Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Οι πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821.

Θεοδ. Βρυζάκης, η Ελλάς ευγνωμονούσα (1858)
Φωτάκου (Φώτιου Χρυσανθόπουλου, απομνημονεύματα  για την Επανάσταση του 1821 [έκδοση ΒΕΡΓΙΝΑ, τόμος Α, 1996, σελίδες 41-53). Ο Φωτάκος υπήρξε υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη.
Από τον ΔΕΣΜΩΤΗ μου.

ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Ένα μέρος των αποστόλων της Εταιρίας εκυριεύοντο από ειλικρινές αίσθημα, οι δε άλλοι από την υλικήν ωφέλειαν. Κατά τον χρόνον εκείνον εκυκλοφόρει ιδέα ως πραγματική. Έλεγαν δηλαδή, ότι η Εταιρία των Μασόνων έχει τα πάντα κοινά, ότι η αδελφότης των καταβάλλει ό,τι έχει προς βοήθειαν του άλλου, και ούτω δεν αφίνει τους αδελφούς να περιπέσουν εις δυστυχήματα. Τινές εκ των αποστόλων της Φιλικής Εταιρίας είχαν πτωχεύσει εις το εμπόριον, και μη έχοντες πίστιν διά να εύρουν χρήματα, ωφελήθησαν από τα διαδιδόμενα περί των Μασόνων, εμελέτησαν τον οργανισμόν αυτών επί σκοπώ να εύρουν τρόπο ζωής.
Τον πατριωτισμόν λοιπόν αυτοί μετεχειρίσθησαν ως μέσον υπάρξεως, και άρχισαν να απατά ο ένας τον άλλον, και αγωνίζοντο μεταξύ των ποιος να δείξη περισσότερον πατριωτισμόν και ποιος να κάμη περισσότερους προσηλύτους. Αυτοί επέτυχαν καλήν εποχήν, διότι ηύραν τους Έλληνας και όλους τους χριστιανούς τους εκτός της Τουρκίας εις καλήν κατάστασιν ένεκα του εμπορίου των. Είχαν γευθή εις τα ξένα την ελευθερίαν, και ενθυμούντο το τί υπέφεραν από την πολλήν τυραννίαν των Τούρκων. Ηύραν λοιπόν το αίσθημα αναμμένον επήραν φωτιάν και έτρεξαν εις την διάδοσιν και έκαμαν πολλούς συντρόφους. Εσκέπασαν την απορίαν και ελησμόνησαν την πτωχείαν των, και έγινε δεκτόν το κήρυγμα των. Οι τυραννούμενοι λαοί ενθυμούνται τα πατροπαράδοτα, και ούτως επαραδέχθησαν τα λεγόμενα των. Θαύμα δε είναι, ότι όσοι εκ των αποστόλων της Εταιρίας εσυνάθροιζαν χρήματα από τους Έλληνας και τους λοιπούς χριστιανούς διά την επανάστασιν και τα εσφετερίσθησαν, όλοι αυτοί μετά το τέλος του ιερού αγώνος επαίται κατήντησαν· ώστε εκ τούτου αναγκάζεται τις να ειπή μίαν ιδέαν, η οποία συνειθίζεται ως πρόληψις εις τον λαόν, ότι όσοι κληρονομούν, ή παίρνουν εκκλησιαστικά, κληρικά και εθνικά κτήματα, ή χρήματα, τοιούτον τέλος έχουσιν. Αν τις παρατηρήση την αρχήν της Εταιρίας των Φιλικών, ευρίσκει την απελπισίαν εις αυτήν, αλλά προχωρών ευρίσκει το μέγα και ακατανόητον μυστήριον, την μέθην του ενθουσιασμού, διότι και τα ψεύματα επιστεύοντο ως αληθινά. Ηύραν τους Χριστιανούς οι απόστολοι της Εταιρίας να σέβωνται την θρησκείαν των, να πιστεύουν εις αυτήν, και να φοβούνται τον όρκον, το μόνον όπλον και συντελεστικώτατον εις την ιερότητα του μυστηρίου. Ορκιζόμενος ο Έλλην δεν ετόλμα πλέον να συλλογισθή περί της επιτυχίας του σκοπού, και να αμφιβάλλη αν καλώς, ή κακώς έπραξε να ορκισθή, και ποία θα ήσαν τα μέλλοντα αποτελέσματα. Απετυφλώνετο από τον όρκον και από την επιθυμίαν του να ελευθερωθή από την τυραννίαν των Τούρκων. Διαλογιζόμενος δε, τα πάντα του εφαίνοντο, ότι ήσαν εύκολα, διότι επείθετο εις τα λεγόμενα της κατηχήσεως του.
