Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Μετοχές, εταιρική περιουσία, κατάσχεση στα χέρια τρίτου, ανακοπή, πλειστηριασμός μετοχών.

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών 534/ 2014.

Αποτελούμενο από τις Δικαστές Δήμητρα Μπάτρη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αικατερίνη Κουρουνάρχη, Πρωτοδίκη -Εισηγήτρια, Σμαράγδα Μωραΐτη, Πρωτοδίκη.

Σπουδαία απόφαση!Πολλά και δύσκολα προβλήματα αντιμετώπισε τα οποία επέλυσε με εξαντλητική νομολογιακή τεκμηρίωση. Μπράβο για -και στο- φιλότιμο της εισηγήτριας κ. Κουρουνάρχη (Γ.Φ)
Περίληψη. Μετοχή ανώνυμης εταιρείας. Ονομαστική και πραγματική αξία της. Το μετοχικό κεφάλαιο πρέπει να διακρίνεται σαφώς από την εταιρική περιουσία. Μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών ΑΕ. Η ακυρότητα της δικαιοπραξίας από την παράλειψη τήρησης του νόμιμου τύπου ισχύει μόνο έναντι της εταιρείας όχι όμως και μεταξύ των μερών. Ως προς αυτά η μεταβίβαση της μετοχής ως αξιογράφου στο οποίο εγχαρτώνεται η εταιρική ιδιότητα ανεξάρτητα από την εγγραφή στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας επέρχεται κατ’αρ 1034 ΑΚ.
Οι μετοχές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επικαρπίας. Διατυπώσεις. Αποτελέσματα. Κατάσχεση και πλειστηριασμός των μετοχών της ΑΕ. Διατυπώσεις. Κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Άσκηση ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου. Ασφαλιστικά μέτρα. Προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου. Δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, είναι όμως εκτελεστός τίτλος. Συνέπειες από την παραβίαση της προσωρινής διαταγής. Απορρίπτει την ανακοπή και τη σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας ως μη νόμιμες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 8, 12, 13, 14, 18 παρ. 4, 24 παρ. 2, 34, 35β παρ. 1, 35γ, 39, 40 του ν. 2190/1920 προκύπτει ότι στην ανώνυμη εταιρεία, η οποία αποτελεί κεφαλαιουχική ένωση που στηρίζεται όχι στην προσωπική, αλλά στην περιουσιακή συμβολή των εταίρων, τα πρόσωπα των οποίων είναι αδιάφορα προς αυτήν, ο εταιρικός δεσμός εκφράζεται με τη μετοχή. Ο όρος αυτός (μετοχή) είναι πολυσήμαντος. Δηλώνει το μερίδιο του εταιρικού κεφαλαίου που είναι πάντα σταθερό, το δικαίωμα συμμετοχής στην εταιρεία, αλλά και το αξιόγραφο, δηλαδή τον τίτλο (το χαρτί) στο οποίο είναι ενσωματωμένο το δικαίωμα αυτό. Η μετοχή ως τίτλος έχει απρόσωπο χαρακτήρα, που της επιτρέπει να έλκει προς την εταιρεία μετόχους. Καθώς δε αντιστοιχεί σε σταθερό ποσοστό του κεφαλαίου, είναι αυτοτελής και αδιαίρετη. Έτσι, αν περισσότερες μετοχές περιέλθουν στο ίδιο πρόσωπο, διατηρούν την ατομικότητα τους. Συνεπώς, καθιστούν το πρόσωπο μέτοχο τόσες φορές, όσες και ο αριθμός τους (ΑΠ 2185/ 2007, ΕφΘεσ 577/ 2010 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2010.870, ΕφΠατρ 282/ 2008, ΕΑ 3126/ 2000). Οι μέτοχοι έχουν μόνο τα παρεχόμενα σε αυτούς από το νόμο δικαιώματα, με τα οποία εκφράζεται και η έννομη σχέση που τους συνδέει με την εταιρεία. Στα δικαιώματα αυτά δεν περιλαμβάνεται και δικαίωμα συγκυριότητας στα περιουσιακά στοιχεία ή δικαίωμα στην περιουσία (ως σύνολο) της ανώνυμης εταιρείας. Εξάλλου, όμως, η μετοχή, ως αξιόγραφο, είναι περιουσιακό αγαθό. Πλην της ονομαστικής της αξίας, δηλαδή αυτής που αναγράφεται στον τίτλο της μετοχής και δηλώνει το τμήμα του μετοχικού κεφαλαίου που εκπροσωπεί, έχει και την πραγματική ή εσωτερική αξία της, που προκύπτει από τη διαίρεση της πραγματικής αξίας της εταιρείας με το συνολικό αριθμό των μετοχών σε δεδομένη στιγμή. Έτσι, η αξία που περικλείεται στη μετοχή αποτελεί αντανάκλαση της αξίας της εταιρικής περιουσίας ή, κατά την επιγραμματική διατύπωση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων «έμμεση ιδιοκτησία επί της περιουσίας της εταιρείας» (ΟλΑΠ 14/1999 ΕλλΔνη 40.758, ΑΠ 795/2000 ΝοΒ 49.1307, ΕΑ 5920/ 2006 ΔΕΕ 2007.57, ΕΑ 5423/ 2006 ΔΕΕ 2007.195, ΕφΘεσ 2288/ 2002 ΧρΙΔ 2002.73). Ο προσδιορισμός της πραγματικής αξίας της μετοχής γίνεται με βάση μία συνεχώς (κατά τη διάρκεια της εταιρείας) μεταβαλλόμενη ποσότητα, την εταιρική περιουσία, η οποία μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη του μετοχικού κεφαλαίου, καθορίζοντας ταυτόχρονα την αντιστοιχία ονομαστικής και πραγματικής αξίας της μετοχής (ΕΑ 5423/2006 ΔΕΕ 2007.195). Το μετοχικό κεφάλαιο πρέπει να διακρίνεται σαφώς από την εταιρική περιουσία. Η εταιρική περιουσία αποτελείται από το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, δηλαδή χρήματα, απαιτήσεις, ακίνητα, μηχανήματα, εμπορεύματα κ.οκ. και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με το κεφάλαιο, αυτή αυξομειώνεται. Η εταιρική περιουσία μεταβάλλεται συνεχώς σε αξία όσο και σε σύνθεση κατά τη διάρκεια του βίου της εταιρείας και μόνο μια χρονική στιγμή μετοχικό κεφάλαιο και εταιρική περιουσία καλύπτονται και αυτό συμβαίνει κατά το χρόνο σύστασης της εταιρείας. Μετά την έναρξη της λειτουργίας της εταιρείας η εταιρική περιουσία υφίσταται συνεχώς μεταβολές και οι οποίες, όμως, δεν επηρεάζουν (άνευ ετέρου) το μετοχικό κεφάλαιο, επειδή αυτό αποτελεί, κατά το νόμο, σταθερό μέγεθος.  
Ακολούθως, κατά το άρθρο 8β του ν. 2190/1920, η μεταβίβαση της ονομαστικής μετοχής, μη εισηγμένης στο χρηματιστήριο, ανώνυμης εταιρείας γίνεται με εγγραφή στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας, χρονολογούμενη και υπογραφόμενη από το μεταβιβάζοντα μέτοχο και εκείνον προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση ή από τους πληρεξουσίους αυτών. Έναντι της εταιρείας θεωρείται ως μέτοχος ο εγγεγραμμένος στο ανωτέρω βιβλίο. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει ότι η μη τήρηση του ως άνω προβλεπόμενου νόμιμου τύπου για την κατάρτιση της εμπράγματης δικαιοπραξίας μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών ανώνυμης εταιρείας επάγεται ακυρότητα και για το λόγο αυτό ανυπαρξία της μεταβίβασης έναντι της εταιρείας, όχι όμως και μεταξύ των μερών. Ως προς αυτά η μεταβίβαση της μετοχής ως κινητού πράγματος και δη αξιόγραφου, στο οποίο εγχαρτώνεται η εταιρική ιδιότητα, ανεξάρτητα από την εγγραφή στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας, επέρχεται κατά το άρθρο 1034 ΑΚ με την παράδοση της μετοχής από τον κύριο σ` αυτόν που την αποκτά και συμφωνία μεταξύ τους για τη μετάθεση της κυριότητας (ΟλΑΠ 62/1981, ΑΠ 1261/2003 ΕλλΔνη 2004 456, ΕΑ 2095/2005 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2005.504). Η μετοχή σαν πράγμα είναι αντικείμενο κυριότητας και ενσωματώνει το εμπράγματο δικαίωμα επί του τίτλου (ΕφΘεσ 2288/2002 ΧΡΙΔ 2002.73). Η κτήση της μετοχής κατά κυριότητα προσδίδει και αποδεικνύει την ιδιότητα του κομιστή ως μετόχου. Η κυριότητα προϋποθέτει την ύπαρξη του αξιόγραφου της μετοχής. Η γένεση, όμως, του μετοχικού δικαιώματος δεν εξαρτάται από την έκδοση του τίτλου της μετοχής, ο οποίος έχει δηλωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα. Και τούτο, διότι σε κάθε αξιόγραφο ενώνονται δύο διαφορετικά δικαιώματα: το δικαίωμα από το έγγραφο, που είναι συνήθως ενοχικό και το δικαίωμα επάνω στο έγγραφο, που είναι εμπράγματο, αφού αντικείμενο του είναι πράγμα. Ο άρρηκτος και απόλυτος σύνδεσμος των δύο αυτών δικαιωμάτων είναι χαρακτηριστικός σε όλα τα αξιόγραφα, με αποτέλεσμα τα εμπράγματα δικαιώματα (κυριότητα, ενέχυρο, επικαρπία) που υπάρχουν σε αυτά να έχουν αντικείμενο τους όχι το ίδιο το έγγραφο, αλλά τα δικαιώματα που ενσωματώνονται σε αυτά (ΕφΘρακ 290/2001 δη μ. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, οι μετοχές αποκτώνται πρωτότυπα με την ανάληψη αυτών και παράγωγα με τη μεταβίβασή τους εν ζωή ή αιτία θανάτου κατά τις κοινές διατάξεις (ΑΓ1 1530/2001 ΕλλΔνη 2003 1611, ΕΑ 2095/2005 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2005.504, ΕΑ 3126/2000 ΔΕΕ 2000.731, ΕΑ 4968/1993 ΕλλΔνη 1994.1626). Τόσο οι ανώνυμες όσο και οι ονομαστικές μετοχές, ούσες μεταβιβαστές, μπορούν να καταστούν και αντικείμενο επικαρπίας. Στις ανώνυμες η επικαρπία ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 1176 ΑΚ, που παραπέμπει στις διατάξεις για την επικαρπία πράγματος. Στις ονομαστικές μετοχές βρίσκουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1178 επ. ΑΚ, συνιστάται δε επ’ αυτών επικαρπία με συμφωνία και παράδοση, αντιτάσσεται δε έναντι της εταιρείας μόνο αν αυτή καταχωρηθεί σύμφωνα με το άρθρο 8β του ν. 2190/1920 στα βιβλία μετόχων. Σε περίπτωση επικαρπίας το μέρισμα, ως καρπός του δικαιώματος επικαρπίας, ανήκει στον επικαρπωτή (ΕφΘεσ 577/2010 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2010.870).

Περαιτέρω, η ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ προϋποθέτει ότι το περιουσιακό δικαίωμα που πρόκειται να κατασχεθεί με την παραπάνω διαδικασία, να μην είναι δεκτικό κατάσχεσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 953 επ., 982 επ. και 992 επ. ΚΠολΔ. Ως προς τις μετοχές ανώνυμης εταιρείας, η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός τους γίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 953 επ. ΚΠολΔ, επομένως δεν ακολουθείται ως προς αυτές η διαδικασία των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ (ΕφΘεσ 205/2008 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2008.760). Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 953 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι κατάσχεση μπορεί να γίνει στα κινητά πράγματα που βρίσκονται στα χέρια του οφειλέτη. Κινητά πράγματα είναι όσα έχουν αυθύπαρκτη νομική υπόσταση, ως μέρος του περιουσιακού συνόλου του οφειλέτη, κατά την καθοριζόμενη στο αστικό δίκαιο έννοια, είτε ως σύνολό τους, είτε και κατ’ ιδανικό τους μέρος. Στην κατηγορία των κινητών πραγμάτων εντάσσονται και τα χρεόγραφα, τα οποία, κατά συνέπεια κατάσχονται κατά τις παραπάνω διατάξεις. Ως προς τις μετοχές ανώνυμης εταιρείας πρέπει ομοίως να γίνει διάκριση μεταξύ ονομαστικών και ανωνύμων μετοχών. Αν πρόκειται για ανώνυμες μετοχές η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός θα γίνει κατά τις διατάξεις των άρθρων 953 επ. ΚΠολΔ, εφαρμοζομένου και του άρθρου 967 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον πρόκειται περί μετοχών αναγραφομένων στο δελτίο του Χρηματιστηρίου Αξιών. Άλλως θα τύχουν εφαρμογής οι κοινές διατάξεις των άρθρων 953 επ. ΚπολΔ περί κατάσχεσης και πλειστηριασμού κινητών πραγμάτων (βλ. I. Μπρίνια Αναγκαστική Εκτέλεση αρθ. 953, σελ. 709 επ., Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τομ. Ε', αρθ. 953, σελ. 674 επ.). Αν το απαλλοτριωθέν κινητό δεν βρίσκεται στα χέρια του οφειλέτη αλλά του τρίτου, θα πρέπει να γίνει η ακόλουθη διάκριση: Αν ο τρίτος είναι πρόθυμος να το αποδώσει τότε εφαρμόζεται κανονικά η διάταξη του άρθρου 953 ΚΠολΔ και η εκτέλεση στρέφεται μόνο κατά του οφειλέτη. Αν αντίθετα ο τρίτος δεν είναι πρόθυμος να αποδώσει το απαλλοτριωθέν, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ήτοι τα άρθρα 982 επ. ΚΠολΔ. Η κατοχή αποτελεί το εξωτερικό γνώρισμα της κυριότητας επί των κινητών. Γι’ αυτό και ο νόμος, προκειμένου περί κινητών πραγμάτων, αρκείται σε ιδιόρρυθμη κατοχή αυτών και επιτρέπει με το άρθρο 953 παρ. 1 ΚΠολΔ την επιβολή της κατάσχεσης, χωρίς να είναι ανάγκη να εξετασθεί προηγουμένως από τον δικαστικό επιμελητή η κυριότητα του καθ` ου η εκτέλεση επί των κατασχετέων πραγμάτων ή η νομή του επ’ αυτών. Με άλλα λόγια αρκεί για την επιβολή της κατάσχεσης να βρίσκεται το κινητό πράγμα «στην εξουσία» του καθ’ ου η εκτέλεση. Η προϋπόθεση αυτή δεν συμπίπτει με τη νομή του ουσιαστικού δικαίου, αλλά ούτε ταυτίζεται και με την κατοχή. Είναι πραγματική σχέση που προσδιορίζεται εκ του χώρου όπου βρίσκεται το πράγμα και των εξουσιών τις οποίες δύναται ν’ ασκήσει επ’ αυτού ο καθ’ ου η εκτέλεση (βλ. 1. Μπρίνια ό.π. σελ. 712-713).
Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 982 - 990 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου μετέχουν τρία πρόσωπα, ήτοι ο δανειστής που είναι ο κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος χρηματικής απαίτησης, ο οποίος διαθέτει εκτελεστό τίτλο, ο οφειλέτης, ο οποίος λαμβάνει τη θέση του καθ’ ου η εκτέλεση και είναι, αφενός μεν οφειλέτης της απαίτηση του επισπεύδοντος δανειστή, αφετέρου δε δικαιούχος της κατασχετέας απαίτησης και τέλος ο τρίτος, στη θέση του οποίου είναι δυνατόν να ευρεθεί οιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ανεξάρτητο του καθ` ου η εκτέλεση, το οποίο δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσης μεταξύ αυτού και του οφειλέτη είναι κάτοχος ξένης περιουσίας, δηλαδή του, κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ, αντικειμένου της κατάσχεσης, που ανήκει στον οφειλέτη-καθ’ ου η εκτέλεση (I. ΜΠΡΙΝΙΑΣ, Αναγκαστική Εκτέλεσις, Έκδοση Β`, άρθρο 982 § 443). Αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου είναι κινητά πράγματα που βρίσκονται στα χέρια του καθώς και οιαδήποτε χρηματική απαίτηση του καθ’ ου η εκτέλεση, που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και της οποίας τα παραγωγικά γεγονότα έχουν συντελεσθεί κατά το χρόνο της κατάσχεσης (ΑΠ 1065/2009 ΕΠΟΛΔ 2010.60). Μπορεί να είναι και απαίτηση υπό αίρεση ή προθεσμία, αλλά και μέλλουσα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι υπάρχει η βασική έννομη σχέση, από την οποία ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η μελλοντική απαίτηση και δεν είναι απλώς προσδοκώμενη. Για να μπορεί να κατασχεθεί μια τέτοια απαίτηση, πρέπει να μπορεί να προσδιοριστεί κατ` είδος και οφειλέτη, ανεξάρτητα αν κατά ποσό αόριστη (ΕΑ 5740/ 2011 ΔΕΕ 2012.131). Εφόσον, δε, το αντικείμενο της κατάσχεσης εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 982 ΚΠολΔ, η κατάσχεση επιβάλλεται με την επίδοση προς τον τρίτο εγγράφου (κατασχετηρίου), το οποίο είναι δικόγραφο και περιέχει εκτός από τα στοιχεία των άρθρων 118 και 983§ 1 ΚΠολΔ και το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση (ΕΑ 5986/1993 ΕλλΔνη 35.459). Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται και αποκτά νομική ύπαρξη δια και από της κοινοποίησης του κατασχετηρίου στον τρίτο, ενώ η περαιτέρω κοινοποίηση αυτού στον καθ’ ου η εκτέλεση αποτελεί πρόσθετο στοιχείο του κύρους της κατάσχεσης. Ειδικότερα, η κατάσχεση στα χέρια τρίτου εντοπίζεται μόνο σε μια διαδικαστική πράξη, ήτοι στην επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο. Από την επίδοση αυτής ολοκληρώνεται η κατάσχεση και παράγει τις συνέπειες της. Εξάλλου, η εμπρόθεσμη επίδοση του κατασχετηρίου στον καθ’ ου η εκτέλεση αποτελεί, συνήθως μεταγενέστερη, πάντως λειτουργικά διάφορη διαδικαστική πράξη, που επιδρά στο κύρος της ολοκληρωθείσας και με την πρώτη επίδοση συντελεσθείσας κατάσχεσης, δεδομένου ότι η κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, χωρίς την εμπρόθεσμη κοινοποίηση και στον οφειλέτη - καθ’ ου η εκτέλεση, καθιστά την κατάσχεση άκυρη (ΑΠ 480/2012). Από το χρόνο της επίδοσης του κατασχετηρίου στον καθ’ ου η εκτέλεση - οφειλέτη κρίνοντας αφενός η ιδιότητά του ως δανειστή και του τρίτου ως οφειλέτη των κατασχόμενων κινητών ή της κατασχομένης απαίτησης, αφετέρου η νομική δέσμευση (απαγόρευση διάθεσης) των τελευταίων, που επέρχεται ακόμη και αν το κατασχετήριο δεν επιδόθηκε στον τρίτο (I. ΜΠΡΙΝΙΑΣ, Αναγκαστική Εκτέλεσις, Έκδοση Β,` άρθρα 983 § § 448α-450 και 984 § 452). Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 985 παρ. 1 και 3 εδαφ. α και 986 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, οφείλει μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την επίδοση σ’ αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση ή τα κινητά πράγματα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, αναφέροντας συνάμα ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό, σε περίπτωση δε καταφατικής δήλωσης ως προς την ύπαρξη της απαίτησης οφείλει ακολούθως να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 988 ΚΠολΔ. Διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, ενώ αν εφησυχάσει και παρέλθει η υπό του ως άνω άρθρου προθεσμία ο νόμος θεωρεί (νομικό πλάσμα) την παράλειψη ως αρνητική δήλωση και ο τρίτος λογίζεται ως δηλώσας ανυπαρξία του κατασχεθέντος δικαιώματος (ΕΑ 1022/2008 ΕΦΑΔ 2009.228). Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την παραπάνω ρητή ή σιωπηρή αρνητική δήλωση δικαιούται αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ασκήσει στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο ανακοπή κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ολική ή μερική ανακρίβεια της δήλωσης. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται, δε, δεκτή η κατ’ αυτής ανακοπή και υποχρεούται τότε ο τρίτος να ενεργήσει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 990 ΚΠολΔ, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών (ΑΠ 480/2012, ΑΠ 256/2011). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στον κατασχόντα παρέχεται ειδικό ένδικο βοήθημα, με το οποίο αυτός μπορεί να αμφισβητήσει την τυχόν αρνητική δήλωση του τρίτου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που τη συνιστούν, όταν αυτά εκτίθενται στη δήλωση και να επιδιώξει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεμένου ποσού ή την παράδοση του κατασχεμένου πράγματος, θεωρώντας αυτόν ως οφειλέτη του κατασχεμένου (άρθρο 990 ΚΠολΔ). Αντικείμενο έτσι της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 480/2012, ΑΠ 256/2011, ΑΠ 1065/2009 ΕΠΟΑΔ 2010.60, ΕΑ 5740/2011 ΔΕΕ 2012.131, ΕΑ1022/2008 ΕΦΑΔ 2009.228, ΕΑ 1837/2007 ΝοΒ2007.1143). Γι’ αυτό και πρέπει στο δικόγραφο της ανακοπής, η οποία αποτελεί μια μορφή της ανακοπής του άρθρου 583 επ. ΚΠολΔ να περιγράφεται, εκτός των άλλων, η κατασχεθείσα απαίτηση, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, να αναφέρεται δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ’ ου η κατάσχεση, όταν μάλιστα πρόκειται για ενοχική απαίτηση, αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης του κατασχεθέντος δικαιώματος (ΑΠ 480/2012 Α" δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1182/2009 Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1065/2009 ΕΠΟΑΔ 2010.60, ΕΑ 1022/2008 ΕΦΑΔ 2009.228, ΕΑ 2780/2008 ΕΦΑΔ 2009.233, ΕΑ 3060/2007 ΕλλΔνη 2007.1709), εκτός αν ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξή της και απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της.
Αίτημα της πιο πάνω ανακοπής είναι η αναγνώριση της απαίτησης, ενώ η ανειλικρίνεια της αρνητικής δήλωσης ή της εξομοιούμενης με αυτή παράλειψης του τρίτου, αποτελεί αυτόθροη συνέπεια του αναγνωριστικού χαρακτήρα της εν λόγω ανακοπής (ΕΑ 1022/2008 ΕΦΑΔ 2009.228). Η κατά τους ορισμούς του άρθρου 990 ΚΠολΔ καταδίκη του τρίτου προς καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή προς παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος, αποτελεί αυτόματη συνέπεια της πιο πάνω αναγνώρισης. Γι’ αυτό το δικαστήριο υποχρεούται και αυτεπαγγέλτως να προβεί σ’ αυτή, πλην, όμως, δεν απαγορεύεται η δυνατότητα σώρευσης του αιτήματος αυτού στο δικόγραφο της ανακοπής (I. ΜΠΡΙΝΙΑΣ, Αναγκαστική Εκτέλεσις, Έκδοση Β`, άρθρο 986 παρ. 467γ σελ. 1411, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 986 αριθ. 31). Η ανακοπή αυτή ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου που είναι καθ’ ύλην αρμόδιο με κριτήριο το κατασχεθέν ποσό (άρθρα 7 επ. ΚΠολΔ) και στρέφεται κατά του τρίτου, εναντίον του οποίου ο κατασχών ασκεί πλαγιαστικώς (άρθρο 72 ΚΠολΔ) τα δικαιώματα του οφειλέτη του, δικάζεται δε κατ’ αρχήν κατά την τακτική διαδικασία (εφαρμοζομένων και των αποκλίσεων που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 933 επ. και 583 επ. ΚΠολΔ), εκτός αν για τη διάγνωση της εκτελεστέας (ήτοι κατασχεθείσας στα χέρια του τρίτου) αξίωσης εφαρμόζεται κάποια ειδική διαδικασία, οπότε θα εφαρμοστεί η τελευταία. Για τη συζήτηση της ανακοπής, δεν απαιτείται καταβολή δικαστικού ενσήμου, δεδομένου ότι ο ανακόπτων κατέβαλε ήδη το προσήκον για την απαίτησή του τέλος δικαστικού ενσήμου κατά την έκδοση της απόφασης ή της διαταγής πληρωμής βάσει της οποίας έλαβε χώρα η κατάσχεση (I. ΜΠΡΙΝΙΑΣ Αναγκαστική Εκτέλεσις Εκδοση Β`, άρθρο 986 § 468). Μάλιστα, κατά το άρθρο 986 εδ. 2 ΚΠολΔ, «με την ανακοπή μπορεί να ζητηθεί και αποζημίωση κατα το άρθρο 985 παρ: 3». Η αποζημίωση που μπορεί να ζητήσει ο κατασχών με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, περιλαμβάνει τη ζημία του κατασχόντος που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την ανακριβή δήλωση ή την παράλειψη της δήλωσης, εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η στο δικόγραφο της ανακοπής σώρεύση της και μάλιστα επικουρικώς. Προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παράλειψης της δήλωσης ή της ανακρίβειας της υποβληθείσας δήλωσης, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου τούτου γεγονότος και της ζημίας. Το περιεχόμενο της αποζημίωσης θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση αυτή κάθε ζημία που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου. Έτσι δεν αποκλείεται ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι συνεπεία της μη εμπρόθεσμης εκ μέρους του καθ’ ου η ανακοπή δήλωσης δεν μπόρεσε να λάβει τα κατάλληλα για την ικανοποίηση της απαιτήσής του μέτρα ή ότι ο οφειλέτης κατέστη αναξιόχρεος μεταγενέστερα και έτσι επήλθε αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησής του ή όταν από την παραπλανητική δήλωση ή την παράλειψη του τρίτου απώλεσε τη δυνατότητα κατάσχεσης του ιδίου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη από το οποίο θα ικανοποιείτο πλήρως (ΕΑ 9000/2005 ΧρΙδΔ 2006.724, ΕΑ 5193/2004 ΕλΔ 2005.218, ΠΠΑ 3661/2011 ΕΦΑΔ 2013.265, ΠΠΑ 3498/2011 ΧΡΙΔ 2012.135). Αν δεν ευδοκιμήσει η ανακοπή αυτή, ο κατασχών συνήθως ουδεμία ζημία απότοκη της παράλειψης ή της ανειλικρινούς δήλωσης υφίσταται, χωρίς όμως να αποκλείεται η απόδειξη περαιτέρω ζημίας από την αρνητική συμπεριφορά του τρίτου (ΕΑ 1022/2008 ΕΦΑΔ 2009.228).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, για την εξασφάλιση του δικαιώματος ή την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει καμιά αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται των κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 305 ΚΠολΔ στοιχείων της δικαστικής απόφασης, που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής και επίσης δεν υποβάλλεται σε δημοσίευση, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 ΚΠολΔ, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής απόφασης. Είναι, όμως, τίτλος εκτελεστός, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ` ΚΠολΔ. Περαιτέρω, τα ανωτέρω άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζουν ότι οι προσωρινές διαταγές διαλαμβάνουν «τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης» και ότι «εκτελούνται μόλις καταχωριστούν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε». Οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν τη δεσμευτικότητα των προσωρινών διαταγών, με την έννοια ότι αρνούνται να προσδώσουν έννομες συνέπειες σε πράξεις που αντίκεινται στο περιεχόμενο τους και επιβάλλουν σιωπηρώς την ακυρότητα, ως κύρωση της παράβασής τους. Από αυτά συνάγεται, ότι αν το μέτρο που ορίστηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάστηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσης του πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση) πλήττεται με ακυρότητα, η οποία θεμελιώνεται όχι στο άρθρο 175 ΑΚ, αφού ο νόμος (άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά στο άρθρο 176 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατ` αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει, χωρίς να είναι η προσωρινή διαταγή. Περαιτέρω, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 715 ΚΠολΔ, «απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση», κατά δε την παρ. 2 εδ. β` του ίδιου άρθρου, τα αποτελέσματα της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου απαιτήσεων ή κινητών, αρχίζουν από την επίδοση του εγγράφου που ανακοινώνει την κατάσχεση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται σύμφωνα με το άρθρο 712 ΚΠολΔ. Επομένως, η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται στα πλαίσια της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων με τα οποία διατάσσεται η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, ως συνάρτηση της αίτησης αυτής και τελολογικό παρεπόμενο της αντίστοιχης απόφασης, αποτελεί το πρόσφορο μέσο προς πραγμάτωση του με το ασφαλιστικό μέτρο επιδιωκόμενου σκοπού και δεν μπορεί να είναι περισσότερο εξασφαλιστική από την ίδια την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων (ΟλΑΠ 17/2009 ΑρχΝ 2010.336, ΑΠ 558/2010 Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 557/2010 ΕΦΑΔ 2010.1117, ΕΑ 1876/2007 ΕΦΑΔ 2008.358). Η γνωστοποίηση της προσωρινής διαταγής προκειμένου αυτή να αναπτύξει τη διαπλαστική της ενέργεια, ήτοι τη δεσμευτικότητά της προς τους τρίτους, ως προς τους οποίους μπορεί να αντιταχθεί η ακυρότητα, αφορά στον καθ’ ου οφειλέτη, προκειμένου αυτός λαμβάνοντας γνώση του περιεχομένου της, να συμμορφωθεί προς αυτή και να απέχει από οποιαδήποτε πράξη αντιβαίνουσα αυτή (ΑΠ 697/2008 Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ο τρίτος, συνεπώς, στα χέρια του οποίου γίνεται αναγκαστική κατάσχεση, δεσμεύεται ως προς την απαγόρευση διάθεσης από το χρονικό σημείο κατά το οποίο του επιδίδεται το κατασχετήριο και ολοκληρώνεται με την πράξη αυτή η διαδικασία της αναγκαστικής κατάσχεσης των άρθρων 982 επ. ΚΠολΔ. Η παραβίαση προσωρινής διαταγής μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία και επιδικάζεται αποζημίωση εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 330 και 914 επ. ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα-ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «...» με την υπό κρίση ανακοπή-αγωγή, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ με τις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, εκθέτει τα ακόλουθα: Δυνάμει της από 30-6-2003 εξωχρηματιστηριακής σύμβασης παροχής χρηματοοικονομικού παραγωγού («put and call option») που καταρτίστηκε μεταξύ της ιδίας και του δεύτερου των καθ’ ων-εναγόμενων .., ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά μετοχών και να συμπράξει στην επαναγορά τους, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους του ανωτέρω συμφωνητικού. Πλην, όμως, λόγω της αδικαιολόγητης άρνησής του να εκπληρώσει τις αναληφθείσες συμβατικές υποχρεώσεις του, κατόπιν της κατάθεσης σχετικής αγωγής εκ μέρους της, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ../2009 διαιτητική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου που συγκροτήθηκε από τους: α) ..., Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ως Πρόεδρο-Επιδιαιτητή, β) ..., Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου ε.τ. ως Διαιτητή και γ) ...., Επίτιμο Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ως Διαιτητή, με την οποία υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 6.134.616 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Η ως άνω απόφαση περιήφθη τον εκτελεστήριο τύπο και έλαβε αριθμό απογράφου ../11-6-2010, ενώ αντίγραφο του πρώτου (α") εκτελεστού απογράφου με εντολή πληρωμής, συνολικού ποσού 6.652.973 ευρώ, επιδόθηκε στο δεύτερο των καθ’ ων-εναγόμενων στις 17-6-2010. Ακολούθως, σε εκτέλεση της εν λόγω διαιτητικής απόφασης με την από 23-6-2010 δήλωση επιβολής κατάσχεσης στα χέρια της πρώτης των καθ’ ων-εναγόμενων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...», που επιδόθηκε αυθημερόν στην έδρα της ως άνω εταιρείας, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση έως του ποσού των 6.660.607,25 ευρώ, επί 770.157 ονομαστικών μετοχών κυριότητας του οφειλέτην της, ονομαστικής αξίας 2,18 ευρώ έκαστη, που αντιπροσώπευαν ποσοστό 53,44% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, για τις οποίες είχαν εκδοθεί προσωρινοί μετοχικοί τίτλοι και επικουρικά σε περίπτωση που οι ως άνω μετοχές είχαν επιβαρυνθεί με τη σύσταση επικαρπίας υπέρ τρίτου επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας στις μετοχές αυτές έως του ανωτέρω συνολικού ποσού απαίτησής της. Και τούτο, διότι κατά τον ανωτέρω χρόνο οι προσωρινοί τίτλοι των μετοχών δεν βρίσκονταν στην κατοχή του δεύτερου των καθ’ ων- εναγόμενων αλλά είχαν κατατεθεί από αυτόν στο ταμείο της πρώτης εξ αυτών, προκειμένου να αποκτήσει δικαίωμα συμμετοχής στην τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της (εταιρείας), η οποία είχε προγραμματισθεί να λάβει χώρα στις 22-6-2010, ενώ μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της γενικής συνέλευσης, ο δεύτερος των καθ’ ων-εναγόμενων θα προέβαινε στην ανάληψή τους. Επιπροσθέτως, λόγω του ο ότι ο ανωτέρω οφειλέτης της, πέραν των ανωτέρω τίτλων, στερείτο παντελώς άλλων εμφανών περιουσιακών στοιχείων και με σκοπό τη διαφύλαξη του δικαιώματος της άσκησε, εναντίον των αντιδίκων της, την από 22-6- 2010 και με αριθμό κατάθεσης .../2010 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα να απαγορευθεί κάθε μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης των ονομαστικών μετοχών κυριότητας άλλως ψιλής κυριότητας του δεύτερου των καθ’ ων και ιδίως με αίτημα: α) να απαγορευθεί κάθε μεταβίβαση, παράδοση, επιβάρυνση με νομικό βάρος ή άλλη πραγματική ή νομική μεταβολή των συγκεκριμένων μετοχών και β) να απαγορευθεί στην πρώτη των καθ’ ων-εναγόμενων να τις αποδώσει μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της γενικής συνέλευσης καθώς και να ορισθεί αυτή μεσεγγυούχος των εν λόγω μετοχών. Με την ίδια ως άνω αίτηση υποβλήθηκε και αυτοτελές αίτημα περί χορήγησης προσωρινής διαταγής με το οποίο να απαγορεύεται προσωρινά μέχρι τη συζήτησης της αίτησης η νομική και πραγματική κατάσταση των μετοχών. Ενόψει του κατεπείγοντος χαρακτήρα της αίτησης χορηγήθηκε άμεσα προσωρινή διαταγή με την οποία, ωστόσο, απαγορεύθηκε η μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης των καθ’ ων-εναγόμενων έως τη συζήτηση της αίτησης της προσωρινής διαταγής και υπό τον όρο της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 22-7-2010 μετά από σχετική κλήση των καθ’ ων. Ακολούθως, με επιμέλειά της, επιδόθηκε σε αμφότερους τους αντιδίκους της, πριν από τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης η από 22-6-2010 χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή της Προέδρου Υπηρεσίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος Ασφαλιστικών Μέτρων) περί απαγόρευσης μεταβολής της περιουσιακής κατάστασης των καθ’ ων-εναγόμενων, ενώ με την από 22-6-2010 εξώδικη δήλωση-κλήση της προς την πρώτη των καθ’ ων, καλούσε αυτή να μην αποδώσει τους τίτλους των μετοχών μετά το πέρας των εργασιών της τακτικής γενικής συνέλευσης. Η πρώτη των καθ’ ων-εναγόμενων, ωστόσο, υπέβαλε ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, αρνητική δήλωση αμφισβητώντας ότι οι συγκεκριμένοι τίτλοι βρίσκονταν στην κατοχή της κατά την κοινοποίηση στις 23-6-2010 του από 23-6-2010 κατασχετηρίου, καθόσον δήλωσε ότι ως τρίτη (κατά το χρόνο κοινοποίησης σε αυτήν του κατασχετηρίου) δεν είχε στα χέρια της τις υπό κατάσχεση μετοχές, διότι τις είχε αποδώσει στο νόμιμο κάτοχό τους ύστερα από την ολοκλήρωση των εργασιών της τακτικής γενικής συνέλευσής της, που είχε λάβει χώρα στις 22-6-2010. Η δε ως άνω αρνητική δήλωση είναι ανειλικρινής, καθόσον μετά την επίδοση σε αυτήν της από 22-6-2010 χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής όφειλε να δεσμεύσει τις μετοχές στο ταμείο της και να μην τις αποδώσει στον κάτοχό τους, ενώ ο δεύτερος των καθ’ων-εναγόμενων, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εξ αυτών και στο πλαίσιο των εν λόγω καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, παραβίασε παράνομα και υπαίτια και δη με σκοπό την περιουσιακή της βλάβη της και αντίθετα προς τα χρηστά ήθη την ως άνω προσωρινή διαταγή. Γι’ αυτό και ζητεί, ενόψει του ότι, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της, η κατάσχεση στα χέρια της πρώτης των καθ’ ων- εναγόμενων αφορά την ψιλή κυριότητα των επίδικων ονομαστικών μετοχών, καθόσον στις 10-7-2009 συστάθηκε επί αυτών δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας υπέρ της εταιρείας με την επωνυμία «...» και έδρα στη ... Κύπρου με δικαίωμα συμμετοχής της τελευταίας στις γενικές συνελεύσεις των μετόχων της πρώτης των καθ’ ων κατά το ποσοστό συμμετοχής που εξασφαλίζουν οι μετοχές, να αναγνωρισθεί η ανακρίβεια της παραπάνω δήλωσης της πρώτης των καθ’ ων-εναγόμενων και η ύπαρξη των κατασχεμένων κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας μετοχών στα χέρια της, να κηρυχθεί η ακυρότητα της ανωτέρω δήλωσης καθώς και να υποχρεωθεί η πρώτη των καθ’ ων να της αποδώσει τις κατασχεμένες στα χέρια της μετοχές. Επικουρικά, δε, ζητεί, όπως το σχετικό αίτημα, παραδεκτώς κατά τις διατάξεις των άρθρων 223 και 295 επ. ΚΠολΔ περιορίστηκε με τις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της καθώς και με σχετική δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων της στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, παραιτούμενη του αιτήματος της κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής καθώς και της απαγγελίας προσωπικής κράτησης εις βάρος του δεύτερου των καθ’ ων -εναγόμενων, να αναγνωρισθεί ότι οι καθ’ ων-εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος λόγω της αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς, ως αποζημίωση το ποσό των 753.343,68 ευρώ, που αποτελεί την εμπορική αξία της ψιλής κυριότητας των επίδικων μετοχών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Τέλος, ζητεί να καταδικαστούν οι καθ’ ων-εναγόμενοι στα δικαστικά της έξοδα.

Με το παραπάνω περιεχόμενο, η ανακοπή, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της κατ’ άρθρο 986 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επόμενη της δήλωσης της πρώτης των καθ’ ων, η οποία έλαβε χώρα στις 30-6-2010, ενώ η επίδοση της ανακοπής έλαβε χώρα στις 29-7-2010 (βλ. τις υπ’ αριθ. ../29-7- 2010 και ../29-7-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ........ που προσκομίζει με επίκληση η ανακόπτουσα) καθώς και η επικουρικά σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 12 παρ. 1,13, 18 αριθ, 1, 22, 25 παρ. 2, 33, 35 και 41 ΚΠολΔ) κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται η διαφορά από την απαίτηση, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, χωρίς να είναι απαραίτητη η τήρηση της διαδικασίας της εξώδικης επίλυσης της διαφοράς (άρθρο 214 Α ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τις διατάξεις των άρθρων 19 και 72 παρ. 3 του ν. 3994/2011), απορριπτομένου του ισχυρισμού των καθ’ ων-εναγόμενων περί μη νόμιμης κλήτευσής τους και ακυρότητας της συζήτησης ως αορίστου, καθόσον δεν επικαλούνται ότι υπέστησαν βλάβη από τη τυχόν μη νόμιμη κλήτευσή της, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 περ. 3 ΚΠολΔ- ΟλΑΠ 1/1996 ΕλλΔνη 1996.1301, ΟλΑΠ 12/2000 ΕλλΔνη 2000.949, ΑΠ 808/2004 ΕλλΔΝη 2006.1391, ΑΠ 1617/1995 ΕλλΔνη 38.1092, ΕΑ 980/2009 ΕΦΑΔ 2010.203, ΕφΠειρ 1071/1999 ΔΕΕ 2001.408), εξάλλου, δε, παραστάθηκαν δια πληρεξουσίων, κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, προσκόμισαν έγγραφα και προέβαλαν πλήρη και εμπεριστατωμένη άμυνα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Ακολούθως, η ανακοπή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου των καθ’ ων είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του τελευταίου, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η ανακοπή κατ’ άρθρο 986 ΚΠολΔ στρέφεται κατά του τρίτου, εναντίον του οποίου ο κατασχών ασκεί πλαγιαστικώς τα δικαιώματα του οφειλέτη του, θέση την οποία δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος των καθ` ων αλλά μόνο η πρώτη εξ αυτών. Περαιτέρω, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης των καθ` ων είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής πραγματικά περιστατικά, η αρνητική δήλωση που υπέβαλε αυτή, κρινόμενη αντικειμενικά, δεν είναι ανειλικρινής. Συγκεκριμένα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, η τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης των καθ’ ων είχε προγραμματισθεί να λάβει χώρα στις 22-6-2010 και συνεπώς κατά τον ανωτέρω χρόνο οι προσωρινοί τίτλοι των μετοχών βρίσκονταν στην κατοχή αυτής. Πλην, όμως, η κατάσχεση στα χέρια της, η οποία απέκτησε νομική ύπαρξη δια και από την κοινοποίηση του σχετικού κατασχετηρίου, έλαβε χώρα στις 23-6-2010, κατά τα εκτιθέμενα, ήτοι μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της συνέλευσης καθώς και την ανάληψη των μετοχών από το ταμείο της.
Λαμβανομένων υπόψη ότι, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, από το χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου στον καθ’ ου η εκτέλεση-οφειλέτη κρίνονται αφενός η ιδιότητα του ανακόπτοντος ως δανειστή και του τρίτου ως οφειλέτη των κατασχόμενων κινητών και αφετέρου η νομική δέσμευση, ήτοι η απαγόρευση διάθεσης των τελευταίων, στις 23-6-2010, οπότε κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή επιβλήθηκε η κατάσχεση, η πρώτη των καθ` ων δεν είχε την ιδιότητα της τρίτης-οφειλέτιδος των κατασχόμενων κινητών, καθόσον οι επίδικες μετοχές δεν βρίσκονταν στη δική της «εξουσία» αλλά σε αυτή του καθ` ου η εκτέλεση και συνεπώς η αρνητική δήλωσή της είναι ειλικρινής. Η ανακόπτουσα αναφέρει καθ’ υποφορά στο επίδικο δικόγραφο και συμπληρώνει με τις έγγραφες προτάσεις της ότι πριν από τη σύγκληση της ανωτέρω γενικής συνέλευσης, επιδόθηκε με επιμέλειά της, σε αμφότερους τους αντιδίκους της, η από 22-6-2010 χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή της Προέδρου Υπηρεσίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος Ασφαλιστικών Μέτρων) με την οποία απαγορευόταν η μεταβολή της περιουσιακής τους κατάστασης έως 22- 7-2010 και συνεπώς μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της ανωτέρω συνέλευσης η πρώτη των καθ’ ων όφειλε να μην επιτρέψει την ανάληψη των επίδικων μετοχών αλλά να τις διατηρήσει δεσμευμένες στο ταμείο της. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, ωστόσο, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρονται στον ανωτέρω δικανικό συλλογισμό, το μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης των καθ’ ων, μέρος του οποίου αποτελούν και οι επίδικες ονομαστικές μετοχές, δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο αυτής, αλλά αντανάκλαση της αξίας της εταιρικής περιουσίας και συνεπώς η ανάληψη των εν λόγω μετοχών μετά την πραγματοποίηση της γενικής συνέλευσης ουδεμία μεταβολή της περιουσιακής της κατάσταση συνιστά, ενώ με την παράδοσή τους στον καθ` ου η εκτέλεση ... ουδεμία μεταβολή, επίσης, επήλθε στην περιουσιακή κατάσταση του τελευταίου, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας επί των επίδικων μετοχών είχε συσταθεί υπέρ της εταιρείας με την επωνυμία «...» σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της ανωτέρω προσωρινής διαταγής και ήδη από 10-7-2009, η δε υλική παράδοσή τους δεν αποτελεί περιουσιακή μεταβολή, καθόσον ούτε εκποίηση, ούτε περαιτέρω μεταβίβαση ούτε επιβάρυνση επί αυτών συνιστά. Επιπροσθέτως, δεν συνιστά ούτε μεταβολή της νομικής και πραγματικής κατάστασης των επίδικων μετοχών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ανακόπτουσα, καθόσον ουδεμία νομική δέσμευση ή μεταβολή επιφέρει, ούτε επιδρά στην αυθυπαρξία και στην ακεραιότητα των τίτλων των μετοχών καθώς και στις εξουσίες τις οποίες δύναται ν’ ασκήσει επ’ αυτών ο καθ` ου η εκτέλεση. Ακολούθως, μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, κατ’ οικονομία της δίκης, είναι και η επικουρικά σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, καθόσον, όπως προεκτέθηκε με βάση το ως άνω ιστορικό, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υποβολής ανειλικρινούς δήλωσης εκ μέρους της πρώτης των εναγόμενων, ούτε της παραβίασης της ανωτέρω προσωρινής διαταγής εκ μέρους του δευτέρου εξ αυτών στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης.

Κατ’ ακολουθίαν, η ανακοπή και η σωρευόμενη σε αυτή αγωγή αποζημίωσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως μη νόμιμες. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν κατά ένα μέρος μεταξύ των διαδίκων επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων των καθ’ ων η ανακοπή-εναγόμενων εις βάρος της ανακόπτουσας- ενάγουσας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

                                                       ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή και τη σωρευόμενη σε αυτή αγωγή και
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος της ανακόπτουσας-ενάγουσας μέρος των δικαστικών εξόδων των καθ’ ων η ανακοπή-εναγόμενων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου