Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Καθήκον αληθείας (ΚΠολΔ 116), απάτη, απάτη στο δικαστήριο, διαταγή πληρωμής,

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 1480/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Υποχρέωση τήρησης του καθήκοντος αληθείας από τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους τους και πληρεξουσίους τους. Η διάταξη του αρ. 116 ΚΠολΔ, που αποσκοπεί στον περιορισμό της καταχρήσεως των δικονομικών δυνατοτήτων επιβάλλει στο διάδικο την τήρηση, κατά τη διενέργεια των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως, καθιερώνοντας ως γνήσια υποχρέωση και όχι απλώς ως δικονομικό βάρος την τήρηση του καθήκοντος αληθείας. Τούτο απαγορεύει στα ανωτέρω πρόσωπα να προβάλλουν αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων γνωρίζουν, και αφετέρου να αμφισβητούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου, καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς. Η παράβαση του καθήκοντος αυτού προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος.
Άδικη εκτέλεση. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του αρ. 940 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν αποκλείεται η έγερση, πέραν της παρεχόμενης από τη διάταξη αυτή αγωγής αποζημίωσης, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτέλεσης, καθώς και η παρεμπίπτουσα κρίση κατά τη σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας οποιασδήποτε πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημίωσης του καθ’ ου η εκτέλεση. Αναιρεί την υπ’ αριθ. 15/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
 
Όπως από το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, θεωρείται τετελεσμένη η απάτη επί δικαστηρίου, όταν -δια της εν γνώσει υποβολής ψευδών ισχυρισμών, επικλήσεως και προσκομίσεως πλαστών ή ανακριβών αποδεικτικών στοιχείων- εκδίδεται από το πολιτικό δικαστήριο οριστική απόφαση και γίνονται δεκτά τα προβαλλόμενα και συνιστώντα το περιεχόμενο του ισχυρισμού του δράστη της απάτης σε βάρος του αντιδίκου του, εφόσον πείσθηκε το δικαστήριο για την αλήθεια αυτή των ισχυρισμών με ψευδή αποδεικτικά στοιχεία και με την εκδοθείσα οριστική απόφαση επήλθε βλάβη στον διάδικο, που είναι αντίδικος του δράστη. Η πράξη της απάτης στο δικαστήριο είναι δυνατό να τελεσθεί και με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση πλαστά ή ψευδή κατά περιεχόμενο αξιόγραφα ή άλλα ιδιωτικά έγγραφα, που περιέχουν δικαιοπρακτική δήλωση ή μαρτυρία αυτών, που το υπογράφουν, για ενσωματούμενη σε τέτοια έγγραφα χρηματική απαίτηση, όπως είναι η πράξη εγγύησης για την καταβολή οφειλής δανείου τρίτου προς Τράπεζα, από την οποία ο εγγυητής είχε ελευθερωθεί λόγω καταβολής, αλλά ο δικαστής, που επιλήφθηκε της αιτήσεως, παραπλανήθηκε από τα προσκομισθέντα από την αιτούσα Τράπεζα έγγραφα και εξέδωσε, βλαπτική για τα συμφέροντα του καθού η αίτηση, διαταγή πληρωμής, εξ αιτίας της οποίας επέρχεται βλάβη στην περιουσία του ή και απειλή κατά της περιουσίας, όταν αυτή δημιουργεί χειροτέρευση της παρούσας περιουσιακής καταστάσεως του αντιδίκου του δράστη, δεδομένου ότι αποτελεί κατά τα άρθρα 631 και 904 ΚΠολΔ τίτλο εκτελεστό (ΑΠ 626/2010, ΑΠ 1626/2008).
Περαιτέρω, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης προς αποζημίωση κατά τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ αποτελεί και η απάτη ενώπιον του δικαστηρίου δια της επικλήσεως και χρήσεως, εν γνώσει, νοθευμένων ή ανακριβών κατά περιεχόμενο αποδεικτικών εγγράφων, εξ αιτίας της οποίας το δικαστήριο παραπλανήθηκε και εξέδωσε απόφαση υπέρ του δράστη της απάτης και σε βάρος της περιουσίας τρίτου προσώπου, το οποίο και ζημιώνεται (ΑΠ 991/2010). 
Πέραν τούτων, σύμφωνα με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοι αυτών οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις. Η διάταξη αυτή που αποσκοπεί στον περιορισμό της καταχρήσεως των δικονομικών δυνατοτήτων επιβάλλει στο διάδικο την τήρηση, κατά τη διενέργεια των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως. Επίσης, καθιερώνει ως γνήσια υποχρέωση (και όχι απλώς ως δικονομικό βάρος) την τήρηση του καθήκοντος αληθείας. Τούτο απαγορεύει στα ανωτέρω πρόσωπα να προβάλλουν αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων γνωρίζουν, και αφετέρου να αμφισβητούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου, καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς. Δηλαδή, η παράβαση του καθήκοντος αυτού προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος. Περαιτέρω, η παράβαση του καθήκοντος της αλήθειας, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν πληροί και τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της απάτης, συνεπάγεται και υποχρέωση προς αποζημίωση του αντιδίκου (άρθρα 914, 919 ΑΚ) αν δεν αντιμάχεται το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση που τελικά εκδόθηκε, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν η αγωγή που ασκήθηκε κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στην περίπτωση αυτή, όποιος βλάφτηκε από την παράβαση του καθήκοντος αληθείας του αντιδίκου του, μπορεί να αξιώσει από τον παραβάτη αποζημίωση για περιουσιακή ζημία που έπαθε (επί πλέον εκείνης που καλύφθηκε από τη δικαστική δαπάνη), εφόσον η ζημιά του τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράβαση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του και γενικά για ηθική βλάβη, αφού μία τέτοια αγωγή (για αποζημίωση ή ηθική βλάβη) δεν αντιμάχεται το ουσιαστικό δεδικασμένο, αλλά συμπορεύεται μ’ αυτό. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επίσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ.
Συνεπώς προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ είναι: α) επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως, ανεξαρτήτως του είδους του τίτλου βάσει του οποίου επισπεύδεται αυτή, β) αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως μετά από άσκηση ανακοπής, γ) συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 914 ή 919 Α.Κ., δ) ζημία του καθού η εκτέλεση θετική ή αποθετική ή και μη περιουσιακή (ηθική βλάβη) και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της παράνομης εκτελέσεως. Επί πλέον, κατά την αληθή έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν αποκλείεται η έγερση, πέραν της παρεχόμενης από τη διάταξη αυτή αγωγής αποζημιώσεως, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτελέσεως, καθώς και η παρεμπίπτουσα κρίση κατά τη σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας οποιασδήποτε πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημιώσεως του καθ` ου η εκτέλεση (ΟλομΑΠ 9/ 2010, ΑΠ 1329/ 2014, ΑΠ 1437/ 2012). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 991/2010).

 Εν προκειμένω, η ενάγουσα με την από 12.5.1997 αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι (Τράπεζα και προστηθέντες απ’ αυτήν υπάλληλοι) να της πληρώσουν εις ολόκληρον ο καθένας αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που της προκάλεσαν από την εξιστορούμενη σε βάρος της αδικοπραξία. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η πρώτη εναγομένη (Τράπεζα), ενεργώντας δια των συνεναγομένων υπαλλήλων της, ζήτησε και πέτυχε (εξαπατώντας το δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου από τον οποίο απέκρυψε την αλήθεια) να εκδοθεί εναντίον της διαταγή πληρωμής και στη συνέχεια επίσπευσε σε βάρος της περιουσίας της αναγκαστική εκτέλεση "με αποκλειστικό σκοπό την επ’ ωφελεία της παρά το νόμο υπαίτια βλάβη της περιουσίας της", μολονότι γνώριζε ότι το χρέος, για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και για την ικανοποίηση του οποίου ακολούθησε η αναγκαστική εκτέλεση, είχε ολοσχερώς εξοφληθεί ήδη προ της αιτήσεως και εκδόσεως της διαταγής, πράγμα το οποίο τελικά αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση κατόπιν ασκήσεως σχετικής αναγνωριστικής αγωγής εκ μέρους της. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε αβάσιμη την αγωγή με τις ακόλουθες σκέψεις: "Με την υπ’ αριθ. .../12-12-1983 σύμβαση δανείου (πιστώσεως), που καταρτίστηκε στο Βόλο μεταξύ της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..."..., η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη δάνειο (πίστωση), με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 20.000.000 δραχμών, που αυξήθηκε αργότερα με σαράντα δύο (42) αυξητικές συμβάσεις. Η ενάγουσα, με την από 27-6- 1985 "πρόσθετη πράξη εγγυήσεως", παρέσχε εγγύηση προς την εδώ πρώτη εναγομένη δανείστρια και υπέρ της πρωτοφειλέτριας ..., για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης των προς την εναγομένη τράπεζα υποχρεώσεων της τελευταίας που απέρρεαν από τις πιστώσεις που είχε χορηγήσει η πρώτη εναγομένη προς αυτή με την ως άνω .../1983 σύμβαση και τις λοιπές αυξητικές συμβάσεις, που ακολούθησαν και ανέρχονταν τότε στο ποσό των 81.000.000 δραχμών, μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών για κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και έξοδα. Για την εξασφάλιση της εγγύησης αυτής η ενάγουσα συνήνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών, σε οικόπεδο, εκτάσεως 320 τ.μ., που βρίσκεται στο Βόλο ..., πράγμα που έγινε με την με αριθ. 606/28-6-1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου... Το οικόπεδο αυτό, της ενάγουσας, με το με αριθ. .../20-1-1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Ι. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα, συνενώθηκε, με άλλο όμορο οικόπεδο ιδιοκτησίας Α. Π., αδελφού της... με ποσοστό συμμετοχής της ιδίας στο όλο ακίνητο …/1000 και με ποσοστό συμμετοχής του Α. Π. …/1000. Στο οικόπεδο αυτό είχαν εγγραφεί δύο προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της πρώτης εναγομένης για συνολικό ποσό 29.000.000 δρχ. Οι ως άνω ιδιοκτήτες κατήρτισαν με την τεχνική εταιρία "... Ο.Ε." το υπ’ αριθ. ...10-2-1993 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδου και εργολαβικό του συμβολαιογράφου Βόλου I. Ζ. ... προκειμένου να ανεγερθεί επ’ αυτού πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής. Έπρεπε λοιπόν το ακίνητο αυτό να ελευθερωθεί από βάρη, όπως προσημειώσεις υποθήκης. Επειδή η πιστούχος εταιρία την Άνοιξη του 1992 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ο νόμιμος εκπρόσωπός της είχε σειρά επαφών και συσκέψεων με στελέχη και τις Διοικήσεις Τραπεζών που την είχαν χρηματοδοτήσει ως τότε, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγομένη ..., προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία για το σύνολο της οφειλής της ... Έτσι η ως άνω εταιρεία, στις 21-12-1992, με έγγραφο της προς την ... υπόσχεται ότι θα καταθέσει σε πίστωση λογαριασμού της το ποσό των 70.000.000 δραχμών, κατά την εκποίηση των ακινήτων της οδού ..., μεταξύ των οποίων και το οικόπεδο ιδιοκτησίας της ενάγουσας επί της οδού ... και η μονοκατοικία επί της ιδίας οδού ιδιοκτησίας Κ. Π.. Η πρώτη εναγομένη συμφώνησε στην πρόταση αυτή της πρωτοφειλέτριας- πιστούχου. Στη συνέχεια οι εγγυητές της σύμβασης ... μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, με το από 21- 12-1992 έγγραφό τους προς την πρώτη εναγομένη ... δηλώνουν ότι συναινούν στην άρση των βαρών που έχουν εγγραφεί στις ιδιοκτησίες που αναφέρουν σ’ αυτό, μεταξύ των οποίων και το συνενωμένο ήδη ακίνητο της ενάγουσας. Η ενάγουσα μαζί με τον Α. Π. και την πρωτοφειλέτρια -πιστούχο κατέβαλαν, χωρίς να εξαναγκασθούν από τους εναγομένους, το ποσό των 70.000.000 δραχμών. Ειδικότερα η πρωτοφειλέτρια κατάβαλε 10.000.000 δρχ. και οι Α. Π. και ενάγουσα, είτε οι ίδιοι είτε η εργολήπτρια εταιρία για λογαριασμό τους, 60.000.000. Εκ των 60.000.000 δρχ. τα (60.000.000χ572/1000=) 34.320.000 δρχ κατεβλήθησαν από την ενάγουσα... Η δήλωση καταβολής του ποσού των 70.000.000 δρχ. ήταν ελεύθερη και δεν υπήρξε αποτέλεσμα εκβίασης των εναγομένων, κατά την έννοια του Ποινικού Κώδικα (αρθρ. 385 ΠΚ), όπως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα... Ο προσδιορισμός του ποσού των 70.000.000 δρχ., που η πρώτη εναγομένη αξίωσε να καταβληθεί, προκειμένου να εξαλείψει την προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο της ενάγουσας, έγινε από τη Διοίκηση της πρώτης εναγομένης και όχι από τους προστηθέντες της, λοιπούς εναγόμενους. Η πρώτη εναγομένη, με το από 7-1-1993 έγγραφο της, αποδεχόμενη τις άνω έγγραφες προτάσεις και συναινέσεις των εγγυητών, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, συμφώνησε, εφόσον πιστωθεί ο λογαριασμός της πρωτοφειλέτριας με το ποσό των 70.000.000 δραχμών, στην εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου της ενάγουσας. Η εξάλειψη έγινε με την με αριθ. 41/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατόπιν της από 21-1-1993 αιτήσεως της ενάγουσας. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη με την από 1-4-1993 επιστολή, που επιδόθηκε στις 7-4-1993, κατήγγειλε τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού της πρωτοφειλέτριας πιστούχου και υπέβαλε στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την με αριθ. ….10-5-1993 αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής σε βάρος μεν της πιστούχου για το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού ύψους 475.263.533 δρχ., σε βάρος δε της ενάγουσας για το ποσό των 15.000.000 δρχ., με το οποίο είχε εγγυηθεί κάθε χρεωστικό υπόλοιπο από τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού. Με βάση την αίτηση αυτή εκδόθηκε η υπ’ αριθ. …1993 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία η ενάγουσα υποχρεώθηκε να πληρώσει, εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτρια πιστούχο, το ποσό των 15.000.000 δρχ., έντοκα από 1-4-1993. Η ενάγουσα, με τους λοιπούς συνεγγυητές και την πρωτοφειλέτρια, άσκησαν κατά της Διαταγής Πληρωμής την με αριθ. ...-8- 1993 ανακοπή, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της Διαταγής Πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή. Η ανακοπή αυτή απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 367/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου λόγω αοριστίας των ισχυρισμών της και επικυρώθηκε η Διαταγή Πληρωμής. Η απόφαση επιδόθηκε και δεν ασκήθηκαν κατ’ αυτής ένδικα μέσα. Ακολούθως ασκήθηκε η από 26 Νοεμβρίου 1993 με αριθ. κατ. ...-11-1993 ανακοπή κατά της ιδίας Διαταγής Πληρωμής και της από 2-11-1993 επιταγής προς πληρωμή από την ανήλικη τότε, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα Κ. Β. και Ε. Β. (ενάγουσα), Β. Β., η οποία απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 535/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, διότι η Διαταγή πληρωμής δεν υποχρέωνε την ανήλικη σε καταβολή κάποιου ποσού. Η απόφαση επιδόθηκε στους ανακόπτοντες. Κατ’ αυτής δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα και κατέστη τελεσίδικη. Στη συνέχεια η αρχικώς ενάγουσα με την από 27-11-1995 υπ’ αριθ. καταθ. .../1995 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, ζήτησε την ολική αναστολή της διαταγής πληρωμής και των ασφαλιστικών μέτρων (προσημειώσεων υποθήκης που ενέγραψε η πρώτη εναγομένη επί του ιδανικού μεριδίου της 25% εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος στο ..., επί του 25% εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος στην οδό ... και επί του 25% εξ αδιαιρέτου οικοπέδου στην οδό ... και της αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητου της στη ...). Η αίτηση αυτή απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 1532/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ... Με βάση την ως άνω Διαταγή Πληρωμής... η πρώτη εναγομένη, όπως είχε δικαίωμα, επιδίωξε και ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στο ιδανικά της μερίδια επί ακινήτων της ενάγουσας στο Βόλο και στο ... και κατάσχεσε αναγκαστικά ακίνητό της στη ...... Τέλος η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Βόλου την από 10-1-1996, με αριθ. κατ. ...-1-1996 αρνητική αναγνωριστική αγωγή με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι δεν οφείλει κανένα ποσό από την σύμβαση εγγύησης που είχε καταρτίσει με την πρώτη εναγομένη. Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 185/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα δεν οφείλει κανένα χρηματικό ποσό από την 27-6-1985 σύμβαση εγγύησης και ότι έχει ελευθερωθεί από αυτή. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 30-4-1996, δηλ. μετά την έκδοση της Διαταγής Πληρωμής, τις ως άνω προσημειώσεις και την κατάσχεση στα ακίνητα της ενάγουσας. Η πρώτη εναγομένη παραιτήθηκε από τα ένδικα μέσα, προκειμένου να σταματήσει η αντιδικία με την ενάγουσα και η απόφαση έγινε αμετάκλητη, χωρίς να έχει υποβληθεί σε έλεγχο της ορθότητας της. Το γεγονός ότι η απόφαση αυτή επί της αρνητικής αναγνωριστική αγωγής κατέστη αμετάκλητη δεν καθιστά παράνομη και μάλιστα αναδρομικά ούτε την έκδοση της Διαταγής Πληρωμής ούτε τις προσημειώσεις που ενεγράφησαν δυνάμει αυτής ούτε την αναγκαστική κατάσχεση. Η ενάγουσα βέβαια ισχυρίζεται ότι, επειδή η πίστωση στο λογαριασμό της πιστούχου έγινε και από αυτήν κατά το ποσό των 34.320.000 δρχ. (από τα 70.000.000 δρχ. που πιστώθηκαν συνολικά), το οποίο μάλιστα υπερέβαινε το ποσό των 15.000.000 δρχ., για το οποίο είχε εγγυηθεί, αποσβέστηκε και η ενοχή της από την εγγύηση που είχε χορηγήσει και για το λόγο αυτό η πρώτη εναγομένη δεν εδικαιούτο να εκδώσει σε βάρος της την προαναφερόμενη Διαταγή Πληρωμής, άλλως ότι απέκρυψε το γεγονός της απελευθέρωσής της από την εγγύηση που είχε χορηγήσει από το Δικαστή που εξέδωσε τη Διαταγή Πληρωμής.... Περαιτέρω από καμία διάταξη δεν προκύπτει ότι στην αίτηση για την έκδοση της Διαταγής Πληρωμής πρέπει να αναφέρεται και ότι η απαίτηση, για την οποία ζητείται η έκδοση της Διαταγής Πληρωμής, έχει εξοφληθεί. Τούτο αποτελεί δικαίωμα του καθού η Διαταγή Πληρωμής, προβαλλόμενο ως ένσταση με ανακοπή. Πέραν αυτού δεν ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι δεν πιστώθηκε ο λογαριασμός της πιστούχου με το ποσό των 70.000.000 δρχ. ούτε ότι το κατάλοιπο για το οποίο εκδόθηκε η Διαταγή Πληρωμής δεν ήταν το κατάλοιπο που προέκυψε μετά την πίστωση αυτή, δηλ. η πίστωση με το ποσό αυτό δεν απεκρύβη από την αιτούσα πρώτη εναγομένη. Η αναγραφή στην αίτηση του προσώπου που πραγματοποίησε την πίστωση του λογαριασμού, αφενός δεν προβλέπεται, αφετέρου δεν σημαίνει αυτόματα και ότι, επειδή αυτός είχε εγγυηθεί τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η ενοχή από τη σύμβαση εγγύησης σβήνει. Πολύ περισσότερο όταν η εγγύηση που παρέχεται στη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, κατά την κρατούσα στη νομολογία και στη θεωρία άποψη, δεν αποτελεί υπόσχεση καταβολής του ποσού για το οποίο δίνεται, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αλληλοχρέου λογαριασμού, αλλά εγγύηση για το κατάλοιπο που προκύπτει κατά το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού ... Η αναφορά στα γραμμάτια εισπράξεως της πρώτης εναγομένης των ονομάτων των προαναφερθέντων οικοπεδούχων είναι φανερό πως γίνεται για τη ρύθμιση των σχέσεων οικοπεδούχων και εργολήπτριας εταιρίας, καθώς και πρωτοφειλέτριας και δεν συνδέονται με την σύμβαση εγγύησης. Ακόμη και αν συνδέονται, όπως έκρινε η αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, για τη λύση της συμβάσεως εγγυήσεως δεν είχε γίνει καμία συζήτηση κατά τις διαπραγματεύσεις, που είχαν ως αντικείμενο τη συνολική ρύθμιση της οφειλής της πιστούχου και την εξάλειψη της προσημείωσης ούτε φυσικά είχε υπάρξει καμία αντίθετη συμφωνία λύσης της. Η εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη λίγες ημέρες πριν την έκδοση της Διαταγής Πληρωμής, με την οποία η πρώτη καλεί την δεύτερη να απόσχει από την έκδοση Διαταγής Πληρωμής σε βάρος της, δεν δημιουργεί και αντίστοιχη υποχρέωση της πρώτης εναγομένης. Απλώς αντανακλά τη θέση της ενάγουσας για το ζήτημα αυτό, το οποίο εκ μόνου του λόγου αυτού προκύπτει ότι ερίζεται και δεν σημαίνει ότι στοιχειοθετεί δόλο των εναγομένων να εξαπατήσουν το Δικαστήριο. Εξάλλου, αν η εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης συνεπαγόταν και την απόσβεση της εγγύησης, δεν θα χρειαζόταν να ερωτηθούν και να συναινέσουν οι εγγυητές στην εξάλειψή της αφού η εξάλειψη το μόνο αποτέλεσμα που θα είχε είναι ότι θα τους ωφελούσε. Η συναίνεσή τους ζητήθηκε διότι η εγγύηση παρέμενε ενεργός και το ζήτημα της εξασφάλισής της με προσημείωση υποθήκης σε άλλο ακίνητο της ενάγουσας παρέμενε ανοιχτό. Εκ του γεγονότος τούτου, δηλ. τελεσιδικίας της ως άνω απόφασης, δεν σημαίνει και ότι η πρώτη εναγομένη και οι λοιποί εναγόμενοι, οι οποίοι σημειωθήτω αθωώθηκαν από τις κατηγορίες της εκβίασης, απόπειρας εκβίασης και απάτης με την καταστάσα αμετάκλητη, υπ’ αριθ. 1508/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είχαν υποχρέωση να προσκομίσουν έγγραφο απόσβεσης της εγγύησης, το οποίο εκείνη το χρόνο δεν υπήρχε, διότι συμφωνία λύσης της σύμβασης εγγύησης δεν είχε υπάρξει έως τότε και η απόφαση που απελευθέρωνε την εγγυήτρια δεν είχε εκδοθεί. Και βεβαίως δεν συνιστά απάτη στο Δικαστήριο ακόμη και ενσυνειδήτως υποβαλλόμενος ψευδής ισχυρισμός, αν δεν συνοδεύεται από ψευδή αποδεικτικά στοιχεία... Τέτοια ψευδή στοιχεία δεν απεδείχθη ότι υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο για την έκδοση της Διαταγής Πληρωμής. Το έγγραφο της σύμβασης εγγύησης δεν είναι ψευδές αποδεικτικό στοιχείο. Βεβαιώνει τη σύμβαση εγγύησης και την εξ αυτής ενοχή. Με βάση τα περιστατικά αυτά δεν τελέστηκε σε βάρος της ενάγουσας ούτε το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο. Κατ’ ακολουθία η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφτεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.." Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο απέρριψε από ουσιαστική άποψη την έφεση της ενάγουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

 Υπό τις παραδοχές όμως αυτές, το Εφετείο κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, αφού διέλαβε σ’ αυτήν αιτιολογίες, σχετικά με τη συνδρομή ή μη των πραγματικών περιστατικών, που συνιστούν το ένδικο αστικό αδίκημα (απάτη δικαστηρίου, σε συνδυασμό με παράβαση του καθήκοντος αληθείας, κατά την έκδοση της εναντίον της ενάγουσας διαταγής πληρωμής με τη χρήση γνησίου μεν αλλά ανακριβούς κατά το περιεχόμενο δικαιοπρακτικού εγγράφου και επί πλέον άδικη αναγκαστική εκτέλεση με βάση ένα τέτοιο εκτελεστό τίτλο) και συγκροτούν το πραγματικό των αναφερόμενων στις ανωτέρω νομικές σκέψεις ουσιαστικών διατάξεων. Τούτο δε διότι, ενώ δέχεται: α) ότι η εγγύηση της ενάγουσας για την οφειλή της πρωτοφειλέτιδας ήταν μέχρι το ποσό των 15.000.000 δρχ. για το οποίο είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκη στο ακίνητό της, β) ότι η ανωτέρω εγγυήτρια κατέβαλε (προ της εκδόσεως κατ’ αυτής της ένδικης διαταγής πληρωμής) το οφειλόμενο απ’ αυτήν λόγω της εγγυήσεως ποσό των 15.000.000 δρχ και μάλιστα πλέον αυτού (συνολικά 34.320.000 δρχ), η δια καταβολής απόσβεση του οποίου συνιστά κατά το νόμο (1274, 1317, 1323, 1330 ΑΚ) λόγο εξαλείψεως της εγγραφείσας προσημειώσεως, η οποία διατάχθηκε για το λόγο αυτό με την υπ’ αριθ. 41/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατόπιν της από 21-1-1993 αιτήσεως της ενάγουσας, γ) ότι η τελευταία, λίγες ημέρες μετά την καταγγελία του αλληλόχρεου λογαριασμού από την εναγομένη Τράπεζα την 1.4.1993, με εξώδικη δήλωσή της προς αυτήν (Τράπεζα) την κάλεσε να απόσχει από την έκδοση διαταγής εις βάρος της επικαλούμενη την ανωτέρω απόσβεση, δ) ότι, μετά ταύτα, η εναγομένη Τράπεζα υπέβαλε στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την υπ’ αριθ. ...-5-1993 αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος μεν της πιστούχου για το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού ύψους 475.263.533 δρχ., σε βάρος δε της ενάγουσας για το ποσό των 15.000.000 δρχ., ε) ότι με βάση την αίτηση αυτή εκδόθηκε η υπ’ αριθ. …1993 Διαταγή Πληρωμής με την οποία η πρώτη εναγομένη επιδίωξε και ενέγραψε άλλη προσημείωση υποθήκης σε ιδανικά μερίδια επί ακινήτων της ενάγουσας στο Βόλο και στο ... και περαιτέρω κατάσχεσε αναγκαστικά ακίνητό της στη ..., στ) ότι με την υπ’ αριθ. 185/1996 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε κατόπιν αγωγής της ενάγουσας κατά της πρώτης εναγομένης και επομένως έχει ισχύ δεδικασμένου, αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα (δια της προαναφερόμενης καταβολής των 15.000.000 δρχ) δεν οφείλει κανένα χρηματικό ποσό από την ένδικη 27-6-1985 σύμβαση εγγύησης και ότι έχει ελευθερωθεί από αυτή, παρά ταύτα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πρώτη εναγομένη, ενεργώντας εν προκειμένω δια των συνεναγομένων υπαλλήλων της, με το να ζητήσει να εκδοθεί σε βάρος της ενάγουσας διαταγή πληρωμής και να ενεργήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά της περιουσίας της, δεν διέπραξε σε βάρος αυτής αδικοπραξία και συγκεκριμένα δεν εξαπάτησε (με αποσιώπηση της εξοφλήσεως) το Δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής ούτε στη συνέχεια ενήργησε βάσει αυτής άδικη αναγκαστική εκτέλεση, δεχόμενο ότι η ανωτέρω καταβολή δεν είχε ως αποτέλεσμα, πέραν της εξαλείψεως τη προσημειώσεως, και την απόσβεση της εκ της εγγυήσεως ενοχής της ενάγουσας, σε κάθε δε περίπτωση η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει την ως άνω καταβολή, την οποία όφειλε η ενάγουσα να προβάλλει με λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής. Τέλος, εν σχέσει με τα γενόμενα δεκτά από την υπ’ αριθ. 185/1996 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αναφέρει μεν ότι αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα δεν οφείλει κανένα χρηματικό ποσό από την ένδικη 27-6-1985 σύμβαση εγγύησης και ότι έχει ελευθερωθεί από αυτή, πλην όμως ασαφώς διότι δεν διευκρινίζει αν κατά τις παραδοχές της απόφασης αυτής, που έχει μεταξύ των διαδίκων ισχύ δεδικασμένου, η απόσβεση της εκ της εγγυήσεως οφειλής είχε αποσβεσθεί ήδη προ της εκδόσεως τη διαταγής πληρωμής ή επήλθε αργότερα, διάκριση που επηρεάζει το στοιχείο της γνώσεως (δόλου) των οργάνων της Τράπεζας. Τέλος, το Εφετείο ασαφώς τοποθετείται επί του κρισίμου (για την κατάφαση της προβαλλόμενης με την αγωγή αδικοπραξίας) ζητήματος ως προς το αν τα αρμόδια όργανα της εναγομένης Τράπεζας γνώριζαν ή όχι (τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, όσο και κατά το χρόνο που διήρκεσε η αναγκαστική εκτέλεση) ότι η ενάγουσα είχε ήδη με την ανωτέρω καταβολή της εξοφλήσει το εκ της εγγυήσεως χρέος της. Κατά συνέπεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος (από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική αναιρετική πλημμέλεια. Πρέπει επίσης να αναιρεθεί η απόφαση και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης στον καταθέσαντα τούτο κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.

 Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ’ ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 15/2016 απόφαση του Εφετείου Λάρισας εκδόθηκε μετά την υπ’ αριθ. 965/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε στο σύνολό της (για τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο) η υπ’ αριθ. 971/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, προς περαιτέρω συζήτηση, θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Αναιρεί την υπ’ αριθ. 15/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
 Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
 Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...