Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Αναστολή εκτέλεσης για χρηματικές απαιτήσεις μετά τον ν. 4335/ 2015.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2 (σε Συμβούλιο), 11/ 2017, ΔΕΕ 2017.1063.
Δικαστές: Ι. Τσαλαγανίδης, εισηγήτρια Αβροκόμη Θούα.

Περίληψη. Αναστολή αναγκαστικής εκτέλεσης μετά το ν. 4335/2015 - Κατάσχεση εις χείρας τρίτου -. Η κατάργηση του άρθρ. 938 ΚΠολΔ δεν συνεπάγεται κατάργηση και του δικαιώματος για αίτηση αναστολής της κατάσχεσης αυτής εκ μέρους του καθ’ού οφειλέτη. Ελλείψει διάταξης, η αίτηση αυτή θεμελιώνεται σε ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 731 ΚΠολΔ. Αναγκαστική εκτέλεση για χρηματικές απαιτήσεις. Δικαίωμα αίτησης αναστολής έχει ο καθ’ ου κι όταν η απόφαση επί της ανακοπής δεν εκδοθεί εμπρόθεσμα κατ’ άρθρ. 933 § 2 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 565 § 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκησή της, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης, ενώ κατά την § 2 αυτού, αν από την εκτέλεση της απόφασης πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης, της οποίας η αποκατάσταση δεν είναι εύκολη, μπορεί να διαταχθεί με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους η ολική ή εν μέρει αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης με τον όρο παροχής ανάλογης εγγύησης ή και χωρίς εγγύηση ή να εξαρτηθεί η εκτέλεση της απόφασης από την παροχή εγγύησης από το διάδικο που έχει νικήσει. Για την αίτηση αποφαίνεται, συνεδριάζοντας ως συμβούλιο χωρίς υποχρεωτική κλήτευση των διαδίκων, το αρμόδιο πολιτικό τμήμα, το οποίο συγκροτείται από τρία μέλη, στα οποία περιλαμβάνεται υποχρεωτικά ο εισηγητής της υπόθεσης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι να μην έχει αρχίσει ουσιαστικά η αναγκαστική εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή να μην έχουν γίνει μετά την επίδοση σε εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η αναγκαστική εκτέλεση, αντιγράφου του απογράφου της απόφασης αυτής με επιταγή προς εκτέλεση, που αποτελεί κατά το άρθρο 924 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ την πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, περαιτέρω πράξεις εκτέλεσης, διότι τότε (αν δεν πρόκειται για άμεση εκτέλεση για την οποία προβλέπει ειδικά το άρθρο 937 § 1 εδ. γ' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο § 2 ν. 4335/2015) δεν υπάρχει δικονομική ανάγκη αναστολής της εκτελέσεως, αφού η απόφαση για την ανακοπή κατά της εκτελέσεως πρέπει κατά ρητή νομοθετική επιταγή να εκδοθεί εντός 60 ημερών από τη συζήτησή της (βλ. άρθρο 933 § 6 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, § 2 ν. 4335/2015), δηλαδή θα εκδοθεί οπωσδήποτε πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Αν ωστόσο δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολογείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελεστού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου (άρθρα 982 επ. ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις (ΣυμβΑΠ 142/2016).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αιτούσα ζητεί με την κρινόμενη αίτησή της την αναστολή αναγκαστικής εκτελέσεως της υπ’ αριθ. …/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της από 16.1.2017 αιτήσεως αναιρέσεως, ιστορώντας περαιτέρω ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρεώθηκε να καταβάλει εντόκως στην καθ’ ης η αίτηση το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων εκατόν εξήντα δύο ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (85.162,59) από την επίδοση της αγωγής και ότι θα μείνει ανικανοποίητη η αξίωσή της για επιστροφή του πληρωθέντος ποσού και θα υπάρχει πραγματική αδυναμία αποκαταστάσεως των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, στην περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, πιθανολογουμένου εντεύθεν κινδύνου βλάβης, της οποίας η αποκατάσταση δεν είναι εύκολη. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα και τη διαδικασία γενικά, συνομολογείται άλλωστε από την αιτούσα, η καθ’ ης η αίτηση, μετά την κοινοποίηση σ’ αυτήν αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού της …/ 2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με επιταγή προς πληρωμή, προέβη σε περαιτέρω πράξεις εκτελέσεως και δη επέβαλε ήδη για την ικανοποίηση της απαίτησής της αναγκαστική κατάσχεση της απαιτήσεώς της κατά της αιτούσας στα χέρια των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες: 1. «Ε.Τ.Ε.** Α.Ε.», 2. «Τ.Π.** Α.Ε.», 3. «Α.Β.** Α.Ε.» και 4. «Τράπεζα Ε.Ε.**» (βλ. σχετ. κατασχετήριο έγγραφο). Επομένως εφόσον έχει προχωρήσει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της υπ’ αριθ. …/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς το ποσό εξήντα χιλιάδων ευρώ (60.000€) δεν είναι πλέον επιτρεπτή κατά τα προεκτεθέντα, η ζητούμενη αναστολή της εκτέλεσής της κατά το άρθρο 565 § 2 ΚΠολΔ και πρέπει έτσι η κρινόμενη αίτηση, (εισαχθείσα αρμοδίως, κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων), ως προς το σκέλος αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Εν συνεχεία από την όλη διαδικασία πιθανολογήθηκε ότι, από την εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως για το πέραν των εξήντα χιλιάδων ευρώ ποσό (60.000€) στο οποίο περιλαμβάνονται και οι νόμιμοι τόκοι, θα προκύψει κίνδυνος βλάβης για την αιτούσα, η αποκατάσταση της οποίας δεν θα είναι ευχερής. Επομένως, πρέπει η αίτηση να γίνει εν μέρει δεκτή, ως προς το σκέλος αυτό όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και να καταδικαστεί η αιτούσα στη δικαστική δαπάνη της αντιδίκου της που παραστάθηκε (άρθρο 84 § 2 ν. 4194/ 2013 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 § 3 ν. 4236/2014).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία «K.** ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ», για την αναστολή εκτέλεσης της …/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς για το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ.
Αναστέλλει την εκτέλεση της …/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, για το πέραν των εξήντα χιλιάδων ευρώ (60.000) ποσό, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι νόμιμοι τόκοι, έως ότου εκδοθεί απόφαση του Αρείου Πάγου για την από 16.1.2017 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε κατά της πιο πάνω εφετειακής απόφασης και με τον όρο να συζητηθεί η αίτηση αυτή κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 25.9.2017. Και
Καταδικάζει την αιτούσα στη δικαστική δαπάνη της καθ’ ης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Παρατηρήσεις Ιάκωβου Βενιέρη (ΔΕΕ 2017.1064-1066).
Η παραπάνω απόφαση επέφερε τομή σε ένα νομικό ζήτημα ως προς την προστασία των οφειλετών έναντι των δανειστών που απασχολεί μετά την εισαγωγή του Ν 4335/2015 και τις τροποποιήσεις στον ΚΠολΔ. Με την κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ τα πολιτικά δικαστήρια αρνούνται την παροχή προστασίας μέσω ασφαλιστικών μέτρων (αναστολή εκτέλεσης), παρά μόνο στις περιπτώσεις άμεσης εκτέλεσης (π.χ. απόδοσης ακινήτου, άρθρο 937 παρ. 1 ΚΠολΔ) [Βλ. ΜΠρΘεσ 7431/2016, ΜΠρΛαμ 223/ 2016, ΜΠρΛαμ 185/2017 αδημ., Πλεύρη, Οι τροποποιήσεις του Ν 4335/2015 σε ζητήματα του δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως, ΕλλΔνη 2016, 152 επ]. Από την πρώτη στιγμή τέθηκαν πολλά ερωτήματα ως προς την αντιμετώπιση των περιπτώσεων εκείνων, κατά των οποίων δεν παρέχεται προστασία στον φορέα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (οφειλέτη). Δεν προκύπτει πρόβλημα μόνο στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν εκδίδεται η απόφαση εντός της προθεσμίας που τάσσει ο νόμος (άρθρο 933 παρ. 6 ΚΠολΔ), όπως αναφέρει η παραπάνω απόφαση· αλλά και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δημιουργούνται μη αναστρέψιμες νομικές και οικονομικές καταστάσεις και μάλιστα αδικαιολόγητες. Π.χ. η κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ μπορεί να οδηγήσει στο πολύ πιθανό ενδεχόμενο της είσπραξης άμεσα χρηματικού ποσού από τραπεζικό λογαριασμό «ανίδεου» οφειλέτη (κατάσχεση εις χείρας τρίτου, πλέον χωρίς δυνατότητα αναστολής) μέσω εκτέλεσης εκτελεστού τίτλου ακόμα και επί εξοφληθείσας ή και παραγραφείσας απαίτησης. Σε μια τέτοια περίπτωση η απόφαση επί ανακοπής μπορεί να μην έχει κανένα νομικό και πρακτικό νόημα ακόμα και αν εκδοθεί σχετικώς γρήγορα. Αυτό ισχύει, καθώς ο «νικήσας» οφειλέτης θα αχθεί σε αγώνα δρόμου (και ίσως επιβίωσης) για να επαναφέρει το καταβληθέν ποσό από τον υποτιθέμενο «δανειστή» του, στην δική του κατοχή. Και το «θύμα» γίνεται «θύτης» αλλά χωρίς αποτέλεσμα! αν δεν έχει πλέον το χρηματικό ποσό στην διάθεση του ο δήθεν δανειστής του και πλέον οφειλέτης του και δεν είναι αξιόχρεος. Συνεπώς σε μια τέτοια περίπτωση επαναφορά στην προγενέστερη κατάσταση δεν είναι δυνατή, ενώ ουσιαστικώς δικαστική προστασία δεν παρέχεται.
Επικρίθηκε η κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ υπό το πρίσμα τέτοιων περιπτώσεων και σε κάποιες περιπτώσεις ήδη έγινε θεωρητική προσπάθεια άμβλυνσης των συνεπειών κατάργησης [Πρβλ. Ορφανίδη, Η αναστολή εκτελέσεως για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων μετά το Ν 4335/ 2015, σελ. 38]. Η κατάργηση της προστασίας εκ του άρθρου 938 ΚΠολΔ σε περιπτώσεις, όπως οι παραπάνω, όπου δεν υπάρχει ενδιάμεση προστασία παρά την ανάγκη αυτής, θέτει ζητήματα σύγκρουσης με βασικές αρχές εκ του συνταγματικού δικαίου. Η αξίωση εκ του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί έννομης προστασίας συμπεριλαμβάνει και την αντίστοιχη αξίωση παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας με λήψη ασφαλιστικών μέτρων [ΣτΕ Ολ 35/2013 που αναφέρει ως προς την εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος ότι: «ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει στους πολίτες την δυνατότητα έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, η προστασία δε αυτή, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, δεν αφορά μόνο την οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, δηλαδή την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του κυρίου ενοίκου βοηθήματος, αλλά περιλαμβάνει και την προσωρινή δικαστική προστασία»]. Κατά την απολύτως κρατούσα άποψη, «το Σύνταγμα κατοχυρώνει και την αξίωση προς έκδοση αποφάσεως που διατάσσει την λήψη επείγουσας φύσεως προσωρινών μέτρων» [Νίκας, Πολιτική δικονομία, τόμ. Ι, σελ. 25 με παραπομπή σε Κλαμαρή, Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, σελ. 155-159, Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, σελ. 414 επ] ειδικά έναντι κινδύνου βλάβης από αναγκαστική εκτέλεση [Βλ. έτσι και ΔΕφΑΘ 75/2011 «το δικαίωμα του προσώπου για δικαστική προστασία, έκφανση του οποίου αποτελεί και η αξίωση αυτού για αποτελεσματική - προσωρινή έννομη προστασία (πρβλ Ε.Α. του ΣτΕ 178/2006, 93912006), ήτοι για λήψη του κατάλληλου μέτρου, προκειμένου νο αποτραπεί η ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη που κατά περίπτωση συνδέεται με την άμεση εκτέλεση ... δικαστικής απόφασης»]. Αποτελεσματική δικαστική προστασία χωρίς αντίστοιχη αποτελεσματική προσωρινή δικαστική προστασία δεν νοείται [Κατράς, Σύστημα ασφαλιστικών μέτρων, σελ. 108 με παραπομπή σε Χρυσανθάκη, Η προσωρινή δικαστική προστασία στις διοικητικές διαφορές, σελ. 108]. Κάθε περιορισμός που θέτει ο νομοθέτης στην αξίωση προσωρινής δικαστικής προστασίας αξιολογείται ως αντισυνταγματικός [Βλ. Μπέη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Πέμπτο βιβλίο, Ασφαλιστικά μέτρα, Εισαγωγή στην προσωρινή δικαστική προστασία, αρ. 8.1 επ. Εκεί αναφέρει ότι: «αν η αξίωση δικαστικής ακρόασης και προστασίας πρόκειται να βρει δικαστική ανταπόκριση μόνο στο απώτερο μέλλον, όταν πια θα είναι πολύ αργά, τότε, στο πλαίσιο τελολογικής ερμηνείας των κρίσιμων συνταγματικών διατάξεων, γίνεται φανερή η ανάγκη, η αξίωση (οριστικής) δικαστικής ακρόασης και προστασίας να συνοδευτεί παράλληλα και από την αξίωση προσωρινής δικαστικής ακρόασης και προστασίας. Εξάλλου, η δυνατότητα του κοινού νομοθέτη να καταργήσει τα υφιστάμενα ενοχικά δικαιώματα είναι αμφίβολη... Όσο λοιπόν το κράτος δεν καταργεί κάποιο ενοχικό δικαίωμα, η φαλκίδευση του δημόσιου δικαιώματος δικαστικής ακρόασης και προστασίας, ως προς τις υφιστάμενες ενοχικές αξιώσεις, συνιστά απροκάλυπτη προσβολή των αρχών του κράτους δικαίου. Για όλους αυτούς τους λόγους η δεσμευτική δικαστική διάγνωση του κρίσιμου δικαιώματος, ως συνταγματικώς κατοχυρωμένη μορφή έννομης προστασίας, δεν μπορεί να σταθεί, αν δε συνοδεύεται από την αναγκαστική πραγμάτωση, καθώς και από την προσωρινή εξασφάλιση του εριζόμενου δικαιώματος. Άρα ο κοινός νομοθέτης δεν έχει εξουσία να απαγορέψει ασφαλιστικό μέτρα για κάποιες έννομες σχέσεις ή να τα αφαιρέσει από τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων... Πολύ περισσότερο είναι αντισυνταγματικοί και, γι' αυτό, ανεφάρμοστοι (Σ 93 παρ. 4) οι ειδικοί εκείνοι νόμοι που απαγορεύουν την προσωρινή δικαστική προστασία, με ασφαλιστικά μέτρα, σε ορισμένες περιπτώσεις». Μάλιστα ο Δάσκαλος της δικονομίας παραπέμπει και σε Κοντιάδη, ΕΕΝ 36, 394. Leipold § 1 σελ. 2, στο κείμενο και στη σημ. 4. Μάκρη, Δ 10, 713. Μητσόπουλο, ΠολΔ, σελ. 79, τον ίδιο, στο συλλογικό έργο «Η επίδρασις του Συντάγματος του 1975 επί του ιδιωτικού και επί του δημοσίου δικαίου, 1976 σελ. 61. Μπρίνια, ΝοΒ 21, 1055. Γ. Οικονομόπουλο, Δ 9, 94. Κ. Παναγόπουλο, Δ 13, 161, Ράμμο. Εγχειρίδιον, III § 542 II σελ. 1776. Σκουρή, Η προσωρινή προστασία στις ακυρωτικές διαφορές, 1979 σελ. 160. Stein- Ionas- Grunsky, II8 πριν από την παρ. 916. Ψωμά, Δ 3, 629] θίγοντας τον ίδιον τον πυρήνα της δικαστικής προστασίας εκ των άρθρων 20, 8 και 87 του Συντάγματος [Έτσι ρητώς ο Αντιπρ. του ΑΠ Κράνης, σε Κεραμέα/Κονδύλη/ Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ, Εισαγωγή άρθρων 682-738 αρ. 6 με παραπομπές σε Κεραμέα/Πολυγωγόπουλο, σελ. 251, Παυλόπουλο, ΝοΒ 1994, 948]. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως βάσει του επιχειρήματος ότι πριν την έκδοση οριστικής απόφασης εκ της ανακοπής έχουν δημιουργηθεί «τελελεσμένα γεγονότα» ή τουλάχιστον μη (ευκόλως) αναστρέψιμα [Χρυσόγονος, σελ. 412].
Προς την ίδια κατεύθυνση σημειώνεται ότι περιορισμός των προληπτικών μέτρων αντιμετωπίζεται και ως παραβίαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ περί αποτελεσματικής προσφυγής στην δικαιοσύνη, αν μέχρι την οριστική κρίση δεν χορηγηθεί προσωρινή δικαστική προστασία [Κατράς, ό.π., σελ. 109]. Αντίστοιχη θέση έχει λάβει και το ΔΕΚ [ΔΕΚ Factortame C-213/1989, Συλλ. 1990, Ι-2433] κρίνοντας, ότι η πλήρως αποτελεσματική δικαστική προστασία εκ του κοινοτικού δικαίου θίγεται, αν ένας κανόνας εθνικού δικαίου μπορούσε να εμποδίσει το κρίνον την κύρια διαφορά δικαστήριο να διατάξει προσωρινά μέτρα. Για αυτό ήδη άλλες περιπτώσεις κατάργησης της δυνατότητας λήψης ασφαλιστικών μέτρων αναστολής έχει κριθεί ως αντισυνταγματική και αντικείμενη στην ΕΣΔΑ [Βλ. π.χ. το άρθρο 50 παρ. 3 του ΝΔ 3077/1954 σε ΜΠΚαβ 2071/2002, ΜΠρΚαβαλ 511/2004, ΜΠρΚαβαλ 2071/ 2002, ΜΠρΚαβαλ 1948/2001].
Συνεπώς, με βάση τις παραπάνω σκέψεις, κρίνεται λογική και επιβεβλημένη η παράθεση των παραπάνω επιχειρημάτων στην απόφαση του ΑΠ περί αναλογικής εφαρμογής διατάξεων εκ του ΚΠολΔ (άρθρα 731 αλλά και 732 ΚΠολΔ) που θα επιτρέπουν την προσωρινή προστασία ενός οφειλέτη από τα άμεσα αποτελέσματα της πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης όπως η κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Με την παραπάνω απόφαση, υπό το πρίσμα των παραπάνω συνταγματικών επιταγών και της ανάγκης προστασίας του οφειλέτη από μη αναστρέψιμες οικονομικές και νομικές καταστάσεις, παρέχεται πλέον περιπτωσιολογικώς μία σημαντική επίλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν. Οι οφειλέτες που αντιμετωπίζουν αβάσιμες αξιώσεις από κάποιον δανειστή μπορούν να τύχουν και προσωρινής προστασίας μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης εκ της ανακοπής που έχουν ασκήσει, ενώ η νομική βάση για την προστασία αυτή είναι τα άρθρα 731-732 ΚΠολΔ και οι σχετικές δυνατότητες που εισάγουν.
-----
 Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας 223/2016.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Σοφία - Αλεξάνδρα Ζήκου, Πρόεδρο Πρωτοδικών.

Περίληψη. Άσκηση αίτησης αναστολής εκτελέσεως κατασχετηρίων στα χέρια τρίτου στα πλαίσια άσκησης ανακοπής κατά επιταγής προς πληρωμή μετά την 01-01-2016 κατά την διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Μη νόμιμη η άσκηση της αίτησης αναστολής του άρθρου 937 παρ. 1 εδ β του νέου ΚΠολΔ καθόσον δεν προβλέπεται με τις διατάξεις του νέου ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015 κατά της διαδικασίας της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης επί χρηματικών απαιτήσεων αίτηση αναστολής σε περίπτωση κατάθεσης ανακοπής κατά της εκτέλεσης (933 ΚΠολΔ). Η ασκηθείσα ανακοπή αφορά την ακύρωση της εκτελεστικής διαδικασίας. Η ένδικη αίτηση αναστολής δεν αναφέρεται στην ασκηθείσα ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής για την οποία θα ήταν νόμιμη, η άσκησή της  καθόσον με την διάταξη του άρθρου 632 περ. 3 ΚΠολΔ μπορεί κατά την διαδικασία των άρθρων 686επ να χορηγηθεί από το Δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής αναστολή με ή χωρίς εγγύηση ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Απορρίπτει ως μη νόμιμη την αίτηση αναστολής. Συμψηφίζει την δικαστική δαπάνη, επειδή η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (179 ΚΠολΔ).

  Το άρθρο 938, που προέβλεπε δυνατότητα αναστολής της εκτελέσεως λόγω άσκησης ανακοπής του άρθρου 933, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, εκδικαζόμενης από το δικαστήριο της ανακοπής κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καταργείται με τις νέες τροποποιήσεις. Περαιτέρω, με το νέο άρθρο 937 παρ. 1 β εδ. 3 προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις άσκησης ένδικων μέσων κατά της απόφασης επί της ανακοπής, η άσκησή τους δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου πλέον, μετά από αίτηση αυτού που το άσκησε, υποβαλλόμενη και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Ειδικά, όταν ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού, η αίτηση αναστολής είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00` το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού. Στην περίπτωση δε γ` της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι, ειδικά στην περίτπωση άμεσης εκτέλεσης, το δικαστήριο της ανακοπής μπορεί να διατάξει την αναστολή της κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα. Υπό το μέχρι σήμερα ισχύον δίκαιο, υπήρχε δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούσε η ανακοπή και μόνον μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επ`αυτής (άρθ. 938 παρ. 4, όπως ισχύει σήμερα, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος της τροποποίησης). Η άσκηση δε ένδικου μέσου κατά απόφασης απορριπτικής της ανακοπής δεν μπορούσε να δικαιολογήσει χορήγηση αναστολής. Ο λόγος της σχετικής πρόβλεψης σαφώς έγκειτο στην ταχύτητα που πρέπει, ως ένα τουλάχιστον βαθμό, να διέπει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, βασική αρχή που, ευλόγως και μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, θεωρήθηκε ότι δεν επιτρέπει την περαιτέρω καθυστέρηση της διαδικασίας της, όταν υπάρχει έστω και μία πρώτη οριστική κρίση της ανακοπής από δικαστήριο. Οι νέες διατάξεις αλλάζουν σημαντικά το τοπίο στις δίκες περί αναστολής της εκτέλεσης και ο συνδυασμός τους οδηγεί στα ακόλουθα συμπεράσματα: Η άσκηση ανακοπής συνεχίζει να μην αναστέλλει την εκτελεστική διαδικασία, δεν παρέχεται όμως ούτε δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης κατόπιν σχετικής αιτήσεως λόγω της άσκησης ανακοπής του άρθρου 933 και εκκρεμότητάς της σε πρώτο βαθμό. Προδήλως ο νεότερος νομοθέτης θεώρησε ότι αυτό δεν είναι καν αναγκαίο, αφού με τις προθεσμίες που έθεσε για τη συζήτηση και την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής σε συνδυασμό και με την προθεσμία που έθεσε για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ο οποίος δεν θα μπορεί να προσδιορισθεί πριν την παρέλευση επτά μηνών από την επιβολή της κατάσχεσης (νέο άρθρο 954 παρ. 2 ε και 993 παρ. 2), προσδοκά να υπάρχει απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί της ανακοπής πριν την ημέρα του πλειστηριασμού. Εμπλοκή μπορεί να υπάρξει βεβαίως σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης της ανακοπής ή σε περίπτωση καθυστέρησης της έκδοσης της απόφασης επ`αυτής, πράγμα που πρέπει να λάβουν υπόψη τους οι εφαρμοστές του δικαίου. Δυνατότητα αναστολής κατόπιν σχετικής αιτήσεως, εκδικαζόμενης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, παρέχεται πλέον μόνον σε δεύτερο στάδιο και συγκεκριμένα όταν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης που θα απορρίπτει την ανακοπή, οπότε και θα έχει πλησιάσει πλέον η ημέρα του πλειστηριασμού. Γι` αυτόν ακριβώς το λόγο τέθηκαν και προθεσμίες άσκησης της αίτησης αναστολής και έκδοσης της απόφασης από το δικαστήριο του ένδικου μέσου, όταν επίκειται πλειστηριασμός. Αντιθέτως, επί άμεσης εκτέλεσης, οπότε και δεν τίθεται ζήτημα μακρινού προσδιορισμού πλειστηριασμού ή εκτέλεσης με άλλο χρονοβόρο τρόπο, παρέχεται δυνατότητα αναστολής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αμέσως μετά την άσκηση της ανακοπής. Εξάλλου, στο άρθρο 1.9 του ν. 4335/2015 (Μεταβατικές διατάξεις), πέραν των επιμέρους ζητημάτων που αναφέρονται παραπάνω για τα οποία προβλέπεται ειδικό διαχρονικό δίκαιο (έναρξη ισχύος μετά την έκδοση πρ.δ/των), ορίζεται με γενική αφορώσα την εκτέλεση ρύθμιση ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η.1.2016. Ως κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή ή μη του νέου δικαίου θα πρέπει προδήλως να θεωρείται ο χρόνος επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, που οδήγησε στη συνέχεια στην έναρξη της κύριας εκτελεστικής διαδικασίας δια της επιβολής κατασχέσεως επί χρηματικών απαιτήσεων ή δια της διενέργειας άμεσης εκτέλεσης και όχι τυχόν προηγούμενες επιταγές, οι οποίες επιδόθηκαν μεν, χωρίς όμως να αρχίσει η κύρια εκτελεστική διαδικασία εντός έτους από την επίδοσή τους, και στις οποίες δεν μπορεί κατ’ άρθρο 926 παρ. 2 να βασισθεί πλέον η έναρξή της. Αν, αντιθέτως, έχει γίνει ή θα γίνει εντός έτους έναρξη της κύριας εκτελεστικής διαδικασίας βάσει επιταγής που κοινοποιήθηκε πριν την 1η-1-2016, θα τυγχάνει εφαρμογής το μέχρι τις 31-12-2015 ισχύον δίκαιο, ενώ η τυχόν επανακοινοποίηση της επιταγής μετά την 1η-1-2016, προκειμένου αυτή να επιστηρίξει απλώς τη συνέχιση των υπολειπομένων πράξεων της κύριας εκτελεστικής διαδικασίας, δεν θα μεταβάλει το δίκαιο βάσει του οποίου αυτές θα διενεργούνται και θα κρίνονται. (Ευδοξία Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Ζητήματα από το δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015, ΕΣΔι - Σεμινάριο Δικαστικών Λειτουργών της 1ης-12-2015). Περαιτέρω, για την ικανοποίηση των χρηματικών αξιώσεων του δανειστή επιτρέπεται κατ’ επιλογή, σωρευτικά ή και διαδοχικά η χρήση των εξής μέσων αναγκαστικής εκτέλεσης: 1) της κατάσχεσης, 2) της αναγκαστικής διαχείρισης και 3) της προσωπικής κράτησης, στο μέτρο που συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του νόμου (1047 - 1048 ΚΠολΔ). Παράλληλα, επιτρέπεται ως οιωνεί μέσο εκτέλεσης η χρήση του βεβαιωτικού όρκου. Το άρθρο 951 § 1 ΚΠολΔ αναφέρεται στις εξής ρυθμιζόμενες διαδικασίες κατάσχεσης: 1) στην κατάσχεση της κινητής περιουσίας του οφειλέτη ( άρθρα 953 - 981 και 1017 - 1021 ΚΠολΔ), 2) στην κατάσχεση των ακινήτων του οφειλέτη (άρθρα 992 - 1016 και 1017 - 1021 ΚΠολΔ), 3) στην κατάσχεση σε χέρια τρίτου (άρθρα 982 - 991 ΚΠολΔ), και 4) στην κατάσχεση των ειδικών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη (άρθρα 1022 - 1033 ΚΠολΔ). Τα παραπάνω μέσα εκτέλεσης δεν οδηγούν στην ικανοποίηση του δανειστή με την ενέργεια μίας και μόνης πράξης εκτέλεσης, αλλά μετά από σειρά ολόκληρη διαδικαστικών ενεργειών που οδηγούν τελικά στην αυτούσια ικανοποίησή του. Η αναγκαστική εκτέλεση είναι έμμεση (Φαλτσή, - Αναγκαστική Εκτέλεση, τομ. II, Ειδικό μέρος, § 53, II, 1, σελ. 86 - 89).

 Με την κρινόμενη αίτησή τους οι αιτούντες εκθέτουν ότι ο καθ’ ου η αίτηση τους επέδωσε α) την από 29-6-2016 επιταγή προς πληρωμή με αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ../2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία επιτάχθηκαν να καταβάλλουν στον καθ’ ου η αίτηση σε ολόκληρο οι τρεις πρώτοι αιτούντες και κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην πρώτη οι λοιποί αιτούντες το συνολικό ποσό των 155.550 ευρώ με το νόμιμο τόκο όπως ειδικότερα αναγράφεται σ’ αυτή (επιταγή προς πληρωμή), και β) τα από 11-7-2016 έγγραφα κατάσχεσης στα χέρια τρίτων, ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία «...» και ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «...», με τα οποία επέβαλε κατάσχεση στα χέρια των εταιριών αυτών μέχρι του ποσού των 162.361,26 ευρώ, και ότι οι αιτούντες άσκησαν νόμιμα και εμπρόθεσμα την από 25-7-2016 ανακοπή τους για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή. Ζητά, δε, η αιτούσα να ανασταλεί χωρίς την καταβολή εγγύησης η εκτέλεση α) της από 29-6-2016 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ../2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, και β) των από 11-7-2016 εγγράφων κατάσχεσης στα χέρια τρίτων, ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία «...» και ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «...», που επισπεύδεται σε βάρος τους, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής τους, για το λόγο ότι η τελευταία θα ευδοκιμήσει, ενώ η εξακολούθηση της αναγκαστικής εκτέλεση σε βάρος τους, κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, θα προκαλέσει σ’ αυτούς ανεπανόρθωτη βλάβη. Τέλος, ζητούν να καταδικαστεί ο καθ’ ου η αίτηση στη δικαστική δαπάνη τους.

 Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 682 επ., 933 επ. ΚΠολΔ), είναι, όμως μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως αναλύεται στην ανωτέρω μείζονα, δεν προβλέπεται με τις διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015, κατά τη διαδικασία της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης επί χρηματικών απαιτήσεων αίτηση αναστολής σε περίπτωση κατάθεσης ανακοπής κατά της εκτέλεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης και της συναπτόμενης ανακοπής προκύπτει αβίαστα ότι η ανακοπή αφορά στην ακύρωση της εκτελεστικής διαδικασίας. Προς επίρρωση, από την επισκόπηση των εγγράφων, που καταθέτουν οι αιτούντες, προκύπτει ότι οι τελευταίοι έχουν καταθέσει στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στις 21-7-2016, τη με αριθμό κατάθεσης ..../59/2016 ανακοπή κατά της ένδικης με αριθμό ../2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου με αίτημα την ακύρωση της τελευταίας με τους δύο πανομοιότυπους λόγους με αυτούς της ανακοπής εκτέλεσης. Ωστόσο, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο αλλά και από το αίτημά της ότι η κρινόμενη αίτηση αναστολής αναφέρεται στη συγκεκριμένη ως άνω ανακοπή ακύρωσης διαταγής πληρωμής (με αριθμό κατάθεσης .../59/2016), για την οποία θα ήταν νόμιμη, καθόσον με τη διάταξη του άρθρο 632 § 3 ΚΠολΔ μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγηθεί από το Δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναστολής, και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων επειδή η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΕΙ τη με αριθμό κατάθεσης 516/Ασφ/157/2016 αίτηση αντιμωλία των διαδίκων.

 ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.

 ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ το σύνολο των δικαστικών εξόδων μεταξύ των διαδίκων.
-----------------------

Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας 58/ 2017 (ασφαλιστικά μέτρα)
 
  Συγκροτήθηκε από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Αμαλιάδας Δημήτριο Νέγκα, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.

Περίληψη. Αίτηση αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης από τον καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής του αρ. 933 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κρίση του δικαστηρίου ότι η υπό κρίση αίτηση ήταν νόμιμη, διότι καθίσταται αναγκαία η συστηματική - τελολογική ερμηνεία του αρ. 937 παρ. 1γ’ ΚΠολΔ, ώστε να ισχύει σε κάθε περίπτωση κύριας εκτέλεσης, άμεσης και έμμεσης, υπό τον περιορισμό ότι επί επίκειμενου πλειστηριασμού η αίτηση ασκείται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής του αρ. 933 ΚΠολΔ. Απαραίτητη η συνδρομή αμφότερων των προϋποθέσεων του καταργηθέντος αρ. 938 ΚΠολΔ και στην αίτηση αναστολής του αρ. 937 παρ. 1γ’ ΚΠολΔ, έστω και αν δε γίνεται σχετική αναφορά στην τελευταία διάταξη. Προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσης από τον καθ’ου με τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης. Δέχεται τις αιτήσεις αναστολής.

  1. Με τις διατάξεις του Ν. 4335/2015 επήλθαν εκτεταμένες τροπο­ποιήσεις σε αρκετά κεφάλαια του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με­ταξύ των οποίων και σε εκείνο της Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Οι νέες διατάξεις, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθ. 1 άρθρου ένατου § 3 του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται στις περιπτώσεις των ανα­γκαστικών εκτελέσεων επί των οποίων η σχετική επιταγή προς πλη­ρωμή ή προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1/1/2016. Εάν αντιθέτως η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγινε πριν από τις 2/1/2016, η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από όλες οι διατάξεις του ΚΠολΔ που ίσχυαν έως την 1/1/2016, περιλαμβανομένου α­σφαλώς και του άρθ. 938 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή, που καταργήθηκε με την § 1 του άρθρου όγδοου του άρθ. 1 Ν 4335/2015, προέβλεπε ότι "με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η ανα­στολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύη­ση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής", αφορούσε δηλαδή κάθε είδος ανα­γκαστικής εκτέλεσης.

 2. Ο νομοθέτης προέβη στην κατάργηση έχοντας προφανώς υπόψιν ό­τι, για το βασικότερο μέσο εκτέλεσης, δηλ. την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη με επακόλουθο πλειστηριασμό, δεν έχει πλέον έννοια η ύπαρξη αίτησης αναστολής, αφού κατ` άρθ. 933 συνδ. 954 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκαν με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθ. 1 Ν 4335/2015), η απόφαση επί της ανακοπής κατά της εκτέλεσης εκδίδεται πριν από τον πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργείται τον όγδοο μήνα από την κατάσχεση, χωρίς η άσκηση ενδίκου μέσου να ανα­στέλλει την εκτέλεσή της (ΚΠολΔ 937 § 1 περ.β εδ.γ, όπως η § 1 αντικαταστάθηκε με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθ. 1 Ν 4335/2015). Περαιτέρω στο άρθρο 937 §1 ΚΠολΔ, όπως κατά τα άνω ισχύει, προβλέπεται ότι: α) σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέ­σου κατά της απόφασης επί της ανακοπής, μπορεί το δικαστήριο που θα δικάσει το ένδικο μέσο, αν πιθανολογεί την ευδοκίμησή του, να διατάξει (με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) την αναστο­λή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθω­τη βλάβη στον αιτούντα (περ.β εδ.γ) και β) σε περίπτωση άμεσης ε­κτέλεσης, το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης (περ.γ). Για τα λοιπά όμως μέσα έμμεσης εκτέλεσης δεν προβλέπεται αντίστοιχη καθυστέρηση, όπως επί πλειστηριασμού, και είναι δυνατό αυτά να επισπευσθούν εντός των χρονικών ορίων του άρθ. 926 ΚΠολΔ, δηλ. από την πάρο­δο της τρίτης εργάσιμης ημέρας από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και μέχρι την πάροδο έτους από αυτή, η δε ολοκλήρωση της εκτέλεσης να συντελεστεί εντός μικρού χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση π.χ. της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία σα­φώς αποτελεί έμμεση εκτέλεση, εάν δεν υπάρξει δικονομική επι­πλοκή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 985 επ. ΚΠολΔ, η διαδι­κασία μπορεί να ολοκληρωθεί σε χρόνο μικρότερο του ενός μηνός. Εάν δε παράλληλα υπολογιστεί ο χρόνος κατά τον οποίο ενδεχομέ­νως μπορεί να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής, αυτός πρακτικά (και ενόιμει των προθεσμιών του άρθ. 933 ΚΠολΔ) θα είναι μεγαλύ­τερος των τριών μηνών - συνήθως μάλιστα θα είναι αρκετά μεγαλύ­τερος.

 3. Τίθεται επομένως το ερώτημα εάν στις περιπτώσεις της έμμεσης ε­κτέλεσης (πλην εκείνης της επίσπευσης πλειστηριασμού) υπάρχει πράγματι απαγόρευση αναστολής της εκτέλεσης. Το ενδεχόμενο αυ­τό θα πρέπει να αποκλειστεί για τους εξής λόγους: Α) Η αναγκαστι­κή εκτέλεση ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή ως δραστική παρέμβαση στην προσωπική ή περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και, για το λόγο αυτό, ο νομοθέτης του ΚΠολΔ παγίως θεωρούσε ότι δεν πρέπει να επιτρέπει την έναρξη ή τη συνέχισή της, όταν ο οφειλέτης προ­βάλλει λόγους οι οποίοι, μετά τη διάγνωσή τους ως βάσιμων κατά την προσήκουσα διαδικασία, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην α­κύρωση της εκτέλεσης (Γέσιου - Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως τ Ι. § 43 αρ.1). Β) Όμως ο εξαναγκασμός του οφειλέτη να υποστεί εκτέλεση χωρίς να μπορεί να αμυνθεί έγκαιρα, του στερεί το δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που δικαι­ούται κατ` άρθ. 20 Συντ. (έτσι, και όχι με προσφυγή στην αρχή της αναλογικότητας, Βαθρακοκοίλης ΚΠολΔ Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση άρθ. 938 αρ.2). Στέρηση που ορισμένες φορές μπορεί να λάβει το χαρακτήρα έντονης αδικίας, αν π.χ. ο οφειλέτης επικα­λείται εξόφληση ή την υπαγωγή του σε καθεστώς που ενέχει απαγό­ρευση λήψης διωκτικών μέτρων εναντίον του κλπ (μάλιστα η κατάρ­γηση του άρθ. 938 ΚΠολΔ έχει χαρακτηριστεί αδικαιολόγητη - βλ. Μακρίδου - Απαλλαγάκη - Διαμαντόπουλου Πολιτική Δικονομία - Θεωρία υπό το ν. 4335/2015 σ. 39). Γ) Υπό το πρίσμα αυτό, δύσκο­λα θα μπορούσε να ευσταθεί συνταγματικά η ανωτέρω εκδοχή, κα­θόσον επιπλέον, ως έχει η γραμματική διατύπωση του νόμου, η προσωρινή προστασία του οφειλέτη δεν εξαρτάται από το νομικό και ουσιαστικό βάρος των αντιρρήσεών του και την έκταση της βλάβης που θα υποστεί, αλλά από τυχαίο γεγονός: ποιο δηλαδή μέσο ανα­γκαστικής εκτέλεσης επισπεύδει κάθε φορά ο δανειστής ως πιο πρό­σφορο για την ικανοποίησή του. Δ) Την ανάγκη ύπαρξης σταδίου αναστολής εκτέλεσης, υπό τις ως άνω νέες διατάξεις για την αναγκα­στική εκτέλεση, έχει ήδη αναγνωρίσει και η αρεοπαγητική νομολο­γία: με την υπ` αρ. Συμβ.ΑΠ 11/2017 που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναστολής για ε­κτέλεση που ναι μεν αφορούσε πλειστηριασμό, αλλά η ανακοπή δεν κατέστη δυνατό να εκδικαστεί πριν από αυτόν, δέχθηκε τα εξής: "Αν ωστόσο δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ` ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολο­γείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελε­στού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως χέρια τρίτου (άρ­θρα 982επ.ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από α­νακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις (Συμβ.ΑΠ 142/2016)". Όμοια λύση προτείνεται και σε Μακρίδου - Απαλλαγάκη - Διαμαντόπουλου ό.π. (όπου και εξηγείται ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης έχει εκφραστεί εν προκειμένω εσφαλμένα).

 4. Το παρόν Δικαστήριο έχει όμως την άποψη ότι δεν χρειάζεται καν η προσφυγή στο θεσμό της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, διότι (πέραν των δογματικών προβλημάτων περί τον χαρακτηρισμό της αναστολής εκτέλεσης ως γνήσιου ασφαλιστικού μέτρου και της δυ­νατότητας εφαρμογής του άρθ. 731 ΚΠολΔ - βλ. τη σχετική προ­βληματική σε Γέσιου - Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως τ Ι. § 43 αρ. 12 - 15), ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, καθίσταται ανα­γκαία η συστηματική - τελολογική ερμηνεία του άρθ. 937 § 1 περ.γ ΚΠολΔ, ώστε να ισχύει σε κάθε περίπτωση κύριας εκτέλεσης, δηλα­δή τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση, υπό τον περιορισμό ότι, επί επικειμένου πλειστηριασμού, η αίτηση ασκείται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής του άρθ. 933 ΚΠολΔ.

 5. Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ το καταργηθέν άρθ. 938 ΚΠολΔ όριζε ως προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσης ότι α) η διε­νέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β) ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής, ήδη το άρθ. 937 §1 ΚΠολΔ στη μεν περ. β, όταν δηλαδή η αίτηση αναστολής κρίνεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, έχει επαναλάβει τις ίδιες προϋποθέσεις, στη δε περ.γ, δηλ. τις αιτή­σεις αναστολής που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, δεν γί­νεται αναφορά προϋποθέσεων. Πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι ισχύ­ουν αμφότερες για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθόσον υ­πάρχει νοηματική συνέχεια μεταξύ των δύο διατάξεων (εξάλλου η αναγκαιότητα των προϋποθέσεων αυτών έχει παγιωθεί νομολογιακά σε όλο το δίκαιο της αναστολής, είτε αφορά αναγκαστική εκτέλεση είτε διαταγή πληρωμής, όπου και εκεί δεν υπάρχει ρητή διατύπωση).

 6. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα, επικαλούμενη ανεπανόρθω­τη βλάβη, ζητά με τις υπό κρίση ταυτόσημου περιεχομένου αιτήσεις να ανασταλεί η εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος της από την καθής δυνάμει εκτελεστού απογράφου της υπ` αρ. 152/ 2013 (ειδι­κής) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, επί του οποίου δόθηκαν δύο εντολές προς εκτέλεση, στις 5/2/2014 για πο­σό € 15.093,75 και στις 25/11/2016 για ποσό € 62.350,10, βάσει των οποίων εν συνεχεία η καθής, με δύο κατασχετήρια από 26/1/2017, προέβη σε δύο κατασχέσεις απα χέρια τρίτων, ήτοι στα χέρια του εδρεύοντος στην Αμαλιάδα (...) "Αγροτικού Συνεταιρισμού Εμπορίας Διακίνησης Αγροτικών Προϊόντων Δήμου ...." (την οποία αφορά η 1η αίτηση) και στα χέρια του εδρεύο­ντος στην Αμαλιάδα (..) "Αγροτικού Συνεταιρισμού Καλλιεργητών Δημητριακών Κηπευτικών Ζωοτροφών Αμαλιάδας - Περιχόρων «....»" (την οποία αφορά η 2η αίτηση), μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί των αντίστοιχων ανακοπών που έ­χει ασκήσει κατ` άρθ. 933 §1 ΚΠολΔ ενώπιον του παρόντος Δικα­στηρίου, για τους λόγους που αναφέρει σε αυτές.

 7. Με τέτοιο περιεχόμενο οι αιτήσεις παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΚΠολΔ 686 επ.) και είναι νομικά βάσιμες. Ειδικότερα, ενόψει των χρόνων επίδοσης των εντολών προς εκτέλεση, στην πρώτη περίπτωση πριν και τη δεύ­τερη μετά την 1/1/2016, βάσει όσων αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη (ανωτέρω υπό 1), η αρμοδιότητα και το νομικά βάσιμο στηρί­ζονται το μεν στο άρθ. 938 §1 συνδ. 933 §§1,2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργηση του άρθ. 938 και την αντικατάσταση του άρθ. 938 με το Ν 4335/2015, το δε στο άρθ. 937 §1 περ.γ συνδ. 933 § § 1,3 ΚΠολΔ όπως ήδη ισχύουν, απορριπτομένου του ισχυρισμού της καθής ότι δεν προβλέπεται εν προκειμένω αίτηση αναστολής εκτέλεσης, για τους λόγους που αναφέρθηκαν αναλυτικά ανωτέρω (σκέψεις 2 - 4). Πρέπει επομένως οι αιτήσεις να εξεταστούν περαιτέρω στην ουσία τους, συνεκδικαζόμενες, κατ’ άρθ. 246 ΚΠολΔ, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχε­ται μείωση των εξόδων.

 8. Στο σημείο αυτό, ενόψει των ισχυρισμών των διαδίκων που θα εξε­ταστούν, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Έως το έτος 2011 ίσχυε ο νόμος 2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις", ο ο­ποίος θεωρήθηκε μεν λειτουργικός, αλλά ο ιστορικός νομοθέτης (βλ. εισηγητική έκθεση του νόμου 4015/2011) διαπίστωσε για τους α­γροτικούς συνεταιρισμούς ότι "ο κρατικισμός, η πελατειακή λογική και ο κομματισμός τους κράτησε καθηλωμένους και ο τρόπος της διαχείρισης των πόρων, εθνικών και ευρωπαϊκών, ιδιαίτερα την τε­λευταία δεκαπενταετία δημιούργησαν αξεπέραστα προβλήματα". Η μεταρρύθμιση όμως της αγροτικής συνεταιριστικής δράσης, που επιχειρήθηκε με το Ν. 4015/2011, δεν κρίθηκε και πάλι ικανοποιη­τική από το νομοθέτη, που διαπίστωσε πλέον (βλ. εισηγητική έκθεση του νόμου 4384/2016) ότι "η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας κα­θιστά αναγκαία την επιχειρηματική αποτελεσματικότητα ως όπλο για την επιβίωση και την ανάπτυξη. Η συντήρηση, με επιδοτήσεις και προνόμια, μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί αναπτυξιακή στρατηγική". Κατόπιν τούτων ισχύει ήδη ο Ν 4384/2016 "Αγροτικοί Συνεταιρισμοί, μορφές συλλογικής οργάνω­σης του αγροτικού χώρου και άλλες διατάξεις". Εξ αυτών, κομβικό σημείο υπήρξε ο ενδιάμεσος νόμος 4015/2011, που προέβλεψε απλοποίηση των συνεταιριστικών οργανώσεων σε μία κατά βάση βαθμίδα και ευνόησε τη συγχώνευσή τους, ενώ παράλληλα πολλές από αυτές οδηγήθηκαν σε εκκαθάριση. Με το άρθ. 4 §5 Ν 4015/2011 ορίστηκε ότι η διαδικασία εκκαθάρισης θα διενεργείται σύμφωνα με το άρθ. 25 Ν 2810/2000 και πρέπει να ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) ετών. Είναι σαφές ότι η προθεσμία αυτή, ιδίως όσον αφορά τις Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΑΣ), ήταν ανεπαρκής λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών τους δοσο­ληψιών και των συναφών εκκρεμών δικών. Η εν λόγω παράγραφος καταργήθηκε με το άρθ. 34α Ν 4282/2014, πλην όμως με το άρθ. 27 §18 Ν 4384/2016 ορίζεται ότι "οι διατάξεις του παρόντος άρ­θρου εφαρμόζονται και για τις εκκαθαρίσεις των ΑΣ, ΕΑΣ, ΚΕΣΕ, ΚΑΣΟ και ΣΕ που βρίσκονται σε εκκαθάριση κατά την έναρξη ισχύ­ος του παρόντος νόμου".

 9. Κατ` αρχάς επομένως, ως προς την εκκαθάριση και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ, ίσχυσαν οι εξής διατάξεις του άρθ. 25 Ν 2810/2000: (§1) "Οι εκκαθαριστές έχουν υποχρέωση, μόλις αναλά­βουν τα καθήκοντά τους, να κάνουν απογραφή της περιουσίας της εκκαθαριζόμενης οργάνωσης και να συντάξουν ισολογισμό, αντί­γραφο του οποίου, υποβάλλουν στην εποπτεύουσα αρχή ... Οι εκκαθαριστές γνωστοποιούν τη λύση της οργάνωσης με τη δημοσίευσή της σε μία ημερήσια εφημερίδα και αν δεν εκδίδεται τέτοια σε περι­οδική εφημερίδα, του νομού της έδρας της και καλούν τους πιστω­τές να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους". (§2) "Απαιτήσεις πιστωτών κατά της υπό εκκαθάριση οργάνωσης παραγράφονται μετά την πά­ροδο τριών (3) ετών από την ημερομηνία της δημοσίευσης της λύσεώς της". (§3) "Από το προϊόν της εκκαθάρισης εξοφλούνται τα λη­ξιπρόθεσμα χρέη της εκκαθαριζόμενης οργάνωσης ... Στη συνέχεια εξοφλούνται οι προαιρετικές μερίδες. Το υπόλοιπο του ενεργητικού που απομένει διατίθεται, με απόφαση της γενικής συνέλευσης, α­ποκλειστικά για σκοπούς συνεταιριστικούς ή κοινωνικούς. Ουδέπο­τε διανέμεται στα μέλη. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικαστικής εκκαθάρισης κληρονομιάς". Οι συγκεκριμένες δια­τάξεις ταυτίζονται (με ελάχιστες λεκτικές διαφοροποιήσεις) με αντί­στοιχες του άρθ. 27 Ν 4384/2016 και συνεπώς η εκκαθάριση ομαλώς συνεχίζεται με βάση το άρθρο αυτό.

 10. Όμως το άρθ. 27 Ν 4384/2016, που όπως προαναφέρθηκε ρυθμί­ζει πλέον κατά τα λοιπά την εκκαθάριση, πέραν του ότι αναφέρεται σε περισσότερες λεπτομέρειες, εισάγει δύο σημαντικές διαφορο­ποιήσεις: Α) Με την § 12 ορίζεται ότι τα ληξιπρόθεσμα χρέη εξο­φλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομί­ας, οι δε προαιρετικές μερίδες εξοφλούνται μετά την ικανοποίηση των Τραπεζικών Ιδρυμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, των Ασφαλι­στικών Ταμείων και των εργαζομένων, ενώ το άρθ. 25 § 3 Ν 2810/2000 όριζε αυτοτελώς τη σειρά ως εξής: προηγείται η εξόφλη­ση των οφειλών προς τους εργαζόμενους και ακολουθεί η εξόφληση των λοιπών δανειστών - βέβαια και με τις δύο εκδοχές οι εργαζόμε­νοι έχουν προνόμιο. Β) Με την §13 καταργεί σιωπηρά την προθε­σμία προς ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και απλά υποχρεώνει τον εκκαθαριστή, σε περίπτωση που το στάδιο αυτό υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη, να καταρτίσει σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της εκκα­θάρισης και να ακολουθήσει τη διαδικασία που ορίζεται εκεί. Εν ολίγοις, οι διαδικασίες εκκαθάρισης, που δεν είχαν ολοκληρωθεί πριν την εισαγωγή του Ν 4384/2016, συνεχίζονται κανονικά μέχρι την πραγματική τους λήξη.

 11. Ειδικά όσον αφορά την ικανοποίηση των δανειστών, αμφότεροι οι νόμοι, με τις διατάξεις των άρθ. 25 § 3 Ν 2810/2000 και 27 §12 Ν 4384/2016, ορίζουν ότι "από το προϊόν της εκκαθάρισης εξοφλού­νται τα ληξιπρόθεσμα χρέη". Συνεπώς οι δανειστές της συνεταιριστι­κής οργάνωσης χάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά τους μέτρα και οφείλουν να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης, από το προϊόν της οποίας και θα ικανοποιηθούν, είτε πλήρως είτε σε ποσοστό της αξίωσης, αναλόγως της φύσης της και του ενεργητικού που θα επιτευχθεί. Σημειωτέον ότι το ίδιο θα ίσχυε ακόμη και εάν δεν υπήρχε η ρητή διατύπωση των άνω νόμων, κα­θόσον αμφότεροι (με τα άρθ. 25 § 3 και 27 § 15 αντιστοίχως) παρα­πέμπουν, για τα θέματα που οι ίδιοι δεν ρυθμίζουν, στις διατάξεις για τη δικαστική εκκαθάριση της κληρονομιάς (ΑΚ 1913 - 1922), όπου και εκεί γίνεται παγίως δεκτό ότι, από τη δημοσίευση της α­πόφασης που διατάζει την εκκαθάριση, αναστέλλονται τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των δανειστών (με εξαίρεση τους ήδη ενυπόθη­κους ή ενεχυρούχους). Δηλαδή παύει κάθε μέτρο εκτέλεσης, κάθε ασφαλιστικό μέτρο και δεν μπορεί να αρχίσει αναγκαστική εκτέλε­ση, ενώ όποια είχε αρχίσει δεν μπορεί να συνεχιστεί, όσο διαρκεί η εκκαθάριση (Παπαντωνίου Κληρονομικό Δίκαιο Δ έκδ. § 134-IV, Γεωργιάδης Κληρονομικό Δίκαιο § 44 αρ. 52 επ., Φίλιος Κληρονομικό Δίκαιο τ.Ι. § 93-Α, Νικάς σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ άρθ. 1914 αρ. 25 επ.), πράγμα άλλωστε που ανταποκρίνεται και στην κοινή λογική, αφού, εάν επιτρέπονταν οι ατομικές διώξεις, η διαδικασία της εκκαθάρισης θα έχανε το σκοπό της για δίκαιη - σύμμετρη ικα­νοποίηση των δανειστών (Νικάς ό.π. αρ. 25) - δηλαδή θα λειτουρ­γούσε και πάλι η αρχή της πρόληψης, που είναι φύσει αντίθετη προς τη διαδικασία εκκαθάρισης.

 12. Από την ένορκη κατάθεση του προταθέντος από την καθής μάρτυρα... του ......, κατοίκου Αμαλιάδας, στο ακροα­τήριο ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και από τα έγγραφα και τα τεκμήρια που προσκομίζουν οι διάδικοι, πιθανολογούνται τα εξής: Η αιτούσα ΕΑΣ τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης δυνάμει της υπ` αρ. ..../16-4-2014 πράξης - απόφασης της Γενικής της Συνέλευ­σης, που λήφθηκε ομόφωνα. Η καθής που υπήρξε υπάλληλός της και είχε απολυθεί από το έτος 2012, πέτυχε την έκδοση της υπ` αρ. 152/2013 (ειδικής) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμα- λιάδας, με την οποία η αιτούσα υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των € 43.977,82 ως οφειλόμενο υπόλοιπο της αποζημίωσης απόλυσης. Η καθής επέσπευσε σε βάρος της απούσας αναγκαστική εκτέλεση αρχικά δυνάμει της από 5/2/2014 εντολής προς εκτέλεση για ποσό κεφαλαίου € 15.000 πλέον εξόδων (συνολικά € 15.093,75), το οποίο ήταν το κηρυχθέν ως προσωρινά εκτελεστό κε­φάλαιο, μετά δε την τελεσιδικία, δυνάμει της από 25/11/2016 ε­ντολής προς εκτέλεση για όλο το ποσό κεφαλαίου € 43.977,82 πλέ­ον των τόκων για όλο το επιδικασθέν ποσό και εξόδων (συνολικά € 62.350,10). Κατόπιν, τον Ιανουάριο του 2017, με δύο κατασχετήρια από 18/1/2017, προέβη σε δύο κατασχέσεις στα χέρια τρίτων για ποσό € 62.350: α) στις 25/1/2017 στα χέρια του εδρεύοντος στην Αμαλιάδα (....) "Αγροτικού Συνεταιρισμού Εμπορίας Διακίνησης Αγροτικών Προϊόντων Δήμου....." και β) στις 26/1/2017 στα χέρια του εδρεύοντος στην Αμαλιάδα (....) "Αγροτικού Συνεταιρισμού Καλλιεργητών Δημητριακών Κη­πευτικών Ζωοτροφών Αμαλιάδας - Περιχόρων «...»", οι δε τρί­τοι υπέβαλαν θετική δήλωση για ποσό € 1.176,89 και € 750 αντιστοίχως και ομοίως συνετάγησαν οι υπ` αρ. 12/2-2-2017 και 16/3-2-2017 δηλώσεις τους ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αμαλιάδας. Πιθανο­λογείται δηλαδή (βάσει των υπαρχόντων εγγράφων, σε συνδυασμό με το ότι τα στοιχεία της διαδικασίας εκτέλεσης δεν αμφισβητούνται, διότι οι διάδικοι δεν θεώρησαν σκόπιμο να προσκομίσουν αντίγραφο του απογράφου της εκτελούμενης απόφασης, η οποία αναζητήθηκε αυτεπάγγελτα στο αρχείο του Δικαστηρίου) ότι τελικά, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, η καθής εγκατέλειψε την πρώτη διαδικασία εκτέλεσης που αφορούσε το προσωρινά εκτελεστό ποσό και συνέχισε τη δεύτε­ρη για το σύνολο που επιδικάστηκε με την άνω υπ` αρ. 152/2013 απόφαση.

 13. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, και ενόψει όσων αναφέρθηκαν στην 11η σκέψη, η διαδικασία αυτή εκτέλεσης, που άρχισε το έτος 2016, είναι άκυρη εξ αρχής, λόγω της αναστολής των ατομικών καταδιω­κτικών μέτρων των δανειστών της απούσας, της οποίας η εκκαθάρι­ση είχε αρχίσει από το έτος 2014, ακυρότητα που ισχύει ούτως ή άλλως και για κάθε μεταγενέστερη πράξη εκτέλεσης. Η καθής βέ­βαια επικαλείται ότι η εκκαθάριση θα πρέπει να θεωρηθεί πως έλη­ξε από τον Απρίλιο του έτους 2016, λόγω της παρόδου της διετίας που αναφέρει ο Ν 2810/2000. Πέραν όμως του ότι στο νόμο αυτό δεν προβλεπόταν αυτοδίκαιη παύση των εργασιών της εκκαθάρισης, αυτή έχει ήδη καταστεί ουσιαστικά απρόθεομη δυνάμει του άρθ. 27 Ν 4384/2016, όπως αναφέρθηκε στη 10η σκέψη. Υπενθυμίζεται πως ούτε η πρώτη διαδικασία εκτέλεσης (για το προσωρινώς επιδικασθέν ποσό) θα μπορούσε να συνεχιστεί για όσο διαρκεί η εκκα­θάριση. Οι λοιποί ισχυρισμοί της καθής, περί του τρόπου που διε­ξάγεται η εκκαθάριση, καθίστανται έτσι άνευ αντικειμένου και γενι­κά δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση (ενδεχομένως, υπό προϋπο­θέσεις, θα μπορούσαν να προβληθούν σε διαδικασία που θα αφο­ρούσε την εκκαθάριση καθεαυτή), παρότι βέβαια είναι δικαιολογη­μένοι, τόσο η καθής όσο και άλλοι δανειστές, να επιθυμούν την όσο το δυνατόν σύντομη ολοκλήρωση της εκκαθάρισης. Επομένως πιθα­νολογείται ότι θα γίνουν δεκτές οι από 1/2/1017 ανακοπές κατά της εκτέλεσης που έχει ασκήσει η αιτούσα (υπ` αρ. έκθ. κατ. ..../17 και ...17 αντιστοίχως με τη σειρά που αναφέρθηκαν οι ανωτέρω κατασχέσεις), μεταξύ των λόγων των οποίων περιλαμβάνει την αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων, και η εκτέλεση θα ακυρωθεί.

 14. Δεδομένου και του ότι εν προκειμένω η βλάβη της απούσας είναι αυταπόδεικτα ανεπανόρθωτη, όχι λόγω του ύψους του ποσού (που είναι μικρό), αλλά λόγου του ότι, εάν η εκτέλεση προχωρήσει, το ποσό αυτό δεν θα είναι δυνατό να εισαχθεί στο ενεργητικό της εκκαθάρισης, όπου ανήκει, πρέπει οι αιτήσεις να γίνουν δεκτές, ως βά­σιμες και στην ουσία τους, και να διαταχθεί η αναστολή της ανα­γκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την επιβολή δικαστικών εξόδων κατά της καθής (άρθ. 84 § 2 του Κώδικα Δικηγόρων), ελλείψει αιτήματος.

                                                             ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ` αντιμωλία.
 ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις αιτήσεις.
 ΔΕΧΕΤΑΙ αυτές.
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της υπ` αρ. 152/2013 (ειδικής) απόφα­σης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, μέχρι την έκδοση οριστικών αποφάσεων επί των από 1/2/1017 (υπ` αρ. έκθ. κατ. ....17 και .../17) ανακοπών που έχει ασκήσει η αιτούσα κατά της καθής ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...