Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

Εισφορά ν. 128/ 1975, εκχώρηση, ασφαλιστικός κίνδυνος,

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2,  1356/2012, ΧΡΙΔ 2013/110, ΕΕΜΠΔ 2013/653  

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη- εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου η αξίωση κατά του ασφαλιστού προς καταβολήν του ασφαλίσματος ανήκει όχι στον κύριο του ενυποθήκου ακινήτου (οφειλέτη ή τρίτον), αλλά στον ενυπόθηκο δανειστή. Ν. 2912/2001. Στην τελική οφειλή του δανειολήπτη δεν είναι επιτρεπτός ο συνυπολογισμός οποιασδήποτε περαιτέρω επιβάρυνσης και ειδικότερα οποιουδήποτε φόρου, τέλους, εισφοράς ή εξόδων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚπολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση κανόνος του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλήν άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1498/2009). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμοσθείσης διατάξεως ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 462 Α.Κ. προκύπτει, ότι η εκχώρηση είναι σύμβαση αναιτιώδης, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία της και το κύρος της δεν επηρεάζεται από τα ελαττώματα της αιτίας, ούτε επομένως από την ιδιαίτερη σχέση εκχωρητού ή εκδοχέως, από δε την αναγγελία αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος οφειλέτου από τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα, έναντι του οποίου ο οφειλέτης έχει τις ίδιες υποχρεώσεις τις οποίες είχε προς τον εκχωρητή (Α.Π. 946/2002). Στην περίπτωση του άρθρου 1287 εδ.α` και β` Α.Κ., όταν το ενυπόθηκο είναι ασφαλισμένο, το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται και στην οφειλομένη ασφαλιστική αποζημίωση. Ο δανειστής έχει υποχρέωση να καταθέσει το ποσόν της αποζημιώσεως δημοσίως, για να γίνει η διαδικασία της κατατάξεως. Από την διάταξη αυτήν, της οποίας η εφαρμογή δεν προϋποθέτει την ύπαρξη εξουσίας διαθέσεως εκ μέρους του ασφαλισμένου οφειλέτου της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, κατά τον χρόνον επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, προκύπτει ότι δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημιώσεως μέχρι του ύψους της απαιτήσεώς του, η οποία είναι ασφαλισμένη με την υποθήκη, είναι αποκλειστικώς ο ενυπόθηκος δανειστής και επομένως σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου η αξίωση κατά του ασφαλιστού προς καταβολήν του ασφαλίσματος ανήκει όχι στον κύριον του ενυποθήκου ακινήτου (οφειλέτη ή τρίτον), αλλά στον ενυπόθηκο δανειστή, ο οποίος και μόνος νομιμοποιείται να εγείρει την σχετική αγωγή κατά του ασφαλιστού, όχι δυνάμει σχέσεως εκχωρήσεως, αλλ`ως υποκατάστατος του ασφαλισμένου ενυπόθηκου οφειλέτου του (Α.Π. 1772/2005).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 1 παρ. 1 και 3 ν. 128/1975, επιβλήθηκε εισφορά σε βάρος των πάσης φύσεως πιστωτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούν στην Ελλάδα υπέρ κοινού λογαριασμού, ανερχομένη σε ποσοστό 1%ο ετησίως επί του μέσου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων, των χορηγουμένων από αυτά πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων. Από τη γραμματική διατύπωση της τελευταίας διάταξης της παρ. 3 του άρ. 1 ν. 128/1975, κατά την οποία "επιβάλλεται από του έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος υπέρ λογαριασμού", σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε, όπως η ανωτέρω εισφορά αφορά και βαρύνει αποκλειστικά τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα και όχι τους δανειολήπτες πελάτες τους. Τούτο συνάγεται και κατ` αντιδιαστολή προς τη διάταξη του άρ. 22 παρ. 2 ν. 2515/1997 (με την οποία επιβάλλεται η υποχρέωση καταβολής της ίδιας εισφοράς και στα πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού), έχουσα ως εξής: "Στην περίπτωση αυτή υπόχρεος για την απόδοση της εν λόγω εισφοράς είναι ο δανειοδοτούμενος". Επί πλέον, με τη διάταξη του άρ. 6 ν. 1676/1986 επιβλήθηκε σε όλα επίσης τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, φόρος με την ονομασία "Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε.)", ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 11 παρ. 3 αυτού, επιρρίπτεται από τις τράπεζες στον αντισυμβαλλόμενο τους (ο φόρος αυτός έχει ήδη καταργηθεί με το άρ. 33 ν. 2873/2000). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρ. 30 παρ. 1 και 2 εδ. α` ν. 2789/ 2000, ορίζεται ότι, κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση, που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο το τετραπλάσιο, αν τα ως άνω περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31.12.1985, β `) το τριπλάσιο, αν συνέβησαν-μετά την υπό α` ημερομηνία και μέχρι την 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, αν συνέβησαν μετά την υπό β` ημερομηνία και μέχρι την 15.4.1998. Προκειμένου για οφειλές από συμβάσεις δανείων, στη βάση υπολογισμού του προηγούμενου εδαφίου δεν περιλαμβάνονται τόκοι από ανατοκισμό. Καταβολές, που έχουν γίνει υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, μετά τις ημερομηνίες της προηγουμένης παραγράφου, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος, προαφαιρουμένων από αυτές των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα. Ακολούθησε η αντικατάσταση των ανωτέρω διατάξεων των παρ. 1, και 2 εδ. α` ν. 2789/2000 με το άρ. 42 ν. 2912/2001, ως εξής: Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ` ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) Το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό α` ημερομηνία και μέχρις τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β` ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Από τις τελευταίες διατάξεις του ν. 2912/2001, καθίσταται σαφές ότι ως συνολική οφειλή από τραπεζικό δάνειο ή αλληλόχρεο λογαριασμό νοείται η υφιστάμενη οφειλή από το κεφάλαιο του δανείου κλπ., προσαυξημένου με συμβατικούς τόκους το πολύ μέχρι 50% αυτού, του συνολικού δε τούτου ποσού πολλαπλασιαζόμενου στη συνέχεια με συντελεστή 2, 3 ή 4. Από το προκύπτον γινόμενο αφαιρούνται οι όποιες καταβολές έχουν γίνει ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης εκ μέρους του οφειλέτη ή τρίτου, ενεργούντος υπέρ αυτού, και ό,τι απομένει αποτελεί την τελική του δανειολήπτη οφειλή, στην οποία δεν είναι επιτρεπτό να προστεθεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοιδήποτε φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα. Τούτο σαφώς προκύπτει από τη σχετική διατύπωση του άνω άρ. 42 ν. 2912/2001, όπου ορίζεται συγκεκριμένως ότι "υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων δεν δύναται να υπερβεί", ενώ με την προηγούμενη, ανάλογη, διάταξη του άρ. 30 ν. 2789/2000, η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο αυτό, οριζόταν ότι "η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση δεν μπορεί να υπερβεί" (δηλαδή με το ν. 2789/2000 αναφερόταν ως "συνολική οφειλή" εκείνη που συμπεριλάμβανε μόνον τόκους, ενώ με το ν. 2912/2001 αναφέρεται ως "συνολική οφειλή" η προερχόμενη εκ πάσης αιτίας). Εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στη διαμορφούμενη ως ανωτέρω τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη, εισφορές, έξοδα κλπ., θα το όριζε ρητώς, όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο ν. 2789.2000, με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του αρ, 30 του οποίου προέβλεπε την προαφαίρεση τούτων από τις καταβολές, ρύθμιση που ήδη δεν επαναλαμβάνεται. Τέλος, η διαλαμβανόμενη στην αρχή του άρ. 42 ν. 2912/2001 φράση "Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων" αναμφισβητήτως υποδηλώνει την βούληση του νομοθέτη να απαλλάξει τον δανειολήπτη από τη σημειούμενη κατά τα τελευταία χρόνια υπέρμετρη επιβάρυνση αυτού εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων από υψηλά επιτόκια και επαναλαμβανόμενους ανατοκισμούς, αλλά και να οριοθετήσει την εν γένει έκταση των εκ του δανεισμού υποχρεώσεων του, είτε αυτές είναι συμβατικές (όπως η άνω εισφορά του ν. 128/1975) είτε είναι νόμιμες (όπως ο ΕΦΤΕ του ν. 1676/1986).  

Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 Α.Κ.: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι η απαίτηση του αδικαιολογήτου πλουτισμού έχει ως περιεχόμενο την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου, με θετική ή αποθετική μείωση ή επί ζημία του, προήλθε η ωφέλεια αυτή στο πρόσωπο του λήπτη, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αίτια (Α.Π. 343/2009). 

Στην προκειμένη περίπτωση, η εκ των διαδίκων εταιρία με την επωνυμία "...." ιστορεί στην ένδικη την αγωγή της: Αυτή είχε συνάψει σύμβαση δυνάμει της οποίας είχε ασφαλίσει το εργοστάσιό της, εκτροφής γουνοφόρων ζώων, από κίνδυνο πυρκαϊάς στην (μη διάδικο) ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...". Επήλθε δε ο ασφαλισμένος κίνδυνος και κατεστράφη από πυρκαϊά το εργοστάσιο και κατόπιν τούτου η ενάγουσα άσκησε κατά της ασφαλιστικής εταιρίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-1-1993 αγωγή, με την οποίαν εζήτησε την ασφαλιστική αποζημίωση, ύψους 325.575.233 δρχ. Η ενάγουσα είχε λάβει από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη Τράπεζα ... δάνειο ύψους 68.000.000 δρχ. και επειδή δεν κατέβαλε τις συμπεφωνημένες εξοφλητικές δόσεις, η Τράπεζα εζήτησε και εξεδόθη από την αιτία αυτήν εις βάρος της εναγούσης η υπ`αριθ.211/1993 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου για κεφάλαιο 137.771.117 δρχ. και επεδικάσθησαν και τα δικαστικά έξοδα από 4.032.011 δρχ. Επί πλέον, η Τράπεζα είχε εγγράψει υποθήκη στο ακίνητο (εργοστάσιο) της εναγούσης και σύμφωνα και με όρον του κατά τα άνω ασφαλιστηρίου η Τράπεζα εδικαιούτο, σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλισθέντος κινδύνου, να ζητήσει αυτή το ασφάλισμα από την ασφαλιστική εταιρία, χωρίς ανάμειξη της εναγούσης. Εν όψει αυτών, στην ανοιγείσα μεταξύ της εναγούσης και της ασφαλιστικής εταιρίας ως άνω δίκη παρενέβη κυρίως η Τράπεζα Πειραιώς με την από 22-6-1993 κυρία παρέμβασή της και εζήτησε να της επιδικασθεί το κατά τα άνω με την διαταγή πληρωμής επιδικασθέν συνολικώς ποσόν των 141.803.128 δρχ. Εξεδόθη από το Πολυμελές Πρωτοδικείον Αθηνών η υπ`αριθ.3674/2002 οριστική απόφαση, με την οποίαν το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι η ενάγουσα υπέστη ζημίαν 297.203.022 δρχ. και από το ποσόν αυτό επεδίκασε νομιμοτόκως α)στην ενάγουσα 155.399.874 δρχ. (456.052,52 €) και β) στην Τράπεζα ... 141.803.128 δρχ. (416.150,05 €) και εκήρυξε προσωρινώς εκτελεστή την απόφαση για το ποσόν των 50.000.000 δρχ. για κάθε μίαν, ήτοι την ενάγουσα και την Τράπεζα ... . Λόγω της εν μέρει προσωρινής εκτελεστότητος της αποφάσεως, η Τράπεζα, έναντι της απαιτήσεώς της, εισέπραξε από την ασφαλιστική εταιρία την 20-6-2002 α) για κεφάλαιο 146.735,14 € και β)για τόκους 294.907,49 €, ενώ παρεκρατήθη για τοκόσημο ποσοστόν 20% επί του ποσού των τόκων, ήτοι 58.981,50 €. Την 20-9-2002 η Τράπεζα εισέπραξε και πάλι, εις εξόφληση της απαιτήσεώς της, από την ασφαλιστική εταιρία 774.111,74 € και ειδικότερα α)για κεφάλαιο 269.414,91 € και β)για τόκους επ`αυτού του κεφαλαίου 488.050,83 €. Οι τόκοι κανονικώς ανήρχοντο σε 542.278,70 €, αλλά η Τράπεζα περιόρισε την απαίτησή της επ` αυτών κατά 10%, ήτοι κατά 54.227,87 € και παραιτήθηκε από το ποσόν αυτό χωρίς την εντολή και χωρίς την συναίνεση της εναγούσης και γ) για δικαστική δαπάνη 16.646 €, παρεκρατήθη δε ως τοκόσημο από τους τόκους ποσοστόν 20%, ήτοι 97.610,16 €. Ήτοι η Τράπεζα εισέπραξε συνολικώς 1.215.754,37 €. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 Ν. 2912/2001, το χρέος της εναγούσης προς την Τράπεζα προσδιορίσθηκε την 20-9-2002 συνολικώς σε 904.693,25 € και εν όψει του ότι η Τράπεζα είχε εισπράξει προς εξόφληση της απαιτήσεώς της αυτής από την ασφαλιστική εταιρία μεγαλύτερο ποσόν, έπρεπε να αποδώσει στην ενάγουσα το προκύπτον υπόλοιπο των 390.523,29 €, πλην όμως της κατέβαλε μόνον 137.823,46 €. Ζητεί δε εν τέλει η ενάγουσα με την αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγομένη Τράπεζα, να καταβάλει σε εκείνην, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, νομιμοτόκως την προκύπτουσαν μεταξύ των αμέσως ανωτέρω δύο ποσών διαφορά, την οποία προσδιορίζει ειδικότερα ως εξής: "α)το ποσό των 54.227,87 ευρώ, κατά το οποίο, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, περιόρισε το ποσό των τόκων που επιδικάσθηκαν σ` αυτήν με την προσημειούμενη απόφαση και από την είσπραξη του οποίου παραιτήθηκε, χωρίς συναίνεση μου, και σε βάρος μου, αφού το εν λόγω ποσό δεν το καταλογίζει στην κατά τα άνω οφειλή μου προς την ίδια, β) το ποσό των 156.591,66 ευρώ, που αφορά το παρακρατηθέν τοκόσημο, ποσοστού 20% επί του ποσού των τόκων που εισέπραξε από την πιο πάνω ασφαλιστική εταιρία, το οποίο επίσης δεν καταλόγισε στην πιο πάνω οφειλή μου προς την ίδια (εναγόμενη), παρόλο που αποτελεί ισόποση ωφέλεια της, καθόσον κατά το ισόποσο μειώνεται η φορολογική της υποχρέωση προς την αρμόδια για την φορολογία της Φορολογική Αρχή, με την ισόποση μείωση των πάσης φύσεως φόρων, που υποχρεούται η εναγόμενη προς απόδοση, γ)το ποσό των 41.881 ευρώ (ισόποσο προς 14.270.883) το οποίο συνυπολόγισε κατά τον γενόμενο, κατά τα άνω, επανυπολογισμό της οφειλής μου προς αυτήν, με την αιτιολογία "πλέον έξοδα ΕΦΤΕ" Εισφ Ν. 128/74 κ.λ.π. μέχρι 9-5-01", ποσό που χρέωσε σε βάρος μου εν γνώσει της παράνομα, και τούτο διότι κατά τον επανυπολογισμό της οφειλής μου με βάση τους ορισμούς του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει τροποποιημένο με το άρθρο 42 Ν. 2912/2001, αυτή (η οφειλή) δεν βαρύνεται με χρεώσεις της πιο πάνω αιτιολογίας, καταστάσα έτσι κατά το ποσό αυτό πλουσιώτερη σε βάρος της περιουσίας μου για αιτία παράνομη".

 Ι. Οσον αφορά την από 12-5-2010 αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...", το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση τα εξής: "... Συγκεκριμένα, η εναγομένη κοινοποίησε στην ενάγουσα την υπ`αριθ.πρωτ.207/28-2-2002 επιστολή της, στην οποία αναφέρεται ότι η οφειλή της τελευταίας μετά τον επαναπροσδιορισμό σύμφωνα με τις άνω διατάξεις ανέρχεται πλέον σε 237.907.903 δρχ. Στο αποτέλεσμα αυτό κατέληξε η εναγομένη με τον εξής μαθηματικό υπολογισμό ως βάση έλαβε το αρχικό κεφάλαιο του ληφθέντος ποσού του δανείου, ήτοι 68.000.000 δρχ., το ποσό αυτό προσαυξάνει με τους συμβατικούς τόκους μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας και μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δηλαδή 102.000.000 δρχ. (68.000.000 + 34.000.000) και το άθροισμα αυτό το πολλαπλασιάζει με τον συντελεστή - 3 - λόγω του χρόνου λήψεως του δανείου ήτοι 306.000.000 δρχ. από το ποσό αυτό αφαιρεί τις γενόμενες καταβολές μέχρι 9-5-2001 ύψους 46.362.980 δρχ. και στο εξαγόμενο υπόλοιπο εκ 259.637.020 δρχ. προσθέτει την εισφορά του ΕΦΤΕ μέχρι 9-5-2001 ύψους 14.270.883 δρχ. επαναπροσδιορίζοντας έτσι την οφειλή της ενάγουσας στο ποσό των 273.907.903 δρχ. Η επιβάρυνση όμως της συνολικής οφειλής και με την εισφορά του ΕΦΤΕ έρχεται σε προφανή αντίθεση με τις ρυθμίσεις του ν. 2912/2001, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Και τούτο γιατί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2912/2001 στην τελική οφειλή του δανειολήπτη δεν είναι επιτρεπτός ο συνυπολογισμός οποιασδήποτε περαιτέρω επιβάρυνσης και ειδικότερα οποιουδήποτε φόρου, τέλους, εισφοράς ή εξόδων. Άλλωστε η διαλαμβανόμενη στην αρχή του άρ. 42 ν. 2912/2001 φράση "Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων" αναμφισβητήτως υποδηλώνει την επιθυμία του νομοθέτη να απαλλάξει τον δανειολήπτη από υπέρμετρη επιβάρυνση αλλά και να οριοθετήσει την εν γένει έκταση των εκ του δανεισμού υποχρεώσεων του, είτε αυτές είναι συμβατικές (όπως η άνω εισφορά του ν. 128/1975) είτε είναι νόμιμες (όπως ο ΕΦΤΕ του ν. 1676/1986).  Συνεπώς η ενάγουσα αχρεωστήτως κατέβαλε στην εναγομένη το άνω ποσό των 14.270.883 δρχ. δηλαδή 41.881 Ε, με συνέπεια να καταστεί η τελευταία πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της εκκαλούσας, γι` αυτό και η υπό κρίση αγωγή ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμη κατά το τρίτο αίτημά της, πρέπει επομένως να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το άνω ποσό κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ...". Οι ως άνω αιτιολογίες του Εφετείου είναι με βάση τα προεκτεθέντα επαρκείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ των και με αυτές το Δικαστήριο εκείνο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 Ν. 2789/2000, 42 παρ.1, 3 Ν. 2912/2001, 1 παρ.3 Ν. 128/1975 και 11 παρ.3 Ν. 1686/1986. Επομένως, αμφότεροι οι εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, είναι, όπως και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, αβάσιμοι.

 ΙΙ. Όσον αφορά την από 28-5-2010 αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας με την επωνυμίαν "...", το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση τα εξής: "... Με βάση τα παραπάνω το πρώτο αίτημα της αγωγής, με το οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη ενυπόθηκη δανείστρια κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της, γιατί μετά την έκδοση της υπ` αριθμόν 3674/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία της επιδικάσθηκε το ποσό του ασφαλίσματος μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και την άσκηση κυρίας παρέμβασης στην εκκρεμή σχετική δίκη μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", παραιτήθηκε του άνω ποσού των τόκων χωρίς την συναίνεση της είναι μη νόμιμο και για το λόγο αυτό απορριπτέο. Και τούτο γιατί δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης είναι αποκλειστικά η εναγομένη ενυπόθηκη δανείστρια χάριν προστασίας των συμφερόντων της οποίας σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου το ασφάλισμα υποκαθίσταται στην θέση του ενυπόθηκου ακινήτου που καταστράφηκε και έτσι η αξίωση κατά της άνω ασφαλιστικής εταιρίας προς καταβολή του ασφαλίσματος ανήκει αποκλειστικά στην εναγομένη κατά το μέρος που συμπίπτει με την ασφαλισμένη απαίτηση, η οποία και δικαιούται να ασκήσει την σχετική αγωγή χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του εναγομένου προς τούτο ή για την γενομένη εν προκειμένω εκ μέρους αυτής παραίτησης για μέρος των οφειλομένων τόκων. Συνεπώς το αίτημα αυτό της αγωγής πρέπει να απορριφθεί για τον προαναφερόμενο λόγο, εσφαλμένα δε με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω το δεύτερο αίτημα της αγωγής είναι για τον ίδιο λόγο απορριπτέο, και τούτο γιατί κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν υπάρχει άμεση περιουσιακή μετακίνηση και πλουτισμός της εναγομένης σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, αλλά νόμιμη υποχρέωση της πρώτης προς καταβολή του αναλογούντος στους εισπραχθέντες εκ μέρους της μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου τόκους του ασφαλίσματος και η οποιαδήποτε τυχόν φορολογική ωφέλεια της εναγομένης δεν είχε ως συνέπεια τον πλουτισμό της σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας. Κατ` ακολουθία και το δεύτερο αίτημα της αγωγής πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο αυτό ...". Ετσι όμως όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή για τα ανωτέρω δύο ποσά, ήτοι α) των 54.227,87 € (τόκοι) και β) των 156.591,66 € (τοκόσημο), παρεβίασε τους αναφερθέντες στην αρχή κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, καθόσον ειδικότερα παρέλειψε την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 455, 460, 462, 1287 παρ.1, 904 Α.Κ. και 30 παρ.1,2 εδ.α` Ν. 2789/2000 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 45 Ν. 2912/2001, επειδή ο καταλογισμός των ποσών αυτών στο οφειλόμενο χρέος και η επιβάρυνση του οφειλέτου και με τα ποσά αυτά αντιβαίνει στις εν λόγω διατάξεις και οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγομένης Τραπέζης, εις βάρος της περιουσίας της εναγούσης. Ως εκ τούτου, το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία προβάλλεται από την αναιρεσείουσα "..." με τον πρώτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του και με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης μετά ταύτα της ερεύνης των λοιπών λόγων. Κατά συνέπειαν, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλομένη απόφαση και δη κατά τα κεφάλαια αυτής που αφορούν τα ως άνω ποσά των 54.227,87 ευρώ και 156.591,66 ευρώ, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης-αναιρεσίβλητης "...", η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Συνεκδικάζει τις αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως.
 Αναιρεί μερικώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ` αριθ. 594/2009 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης.
 Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
 Καταδικάζει την "ΤΡΑΠΕΖΑ ..." στα δικαστικά έξοδα της "...", τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...