Οι απόστολοι της Εταιρίας εις την κατήχησίν των δεν εύρισκαν καμμίαν δυσκολίαν εις τους κλεφτοκαπεταναίους, διότι αυτοί έτρεχαν εις τα όρη και εις τα δάση και δεν είχαν καμμίαν σχέσιν με τους Τούρκους. Μικρά δε μόνον εξήγησις εχρειάζετο εις αυτούς, και διά να μάθουν την ημέραν της αρχής της επαναστάσεως. Μάλιστα δε οι κλεφτο-καπεταναίοι δεν ήτο δυνατόν ν' ανταμώσουν με τους Τούρκους, ούτε υποψία υπήρχε μη φανερώσουν εις τούτους το μυστήριον. Οι κλέφται συντρόφους μόνον εζήτουν να εύρουν, και εσυγκροτούσαν τα πράγματα, ώστε να ταραχθούν μίαν ώραν πρωτύτερα. Οι κληρικοί και αυτοί επίσης ήθελαν την διάδοσιν της Εταιρίας, και επειδή η θρησκεία δεν τους το εσυγχώρει να την προδόσουν, αυτοί πρώτοι από τους αποστόλους εκατηχήθησαν, και διά τούτων το μυστήριον διεδίδετο ευκολώτερα, διότι ήσαν και εις τους Τούρκους ανύποπτοι. Οι δε έμποροι, αυτοί εσυλλογίζοντο το μέγεθος και τον κίνδυνον του πράγματος και ελυπούντο, διότι έμελλαν να χάσουν τα εμπορεύματα των αλλά το αίσθημα της ελευθερίας του Έθνους υπερίσχυσε του ιδίου συμφέροντος· άλλως τε έβλεπαν, ότι η ζωή των Ελλήνων και εν γένει των χριστιανών δεν είχε την παραμικράν αξίαν απέναντι της βαρβάρου τυραννίας. Ένεκα λοιπόν τούτου εδέχθησαν και αυτοί με μεγάλην των θυσίαν την κατήχησιν είπαν, ή να σωθούν από τους Τούρκους, ή να χαθούν και αυτοί διότι η ζωή των ήτο πλέον περιττή καθώς εκατάντησε. Μόνον δε εις τους Έλληνας εκείνους, οι οποίοι ήσαν εις την Τουρκικήν υπηρεσίαν οι απόστολοι πολύ εκοπίασαν και έχασαν καιρόν, ώστε να τους πείσουν να ορκισθούν, και έπειτα να τους αποκαλύψουν το μυστικόν, να τους αποχωρίσουν από τους Τούρκους, να παραιτήσουν τα ίδια συμφέροντα και να παραδεχθούν τα εθνικά ως ανωτέρα. Οι δε κοτσαμπάσηδες εδίσταζαν ν' αποφασίσουν την επανάστασιν φοβούμενοι μήπως αποτύχη και χαθή εξ ολοκλήρου το Έθνος. Αι δε σκέψεις και οι δισταγμοί των ήσαν μεν δύσκολοι εις τους αποστόλους της Εταιρίας, αλλ' όμως ήσαν και βάσιμοι. Είναι δε αληθές, ότι άργησαν να έμβουν εις την Εταιρίαν οι κοτσαμπάσηδες, ήσαν οι ύστεροι των άλλων, αλλ' η ωφέλεια της επαναστάσεως ήτο μεγαλυτέρα, διότι τα ονόματα και η καταγωγή των η αξιάκουστος, και μάλιστα του Μαυρομιχάλη και τίνων άλλων, συνετέλεσαν περισσότερον, παρά αι πράξεις των, διότι έδωκαν θάρρος και πεποίθησιν εις τον απλούν λαόν να ακολουθήση την επανάστασιν.

Η εν Βοστίτση γενομένη συνέλευσις των προυχόντων, μικρά μεν ήτο κατά τον αριθμόν των συνελθόντων προσώπων, αλλ' η δειλία της ήτο μεγαλυτέρα, και διά τούτο έστειλαν επίτηδες ανθρώπους εις μέρη μακρυνά, εις την Κωνσταντινούπολιν, Βλαχίαν, Ρωσσίαν και εις την Πίζαν, όπου έμενεν ο αρχιερεύς Ιγνάτιος, διά να ζητήσουν έξωθεν πληροφορίας αν ο καιρός ήτο κατάλληλος διά την επανάστασιν, και επερίμενον να επιστρέψουν οι απεσταλμένοι διά να φέρουν τας ειδήσεις. Αλλά δεν ήτο δυνατόν να επανέλθουν εις ολιγωτέραν διορίαν των τριών μηνών, μόνον δε ο σταλείς εις την Ύδραν αυτός ημπορούσε να έλθη μετά δέκα πέντε ημέρας. Όθεν συλλογιζομένου τινός ούτως, ως αυτοί, δεν ήτο πλέον δυνατόν η 25 Μαρτίου να είναι η ορισθείσα ημέρα της επαναστάσεως. Οι προύχοντες όμως της Αχαΐας είχαν δίκαιον να συλλογίζωνται και να διστάζουν πολύ, αι δε σκέψεις των ήσαν ορθαί και βάσιμοι, διότι η δύναμις του Σουλτάνου τότε ήτο τρομερά, όλος ο κόσμος τον εφοβείτο, την δε Ευρώπην όλην σχεδόν παλαιότερα την εράβδισεν, η δε σύγχρονος Ευρώπη και αυτή μεγάλον αυθέντην τον έλεγεν. Μάλιστα η εθιμοταξία της Τουρκικής αυλής κατά την παρουσίασιν των πρέσβεων όλων των άλλων εθνών ήτο πολύ παράξενος και σχεδόν γελοία, και κατ' αυτήν οι πρέσβεις πολύ υπέφεραν, διότι όταν ο πρέσβυς φίλης τινός του Σουλτάνου δυνάμεως έμελλε κατά πρώτον να παρουσιασθή εις το Διβάνι, οι δούλοι του παλατιού τον άρπαζαν, ένας από το ένα χέρι και άλλος από το άλλο, αφού πρωτύτερα του εφόρουν μέστια εις τα πόδια του διά να μη μολύνουν την αγιότητα του εδάφους, και ούτω τον έφεραν μέσα εις την αίθουσαν, όπου εθαμβώνετο από την Ασιατικήν μεγαλοπρέπειαν. Έπειτα οι υπηρέται έδειχναν ένα μανίκι μιας πολυτίμου γούνας κρεμάμενον μακράν εις το βάθος της αιθούσης, και βλέποντας εις αυτό, το οποίον εσήμαινε τον αφανή Σουλτάνον, έλεγαν με μεγάλην φωνήν, ότι άπιστος, πτωχός, δυστυχής, ρυπαρός και ακάθαρτος ήλθε και ζητεί έλεος διά τροφήν κλπ. Μετά δε ταύτα οι δούλοι έφεραν τον πρέσβυν εις άλλην αίθουσαν πολυτελή, όπου υπήρχε τράπεζα, επάνω δε εις αυτήν αγγείον ολόχρυσον με πιλάφι, διότι ο αόρατος Σουλτάνος συμβολικώς έδιδε τάχα την άδειαν, και ωσάν να έλεγεν εις τους υπηρέτας δόσετέ του να φάγη. Διά να φθάση δε και να έμβη έως εκεί ο πρέσβυς εμοίρα-ζε δεξιά και αριστερά χρήματα. Τοιουτοτρόπως από τώρα και εις το εξής ανεγνωρίζετο ως πρέσβυς του ξένου Έθνους, του έδιδαν δε και ένα Τούρκον, γιατσακσήν τον ωνόμαζον, να προπορεύεται του πρέσβεως φορούντα φορέματα διαφορετικά των άλλων Τούρκων, έχοντα και ράβδον εις τας χείρας του ως σημείον, ότι είναι ο φύλακας του πρέσβεως. Έστελλαν δε και άλλους Τούρκους φύλακας εις το σπίτι του, ώστε ο πρέσβυς ήτο πάντοτε υπό κράτησιν, διότι χωρίς να έχη συνοδείαν τοιαύτην δεν εδύνατο να εξέλθη έξω της οικίας του, διότι αν έβγαινε μόνος χωρίς των φυλάκων, και τον εξύλιζαν, ή επάθαινεν άλλον τι από τους Τούρκους, δεν είχε κανένα δικαίωμα να παραπονεθή. Και ταύτα μεν περί των πρέσβεων.
Τα δε πλοία τα πολεμικά των άλλων εθνών εμποδίζοντο να έμβουν εις την Κων)πολιν, και μόνον ένα, το οποίον έφερε τον πρέσβυν είχε την άδειαν να εισέλθη. Προσέτι δε εις τα εμπορικά πλοία εκάστου Έθνους δεν ήτο συγχωρημένον να υψώνουν τας σημαίας των, όταν δε κανένα εξ αυτών ήθελε τυχόν περάσει έμπροσθεν του παλατιού (σεραγίου), όπου ο Σουλτάνος εκάθητο, αμέσως εκατέβαζε την σημαίαν του, και την έβλεπαν συρομένην επάνω εις την θάλασσαν έως ότου το πλοίον επέρνα, και έπειτα πάλιν ύψωνε την σημαίαν. Τοιαύτη τότε ήτο η Ευρώπη, την οποίαν τώρα μεγάλην βλέπετε. Μόνον δε ολίγα χρόνια προ της Ελληνικής επαναστάσεως η Ρωσσία έστρωσε κάτω την αγερωχίαν της φοβεράς Τουρκίας, και έκτοτε ακόμη από της Μεγάλης Αικατερίνης η δύναμις αύτη είχεν ελευθερίαν περισσοτέραν των άλλων της Ευρώπης δυνάμεων. Δίκαιον άρα είχον οι προύχοντες Αχαιοί και οι άλλοι εν γένει Έλληνες χριστιανοί να σκέπτονται προς ποιον εχθρόν έμελλαν να πολεμήσουν, και μάλιστα άνευ των αναγκαίων μέσων, και διά τούτο ήθελαν να αναβάλουν τον καιρόν, ως μη κατάλληλον. Ένεκα δε τούτων του αρχιμανδρίτου Δικαίου Φλέσα η ασυλλόγιστος τόλμη και η ενέργεια είναι αξιοθαύμαστος.

Ο ΚΛΗΡΟΣ.

Ο Ελληνικός κλήρος ήτο προορισμένος άνωθεν διά να ευρεθή τόσον φιλόπατρις και να σώση ολόκληρον το Έθνος· διότι άμα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εχάθη, ο κλήρος εδέχθη την κηδεμονίαν έθνους απροστατεύτου, και μη έχοντος άλλο στήριγμα και άλλην παρηγορίαν, ειμή μόνον την θρησκείαν. Ο κλήρος εσυμβούλευε και ενουθέτει το απηλπισμένον Έθνος την καρτερίαν και την υπομονήν. Ο λαός εις την θρησκείαν του εύρισκε την ανάπαυσίν του, υποφέρων όλα τα δεινά της τυραννίας μαζί με τον κλήρον του. Κατά δε την επανάστασιν πρώτος ο κλήρος εφάνη εις τον αγώνα με τον σταυρόν και με την σπάθην εις τας χείρας διά να σώση το πλανημένον ποίμνιον και οδήγηση αυτό εις την ελευθερίαν του φυσικώς, πολιτικώς, και θρησκευτικώς· αυτός εφύλαξε τα γράμματα και την γλώσσαν. Η δε φιλονεικία των κληρικών, η οποία ήτο μόνον εντός του πατριαρχείου, δεν απέβλεπεν εις άλλο τίποτε, παρά μόνον περί του ποίος να γίνη πατριάρχης. Αυτή η φιλοτιμία έφερεν όλην την κίνησιν και όλην την ταραχήν και την ραδιουργίαν. Η δε ραδιουργία πρώτον εκινείτο υπό των Φαναριωτών, διότι αυτοί επιθυμούντες να καθίση εις τον πατριαρχικόν θρόνον ιδικός των κληρικός, ανακάτευαν εις την πάλην ταύτην και τους Τούρκους, και αυτόν τον Σουλτάνον ακόμη. Είναι αληθές, ότι ευρέθησαν άνθρωποι μοχθηροί, οι οποίοι εκάθισαν εις τον θρόνον του πατριάρχου, αλλ' όμως κανείς από αυτούς έξω του εθνικού κύκλου δεν εβάδισε. Τις δε δύναται να κατηγορήση τοιούτον θεόπεμπτον κλήρον; Και όμως μετά την αλλαγήν της Τουρκικής δυναστείας ό,τι θέλει κανείς λέγει και γράφει κατά αδυνάτων ανθρώπων. Οι εχθροί π.χ. του Ελληνικού Έθνους και της θρησκείας του είπαν πολλά εναντίον του, και προσέτι, ότι οι Έλληνες μοναχοί ετάραξαν τον κόσμον, τον οποίον είχαν αρνηθή· αλλά σφάλλουν μεγάλως εις τούτο, διότι θέλουν τον μοναχόν να μη έχη αίσθημα ανθρώπου και αγάπην εις την πατρίδα του, αν και το ιερόν Ευαγγέλιον ρητώς διδάσκει, ότι ο μοναχός χρεωστεί να θυσιάση τη ζωήν του διά την σωτηρίαν ενός και μόνον ανθρώπου, πολλώ δε μάλλον διά την ύπαρξιν και την σωτηρίαν ολοκλήρου του Έθνους του.

ΚΛΕΠΤΑΙ ΚΑΙ ΑΡΜΑΤΟΛΟΙ

Προ του έτους 1769 και ύστερα εντός της Πελοποννήσου υπήρχον Έλληνες δυνατοί, έχοντες σουλτανικά προνόμια, ως ο Α. Ζαΐμης, ο Κρεββατάς, ο Μπενάκης και άλλοι πολλοί. Οι αρχιερείς εδιοικούσαν, καθώς και επί των Βενετών, διότι η Τουρκική εξουσία ανεγνώριζε τα δικαιώματα των, επειδή εβοήθησαν τους Τούρκους νομίζοντες αυτούς καλλίτερους των Φράγκων, κατά των οποίων τότε οι Έλληνες είχαν αντιπάθειαν, διότι δεν υπέφεραν τα βάρη των, και μάλιστα έλεγαν και την ακόλουθον παροιμίαν- «ο Θεός να σε φυλάη από του Τούρκου το σπαθί και από του Βενετσάνου τις δίκες». Οι Τούρκοι τότε ήσαν ολίγοι, οι δε κάτοικοι της Πελοποννήσου πολλοί, και κατά τους χρόνους εκείνους διά την αλλαγήν της κυριαρχίας και τας συχνάς επαναστάσεις οι άνθρωποι αγρίευσαν και πολλοί κλέπται υπήρχον. Την δε ονομασίαν ταύτην έδωκεν η Τουρκική εξουσία εις όλους εκείνους τους Έλληνας, οι οποίοι προ της επαναστάσεως έλαβαν τα όπλα και έζων ελεύθεροι μη θέλοντες να υπακούωσιν εις αυτήν, και προσέτι διότι οι κλέπται αδιακρίτως άρπαζαν την τροφήν των από τους υποτεταγμένους εις την Τουρκικήν εξουσίαν. Η αδελφότης αυτή των κλεπτών ήτο σποραδική, ευρίσκετο δε εις τόπους ορεινούς και εκ φύσεως οχυρούς και δύσβατους. Εκεί είχε την απόλυτον εξουσίαν της, τον οργανισμόν της και σημαίαν και σφραγίδα και την μεταξύ των συνεννόησιν. Ενίοτε οι πλησιέστεροι των επαρχιών Έλληνες εβοήθουν τους κλέπτας εις τας επικίνδυνους καταδρομάς της εξουσίας, ώστε εγίνοντο πολλοί και επολέμουν όλην την ημέραν, και εν καιρώ νυκτός έφευγαν όσον και αν ήσαν πολιορκημένοι από τους Τούρκους. Εις αυτήν την ένοπλον δύναμιν οι ομόθρησκοι Έλληνες έδιδαν τροφήν αγογγύστως, διότι οι κλέπται όπου και αν ευρίσκοντο ήσαν υπόχρεοι να προστατεύουν αυτούς από την τυραννίαν των κατακτητών, και εν γένει διά παν άλλο αδίκημα είτε των αρχών, είτε των δυνατών Τούρκων. Ο δε τρόπος της προστασίας και της εκδικήσεως των κλεπτών ήτο πολύ άσπλαχνος και ολεθριώτατος εις τους Τούρκους, και ως εκ τούτου επεριστέλλοντο αι καταχρήσεις και αι αδικίαι και των ατόμων και της ιδίας εξουσίας, αι οποίαι ήσαν ανυπόφοροι και δυσβάσταχτοι, και υπερέβαιναν τα όρια της υπομονής, διότι οι Τούρκοι ήθελαν να κάμνουν τας ορέξεις των άνευ χαλινού, επειδή έπαιρναν του ενός την κόρην, του άλλου το παιδί και του άλλου την γυναίκα, και ό,τι άλλο έβλεπαν ότι είχεν. Ο αδύνατος ραγιάς παθαίνων όλα αυτά τα κακά δεν εύρισκεν αλλού υπεράσπισιν παρά μόνον εις τον ομόθρησκόν του κλέπτην, όστις εκαιροφυλάκτει και εσκότωνεν ανηλεώς όχι μόνον τον αδικήσαντα Τούρκον, αλλά και τους συγγενείς του, και εν γένει τους ομοθρήσκους του. Αι εκδικήσεις αύται των κλεπτών κατά των Τούρκων διεδίδοντο, ότι δηλαδή ο δείνα Τούρκος έπραξε το δείνα κακό εις τον δείνα χριστιανόν και ετιμωρήθη από τους κλέπτας, και τοιουτοτρόπως ο φόβος της εκδικήσεως εχρησίμευεν εις περιστολήν των αδικιών και των καταχρήσεων, διότι οι Τούρκοι επεριορίσθησαν εις τας πόλεις, και δεν εγύριζαν πλέον ως εσυνείθιζαν πρότερον εις τα χωρία και εις τα μοναστήρια διά να τρέφωνται από τους κατοίκους και από τους μοναχούς, διότι οι κλέπται τους εσκότωναν. Μάλιστα δε όσοι εκ των Τούρκων είχαν χωρία (τσιφλίκια) και ραγιάδες μέσα εις αυτά, ούτοι είχαν συνεννόησιν μετά των κλεπτών, και επρομήθευαν εις αυτούς όλα τα μέσα της συντηρήσεως των, πυριτοβόλα, υποδήματα, τροφάς και χρήματα διά την εντελή ασφάλειαν της ζωής των και της ιδιοκτησίας των. Πολλάκις δε και αυτή η εξουσία βιαζόμενη διά να έχη την ησυχίαν της συνεννοείτο μετά των κλεπτών, και παρεχώρει εις αυτούς προνόμια γραπτά, διορίζουσα αυτούς αρματωλούς εις τας επαρχίας, και ούτως εμοίραζε την εξουσίαν με αυτούς και τοις έδιδε μέρος από αυτήν προς καταστολήν της ζωοκλοπής και των μικρών εγκλημάτων.
Τοιουτοτρόπως δε οι κλέπται αυτοί έζων και ευρίσκοντο επάνω εις τα όρη και εις τα δάση, και όσοι των ραγιάδων εκαπνίζοντο από το αίσθημα της ελευθερίας τους ακολουθούν όσοι δε πάλιν ή από βίαν γενομένην επίτηδες, ή και εκ τύχης, εις αυτούς, ή άλλως πως εφόνευαν Τούρκον, ή κατά τας περιστάσεις και χριστιανόν, και αυτοί εκεί εις το σώμα των κλεπτών εύρισκαν καταφύγιον, ενίοτε δε και Τούρκοι κυνηγούμενοι ως κακούργοι από την εξουσίαν και αυτοί εκεί κατέφευγανκαι έζων τον βίον των ως κλέπται, και ήσαν πιστοί σύντροφοι των άλλων κλεπτών, και ακωλύτως έπρατταν τα της θρησκείας τωνΤο σύστημα τούτο ενίσχυε και προετοίμαζε το αίσθημα της ελευθερίας, και, με άλλα λόγια, ήτο η παρακαταθήκη του εθνισμού και η ζύμη, και από αυτό διεδίδοντο εις τον υποδουλωμένον λαόν το αίσθημα και αι ελπίδες της ελευθερίας και της υπάρξεως ζωής απαραβίαστου.
Εκ των κλεπτών τούτων ένας ήτο και ο πατέρας του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, διότι η γενεά του όλη παλαιόθεν ήσαν κλέπται. Αλλά και αυτός και οι άλλοι κλέπται ολίγον κατ' ολίγον εχάθηκαν από την καταδρομήν της Τουρκικής εξουσίας, διότι όστις εσκότωνε κλέπτην δεν ετιμωρείτο ούτε κατεδιώκετο, μάλιστα δε και επαινείτο και επληρώνετο από την εξουσίαν, διότι τον έκαμνεν ασύδοτον, τον είχε μαζί της και είχε και την άδεια να φέρη όπλα ελεύθερα· τοιούτοι δε ήσαν οι λεγόμενοι αρματωλοί, ως ανωτέρω είπαμεν.
Κατόπιν δε τούτων μετά το 1806, ότε πλέον οι κλεφτοκαπεταναίοι κατεστράφησαν, ήλθεν εις την Πελοπόννησον ο Βελή πασάς, υιός του Αλή πασά της Ηπείρου ως κυρίαρχος αυτής. Αυτός έφερε πολλήν στρατιωτικήν δύναμιν, Αλβανούς Τούρκους και Χριστιανούς, και επλημμύρησε την Πελοπόννησον, και διά τούτο οι εντόπιοι Τούρκοι δεν εσυμβιβάζοντο με αυτούς, διότι οι ελθόντες εσχετίσθησαν με τους εντοπίους χριστιανούς, και διότι ο ίδιος πασάς εδιόρισεν εις την υπηρεσίαν του και Πελοποννήσιους Έλληνας, και από εκείνους, τους οποίους έφερεν εκείθεν, και ως τούτου ολίγον κατ' ολίγον οι Πελοποννήσιοι έλαβαν θάρρος και ελευθερίαν, διότι τους εδόθη και άδεια να κτίζουν εκκλησίας, και να συστήσουν και σχολεία Ελληνικά παντού εις όλας τας πόλεις και τας κωμοπόλεις. Ένεκα δε τούτων οι εντόπιοι Τούρκοι εταπεινώθησαν, ελησμόνησαν τα τυραννικάς των έξεις, εκλείσθησαν εις τα φρούρια της Πελοποννήσου, και δεν αφήκαν αυτά να τα λάβη εις την κατοχήν του, διότι υπώπτευσαν μήπως γίνη κύριος της Πελοποννήσου καθώς της Ηπείρου ο πατέρας του.
Μετά δε ταύτα οι Τούρκοι εσυνεννοήθησαν και συνώμοσαν εναντίον του πασά και ως αποστάτην της εξουσίας του έβγαλαν τον Αλή Φαρμάκην από του Λάλα, πλούσιον Τούρκον και γνωστόν, όστις έδειξεν απείθειαν εις τας διατάξεις της εξουσίας, και εκινήθη κατ' αυτής· αλλ' ύστερα επροδόθη, διότι τον αφήκαν μόνον οι σύντροφοι του Τούρκοι, και τοιουτοτρόπως επολιορκήθη από τα στρατεύματα του σατράπου εις το χωρίον Μοναστηράκι, όπου είχε κτίσει πύργον ιδικόν του πολεμικόν, και όπου επολεμήθη, και επί τέλους επαραδόθη με συμφωνίαν να φύγη από την Πελοπόννησον και αυτός και ο Θ. Κολοκοτρώνης, όστις ήλθεν από την Ζάκυνθον εκεί βοηθός ως πατρικός του φίλος και να αφήση να χαλάσουν τον πύργον. Η αποτυχία αυτή του Αλή Φαρμάκη εσυνεπήρε και όλους τους αγάδες Τούρκους της Πελοποννήσου, διότι έγιναν ύποπτοι εις την εξουσίαν. Τούτων δε όλων γενομένων, οι μεν Τούρκοι εταπεινώθησαν, οι δε ραγιάδες Έλληνες έλαβον θάρρος, ως είπομεν ανωτέρω, και εδυνάμωσαν. Ούτως είχον τότε της Πελοποννήσου τα πράγματα.
Αφού δε η αποστασία του Αλή Φαρμάκη απέτυχεν, οι Τούρκοι επειδή εγγίχθη η φιλοτιμία των δι' όσα έπαθαν από τον Βελήν και τους Αλβανούς, απεφάσισαν μεταξύ των να του ανοίξουν τον πολιτικόν πόλεμον. Τοιουτοτρόπως εσυνήλθαν εις πολλά μέρη οι εντός και εκτός των φρουρίων, εζήτησαν και τους Έλληνας κοτσαμπάσηδες ως συντρόφους των, έκαμαν επιτροπάς, κατέθεσαν και χρήματα, και παντού έστειλαν Τούρκους και Έλληνας διά να τον κατηγορήσουν και μικρύνουν την δύναμίν του- εις δε την πρωτεύουσαν του Σουλτάνου και εκεί έδοσαν αναφορά εναντίον του. Οι δε Τούρκοι έκτοτε αδιαφόρησαν αν οι ραγιάδες των έλαβαν τόλμην και εφόρουν όπλα, και δεν ήσαν πλέον καθώς ήσαν προτού έλθη ο Βελής εις την Πελοπόννησον.
Εν τω μεταξύ τούτω ο Σουλτάνος είχε τον πόλεμον ανοικτόν με τους Ρώσσους και εστρατολόγησε και από την Πελοπόννησον, διατάξας προς τούτο τον Βελήν πασάν, όστις επήρε πολλούς των εντοπίων Τούρκων, εκ των οποίων όχι ολίγοι εχάθησαν εις εκείνον τον πόλεμον, οι δε σωθέντες και επιστρέψαντες ήσαν ταπεινωμένοι, οι δε μείναντες οπίσω και αυτοί ημέρωσαν. Μέχρι δε της επιστροφής του πασά από τον πόλεμον, οι εχθροί του Τούρκοι εκατόρθωσαν ώστε ο Σουλτάνος να τον διώξη από την Πελοπόννησον αλλά και εκ τούτου απεδείχθη, ότι οι Τούρκοι μόνοι χωρίς των Ελλήνων δεν εδύναντο να κάμουν τίποτε.

ΟΙ  ΚΟΤΣΑΜΠΑΣΗΔΕΣ

Οι κοτσαμπάσηδες ή προύχοντες δεν ήσαν λαοπρόβλητοι, καθώς τινες γράφουσι και λέγουσιν αλλ' ήσαν ένα σώμα ενωμένον διά του μεταξύ των συμφέροντος. Είχαν και αυτοί σύστημα, αν και τούτο εδιαιρείτο εις δύο, έκαστον των οποίων παρηκολούθει και υπηρετεί την διαίρεσιν και την φατρίαν των Τούρκων και με το φρόνημα τούτων έτρεχεν. Επειδή δε οι Έλληνες είχαν πνεύμα περισσότερον των Τούρκων, και εγνώριζαν γράμματα, ένεκα τούτου εφαίνετο, ότι και πολιτικώς αυτοί εδιοικούσαν, διότι αυτοί έδιδαν συμβουλάς και σχέδια διά να τα εφαρμόζουν οι Τούρκοι προς το συμφέρον των, και διά να καταβάλλουν τους εναντίους των, δήλαδη την φατρίαν των άλλων Τούρκων και των ακολουθούντων αυτούς Ελλήνων. Εκάστη φατρία ήθελε να έχη την εξουσίαν διά να διοική τον τόπον και διά να πλουτή, και διά να την αποκτήσει, έστελλεν εις την πρωτεύουσαν έδραν του Σουλτάνου πληρεξουσίους της, τους οποίους καταχρηστικώς ωνόμαζαν τοιούτους, διά να προστατεύωσι κατά το φαινόμενον τους ραγιάδες από τας καταχρήσεις των Τούρκων, ενώ αληθώς εστέλλοντο προς τον σκοπόν να απομακρύνουν τους αντιπάλους των από την εξουσίαν και να την λάβωσιν αυτοί. Όλα τα έξοδα, όσα εγίνοντο διά την αποστολήν των τοιούτων πληρεξουσίων και την διαμονήν των εις την Κωνσταντινούπολιν, από τον ίδιον ραγιάν επληρώνοντο, όπως οι Τούρκοι και οι λεγόμενοι κοτσαμπάσηδες ήθελαν. Και η μία και η άλλη φατρία εξώδευαν, και οποιαδήποτε έπειτα εφαίνετο νικήτρια, και είχε τον πασάν ιδικόν της, όλα τα γενόμενα έξοδα τα ανελόγιζεν εις βάρος των ραγιάδων. Η νικηθείσα μερίς ενήργει έπειτα μυριοτρόπως εις το να ρίψη τους αντιπάλους διά να έλθη πάλιν εις τα πράγματα, και όταν και αύτη ευτυχεί να αποκτήσει τον πασάν ιδικόν της, όλα τα γενόμενα από αυτήν προς τούτο έξοδα ήσαν εις βάρος πάλιν του ραγιά ώστε ο ραγιάς δεν είχε καμμίαν ανακούφισιν εκ μέρους των κοτσαμπάσηδων, ή των λεγομένων πληρεξουσίων (βεκίλιδων). Όλος ο θόρυβος και η κίνησις εγίνετο προς το συμφέρον των Τούρκων και των συντρόφων των κοτσαμπάσηδων, οι οποίοι ήσαν υπόχρεοι να αναλογίσουν τα βάρη και τα άλλα έξοδα και να τα εισπράξουν συνάμα. Ούτοι ενήργουν ως υπηρέται των ορέξεων των Τούρκων, και το επάγγελμα αυτό ήτο ο πόρος της απαλλαγής των από τα βάρη και τας φορολογίας. Εισέπραττον εκατόν και έδιδαν μόνον είκοσι πέντε εξαπατώντες τους Τούρκους.
Τοιούτος ήταν ο κοτσαμπάσης, όστις και κατά τα άλλα πάντα εμιμείτο τον Τούρκον, καθώς εις την ενδυμασίαν, εις τους εξωτερικούς τρόπους και εις τα της οικίας του. Η ευζωία του ήτο ομοία με εκείνην του Τούρκου, και μόνον κατά το όνομα διέφερεν, αντί π.χ. να τον λέγουν Χασάνην, τον έλεγαν Γιάννην, και αντί να πηγαίνη εις το τσαμί επήγαινεν εις την εκκλησίαν. Μόνον κατά τούτο υπήρχε διάκρισις. Και μόλον τούτο ο Τούρκος του έκοφτε το κεφάλι, όταν ήθελε, και επί τρεις ημέρας είχεν εκτεθειμένον τον νεκρόν του εις την αγοράν, την δε κεφαλήν του την έθετεν εις τα οπίσθια του προς περισσοτέραν καταφρόνησιν, ενώ εκείνην του Τούρκου την έθετεν υπό την αμασχάλην του. Εκ τούτων όλων φαίνεται, αν ο κοτσάμπασης ήτο, ή όχι, λαοπρόβλητος.
Οι στελλόμενοι εις την καθέδραν του Σουλτάνου ως δήθεν πληρεξούσιοι, ως είπαμεν, αυτοί ενεργούσαν και προητοίμαζαν την αποστολήν νέου πασά. Εκείθεν ωδήγουν τους Τούρκους της φατρίας των εις την Πελοπόννησον πώς να φέρωνται υπέρ, ή και κατά του πασά, κατά τας περιστάσεις. Αυτός ο συνεχής και αδιάκοπος πόλεμος εγίνετο, και η τυραννία ποτέ δεν έλειπεν από τον δυστυχή ραγιάν. Την τοιαύτην δε ασυνείδητον και άτιμον διαγωγήν ονομάζουν τινές σύστημα πολιτικόν και δημοκρατικόν μάλιστα. Αλλά ποιος ερωτούσε τους δυστυχείς ραγιάδες; Ο Τούρκος μόνον τους έλεγε· «βρε! αυτόν θέλω να ακούτε, ει δε μη, σας κόβω το κεφάλι»

Πώς εδιοικούντο αι κοινότητες.

Ο λαός οίκοθεν εφρόντιζε διά τα κοινά, και διά την εκκλησίαν χάριν της λατρείας της θρησκείας του. Ο λαός μόνος εδιώριζεν ένα πρωτόγερον (κλητήρα) διά τα θελήματα του κοινού εν γένει, και διά να εκφωνή το βράδυ οποιανδήποτε αγγαρείαν, είτε χάριν του κοινού, είτε χάριν της εξουσίας. Εφώναζε δε ούτως- «ακούτε το! αύριον μη τολμήση κανένας και πάη εις άλλην δουλειάν του, διότι θα κάμωμεν τούτο και τούτο». Και όστις δεν άκουεν εβλάπτετο, διότι οι άλλοι του εχάλαγαν το σπίτι, και αν ανεφέρετο εις την εξουσίαν, αυτή δεν έδιδε καμμίαν προσοχήν, μάλιστα δε ετιμωρείτο και ως παρήκοος.
Είχαν συνήθειαν όλοι οι κάτοικοι των χωρίων και μικρών κωμοπώλεων να βλέπωνται μετά το τέλος της θείας λειτουργίας- έβγαιναν από την εκκλησίαν και έμεναν εις το προαύλιον, και εκεί ωμιλούσαν αναμεταξύ των, και αν τυχόν οι νοημονέστεροι εγνώριζαν κανένα νέον εξωτερικόν, ή πόλεμον των Φράγκων κατά των Τούρκων, το έλεγαν, και όλοι έχαιραν, και μάλιστα όταν η Ρωσσία εκέρδαινε καμμίαν μάχην, τότε μετά του ιερέως εδέοντο προς τον Θεό να ενισχύση τους ομόδοξους διά να κατατροπώσουν τον εχθρόν μας Τούρκον. Εκεί εις την συνάθροισιν όποιος είχε χάσει το ζώον του, ή άλλο τι το έλεγε φανερά και μεγαλοφώνως, ότι όποιος το είδε, ή το έχει να το δώση, ειδεμή, θα τον αφορίση ο παπάς. Άλλοτε δε πάλιν ο ίδιος παπάς εκφωνούσε τούτο, και μετά ταύτα διελύοντο, και πάλιν εβλέποντο την ερχομένην εορτήν, και όχι άλλην ημέραν εργάσιμον. Τοιαύτην ζωή εζούσαν οι ραγιάδες. Αλλά και κατόπιν τούτων δεν έλειπαν να σχολιάζουν και τον Χρονογράφον περί της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως καθώς και τον Αγαθάγγελον, και πολλήν τροφήν και παρηγορίαν εις τούτο εύρισκαν οι Έλληνες. Εις δε τα μοναστήρια περισσότερον ελέγετο, και εξηγείτο πλέον φανατικώτερα, ο δε φανατισμός αυτός εκέρδαινε τας ψυχάς των Ελλήνων, και οι περισσότεροι εξ αυτών επερίμεναν ώραν την ώραν να ίδουν πραγματοποιουμένην την φαντασίαν των. Ταύτα όμως πάντα ωφέλησαν την Φιλικήν Εταιρίαν, διότι αύτη ηύρε τα πνεύματα των ανθρώπων πρόθυμα και προετοιμασμένα διά την ελευθερίαν. Κάθε χωρίον μεγάλον, ή και μικρόν είχεν ένα γέροντα ή και δύο κατά τον πληθυσμόν του, οι οποίοι μετά των ιερέων εμοίραζαν κατ' αναλογίαν εις καθένα τους επιβαλλόμενους φόρους. Είχαν δε και ένα εισπράκτορα (καψιμάλην) διά την είσπραξιν των φόρων.
Μόνοι των οι Έλληνες εφρόντιζαν διά την παιδείαν, η οποία εσυ-νίστατο εις το να μανθάνουν τα κοινά γράμματα, και ολίγην αριθμητι-κήν ακανόνιστον εν ελλείψει δε διδασκάλου ο ιερεύς εφρόντιζε περί τούτου. Όλα αυτά εγίνοντο εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους. Εις δε τας ορεινάς κωμοπόλεις και πολυπληθεστέρας κατοίκων, εκεί τα κοινά πράγματα ήσαν έτι κανονικώτερα. Είχαν δηλαδή οικίαν να δέχωνται τους ερχόμενους ξένους και ιδίως τους Τούρκους, ο δε λεγόμενος πρωτόγερος εφρόντιζε διά την τροφήν των, λαμβάνων εξ αναλογίας από τον καθένα, σήμερον ολίγον βούτυρον, και αύριον αυγόν, από τον άλλον τυρί, και από τον άλλον ψωμί και σκεπάσματα κατά την εποχήν, και τοιουτοτρόπως εφιλοξενούντο οι ερχόμενοι ξένοι, και εις τούτο ήσαν υποχρεωμένοι όλοι οι κατοικούντες και αποτελούντες το κοινόν. Τοιούτον ήτο το σύστημα των Ελλήνων χριστιανών. Οσάκις δε ο δυνάστης ήθελε να αδικήση μίαν κωμόπολιν, ή οικογένειαν, έστελλε κατ' ευθείαν άνθρωπον της εξουσίας και απαιτούσεν ό,τι ήθελε, οι δε κάτοικοι, ως είπαμεν, διά των γερόντων του κοινού ανελόγιζαν τα ζητούμενα, ή χρήματα ήσαν, ή καμμία άλλη αγγαρεία. Οι Τούρκοι εξ ανάγκης ήθελαν να έχουν οι ραγιάδες των όλα ταύτα διά να αυξάνουν και να τους έχουν ως ανδράποδα. Εφρόντιζαν διά τούτο και διά την ζωήν μας, και διά τούτο έκαστος των ραγιάδων είχεν ένα Τούρκον σημαντικόν προστάτην, και όλοι ομού εις κάθε χωρίον και εις εκάστην κώμην είχαν επίσης προστάτην δυνατόν διά την ατομικήν των ύπαρξιν και υπεράσπισιν. Εις τας μεγάλας πόλεις εξ εναντίας ήσαν κάτι τι καλλίτερα τα πράγματα διά την μεγαλυτέραν ανάπτυξιν. Οι Τούρκοι επροστάτευσαν την θρησκείαν των Ελλήνων διά το συμφέρον των, και κατ' ανάγκην εστερίωσαν αυτήν, και έδωκαν μερικά προνόμια εις τον κλήρον, διότι εφοβούντο μη φύγουν οι ραγιάδες των και ενωθούν με τους Φράγκους, ως χριστιανούς και τούτους, και δυναμώσουν περισσότερον, και τοιουτοτρόπως κινήσουν εναντίον των γενικόν ευρωπαϊκόν πόλεμον. Αυτός ήτο ο κύριος σκοπός των Τούρκων, και διά τούτο ονόμασαν τον Πατριάρχην φύλαρχον (Μελέτ-μπαση), και κεφαλήν των χριστιανών, και διά τούτου εσυμάζωναν την φυλήν, από τους Τούρκους όμως εθεωρείτο ως αρχηγός ραγιάδων και ανδραπόδων.
Εις τα πράγματα του κλήρου εν Κωνσταντινουπόλει ανακατώνοντο οι Φαναριώται, καθώς ανωτέρω είπαμεν, και όσοι άλλοι είχαν έξοχον παιδείαν συστηματικήν Ελληνικών γραμμάτων και γραμμάτων άλλων φυλών. Οι Φαναριώται ως προς την παιδείαν ήσαν επιμελείς, και έργον είχαν την μάθησιν των γραμμάτων, και ιδίως της Τουρκικής γλώσσης ως υπερεχούσης των άλλων.
Επειδή δε το Πατριαρχείον είχε μερικά εισοδήματα των μοναστηριών και των επισκοπών, οι αρχιερείς του Πατριαρχείου αγόραζαν τας τοιαύτας επισκοπάς ακριβά και διά βίου, και το δικαίωμα τούτο δεν τους αφαιρείτο ποτέ από κανένα, παρά μόνον από τον θάνατον, ότε πάλιν ο Πατριάρχης επώλει την επισκοπήν εις άλλον νέον αρχιερέα, και τον εμπόριον τούτο εγίνετο διά πολλών χαμερπών μέσων, διότι εις τούτο, όχι μόνον ανακατώνοντο οι κληρικοί, οι Φαναριώται και άλλοι δυνατοί χριστιανοί, αλλά και αύτοι οι άπιστοι Τούρκοι εκινούντο και ελάμβαναν μέρος εις εκάστην χειροτονίαν, και όστις έδιδε περισσότερα χρήματα αυτός εγίνετο επίσκοπος, και ας ήτο και αγράμματος. Εν τούτοις και μ' όλα αυτά τα αισχρά μέσα, διά των οποίων εγίνοντο αρχιερείς, και μ' όλην την αγραμματοσύνην των, ούχ' ήττον ωφελούσαν την φυλήν και θρησκευτικώς και πολιτικώς.
Πολλοί άποροι Φαναριώται, και άλλοι ακόμη κληρικοί ανακατώνοντο λόγω δήθεν θρησκευτικού ζήλου, και ότι φροντίζουσι διά το κοινόν συμφέρον, και έκαστος αυτών απαιτούσε να διορισθή επίτροπος της δείνα εκκλησίας, ή του δείνα σχολείου διά να πορίζεται τα προς το ζην αναγκαία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...