Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Αναγκαστική εκτέλεση χρηματικών απαιτήσεων, ανακοπή,προθεσμία.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Γ', 640/ 2017.
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων - Ανακοπή για την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης - Προθεσμίες - Περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης - Νέοι λόγοι ανακοπής -. Αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων. Η ανακοπή που πλήττει το κύρος της αναγκαστικής κατασχέσεως, για το λόγο ότι αυτή επιβλήθηκε σε ακίνητο η διάθεση του οποίου απαγορεύεται και είναι άκυρη πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, η οποία είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, διαφορετικά θεραπεύεται η ακυρότητα της κατασχέσεως και καθίστανται απρόσβλητες για το λόγο αυτό οι περαιτέρω πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, η δε ανακοπή με την οποία ζητείται η ακύρωση του πλειστηριασμού και της εκθέσεως κατακυρώσεως για τον ανωτέρω λόγο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εξαιτίας εκπρόθεσμης προβολής του σχετικού λόγου.
Η πάροδος της προθεσμίας προσβολής του πλειστηριασμού για έλλειψη εξουσίας προς διάθεση, καθιστά τον πλειστηριασμό τυπικά έγκυρο και απρόσβλητο με ανακοπή, έστω και αν δεν μπορεί να επέλθει το κατά το ουσιαστικό δίκαιο μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της κυριότητας στον υπερθεματιστή, επειδή υπάρχει νόμιμος λόγος απαγορεύσεως διαθέσεως του πράγματος. ’κυρη περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην ίδια προθεσμία ασκήσεως της ανακοπής.

    Κατά το άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ αντιρρήσεις του καθού η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή. Η ανακοπή αυτή κατά την διάταξη του άρθρου 934 παρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι παραδεκτή: (α) αν αφορά στην εγκυρότητα του τίτλου ή στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης (β) αν αφορά στην εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγινε από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή στην απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και (γ) αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, αν πρόκειται για κινητό, και σε ενενήντα ημέρες από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. Στην αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (άρθρο 934 παρ 2 ΚΠολΔ). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και ενόψει του γεγονότος ότι η κατά το σύστημα του ΚΠολΔ λειτουργία της δικονομικής ακυρότητας καθιστά αναγκαία την προσβολή των άκυρων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, οι οποίες παράγουν τις συνέπειες τους μέχρι ν’α απαγγελθεί με δικαστική απόφαση η ακυρότητα τους, οπότε επέρχεται αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων τους, γίνεται φανερό, ότι, αν οι επιμέρους πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας παρουσιάζουν ελάττωμα, πρέπει να προσβληθούν με ανακοπή (του άρθρου 933 ΚΠολΔ) μέσα σε ορισμένη προθεσμία, η οποία έχει ως αφετηρία ορισμένη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας και είναι δικονομική, διεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, αν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης (άρθρο 151 ΚΠολΔ) και η πράξη αυτή καθίσταται πλέον απρόσβλητη και δεν μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της εκτέλεσης, η σχετική δε ανακοπή (η ασκηθείσα μετά την πάροδο της προθεσμίας) απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Για την εφαρμογή των προθεσμιών του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το αίτημα της ανακοπής, το οποίο αναφέρεται στην ακύρωση μιας ή περισσοτέρων πράξεων της εκτέλεσης, αλλά και τα ιστορούμενα σ'’ αυτήν ελαττώματα, τα οποία πρέπει να αναφέρονται ευθέως και αμέσως στις προσβαλλόμενες με το αίτημα πράξεις και να θίγουν το κύρος τους. Ειδικότερα από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 934 παρ. 1 στοιχ. β’ και 992 παρ. 1 εδαφ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή που πλήττει το κύρος της αναγκαστικής κατασχέσεως, για το λόγο ότι αυτή επιβλήθηκε σε ακίνητο η διάθεση του οποίου είναι κατά νόμο απαγορευμένη και εντεύθεν άκυρη (ΑΚ 175) πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, η οποία είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, διαφορετικά, δηλαδή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, θεραπεύεται η ακυρότητα της κατασχέσεως και καθίστανται απρόσβλητες για το λόγο αυτό (δηλαδή της ελλείψεως εξουσίας διαθέσεως) οι περαιτέρω πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, η δε ανακοπή με την οποία ζητείται η ακύρωση του πλειστηριασμού και της εκθέσεως κατακυρώσεως για τον ανωτέρω λόγο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εξαιτίας εκπρόθεσμης προβολής του σχετικού λόγου. Η πάροδος της προθεσμίας προσβολής του πλειστηριασμού για έλλειψη εξουσίας προς διάθεση, καθιστά τον πλειστηριασμό τυπικά έγκυρο και απρόσβλητο με ανακοπή, έστω και αν δεν μπορεί να επέλθει το κατά το ουσιαστικό δίκαιο μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της κυριότητας στον υπερθεματιστή, επειδή υπάρχει νόμιμος λόγος απαγορεύσεως διαθέσεως του πράγματος (ΟλΑΠ 1688/1983).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 21/7/2008 ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία εξέθεταν ότι δυνάμει της 12879/1995 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε η λύση της κοινωνίας και η διανομή ενός αγροτεμαχίου, κείμενου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων, εκτός σχεδίου πόλης, επιφάνειας 244,65 τ.μ., όπως ειδικότερα περιγράφεται, μετά της επ’ αυτού παλαιάς οικίας, του οποίου συγκύριοι ήταν τόσο οι ίδιοι οι ανακόπτοντες, όσο και οι καθ’ ών η ανακοπή. Ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης, το ακίνητο αυτό εκπλειστηριάσθηκε με τη διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού και κατακυρώθηκε στους έξι πρώτους των καθ’ ών, οι οποίοι υπερθεμάτισαν, συντασσόμενης της υπ’ αριθμ. .../29-5-2008 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Γιαννούλα, νομίμως μεταγεγραμμένης. Πλην όμως ότι η ανωτέρω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης είναι άκυρη, όπως και ο πλειστηριασμός, γιατί: 1) η εκτελεστική διαδικασία επισπεύστηκε, χωρίς να υφίσταται εκτελεστός τίτλος, δεδομένου ότι η ανωτέρω δικαστική απόφαση της διανομής, τυγχάνει οριστική και όχι τελεσίδικη, αφού οι ανακόπτοντες ερημοδικάσθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η ανωτέρω δε απόφαση ουδέποτε τους επιδόθηκε ούτως ώστε να ασκήσουν, ένδικα μέσα κατ’ αυτής και 2) με την απόφαση περί διανομής και της επακολουθήσασας πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας πραγματοποιήθηκε παράνομη κατάτμηση ακινήτου, κατά παράβαση των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου 29 Ν. 1337/1983 που απαγορεύει την κατάτμηση αγροτεμαχίων στη Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ), του νομού Αττικής κάτω των 20 στρεμμάτων.. Ότι ειδικότερα, το εκπλειστηριασθέν ακίνητο βρίσκεται εντός της Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου του νομού Αττικής, αποτελεί δε τμήμα ευρύτερης ενιαίας έκτασης 2.258,98 τ.μ., η οποία ανήκε στη συγκυριότητα όλων των ανακοπτόντων και των καθ’ ών η ανακοπή και από την οποία αποχωρίστηκε κατά παράβαση του ανωτέρω νόμου, κατατμήθηκε και τελικώς μεταβιβάστηκε στους έξι πρώτους των καθ’ ών, μολονότι η κατάτμηση αυτή απαγορευόταν. Κατόπιν τούτων ζήτησαν: α) να ακυρωθεί, για τους ανωτέρω λόγους, η ως άνω υπ’ αριθμ. .../ 2008 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και β) να αναγνωρισθεί ότι λόγω της απαγορευμένης κατάτμησης (του άρθρου 29 Ν. 1337/1983) δεν επήλθε μετάθεση της κυριότητας του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στους έξι πρώτους των καθ’ ών. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ανακοπή αυτή και τη σωρευόμενη αναγνωριστική αρνητική αγωγή, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως. Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής. Όμως, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο του πιο πάνω λόγου, αυτός αφορά στην εγκυρότητα πράξεων της εκτέλεσης από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης και πέρα και, συνεπώς, έπρεπε να προβληθεί μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη. Επομένως το Εφετείο που απέρριψε ως απαράδεκτο, εξαιτίας της εκπρόθεσμης προβολής του, τον δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα.

    Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για μη λήψη παρά τον νόμο πραγμάτων, δηλαδή αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών, ιδρύεται μόνο αν οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια όμως επίδραση δεν έχουν οι απαραδέκτως προτεινόμενοι ή οι μη νόμιμοι ισχυρισμοί και, συνεπώς, η μη λήψη υπόψη ή η μη απάντηση σε αυτούς από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2001). Ο ίδιος λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας της προσβαλλόμενης περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, λόγω απαγορευμένης κατάτμησης ακινήτου, που συντελέστηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2παρ.1 και 2 του ν.δ. 690/1948, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.1 του ν.651/1977 "περί απαγόρευσης της μεταβίβασης κυριότητας οικοπέδου επαγόμενη τη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων". Όπως όμως προκύπτει από το επισκοπούμενο, κατ’ άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατά την εξέταση του τέταρτου λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων και ενός μέρους των πρόσθετων λόγων αυτής έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, επειδή προτάθηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

    Κατά τα άρθρα 933 επ., 583 επ., 585 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και τους λόγους της ανακοπής, δηλαδή τις ελλείψεις που δικαιολογούν την ακύρωση της ανακοπτόμενης πράξης. Νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην ίδια προθεσμία ασκήσεως της ανακοπής. Έτσι, νέοι λόγοι ανακοπής δεν μπορούν να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο από αυτόν που ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος στην πρωτόδικη ή την κατ’ έφεση δίκη ή με το δικόγραφο της έφεσής του κατά της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης και αν ακόμη πρόκειται για λόγους που συνίστανται σε ενστάσεις οψιγενείς, των οποίων ο χρόνος γένεσης δεν καθιστούσε δυνατή την προγενέστερη προβολή τους, με την τήρηση της ως άνω διάταξης του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ., η οποία ως ειδική κατισχύει έναντι των γενικών διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω μη προβολής του με την ανακοπή, αλλά για πρώτη φορά με τη μορφή λόγου έφεσης, τον ισχυρισμό τους ότι "δεν επήλθε μετάθεση της κυριότητας στους υπερθεματιστές λόγω του ότι συντελέστηκε παράνομη κατάτμηση, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τον διαχωρισμό ενιαίου αγροτεμαχίου εκτός σχεδίου σε ζώνη οικιστικού ελέγχου σε δύο μέρη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1337/1983 και των άρθρων 174 και 175 ΑΚ..", ενώ τον ισχυρισμό αυτό τον είχαν προβάλει, τόσο με την ανακοπή τους, όσο και με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, όπου ανέφεραν "περί απαγορευμένης κατατμήσεως του άρθρου 29 του ν. 1337/1983 αγροτεμαχίου εκτός σχεδίου που βρίσκεται σε ζώνη οικιστικού ελέγχου του νομού Αττικής κάτω των 20 στρεμμάτων". Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό, που αποτέλεσε το περιεχόμενο του δεύτερου λόγου της ένδικης ανακοπής, κυρίως ως απαράδεκτο, διότι δεν προτάθηκε μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1β’ ΚΠολΔ και όχι διότι αποτέλεσε νέο λόγο ανακοπής που προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο. Αλλά και με την εκδοχή ότι ο ισχυρισμός αυτός αποτέλεσε το περιεχόμενο λόγου της ανακοπής που επανέφεραν οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο κύριο λόγο της έφεσης τους και, με ένα μέρος των πρόσθετων λόγων αυτής, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με το να κρίνει ότι πρόκειται για νέο λόγο ανακοπής που προτάθηκε απαραδέκτως για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Και τούτο, διότι από την επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, του αντιγράφου της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, αντίθετα με τα όσα υποστηρίζουν στο αναιρετήριο, δεν πρόβαλαν ως λόγο ανακοπής κατά της προσβαλλόμενης περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης την ακυρότητα αυτής, εξαιτίας της απαγορευμένης κατάτμησης ακινήτου, κατά παράβαση των άρθρων 2παρ. 1 και 2 του ν.δ. 690/1948, σε συνδυασμό με το άρθρο 4παρ.1 ν.651/1977, αλλά ότι η ακυρότητα της παραπάνω περίληψης για το κρίσιμο αυτό ζήτημα οφειλόταν σε παράβαση των άρθρων 29 ν. 1337/1983 και 174,175 ΑΚ.
    Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή ο λόγος ανακοπής, όπως στην προκείμενη περίπτωση, κρίθηκαν απορριπτέα ως μη νόμιμα (ΟλΑΠ 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το δεύτερο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας της .../29.5.2008 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Γιαννούλα, η οποία (ακυρότητα) συνίστατο στην κατά παράβαση του άρθρου 29 ν. 1337/1983 παράνομη κατάτμηση ακινήτου. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υπό τις αιτιάσεις ασαφών και ανεπαρκών περί τούτου αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφιο ε’ ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), ενώ, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, το αίτημα των τελευταίων για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατ’ αρθρο 579παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, είναι πλέον χωρίς αντικείμενο.

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24/7/2016 αίτηση των Ι. και Ν. Σ. για αναίρεση της 5310/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειοντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου