται μόνο ένα παράβολο. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Αν δεν κατατεθεί το παράβολο η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών. 3. Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή παραγγέλλει είτε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης αν πρόκειται για κακούργημα για το οποίο, δεν έχει ήδη διενεργηθεί είτε την άσκηση ποινικής δίωξης στις λοιπές περιπτώσεις και διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.». Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται πως ο εγκαλών του οποίου απερρίφθη η έγκληση από τον Εισαγγελέα Πλημ/κών, δικαιούται να προσφύγει, κατά της απορριπτικής Διάταξης του τελευταίου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών μηνών, η οποία αρχίζει από την επομένη της έκδοσης της (κατά τα παρακάτω αναλυτικώς εκτιθέμενα).

Σημειώνεται πως,

1) η ως άνω προσφυγή αποτελεί οιονεί ένδικο μέσο, οπότε εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί ενδίκων μέσων του ΚΠΔ (Ολ ΑΠ 1345/1988, ΠΧ ΛΘ`311, ΑΠ869/2001, Πραξ Λογ ΠΔ 2001, 182, ΕιαΕφετ. Πατρ. 11/ 1993, ΠΧΜΡ740), και επομένως το επιτρεπτό καθώς και οι λόγοι ασκήσεως αυτής κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή του βουλεύματος στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών (ΑΠ 1282/1992 ΝοΒ1992/1074, Ποιν.Χρ. 1992/921),

2) η προαναφερθείσα τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής α) δεν παρεκτείνεται εξαιτίας της απόστασης, και επομένως, ισχύει ανεξάρτητα από το εάν ο εγκαλών διαμένει στην έδρα της εισαγγελίας, που εξέδωσε την κατ` άρθρο 47 ΚΠΔ διάταξη, ή εκτός της έδρας ή ακόμα και στο εξωτερικό, και β) δεν υπολογίζεται πλέον, μετά την τροπ/ση της ως άνω διατάξεως(άρθ. 48 ΚΠΔ) με άρθ. 28 § 4 Ν. 4055/2012, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθ. 168 και 169§2 ΚΠΔ, οι οποίες αναφέρονται όταν αυτή (προθεσμία) τίθεται σε ημέρες (βλ. Α. Κονταξή «η έγκληση στην ποινική δίκη», 2003, σελ. 309, σημ. 917, Μ. Παπαδογιάννη, άρθρο 48, σελ. 110) ΔιατΕισΕφΘεσ (Κ. Ηρακλείδη) 112/1985, Αρμ (1988), αλλά ελλείψει ειδικότερης ρυθμίσεως του Κ.Ποιν.Δ, εφαρμόζονται αναλογικώς «ένεκα της ενότητος της εννόμου τάξεως» (ΑΠ 204/2008, Νόμος), οι διατάξεις των άρθ. 145 § 2 ΚΠολ.Δ. και 243 εδ. β' Α.Κ., δοθέντος ότι, ενώ με τη παλαιά διάταξη χορηγούνταν προθεσμία για άσκηση της προσφυγής κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτ/κών, εκείνη των 15 ημερών από της επιδόσεως της στον εγκαλούμενο, μετά την ως άνω τροπ/ση που επήλθε, αυτή (προθεσμία)κατέστη αποκλειστική εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών από της εκδόσεως της.
   Ειδικότερα, σύμφωνα με την ερμηνευτική προσέγγιση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων α) 240, 241, 242 και 243 του Αστικού Κώδικα, και β) 144 παρ. 1 και 145 παρ. 2 Κ.ΠολΔ, σχετικά με τις καθοριζόμενες από το νόμο, δικαστική απόφαση και δικαιοπραξία προθεσμίες ορίζονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: η προθεσμία αρχίζει την επόμενη της ημέρας όπου έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της (άρθρο 241 εδ. α`). Η προθεσμία λήγει όταν περάσει ολόκληρη η τελευταία ημέρα και αν είναι κατά νόμο εορτάσιμη, όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη (άρθρο 242). Προθεσμία που έχει προσδιοριστεί σε μήνες λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε και αν δεν υπάρχει αντίστοιχη η τελευταία ημέρα του μηνός (άρθρο 243 εδ. β`) (ΑΠ 156/2008(πολιτική), η οποία δέχθηκε ότι " ... η πενταετής παραγραφή αρχίζει από την επομένη της ημέρας κατά την οποία ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, λήγει δε μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου χρόνου και αν αυτή είναι κατά νόμο εορτάσιμη, όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη (ΑΚ 241,242,243 παρ.3)». Σημειώνεται ότι το ίδιο θέμα έχει λυθεί νομολογιακά και από ποινικής απόψεως (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 204/2008, Νόμος) η οποία δέχθηκε ότι. «... η τρίμηνη  προθεσμία για την υποβολή της εγκλήσεως είναι ανεξάρτητη από την κατά το άρθρο 111 ΠΚ  παραγραφή των εγκλημάτων και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 243 εδ. β` ΑΚ και 145 παρ.2 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και εν προκειμένω, ένεκα της ενότητος της εννόμου τάξεως, λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός, που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, δηλαδή με την ημέρα κατά την οποίαν ο δικαιούμενος σε υποβολή εγκλήσεως έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμέτοχους.». Κατά συνέπεια στη προκειμένη περίπτωση, η τρίμηνη προθεσμία της προσφυγής του άρθ.48 ΚΠοινΔ αρχίζει την επόμενη της ημέρας όπου έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της (την επομένη της ημερ/νίας έκδοσης της Διατάξεως του Εισαγ. Πρωτ/κών), και λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε και αν δεν υπάρχει αντίστοιχη η τελευταία ημέρα του μηνός, προς δε, αν αυτή είναι κατά νόμο εορτάσιμη (δηλαδή Σάββατο ή Κυριακή ή άλλη εορτή), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη,

3) για την προσφυγή συντάσσεται από τον γραμματέα της εισαγγελίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διάταξη, έκθεση, κατά την έννοια των άρθ.148 έως και 153 του ΚΠΔ, με την παρουσία είτε του ιδίου του προσφεύγοντα είτε του πληρεξουσίου συνηγόρου του, οποίος υποχρεούται στη περίπτωση αυτή να έχει εξουσιοδοτηθεί νομίμως, κατά την έννοια των άρθ. 42 § 2 και 96 § 2, 465 § 1α,β,γ ΚΠΔ,

4) ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο πιο πάνω γραμματέας, σε περίπτωση δε, που δεν κατατεθεί το ως άνω παράβολο η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών. Μάλιστα μετά τη προσθήκη με το άρθ. 93§2Α Ν.4139/20.3.2013 β εδαφίου μετά το εδάφιο α` της παραγράφου 2 του άρθ. 48 ΚΠΔ, σε περίπτωση που υποβλήθηκε μία έγκληση από περισσότερους εγκαλούντες, τότε κατατίθεται ένα παράβολο, εκ μέρους όλων, χωρίς να ισχύει βεβαίως και το αντίθετο δηλαδή πολλές εγκλήσεις κατά του αυτού προσώπου και εγχείριση πολλών προσφυγών με κατάθεση ενός παραβόλου για αυτές(βλ. Διατ. Εισαγ.Εφετ. Πειρ. υπ`αριθ. 23/24.04.2013, αδημοσίευτη),  και

5) σε περίπτωση που ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή παραγγέλλει είτε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης αν πρόκειται για κακούργημα για το οποίο δεν έχει ήδη διενεργηθεί είτε την άσκηση ποινικής δίωξης στις λοιπές περιπτώσεις και διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.

II. Η παρούσα προσφυγή είναι δικονομικώς: α) εμπρόθεσμη, διότι ασκήθηκε την 22.04.2013, ήτοι εντός της ως άνω τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας, η οποία αφετηριάσθηκε στις 22.01.2013, και έληξε την 22.04.2013, β) νομότυπη, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο πρόσωπο (άρθρο 48 ΚΠΔ (ως αυτό ίσχυε αρχικώς μετά την αντ/σή του με άρθρο 7 Ν. 3160/ 2003, αλλά και με την εκ νέου όμοια με άρθ. 28§4 Ν. 4055/2012 ενώ τέλος, με το άρθ. 93 § 2Α Ν.4139/20.3.2013 προστέθηκε εδάφιο β` μετά το εδάφιο α` της παραγράφου 2), με δήλωση της προσφεύγουσας στη Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, Μαρία Γεωργίλη, με ημερομηνία 22.04.2013, από την ίδια την προσφεύγουσα αυτοπροσώπως, ενώ η σχετική έκθεση περιέχει τα κατά νόμο στοιχεία, όπως και λόγους προσφυγής, πρόδηλο δε τυγχάνει και το έννομο συμφέρον αυτής προς άσκηση της παρούσας προσφυγής, αφού διώκει την κίνηση της ποινικής δίωξης κατά του ανωτέρω με βάση την προαναφερόμενη έγκληση της, και γ) παραδεκτή, καθόσον επιτρέπεται στην εγκαλούσα, της οποίας η έγκληση απορρίφθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημ/κών, κατ` άρθρο 47 ΚΠ η προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών κατά της απορριπτικής διάταξης εκείνου (άρθρα 48, 463, 465 παρ 1, 474 παρ 1. ΚΠΔ, εκ των οποίων, η μεν πρώτη διάταξη εφαρμόζεται ευθέως οι δε λοιπές αναλογικά και επί προσφυγών ως κρινόμενη, που θεωρείται ως οιονεί ένδικο μέσο), προς δε, η προσφεύγουσα επισύναψε -ως υποχρεούτο από τη νεοπαγή ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθ.48 ΚΠΔ- στην υπό κρίση προσφυγή -επί ποινή απαραδέκτου- το ειδικό παράβολο των 300€ (βλ. σχετικά 3 παράβολα των 100€ έκαστο, του Ελληνικού δημοσίου, συν/να).

   Κατά συνέπεια, η υπό κρίση προσφυγή θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ` ουσία.

 III. Η προσφεύγουσα, με την κρινόμενη προσφυγή της στρέφεται κατά της υπ` αριθ. 36 από 21.01.2013 Διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε, κατ` άρθρο 47 ΚΠΔ, η υπ` ABM A-12/574 με ΕΓ 08-12/149 από 16.05.2012 έγκληση της, κατά του: ..,γεν. στις 04.06.1957 στην Αθήνα, κατ. Αθηνών, για τη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια με παράλειψη, λόγω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης, παρ`υποχρέου (αρθ. 1. 14, 15, 26§1β, 28, 51, 53, 314 §1α, 315§1β ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθ. 2 § § 1,2,3, άρθ- 10,11,12 Ν. 3418/ 2005 (=Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας)) που φέρεται ότι τέλεσε στον Πειραιά στις 11.03.2011.
     Ειδικότερα, η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πειραιά με την πληττόμενη υπ` αριθ. 36 από 21.01.2013 Διάταξη της απέρριψε την υπ` ABM A-12/574 με ΕΓ 08-12/149 από 16.05.2012 έγκληση της ως άνω προσφεύγουσας, κατά του εγκαλουμένου, διότι δέχθηκε ότι η υπό κρίση έγκληση τυγχάνει ουσιαστικώς αβάσιμη για τους αναφερομένους σε αυτή λόγους.

IV. Σύμφωνα με το άρθρο 314 παρ. 1 εδ α΄ ΠΚ όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Οταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες όπου το εν λόγω αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια του ή η παράλειψη του δεν ήταν σύμφωνη με το καθήκον αληθείας. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (άρθ.2 § § 1,2,3 και αρθ.Π, 12 Ν. 341S/2005) καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Προϋποτίθεται βέβαια ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, στην περίπτωση κατά την οποία, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει(ΑΠ 603/ 2012, 436/ 2012, 236/ 2012,1308/2011, 669/2011,640/2011,159/2011, 1720/2010, 1191/2010 κ.α).

V. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τη παράθεση του περιεχομένου της πληττόμενης διατάξεως, σε συνδυασμό με τους λόγους που εκτίθενται στην υπό κρίση προσφυγή και γενικώς από  όλο ανεξαιρέτως το υλικό της προκαταρκτικής  εξετάσεως (μάρτυρες, έγγραφα, ιδία της από 03.08.2012 έκθεσης ιατρικής πραγ/σύνης και της από 21.08.2012 αντιστοίχου εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου (εκτιμώμενης ως απλού εγγράφου)) καθώς και με την από 07.08.2012 κλήση προς παροχή εγγράφων εξηγήσεων του εγκαλουμένου, και το συνοδεύον αυτή σημείωμα του, συνάγονται τα εξής:
 η προσφεύγουσα ηλικίας σήμερα 56 ετών (γεν. το έτος 1957), μετά από πτώση της την 10.04.2011, υπέστη κάταγμα κάτω πέρατος δεξιού μηριαίου. Μετά από συνεννόηση με τον εγκαλούμενο, ο οποίος -σημειωτέον- ήταν ο θεράπων ιατρός που την χειρούργησε στο παρελθόν (2004-2005) σε αμφότερα τα ισχία για οστεοαρθρίτιδα επί εδάφους συγγενούς εξαρθρήματος (αρθροπλαστική), διεκομίσθη στο ιδιωτικό νοσοκομείο «...», όπου μετά από ακτινολογικό έλεγχο διεγνώσθη, ότι πράγματι υπέστη «συντριπτικό (5 τεμαχίων) διαυπερκονδύλιο κάταγμα κάτω πέρατος μηριαίου (τύπου C3 κατά ΑΟ), οπότε μετά από συζήτηση με τον εγκαλούμενο και αφού καταρχήν προφανώς της εγνώσθη υπό του τελευταίου, αφενός η βαρύτητα του κατάγματος, η οποία επιτείνετο τόσο από τη θέση στην οποία επισυνέβη, όσο και εξ αυτής καθ` εαυτής της πολυπλοκότητας του, κατά τα παρακάτω αναφερόμενα, και αφετέρου, η μέθοδος που θα ακολουθείτο για την αποκατάσταση του, δευτερευόντως, επιτεύχθη η προς τούτο απαιτουμένη συναίνεση της ασθενούς, και την επομένη (11.04.2011) εισήχθη στο χειρουργείο για χειρουργική αποκατάσταση. Πράγματι, η τελευταία (χειρ/κή αποκ/ση) πραγματοποιήθηκε για το μεν διακονδύλιο τμήμα του κατάγματος με »εσωτερική οστεοσύνθεση με ειδικές βίδες σπογγώδους οστού και 2 βελόνες Kirschner», για δε το υπερκονδύλιο τμήμα αυτού με «μία βίδα απορροφούμενη" (΄βλ. την από 03.08.2012 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Χειρουργού-Ορθοπαιδικού .., σε συνδυασμό με την διεγχειρητική από 11.03.2011 ακτινογραφία, συν/νες). Ωστόσο, σε δυο μετεγχειρητικές ακτινογραφίες του χειρουργημένου γόνατος,οι οποίες ελήφθησαν στις 14 και 15.03.2011, ήτοι 3 και 4 ημέρες αντιστοίχως από της επεμβάσεως και ενώ το τραύμα ήταν με «μηροκνημικό γύψινο επίδεσμο (Ε 14.03.2011 και 15.03.2011)», απεικονίζεται», (βλ. την από 03.08.2012 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Χειρουργού-Ορθοπαιδικού.., συν/νη). Μάλιστα, ο ιατρός πραγματογνώμονας, μετά και από σύγκριση, των ως άνω ακτινογραφιών με εκείνες που φύλασσε στο αρχείο του ο ορθοπαιδικός ιατρός ...(που χειρούργησε εκ νέου την προσφεύγουσα) διερωτήθηκε, πως επήλθε  «...η μεγάλη μετατόπιση τμήματος (παρασχίδας του υπερκονδυλίου κατάγματος μαζί με τη βίδα συγκράτησης του...», αν και από ιατρικής μεθόδου που ακολουθήθηκε εκ μέρους του εγκαλουμένου συμφώνησε πλήρως, καθόσον «...Το υπερκονδύλιο τμήμα του κατάγματος ανατάχθηκε και συγκρατήθηκε επαρκώς με 1 βίδα, θεωρώντας σωστά (ο εγκαλούμενος), ότι η συντριπτικότητα του κατάγματος, η παρουσία μετατραυματικού αιματώματος και ο περιορισμός του διεγχειρητικού τραυματισμού των ιστών γύρω από το κάταγμα θα οδηγούσε στη βιολογική πώρωση (δευτερογενή  πώρωση), την οποία συνήθως παραβλάπτει η παρουσία ογκώδους υλικού εσωτερικής οστεοσύνθεσης...» (βλ. την από 03.08.2012 έκθεση ιατρικής  πραγματογνωμοσύνης του  Χειρουργού-Ορθοπαιδικού ..., συν/νη). Με σειρά δε, επιχειρημάτων απέδωσε την ως άνω παρεκτόπιση του υπερκονδυλίου τμήματος, τόσο στη φύση του κατάγματος, όσο και στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα φόρτισε (βάδισε) το χειρουργημένο σκέλος, παρά τις αντίθετες οδηγίες του θεράποντος ιατρού της εγκαλουμένου), δοθέντος ότι ιατρικώς επιτρέπεται «...η μερική φόρτιση του σκέλους, με βοήθημα, μετά τις 6 εβδομάδες και η πλήρης φόρτιση μετά τις 12 εβδομάδες,  με την προϋπόθεση της ακτινολογικής  εμφάνισης ικανοποιητικού πώρου... » (βλ. την από  03.08.2012 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Χειρουργού-Ορθοπαιδικού ..., συν/νη). Ειδικότερα η κρίση του αυτή επιστηρίχθηκε κυρίως. 1) στο φύλλο νοσηλείας της προσφεύγουσας - ασθενούς, με ημερ/νία 15.03.2011 (4η μετεγχειρητική ημέρα), όπου καταχωρήθηκαν τα εξής «...η ασθενής παρά την εντολή του θεράποντα να μην κινητοποιείται εκτός κλίνης σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα συνοδεία συγγενούς της (γιου της) χωρίς να ενημερωθούμε. Την είδε μπαίνοντας στο δωμάτιο η φυσιοθεραπεύτρια Κα .., η οποία την ενημέρωσε και πάλι ότι υπάρχει ρητή εντολή του Κου ... να μην σηκώνεται ούτε για τουαλέτα. Με τη βοήθεια φυσιοθεραπευτού και νοσηλευτών επέστρεψε στο κρεβάτι χωρίς πλέον να πατήσει (χωρίς  φόρτιση).. -» (βλ. σχετ. φύλλο νοσηλείας, συν/νο), 2) στην από 06.12.2011 ιατρική γνωμάτευση του Ορθοπαιδικού Χειρουργού ιατρού .., όπου αναγράφεται ότι «η Κα ... παρουσίασε επανακάταγμα και χρειάσθηκε αναθεώρηση της οστεοσύνθεσης», 3) στην από 10.03.2011 καρδιολογική προεγχειρητική εξέταση του καρδιολόγου ιατρού ... όπου αναγράφεται ότι= « η ασθενής ήταν παχύσαρκη», και 4) στο ότι η προσφεύγουσα - ασθενής στην έγκληση της, αποδέχεται ότι ο εγκαλούμενος ήταν ο θεράπων ιατρός που την χειρούργησε και στα δυο ισχία για οστεοαρθρίτιδα επί εδάφους συγγενούς εξαρθρήματος «κατά τα έτη 2004 και 2005» (βλ.. σχετ. έγγραφα που μνημονεύονται ανωτέρω, συν/να).
Η συμπερασματική κρίση όμως αυτή του πραγματογνώμονα, αντικρούεται, κυρίως για το λόγο ότι, αν και η μέθοδος που επέλεξε ο εγκαλούμενος για την ανάταξη του υπερκονδυλίου τμήματος του κατάγματος, ήτοι με τη συγκράτηση ενός και μόνον κοχλία(βίδα), προκειμένου να περιορισθεί ο διεγχειρητικός τραυματισμός των ιστών γύρω από το κάταγμα και να επέλθει έτσι  έγκαιρα  η βιολογική πώρωση του αντίστοιχου σκέλους της ασθενούς, ήταν μεν ιατρικώς αποδεκτή, πλην όμως για την in concreto περίπτωση της παθούσας- προσφεύγουσας έδει να αποφευχθεί, καθόσον αυτός ως θεράπων ιατρός της, τελούσε εν γνώσει του ιατρικού ιστορικού της (με πρόσβαση στο πλήρες αρχειακό υλικό, όπως ακτινογραφίες, γενικότερες κλινικές και παρακλινικές εξετάσεις, προεγχειρητική και μετεγχειρητική πορεία κ.άό), και ιδίως ότι η τελευταία, α) ήταν ιατρικώς επιβεβαρυμένη με αρθοπλαστικές αμφοτέρων των ισχύων της, την αποκατάσταση των οποίων είχε πραγματοποιήσει ο ίδιος κατά τα έτη 2004-2005, και ως εκ τούτου ήταν ενήμερος ότι, από την άνω πλευρά του γόνατος (υπερκονδύλιος  περιοχή) όπου θα γίνονταν η με τεχνικά μέσα ανάταξη και στερέωση των καταγεόντων οστών,  ήδη υπήρχε το μεταλλικό εμφύτευμα της ως άνω αναφερομένης αρθροπλαστικής του αντιστοίχου  δεξιού ισχίου, β) ήταν παχύσαρκη και ως εκ τούτου η αποκατάσταση του τραύματος(ασφαλώς και η βιολογική του πώρωση)θα επιτείνετο έτι περισσότερο του συνήθως συμβαίνοντος, και γ) ότι η ηλικία της (διήνυε το 54° έτος της ηλικίας της), της επέβαλλε την αποφυγή άσκοπης καταφυγής σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις, εν όψει των ανωτέρω, και αντ`αυτής να επιλέξει την ιατρική μέθοδο που ακολούθησε ο ορθοπαιδικός χειρουργός ... που κατ΄ αποτέλεσμα αποδείχθηκε η πλέον ενδεδειγμένη επιστημονικώς γιατί απεκατέστησε την παρεκτόπιση του ως άνω υπερκονδυλίου τμήματος με οστεοσύνθεση και ειδικότερα «με πλάκα, κοχλίες και σύρματα»  (βλ. την από 06.12.2011 ιατρική βεβαίωση του ορθοπαιδικού χειρουργού ..., συν/νη), εις τρόπον ώστε, η πορεία της αποκατάστασης του τραύματος(επούλωση- πώρωση)να είχε αίσιο και ασφαλές μετεγχειρητικό αποτέλεσμα, διασφαλίζοντας και το τυχόν εκ μέρους της ασθενούς, εντεύθεν αρνητικό αποτέλεσμα συμμορφώσεως της, προς τις σαφείς πράγματι εντολές-οδηγίες του, προς αποφυγήν φορτίσεως του σκέλους της με καθήλωση της επί κλίνης (βλ. σχετικές εντολές- οδηγίες του σε φύλλο νοσηλείας,συν/νο).

    Αντ`αυτού όμως ο εγκαλούμενος ιατρός, από μη συνειδητή αμέλεια του, αν και είχε ιδιαίτερη νομική προς τούτο υποχρέωση, παρέλειψε να επιλέξει τη τελευταία ως άνω μέθοδο αποκατάστασης- ανάταξης του κατάγματος της προσφεύγουσας (με οστεοσύνθεση και ειδικότερα, «με πλάκα, κοχλίες και σύρματα»), η οποία (μέθοδος) εν τέλει και εφαρμόσθηκε επιτυχώς( με ικανοποιητικά μετεγχειρητικά αποτελέσματα}, και ως εκ τούτου,  τυγχάνει, ασφαλώς αποδεκτή από την ιατρική επιστήμη, με αποτέλεσμα, να προκληθεί στην τελευταία σωματική βλάβη, συνισταμένη σε παρεκτόπιση του ως άνω υπερκονδυλίου τμήματος,  σχεδόν αμέσως μετά το χειρουργείο, γεγονός που απεικονίσθηκε -άλλωστε- και στις δυο μετεγχειρητικές ακτινογραφίες, ενώ είναι πλέον ή βέβαιον ότι ο εγκαλούμενος είχε τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του γνώσεις και ικανότητες, αλλά και εξαιτίας του επαγγέλματος του, ως Διδάκτορος της ιατρικής επιστήμης, και ως εξειδικευμένου ιατρού με ειδικότητα ορθοπαιδικού χειρουργού με πολύχρονη εμπειρία, αλλά και της ιδιότητας του, ως Διευθυντού της Ορθοπαιδικής κλινικής του ιδιωτικού νοσοκομείου «...», ήτοι θεραπευτικού κέντρου πανελλήνιας εμβέλειας, με αυστηρή επιλογή στο ιατρικό προσωπικό, να προβλέψει και να αποφύγει το επελθόν αποτέλεσμα.

    Πάντα ταύτα δε, ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητος της παθούσης, που παρακούοντας τις οδηγίες- εντολές του, ενώ ήταν ακόμη στο νοσοκομείο σε ανάρρωση, ηγέρθη από τη κλίνη της και μετέβη(με τη βοήθεια συγγενικού της προσώπου) στην τουαλέτα, φορτίζοντας έτσι ανεπίτρεπτα το τραυματισμένο σκέλος της, η οποία (συνυπαιτιότητα) ωστόσο, κρίνεται ότι δεν ήταν αποκλειστική, για να άρει την προαρξαμένη ευθύνη του εγκαλουμένου, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, και ως εκ τούτου δεν δύναται να διακόψει τον, μεταξύ της ως άνω παραλείψεως του, και του επελθόντος αποτελέσματος, αιτιώδη σύνδεσμο. Τέλος, μόλις που αξίζει να σημειωθεί ότι η κρίση μας αυτή, στοιχεί και με το γεγονός ότι ο εγκαλούμενος αν και τελούσε εν γνώσει της μετεγχειρητικής κατάστασης του τραύματος της προσφεύγουσας, τουλάχιστον από της επισκοπήσεως των από 14 και 14.03.2011 ακτινογραφιών, απέφυγε να την ενημερώσει αμέσως και επακριβώς, αναλαμβάνοντας και την αναλογούσα -σε ίδιες περιπτώσεις- ιατρική ευθύνη, ενώ ώφειλε να το είχε πράξει, ως τούτο επιβάλλει το καθήκον αληθείας του ιατρού έναντι του ασθενούς και ειδικώς προβλέπεται από τη διάταξη του άρθ. 11 του Κωδικός Ιατρικής Δεοντολογίας. Αλλ` αντ`αυτού, προτίμησε να αποστασιοποιηθεί της ευθύνης του, παρά τις εκκλήσεις της προσφεύγουσας να αναλάβει εκ νέου την αποκατάσταση της παρεκτόπισης του υπερκονδυλίου κατάγματος(βλ. δικόγραφα προσφυγής, εγκλήσεως, συν/να).

    Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή και κατ` ουσίαν η υπό κρίση Προσφυγή και ασκηθεί από την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, ποινική δίωξη κατά του εγκαλουμένου ιατρού .., Διευθυντού της Ορθοπαιδικής κλινικής του Νοσοκομείου «...», για τη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια με παράλειψη, λόγω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης, παρ` υποχρέου (άρθ. 1, 14, 15, 26§1β, 28, 51, 53, 314 §1α, 315§1β ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθ. 2 §§1.2,3, άρθ. 10,11,12 Ν. 3418/2005 (:Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας)) που φέρεται ότι τέλεσε στον Πειραιά στις 11.03.2011, σε βάρος της προσφεύγουσας- εγκαλούσας.

Για τους λόγους αυτούς
Ι. Δεχόμαστε τυπικά και κατ` ουσίαν την υπ` αριθ. 10/22.04.2013 προσφυγή της εγκαλούσης ..., γεν. στις 18.09.1957 στον Πειραιά, κατ. Νίκαιας Αττικής, κατά της υπ` αριθ. 36 από 21.01.2013 Διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε, κατ` άρθρο 47 ΚΠΔ, η υπ` ABM A-12/574 με ΕΓ 08-12/149 από 16.05.2012 έγκληση της, κατά του ιατρού, Διευθυντού της Ορθοπαιδικής κλινικής του Νοσοκομείου ...,γεν. στις 04.06.1957 στην Αθήνα, κατ. Αθηνών (...), για τη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια με παράλειψη, λόγω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης, παρ`υποχρέου (άρθ. 1, 14, 15, 26§1β, 28, 51, 53, 314 §1α, 315§1β ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθ. 2§§1,2,3, άρθ. 10,11,12 Ν. 3418/2005 (.Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας)) που φέρεται ότι τέλεσε στον Πειραιά στις 11.03.2011.

II. Παραγγέλλουμε την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του, ιατρού, Διευθυντού της Ορθοπαιδικής κλινικής του Νοσοκομείου «...,γεν. στις 04.06.1957 στην Αθήνα, κατ.Αθηνών (...), για τη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια με παράλειψη, λόγω  ιδιαίτερης νομικής  υποχρέωσης, παρ` υποχρέου (άρθ. 1, 14, 15, 26§1β, 28, 51, 53, 314 §1α. 315§1β ΠΚ) που φέρεται ότι τέλεσε στον Πειραιά στις 11.03.2011.

III. Διατάσσουμε την επιστροφή του συνολικού παραβόλου των 300 ευρώ(= υπ`αριθ. 1433558, 1433559, 1433560 των 40€ έκαστο αντιστοίχως, ως και των υπ` αριθ. 25330, 25451 και 25452 των 60 € έκαστο, αντιστοίχως) στην καταθέσασα ..., γεν. στις 18.09.1957 στον Πειραιά, κατ. Νίκαιας Αττικής.

Πειραιάς, 07.05.2013

Ο Εισαγγελέας Εφετών

Κων/νος/ Σοφουλάκης
Αντεισαγγελέας Εφετών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis