Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Ψευδής καταμήνυση, δυσφήμιση, αναφορά αξιόποινης πράξης σε δικόγραφο.

Διάταξη Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών 250/ 2016.

Περίληψη. Ψευδής καταμήνυση. Αναφορά αξιόποινης πράξης σε δικόγραφο πολιτικής δίκης δεν συνιστά την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης. Δεν υποχρεούται ο δικαστής , αλλά διαβιβάζει κατά την κρίση του το δικόγραφο , κατ’ άρθρον 38 ΚΠΔ , στον εισαγγελέα για διερεύνηση άσκησης ποινικής δίωξης. Συκοφαντική δυσφήμηση. Έννοια «τρίτου» προς τον οποίο γίνεται ο ισχυρισμός ή διάδοση του γεγονότος. Δεν θεωρούνται ως «τρίτοι» τα δικαστικά πρόσωπα ( εισαγγελείς , δικαστές , γραμματείς δικαστηρίων) ούτε ο δικαστικός επιμελητής , ο οποίος επιδίδει δικόγραφο. Δεν τελείται επομένως συκοφαντική δυσφήμηση με μόνη την κατάθεση αγωγής , μήνυσης ή άλλου δικογράφου.
Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Αφού λάβαμε υπ’ όψη την με αριθμό 147/8-9-2016 προσφυγή των α) ….  και β) ..  κατά της με αριθμό 88-16/95/28Δ/2016 απορριπτικής Διάταξης της κ. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών  ως προς την από ….  έγκλησή των    , εκθέτουμε τα ακόλουθα :
   Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 47 ΚΠΔ - ως αντικατεστάθη με το άρ. 28 § 2 § 3  Ν.4055/ 2012 -  1. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει  την έγκληση, που έλαβε και αν κρίνει, ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει, με διάταξη, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία. Ο εγκαλών έχει δικαίωμα να λάβει γνώση και αντίγραφο της διάταξης. 2. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρο 243§2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει, ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο. 3.  Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43παρ.1 και 5, 44 και 45 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση.
   Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 48 ΚΠΔ - ως αντικατεστάθη με το άρ. 28§4 Ν. 4055/2012 και 93 §2.Α.  Ν. 4139/2013 - 1. Ο εγκαλών μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μηνών από την έκδοση της διάταξης κατά τις παραγράφους 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, μπορεί να προσφύγει κατά αυτής στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών. Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται, για κανένα λόγο. Για την προσφυγή, συντάσσεται έκθεση, από το γραμματέα της εισαγγελίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διάταξη. 2. Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) €, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο πιο πάνω γραμματέας. Σε περίπτωση που υποβλήθηκε μία έγκληση από περισσότερους εγκαλούντες, κατατίθεται μόνο ένα παράβολο. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν δεν κατατεθεί το παράβολο η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών. 3. Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή, παραγγέλλει είτε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης αν πρόκειται για κακούργημα για το οποίο δεν έχει ήδη διενεργηθεί είτε την άσκηση της ποινικής δίωξης στις λοιπές περιπτώσεις και διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.  Η κατά το άρθρο 48 ΚΠΔ προσφυγή κατά της απορριπτικής της έγκλησης διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, φέρει το χαρακτήρα του οιονεί ενδίκου μέσου και επομένως εφαρμόζονται επ’ αυτής οι περί ενδίκων μέσων διατάξεις, εκτός αν άλλως ορίζεται ή υπαγορεύει η ιδιαιτέρα φύση αυτής.
   Η υπό κρίση προσφυγή τυγχάνει: α) εμπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε εντός της υπό του νόμου (άρθρο 48 ΚΠΔ) τρίμηνης οριζόμενης προθεσμίας, αφού η διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών εκδόθηκε και καταχωρήθηκε την …. και η προσφυγή ασκήθηκε την 8-9-2016 , β) νομότυπη, αφού ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των προσφευγόντων, πρόδηλο δε τυγχάνει το έννομο συμφέρον των αφού επιδιώκουν την κίνηση της ποινικής διώξεως κατά των εγκαλουμένων με βάση την προαναφερόμενη έγκληση και γ) παραδεκτή, καθόσον επιτρέπεται στον εγκαλούντα, του οποίου η έγκληση απορρίφθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατ’ άρθρο 47 ΚΠΔ , η προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών κατά της απορριπτικής διάταξης εκείνου (άρθρα 48, 463, 465 § 1, 474 § 1 § 2 ΚΠΔ, εκ των οποίων το πρώτο εφαρμόζεται ευθέως και τα λοιπά αναλογικά και επί προσφυγών του άνω είδους) και έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο από την παράγραφο 2 του άρθρου 48 ΚΠΔ παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) €, επισυναπτόμενο στην έκθεση του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και συνεπώς ως τυπικά δεκτή, πρέπει περαιτέρω, να εξετασθεί , ως προς την κατ’ ουσίαν βασιμότητά της. Με την προσβαλλομένη Διάταξη ο Εισαγγελέας απέρρριψε την από …. έγκληση των …..κατά των 1) … .2) …. και 3) ….. , για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά συρροή ( 229§1, 362, 363 Π.Κ. ) , φερόμενες τελεσθείσες στην Αθήνα την …….
Oι προσφεύγοντες με την έγκλησή τους ανέφεραν ότι οι εγκαλούμενοι με το κείμενο της από ……. αγωγής τους στρεφομένη κατά των εγκαλούντων-προσφευγόντων , κατατεθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκαν ενώπιον τρίτων γεγονότα εν γνώσει τους συκοφαντικά για τους εγκαλούντες και ακόμη με την ίδια αγωγή κατεμήνυσαν, εν γνώσει τους ψευδώς, τους εγκαλούντες ως υπαίτιους τέλεσης της αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απιστίας φερομένης ως τελεσθείσης σε βάρος της περιουσίας της εταιρίας με την επωνυμία .Α.Ε. Η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών , μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης , απέρριψε , κατ’ άρθρον 47 ΚΠΔ, ως ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη την έγκληση με την ήδη προσβαλομένη Διάταξή της .

Οι εγκαλούντες στην υπό κρίση προσφυγή τους εκθέτουν τα ακόλουθα :
Αναφέρεται στην προσβαλομένη Διάταξη ότι για την τέλεση της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται μήνυση ενώπιον της αρχής, αλλιώς δεν συντρέχει το υποκειμενικό στοιχείο του αδικήματος. Αυτή η διαπίστωση είναι εσφαλμένη, καθώς απαιτείται οποιαδήποτε αναφορά προς την Αρχή, στην οποία να αφήνονται υπόνοιες για τέλεση αξιόποινης πράξης. Ειδικότερα οι αναφορές που περιλαμβάνονται στην επίδικη αγωγή, δίνουν η δυνατότητα στον πολιτικό δικαστή να διαβιβάσει τα πρακτικά της δίκης στον αρμόδιο Εισαγγελέα για την άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς σε όλο το περιεχόμενο της περιλαμβάνονται αναφορές, με τις οποίες οι εγκαλούμενοι όχι μόνο αφήνουν υπόνοιες τέλεσης αλλά με βεβαιότητα  καθιστούν τους εγκαλούντες υπαίτιους τέλεσης κακουργηματικής απιστίας ( 390 ΠΚ), καθώς αναφέρουν ότι κατά την εκτέλεση των εργασιακών τους καθηκόντων προέβαιναν κατ` εξακολούθηση και δολίως στην τέλεση επιζήμιων ενεργειών σε βάρος της εταιρίας. Ειδικότερα στην σελίδα 12 της αγωγής αναφέρουν «Αντί τούτου όμως, οι εναγόμενοι προέβαιναν σε ενέργειες αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρίας και αποσιωπούσαν στοιχεία, τα οποία θα αποκάλυπταν την παράνομη και επιζήμια για την εταιρία συμπεριφορά τους». Στην σελίδα 15 αναφέρουν: «Συνεπώς, αν οι εναγόμενοι, αντί να προβαίνουν σε επιζήμιες για την εταιρεία μας ενέργειες και παραλείψεις και αντί να αποσιωπούν στοιχεία, τα οποία προέδιδαν την παράνομη, υπαίτια και ζημιογόνα για την εταιρεία μας συμπεριφορά τους, εκπλήρωναν τα καθήκοντά τους καλόπιστα και με τον απαιτούμενο βαθμό επιμέλειας, ως όφειλαν....»
Στην σελίδα 26 ξεκάθαρα καθιστούν τους εγκαλούντες ψευδώς υπαίτιους τέλεσης κακουργηματικής απιστίας παραθέτοντας αυτούσια την διάταξη του άρθρου 390 Π.Κ. και πιο κάτω αναφέρουν: «Τις παράνομες αυτές ενέργειες τελούσε ο πρώτος εναγόμενος από κοινού με την δεύτερη εναγόμενη, η οποία επίσης ήταν σε γνώση των οικονομικά συμφερότερων προσφορών. Ενώ δε γνώριζε πολύ καλά ότι η απόρριψη αυτών και η εμμονή τόσο της ίδιας όσο και του πρώτου εναγόμενου στην προμήθεια χαρτονιού σε υψηλότερες τιμές προκαλούσε ζημία στην περιουσία της εταιρείας μας, εκείνη τις απέρριπτε και τις αποσιωπούσε.»
Στην προσβαλομένη Διάταξη η Εισαγγελέας εσφαλμένα έκρινε πως το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά, καθώς δεν προέκυψε ο σκοπός κίνησης της ποινικής δίωξης, αφού δεν κατατέθηκε μήνυση από τους εγκαλουμένους, ενώ αυτό στοιχειοθετείται πλήρως, καθώς οι εγκαλούμενοι κατέθεσαν ενώπιον των δικαστικών αρχών αγωγή . στην οποία διαλαμβάνονται αναφορές . οι οποίες καθιστούν τους εγκαλούντες  υπαίτιους τέλεσης κακουργηματικής απιστίας , κάνοντας αυτούσια παράθεση του άρ 390 ΠΚ. εν γνώσει τους ότι τα συγκεκριμένα περιστατικά είναι ψευδή. Έχει κριθεί ότι αρκεί και αγωγή, στην οποία περιλαμβάνονται ψευδείς αναφορές και υπόνοιες για την τέλεση αξιόποινης πράξης, ώστε να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως, όπως εν προκειμένω συμβαίνει. Εξάλλου για τις αναφορές που περιλαμβάνονται σε μία αγωγή, ο ίδιος ο πολιτικός δικαστής μπορεί , αν διαπιστώσει ότι υπάρχουν υπόνοιες τέλεσης αξιόποινων πράξεων, να διαβιβάσει τα πρακτικά της δικογραφίας στον αρμόδιο Εισαγγελέα για την άσκηση  ποινικής δίωξης.
Η Εισαγγελέας προβαίνει στην προσβαλλόμενη διάταξή της σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 367 ΠΚ, αφού αναφέρει πως οι διαλαμβανόμενοι στην αγωγή ισχυρισμοί των εγκαλουμένων , ακόμα κι αν κριθούν ως ψευδείς από το πολιτικό δικαστήριο , δεν εμπίπτουν στην έννοια της συκοφαντικής δυσφήμησης, επειδή εντάσσονται στην προσπάθεια να προασπίσουν τα έννομα συμφέροντά τους δια της δικαστικής οδού, ενώ έχει κριθεί ( σχετικές οι 1180/2010 και 1305/2007 αποφάσεις Αρείου Πάγου ) πως η συκοφαντική δυσφήμηση δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρ. 367 και συνεπώς δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης. Ακόμη εσφαλμένα χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς αυτούς ως « ήπιους όσον αφορά το γλωσσικό ύφος, διατυπωμένους προσεκτικά και χωρίς προσωπικούς χαρακτηρισμούς »
Χαρακτηριστικά παρατίθενται ορισμένες από τις δυσφημιστικές αναφορές των εγκαλουμένων στην αγωγή:
Στη σελίδα 12 : «Αντί τούτου όμως, οι εναγόμενοι προέβαιναν σε ενέργειες αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρίας και αποσιωπούσαν στοιχεία, τα οποία θα αποκάλυπταν την παράνομη και επιζήμια για την εταιρία συμπεριφορά τους»
Στη σελίδα 15 : «Συνεπώς, αν οι εναγόμενοι, αντί να προβαίνουν σε επιζήμιες για την εταιρεία μας ενέργειες και παραλείψεις και αντί να αποσιωπούν στοιχεία, τα οποία προέδιδαν την παράνομη, υπαίτια και ζημιογόνα για την εταιρεία μας συμπεριφορά τους, εκπλήρωναν τα καθήκοντά τους καλόπιστα και με τον απαιτούμενο βαθμό επιμέλειας, ως όφειλαν....»
Στη σελίδα 16 : «Οι ανωτέρω διαπιστώσεις αποδείκνυαν ότι οι εναγόμενοι όχι μόνο δεν επεδείκνυαν επιμέλεια, αλλά σκοπίμως απέκρυπταν προσφορές τρίτων για την προμήθεια χαρτονιού σε χαμηλότερες τιμές και σκοπίμως και επί ζημία της εταιρείας μας απέκλειαν τη συνεργασία με τους προμηθευτές αυτούς και συνέχιζαν τη συνεργασία με έτερους «ακριβότερους» προμηθευτές.»
Στη σελίδα 23 : «προέβαιναν σε επιζήμιες για την εταιρία μας ενέργειες και παραλείψεις, ενώ ταυτόχρονα αποσιωπούσαν στοιχεία, τα οποία προέδιδαν την παράνομη, υπαίτια και ζημιογόνα για την εταιρία μας συμπεριφορά τους»
Στην σελίδα 26 παραθέτουν αυτούσια την διάταξη του άρθρου 390 Π.Κ. και πιο κάτω αναφέρουν : «Τις παράνομες αυτές ενέργειες τελούσε ο πρώτος εναγόμενος από κοινού με την δεύτερη εναγόμενη, η οποία επίσης ήταν σε γνώση των οικονομικά συμφερότερων προσφορών. Ενώ δε γνώριζε πολύ καλά ότι η απόρριψη αυτών και η εμμονή τόσο της ίδιας όσο και του πρώτου εναγόμενου στην προμήθεια χαρτονιού σε υψηλότερες τιμές προκαλούσε ζημία στην περιουσία της εταιρείας μας, εκείνη τις απέρριπτε και τις αποσιωπούσε.»
Όλες οι ανωτέρω αναφορές που φέρουν ψευδώς τους εγκαλούντες να έχουν δολίως ζημιώσει την εταιρία κατά ποσό 345.832,92 € , προσβάλλουν βάναυσα την τιμή και υπόληψή τους και την επαγγελματική τους υπόσταση Το περιεχόμενο αυτών των δυσφημιστικών αναφορών έλαβαν γνώση υπάλληλοι της γραμματείας του Δικαστηρίου, ο δικαστικός επιμελητής, καθώς και ο Πρόεδρος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , πρόσωπα που θεωρούνται «τρίτοι» κατά την έννοια των άρθρων 363, 363 ΠΚ ( ΑΠ 1362/2000 ΠΧ ΝΑ 518,1091/1988 ΠΧΛΘ 63 ). Σκοπός των εγκαλουμένων - πλην της κινήσεως ποινικής δίωξης κατά των εγκαλούντων - με την επίδικη αγωγή είναι επι πλέον ο αποπροσανατολισμός από τις εναντίον τους κατηγορίες κατόπιν μηνύσεως του πρώτου εγκαλούντος , για τις οποίες έχουν παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών ως υπαίτιοι τέλεσης α) απόπειρας εκβίασης από κοινού, β) παραβίασης προσωπικών δεδομένων από κοινού , γ) συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού , δ) ηθικής αυτουργίας στην παραβίαση προσωπικών δεδομένων , για περιστατικά που αφορούν την εκβιαστική απόλυση του πρώτου εγκαλούντος. Η υπόθεση προσδιορίστηκε για τη ... και 5 ημέρες πριν την εκδίκαση της, οι εγκαλούμενοι κατέθεσαν την επίδικη αγωγή  προσπαθώντας να έχουν έναν υπερασπιστικό ισχυρισμό, ο οποίος θα μπορούσε να τους απαλλάξει από τις κατηγορίες. Ακόμη από το ιστορικό της αντιδικίας διαπιστώνεται το οργανωμένο σχέδιο των εγκαλουμένων τωρινών εκπροσώπων της εταιρίας να απομακρύνουν τους εγκαλούντες από την οικογενειακή επιχείρηση, στην οποία είναι μέτοχοι με ποσοστό 11%, και την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των, χωρίς την καταβολή της απαιτούμενης εκ του νόμου αποζημίωσης. Αναφέρουν χαρακτηριστικά πως το 2015 κατήγγειλαν εκβιαστικά και καταχρηστικά τις συμβάσεις εργασίας των εγκαλούντων και της μικρότερης αδελφής τους.., ολοκληρώνοντας το συνωμοτικό τους σχέδιο περί αποκλειστικής ενασχόλησής τους με την οικογενειακή επιχείρηση. Για τους ανωτέρω λόγους ζητούν να γίνει δεκτή η υπό κρίση προσφυγή , να ακυρωθεί η προσβαλλομένη Διάταξη και να ασκηθεί ποινική δίωξη για τις αναφερόμενες στην έγκληση αξιόπoινες πράξεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχή, ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος σκοπού, θα πρέπει δηλαδή ο δράστης με την πράξη του να επιδιώκει την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος. Για την διαπίστωση της συγκρότησης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης είναι συνεπώς αναγκαίο να διαπιστωθεί εάν η πράξη του δράστη, με την οποία ανακοινώνει κάποια αξιόποινη πράξη ενώπιον αρχής κατά ορισμένου προσώπου, είναι τέτοια που μπορεί να ικανοποιεί την επιδίωξη του δόλου σκοπού, να θέσει δηλαδή σε λειτουργία την πραγμάτωση των ενεργειών της αρχής που οδηγούν στην έναρξη της διαδικασίας κίνησης ποινικής δίωξης (ΑΠ 128/2016, 607/2016, 29/2015). Στην περίπτωση που η αναφορά της αξιόποινης πράξης γίνεται στο κείμενο αγωγής , που απευθύνεται ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου , δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές (βλ. Μαργαρίτη ΕρμΠοινΚωδικα 2009 σελ 605). Η δυνατότητα κίνησης ποινικής δίωξης επ’ αφορμή  πολιτικής δίκης προβλέπεται στο άρθρο 38 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο «όταν κατά την διάρκεια πολιτικής ή ποινικής δίκης ανακύπτει γεγονός που μπορεί να χαρακτηρισθεί έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, ο δικαστής, αν σύμφωνα με τον νόμο δεν μπορεί να το δικάσει ο ίδιος αμέσως, οφείλει να συντάξει έκθεση και να την διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με τα σχετικά έγγραφα». Στην ενέργεια αυτή προβαίνει ο δικαστής, το δικαστικό συμβούλιο ή κάθε ποινικό ή πολιτικό δικαστήριο , εφόσον σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας διαπιστώσει ότι έχει τελεσθεί οιαδήποτε αυτεπαγγέλτως διωκομένη πράξη, η οποία μπορεί να είναι ως ιστορικό γεγονός είτε η ίδια πράξη την οποία δικάζει, ως πολιτικός δικαστής, είτε οιαδήποτε άλλη πράξη. Εάν δηλαδή κατά την εκδίκαση αστικής υπόθεσης με αντικείμενο αδικοπραξία, επελθούσα ως αποτέλεσμα αξιόποινης συμπεριφοράς (λ.χ απάτης, υπεξαίρεσης, απιστίας) ο δικαστής διαπιστώσει ότι συντρέχουν γεγονότα που συνηγορούν στο ότι τελέσθηκε αξιόποινη πράξη, τότε οφείλει να πράξει, κατά το άρθρο 38 ΚΠΔ, συντάσσοντας σχετική έκθεση και αποστέλλοντάς την στον αρμόδιο για την άσκηση ποινικής δίωξης εισαγγελέα. Η ενέργεια αυτή του πολιτικού δικαστή δεν είναι όμως μία τυπική πράξη διαβίβασης των στοιχείων στον εισαγγελέα , στην οποία είναι υποχρεωμένος να προβεί άνευ ετέρου όταν σε μία αστική αγωγή αναφέρεται ότι τελέσθηκε μία αξιόποινη πράξη. Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 37 ΚΠΔ , στο οποίο προβλέπεται ότι οι ανακριτικοί υπάλληλοι και κάθε δημόσιος υπάλληλος οφείλουν να ανακοινώσουν χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο εισαγγελέα οτιδήποτε πληροφορούνται με κάθε τρόπο για αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως. Στην περίπτωση αυτή , η διατύπωση του άρθρου με τις φράσεις «χωρίς χρονοτριβή» και «οτιδήποτε πληροφορούνται» δεικνύει την σαφή υποχρέωση ανακοίνωσης οιουδήποτε γεγονότος μπορεί να αφορά σε αξιόποινη πράξη, δίχως να δίνεται στον υπάλληλο η δυνατότητα να διαπιστώσει προηγουμένως εάν υπάρχουν γεγονότα που μπορεί να συγκροτούν αξιόποινη πράξη. Στην περίπτωση αυτή δηλαδή ο υπάλληλος ενεργεί απλώς ως διαβιβαστικό όργανο προς τον εισαγγελέα των στοιχείων αυτών. Σε αντίθεση, το άρθρο 38 ΚΠΔ αναφέρεται σε αντίστοιχη υποχρέωση που έχουν οι δικαστές αλλά υπό διαφορετικές προϋποθέσεις , άλλως δεν θα υπήρχε λόγος θέσπισης της διάταξης αυτής, αφού η υποχρέωση και του δικαστή θα καλυπτόταν από αυτή του άρθρου 37 ΚΠΔ. Στο άρθρο 38 ΚΠΔ η υποχρέωση του δικαστή να συντάξει έκθεση υφίσταται από την στιγμή που αυτός, κατά την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων, διαπιστώσει κατά την κρίση του ότι συντρέχουν στοιχεία τέλεσης αξιόποινης πράξης. Συνεπώς μόνη η αναφορά σε μία αγωγή ότι τελέσθηκε από τον εναγόμενο αδικοπρακτική συμπεριφορά, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και αξιόποινη πράξη δεν είναι αρκετή για να θεμελιώσει υποχρέωση του δικαστή να διαβιβάσει αντίγραφο της αγωγής με σχετική έκθεση αξιόποινης πράξης στον εισαγγελέα . Τούτο υποχρεούται να πράξει ο δικαστής όταν κατά την κρίση του διαπιστώσει ότι συντρέχουν τα στοιχεία αυτά, άλλως δεν υποχρεούται στην σύνταξη έκθεσης κατ’ άρθρον 38 ΚΠΔ , ενώ η κρίση αυτή του δικαστή, ως κυριαρχική, δεν ελέγχεται ούτε αναιρετικά (ΑΠ 913/2015, 960/ 2015, ΑΠ 30/ 2005 ΠοινΛογ 2005 89, ΑΠ 1161/ 2003 ΠοινΛογ 2003 1225). Περαιτέρω είναι αυτονόητο ότι το δικόγραφο της αγωγής είναι η πρώτη πράξη μίας πολιτικής δίκης και ο δικαστής προκειμένου να σχηματίσει ιδία άποψη για την ουσιαστική βασιμότητα των αναφερομένων σε αυτό , αναμένει την προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους, την εξέταση των μαρτύρων και εν συνεχεία επεξεργασία και αξιολόγηση του συλεγέντος αποδεικτικού υλικού, ώστε να καταλήξει στην τελική του κρίση. Είναι επομένως προφανές ότι η κατάθεση του δικογράφου δεν είναι ποτέ δυνατόν να οδηγήσει στην σύνταξη έκθεσης αξιόποινης πράξης, κάτι το οποίο άλλωστε θα ήταν εκτός του σκοπού του κανόνα δικαίου του άρθρου 38ΚΠΔ, το οποίο θέλει τον δικαστή να κρίνει ο ίδιος εάν συντρέχουν στοιχεία τέλεσης αξιόποινης πράξης και όχι διαβιβαστικό όργανο εγγράφων προς τον εισαγγελέα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η κατάθεση αγωγής ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, στην οποία αναφέρεται ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου ταυτόχρονα συνιστά αξιόποινη πράξη δεν είναι ικανή να οδηγήσει στην διαβίβαση αντιγράφου της αγωγής στον αρμόδιο εισαγγελέα και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η πράξη κατάθεσης της αγωγής επιδιώκει - ως άμεσο αποτέλεσμα - την κίνηση της διαδικασίας, που μπορεί να οδηγήσει στην ποινική δίωξη του εναγομένου. Δεν πραγματώνεται συνεπώς με την κατάθεση του δικογράφου η αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, αφού αυτή μόνη δεν οδηγεί ευθέως στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και δεν πληρούται ούτε το υποκειμενικό στοιχείο της πράξης, που απαιτεί δόλο σκοπού.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση. Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 α’ - δ’ § 2 ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’ ), εκτός εάν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 363 - πρόκειται δηλαδή για εν γνώσει ανακοίνωση ψευδών γεγονότων - και εάν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης (ΑΠ 308/2016, 128/2016, 607/2016, 43/2016, 389/2016, 125/2016, 134/2016, 606/2016). Ειδικότερα για την συγκρότηση της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης ή και της απλής δυσφήμησης, κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί , πλην άλλων , εάν η ανακοίνωση του γεγονότος γίνεται ενώπιον τρίτου και εάν μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψη του παθόντος. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις («τρίτος» και «δυνατότητα βλάβης τιμής και υπόληψης») μπορεί να συνδέονται, υπό την έννοια ότι ένα γεγονός που αντικειμενικά μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψη του παθόντος, να μην είναι δυνατόν να προκαλέσει την βλαπτική του ενέργεια όταν ανακοινώνεται ενώπιον προσώπων που έχουν κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα, ή όταν η ανακοίνωση γίνεται υπό ορισμένες περιστάσεις.  Ειδικότερα, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου αγωγής ενώπιον του δικαστικού επιμελητή που επιδίδει αυτήν, ενώπιον του δικαστή και του γραμματέα του δικαστηρίου, όπου κατατίθεται και ενώπιον γενικά προσώπων, τα οποία εκ του επαγγέλματός τους λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου του δικογράφου, ερευνητέο είναι εάν συγκροτείται η πράξη της συκοφαντικής ή απλής δυσφήμησης. Η υποβολή δικογράφου ενώπιον δικαστού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στην έννοια της ανακοίνωσης ενώπιον «τρίτου», που μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψη κάποιου προσώπου. Η δυνατότητα προσβολής της τιμής νοείται ως ο σχηματισμός στην συνείδηση του τρίτου προσώπου μίας αρνητικής εικόνας αποδοκιμασίας για το πρόσωπο, στο οποίο αφορά το δυσφημηστικό γεγονός. Αυτό απαιτεί ο τρίτος να είναι δεκτικό πρόσωπο, που έστω δυνητικά μπορεί να σχηματίσει την αρνητική αυτή εικόνα, ως αποτέλεσμα της αποδοχής των δυσφημηστικών γεγονότων, ως αληθινών. Τούτο πράγματι είναι δυνατό να συμβαίνει όταν το δυσφημηστικό γεγονός γίνεται γνωστό σε τρίτους, οι οποίοι είτε αγνοούν το δυσφημιζόμενο πρόσωπο - παθόντα , είτε το γνωρίζουν και έχουν ήδη μία εικόνα για την τιμή και υπόληψή του, η οποία μπορεί να καταστεί αρνητική, εφόσον οι τρίτοι μπορεί να θεωρήσουν, κατά την κρίση τους, ως αληθή τα γεγονότα αυτά. Σημειωτέον ότι δεν απαιτείται να διαπιστωθεί ότι πράγματι σχηματίσθηκε αρνητική εικόνα για τον παθόντα αλλά αρκεί η δυνατότητα να σχηματισθεί αυτή. Θα πρέπει δηλαδή το γεγονός να είναι κατ’ αντικειμενική κρίση μειωτικό της τιμής και ο τρίτος , στον οποίον ανακοινώνεται , να είναι δυνατόν να αξιολογήσει αυτό και να καταλήξει, εφόσον το κρίνει ως αληθές, σε αρνητική αντίληψη για την τιμή και υπόληψη του παθόντος. Σε τέτοια αξιολόγηση είναι δυνατόν να προβεί ο κάθε τρίτος, ο οποίος αξιολογεί τα γεγονότα απλώς ως ακροατής και χωρίς να λαμβάνει γνώση αυτών στο πλαίσιο κάποιας υπηρεσιακής υποχρέωσης. Εν αντιθέσει ο δικαστής, ο γραμματέας του δικαστηρίου και γενικά κάθε πρόσωπο θεσμικά εξουσιοδοτημένο να λαμβάνει γνώση δικογράφων, καταγγελιών, μηνύσεων, έχοντας το καθήκον να διαγνώσει, εντός του πλαισίου της υπηρεσιακής του υποχρέωσης, την βασιμότητα των αναφερομένων σε αυτά, δεν προβαίνει στην ίδια εκτίμηση αυτών, όπως κάθε τρίτο πρόσωπο. Το δικαστικό πρόσωπο δεν είναι τρίτος θεσμικά και δικονομικά, ως προς το βιοτικό συμβάν που εξετάζει, όπως είναι οιοσδήποτε παρών, ο οποίος θα λάβει γνώση της δυσφημηστικής εκδήλωσης και θα σχηματίσει ενδεχομένως κρίση για την τιμή του προσβαλομένου προσώπου. Τα δικαστικά πρόσωπα έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η έκφραση προσωπικής άποψης και πολύ περισσότερο ο σχολιασμός (επικριτικός ή επαινετικός) των όσων λαμβάνουν γνώση. Έτσι τα δικαστικά πρόσωπα διατυπώνουν μόνον την δικανική τους κρίση, ως προς την βασιμότητα των ερευνητέων γεγονότων, ακολουθώντας τους κανόνες απόδειξης της πολιτικής είτε της ποινικής δικονομίας. Η διατύπωση της κρίσης τους είναι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και είναι υποχρεωτική, εκ του καθήκοντός τους, αφού καλούνται να διαμορφώσουν μία έννομη σχέση ή να αποδώσουν ποινική ευθύνη, ως όργανα της πολιτείας και στο όνομα του ελληνικού λαού, σε καμία δε περίπτωση η όποια κρίση τους δεν μπορεί να περιέχει προσωπικές κρίσεις ή εκτιμήσεις για την τιμή και υπόληψη κάποιου προσώπου. Το αυτό ισχύει αναλογικά και για τα λοιπά πρόσωπα, που συμπράττουν στην πολιτική δίκη, όπως ο δικαστικός επμελητής, ο οποίος προβαίνει μόνον στην επίδοση του δικογράφου, αλλά και ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στην διαδικασία προσδιορισμού εκδίκασης της υπόθεσης, χωρίς επί πλέον να προκύπτει ότι τα πρόσωπα αυτά λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των δικογράφων, πλην των αναγκαίων στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά προσδιορισμό της συζήτησης. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ιδιαίτερα ότι μόνη η κατάθεση του δικογράφου της αγωγής δεν είναι ικανή να σχηματίσει οιαδήποτε πεποίθηση στην συνείδηση των δικαστικών  προσώπων, αφού ο δικαστής προκειμένου να σχηματίσει άποψη για την ουσιαστική βασιμότητα του περιεχομένου της, θα αναμένει την συζήτηση της υπόθεσης, την εξέταση των μαρτύρων, την κατάθεση προτάσεων των διαδίκων και εν συνεχεία θα προβεί στην επεξεργασία και αξιολόγηση του συλεγέντος αποδεικτικού υλικού, ώστε να οδηγηθεί στην τελική του κρίση. (ΠΠΡ ΑΘ  373/ 2016 Δικαιοσύνη 2016.1127, ΣυμβΠλημΑθ 2101/ 2015 αδημοσίευτη) .

Από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των όσων διαλαμβάνουν στην προσφυγή τους οι εγκαλούντες προέκυψε ότι :
Oι εγκαλούμενοι , ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας με την επωνυμία ...Α.Ε. , κατέθεσαν την ... ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών) την υπ` αρ ...αγωγή τους στρεφομένη κατά των εδώ εγκαλούντων με αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - εγκαλούντες να καταβάλουν , ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι , στην εταιρία το ποσόν των 395.832,92 € ως αποζημίωση εξ’ αιτίας της αναφερομένης στην αγωγή αδικοπρακτικής των συμπεριφοράς καθώς και το ποσόν των 150.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Στην αγωγή αυτή οι εγκαλούμενοι ισχυρίζονταν ότι ο πρώτος εναγόμενος , ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας στα έτη 2011 , 2012 και 2013 σε συνεργασία με την δεύτερη εναγόμενη συνήπτε συμφωνίες προμήθειας πρώτων υλών χαρτονιού σε τιμές υψηλότερες από άλλες ευνοϊκότερες προσφορές , οι οποίες ήσαν εν γνώσει των εναγομένων. Ακόμη , ενώ ο πρώτος εναγόμενος είχε την υποχρέωση να ενημερώνει τουλάχιστον ένα ακόμη μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας για την ύπαρξη οικονομικά ευνοϊκότερων προσφορών, αντιθέτως διαβεβαίωνε ότι δεν υπήρχαν τέτοιες προσφορές. Έτσι οι εναγόμενοι-εγκαλούντες ενεργώντας αντίθετα από τα καθήκοντα τους , παράνομα και αντίθετα με τα χρηστά ήθη , αποδεχόμενοι εν γνώσει τους προσφορές προμήθειας πρώτων υλών με υψηλότερες τιμές σκοπίμως ζημίωσαν την εταιρεία, τελώντας έτσι και την αξιόποινη πράξη της απιστίας σε βαθμό κακουργήματος (390εδ.β ΠΚ) , αφού η ζημία της εταιρίας από την παράνομη συμπεριφορά τους ανήλθε στο ποσόν των 395.832,92 €. Με αφορμή την κατάθεση της αγωγής αυτής οι εναγόμενοι - ήδη εγκαλούντες υπέβαλαν την υπό κρίση έγκλησή τους κατά των εναγόντων - ήδη εγκαλουμένων για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδούς καταμήνυσης. Ειδικότερα διότι με το περιεχόμενο της αγωγής ισχυρίσθηκαν για αυτούς εν γνώσει τους τα ανωτέρω συκοφαντικά γεγονότα, των οποίων έλαβαν γνώση ο δικαστικός επιμελητής, ο δικαστής και ο γραμματέας ενώπιον των οποίων κατετέθη η αγωγή, τελώντας έτσι την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ακόμη διότι με την ίδια αγωγή κατεμήνυσαν, εν γνώσει τους ψευδώς, τους εναγομένους-εγκαλούντες ως υπαίτιους τέλεσης της κακουργηματικής απιστίας σε βάρος της ανωτέρω εταιρίας. Σύμφωνα με όσα αναφέραμε στην μείζονα σκέψη μας, η κατάθεση του δικογράφου της αγωγής των εγκαλουμένων, ασχέτως του εάν τα αναφερόμενα σε αυτήν είναι ψευδή και δυσφημηστικά για τους εγκαλούντες, δεν στοιχειοθετεί τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης ούτε της συκοφαντικής ή απλής δυσφήμησης. Περαιτέρω δεν συντρέχει περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης για την πράξη της εξύβρισης (361 § 1 ΠΚ ) αφού το αξιόποινο αυτής εξαλείφεται, σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 8 Ν.4411/ 2016.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση έγκληση ορθώς απερίφθη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη με την προσβαλλομένη Διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, αφού δεν προέκυψαν ενδείξεις που δικαιολογούν την άσκηση ποινικής δίωξης για τις αναφερόμενες στην έγκληση πράξεις ούτε για άλλη αυτεπαγγέλτως διωκόμενη αξιόποινη πράξη.  Θα πρέπει επομένως η υπό κρίση προσφυγή να απορριφθεί κατ’ ουσίαν και να διαταχθεί η κατάπτωση των κατατεθέντων από τους προσφεύγοντες παραβόλων υπέρ του Δημοσίου.

                                                       Για τους λόγους αυτούς

Δεχόμεθα τυπικά και απορρίπτουμε κατ’ ουσίαν την με αριθμό …προσφυγή των α) ...και β) …  κατά της με αριθμό ... απορριπτικής Διάταξης της κ. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών.
Διατάσσουμε την κατάπτωση των κατατεθέντων από τους προσφεύγοντες παραβόλων υπέρ του Δημοσίου.
                                                                              Αθήνα 18-1-2017.
                                                                               ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
                                                                                    ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...