Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Ε.Π.Ε, κατάσχεση εταιρικών μεριδίων, αξία εταιρικού μεριδίου.

Μονομελές Εφετείο Αθηνών 5907/ 2012, ΔΕΕ 2013/143, ΔΕΕ 2013/599.

Πρόεδρος Δ. Βασιλοδημητράκη, Eφέτης.
Περίληψη. Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης. Εταιρικά μερίδια εταίρων. Νομική φύση. Επί εκτελεστού τίτλου διαταγής πληρωμής, υφίσταται η δυνατότητα συντηρητικής ή αναγκαστικής κατάσχεσης αυτών, ως ειδικών περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάταξη του αρ. 1022 ΚΠολΔ. Η υποβαλλόμενη αίτηση δεν απορρίπτεται, στη περίπτωση που ο οφειλέτης διαθέτει και άλλα περιουσιακά στοιχεία, δυνάμενα να κατασχεθούν σύμφωνα με άλλες διατάξεις. Η κατάσχεση περιορίζεται μόνο στα αντικείμενα που απαιτούνται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση και να καλυφθούν τα έξοδα εκτέλεσης. Αξία εταιρικού μεριδίου. Διακρίνεται σε ονομαστική και πραγματική. Έννοια της πραγματικής αξίας.
II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30 παρ. 1 και 3 και 31 του Ν 3190/1955 «περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης» συνάγεται σαφώς, ότι τα εταιρικά μερίδια των εταίρων της ΕΠΕ μπορούν να κατασχεθούν συντηρητικά ή αναγκαστικά, ύστερα από άδεια του Προέδρου Πρωτοδικών, ακόμη και στην περίπτωση που απαγορεύεται από το καταστατικό, ενώ οι εταίροι μπορούν να υπερθεματίσουν κατά τον πλειστηριασμό της εταιρικής μερίδας και μάλιστα προτιμώνται έναντι τρίτου που προσφέρει ίσο τίμημα. Το εταιρικό, λοιπόν, μερίδιο εταιρίας περιορισμένης ευθύνης δεν είναι πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 947 ΑΚ, ούτε απαίτηση κατά της εταιρίας, ώστε ο εταίρος να εμφανίζεται ως δανειστής της εταιρίας, αλλά συνιστά ιδιόρρυθμο περιουσιακό δικαίωμα, το οποίο αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του εταίρου και παρέχει σ` αυτόν δικαίωμα στα κέρδη, στον έλεγχο των εταιρικών υποθέσεων, συμμετοχής στις συνελεύσεις και στην εναπομείνασα μετά την εκκαθάριση εταιρική περιουσία, γι αυτό άλλωστε ο εταίρος μπορεί να τα μεταβιβάσει, ενεχυράσει, εκμισθώσει και να συστήσει σ` αυτό επικαρπία.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, η κατάσχεση μπορεί να γίνει και επί περιουσιακών δικαιωμάτων του καθού η εκτέλεση, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο κατασχέσεως, στα οποία περιλαμβάνεται η επιχείρηση και το σήμα, κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 992 του ίδιου Κώδικα. Η κατάσχεση των ειδικών περιουσιακών στοιχείων μπορεί να διαταχθεί κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 επ. του ΚΠολΔ, πάντοτε βάσει εκτελεστού τίτλου, τον οποίο αποτελεί και η διαταγή πληρωμής. Εξάλλου, το Δικαστήριο ορίζει τα μέτρα που κρίνει πρόσφορα για την αξιοποίηση του δικαιώματος και, στο πλαίσιο αυτό, δικαιούται να διατάξει την μεταβίβαση τους στον υπερού η εκτέλεση ή ολικό συμψηφισμό της απαίτησης ή την ελεύθερη ή με πλειστηριασμό διάθεσή τους. Στην έννοια των ειδικών περιουσιακών στοιχείων της ανωτέρω διάταξης περιλαμβάνεται και το εταιρικό μερίδιο των εταιριών περιορισμένης ευθύνης, αφού τούτο, καθώς δε εμπίπτει στα κατασχόμενα κατά τα άρθρα 953, 982 και 992 ΚΠολΔ, συνιστά ιδιόρρυθμο περιουσιακό δικαίωμα, ήτοι στοιχείο της περιουσίας του εταίρου, το οποίο του παρέχει δικαίωμα στα κέρδη, έλεγχο των εταιρικών υποθέσεων και μπορεί να μεταβιβαστεί. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1023 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται, χωρίς και να υποχρεούται, να απορρίψει την αίτηση κατάσχεσης σε δύο περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, ήτοι α) αν κρίνει ότι είναι δύσκολο να γίνει η αναγκαστική εκτέλεση και β) αν το αποτέλεσμα της θα είναι ασύμφορο. Ως δυσχέρεια της αναγκαστικής εκτέλεσης νοείται η τυχόν δυσχέρεια που μπορεί να προκύψει όσο αφορά στην αξιοποίηση του δικαιώματος με την αναγκαστική εκτέλεση κατά την εκτελεστική διαδικασία, λόγω της ιδιόμορφης φύσης και του περιεχομένου του υπό κατάσχεση στοιχείου, όπως π.χ. σε περίπτωση κατάσχεσης τίτλου επιχείρησης, ως διακριτικού γνωρίσματος, με συνέπεια την αποκοπή του από την υπόλοιπη επιχείρηση και όχι η δυσχέρεια που προκύπτει από τη διενέργεια των επί μέρους διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η κρίση δε για το ασύμφορο του αποτελέσματος της εκτέλεσης συνίσταται στην πιθανολόγηση ότι ο δανειστής δεν θα ικανοποιηθεί από το αποτέλεσμα της αναγκαστικής εκτέλεσης του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου. Η αίτηση, δηλαδή, απορρίπτεται όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η αιτούμενη κατάσχεση δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του δανειστή. Κατ` ακολουθία, η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, και υπόκεινται σε κατάσχεση βάσει άλλων διατάξεων, δεν αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης [βλ. ΑΠ 7/2009, ΑΠ 1751/2001 ΕλλΔνη 2002,1396, Εφθεσ 205/2008 ΕπισκΕΔ 2008,760, Εφθεσ 78/2000 ΕπισκΕΔ 2000,270, Εφθεσ 1366/2001 Αρμ 2002,896, ΕφΑΘ 4345/1991 ΕλλΔνη 1993,615 με εκεί παραπομπές σε νομολογία και θεωρία, Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμ ΚΠολΔ, Τόμος ΣΤ, άρθρο 1022 αρ. 18 και 29].

III. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 951 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η κατάσχεση δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση και για να καλυφθούν τα έξοδα εκτέλεσης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η κατάσχεση περισσοτέρων περιουσιακών στοιχείων από όσα απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων εκτέλεσης αποτελεί περίπτωση καταχρηστικής συμπεριφοράς κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επαγόμενη, όχι ακυρότητα, όπως σε κάθε άλλη περίπτωση αντίθεσης προς τις αρχές των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά σε περιορισμό της κατάσχεσης σε εκείνα μόνο τα αντικείμενα, τα οποία καλύπτουν την απαίτηση και τα έξοδα εκτέλεσης [Βλ. ΕφΑΘ 6367/2007, ΕφΑθ 6831/1986 ΕλλΔνη 18,703, Mπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση σελ. 466, άρθρο 951 παρ. 257, σελ. 695, Γέσιου-Φαλτσή, Αναγκαστική Εκτέλεση II, Ειδικό Μέρος, 1983, παρ. 53, σελ. 92,93, Β. Βαθρακοκοίλη,ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Ε`, άρθρο 951 αρ. 13 και 14].

IV. Τέλος, κάθε εταιρικό μερίδιο εταίρου εταιρίας περιορισμένης ευθύνης έχει αξία αφενός ονομαστική, που είναι η αξία του κλάσματος (μέρους) του εταιρικού κεφαλαίου και προκύπτει από το καθοριζόμενο στο καταστατικό ελάχιστο ποσό μερίδας συμμετοχής σε  συνδυασμό προς τη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο του συγκεκριμένου εταίρου και αφετέρου πραγματική αξία, που είναι η εκάστοτε, με βάση την εταιρική περιουσία,  προσδιοριζόμενη αξία. Για την εξεύρεση της τελευταίας προσδιορίζεται λογιστικά η πραγματική αξία της καθαρής εταιρικής περιουσίας, η οποία, διαιρούμενη με τον αριθμό των εταιρικών μεριδίων, δίνει την πραγματική αξία του καθενός από αυτά. Η ονομαστική και η πραγματική αξία του εταιρικού μεριδίου μόνο κατά το χρόνο σύστασης της εταιρίας συμπίπτουν, ενώ μετά από αυτήν η πραγματική αξία μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από την ονομαστική, τούτο δε απεικονίζεται στον ισολογισμό της εταιρίας. Πραγματικά, προκειμένου περί ΕΠΕ, ο ισολογισμός αποτελεί το πλαίσιο, μέσα στο οποίο πρέπει να επιχειρείται η εξακρίβωση της αληθινής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας, αφού, περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρίας. Εξάλλου, ως πραγματική αξία της μερίδας συμμετοχής εκλαμβάνεται, κατά πρώτο και κύριο λόγο, η αγοραία αξία, δηλαδή η τιμή, που ένας ανεπηρέαστος τρίτος θα έδινε για την απόκτηση της, ο οποίος, όπως είναι προφανές, θα λάβει υπόψη του, κατά τον καθορισμό της προαναφερόμενης τιμής, όχι μόνο τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στον ετήσιο ισολογισμό μεμονωμένα στοιχεία της επιχείρησης, αλλά και άλλα στοιχεία, όπως αφανή αποθεματικά και τα άυλα στοιχεία της επιχείρησης, όπως είναι η φήμη, η πελατεία, η επωνυμία, το σήμα, καθώς και ζημίες προηγούμενων χρήσεων, υποχρεώσεις προς τρίτους κ.λπ., τα οποία αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την απόδοση της επιχείρησης στο μέλλον, και συγκεκριμένα ο λογιστικός προσδιορισμός της περιουσίας της εταιρίας θα γίνει, προκειμένου να καθοριστεί η καθαρή μερίδα του εταίρου, βάσει του ενεργητικού και παθητικού που παρουσιάζει η εταιρία κατά το χρόνο του υπολογισμού αυτού [πρβλ. ΑΠ 1628/2010, ΕφΠειρ 909/ 2008 ΔΕΕ 2009,1353, Εφθεσ 2386/2005 ΕπισκΕΔ 2006,482].
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών ζητεί, για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση του, να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ` αριθμ. 4474/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και διατάσσει την κατάσχεση των πενήντα έξι (56) εταιρικών μεριδίων της κυριότητας του, οι οποίες αποτελούν το ποσοστό του εταιρικού του μεριδίου στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «... ΕΠΕ», που εδρεύει στο Δήμο Κ. στον οικισμό Α., καθώς και την εκποίηση αυτών με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, για την ικανοποίηση οφειλής του προς την καθής η αίτηση, ύψους 26.510,43 ευρώ, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της έφεσης, που έχει ασκήσει νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Η καθής η αίτηση με την από 13.1.2011 αίτηση της που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να επιτραπεί η κατάσχεση των πενήντα έξι (56) εταιρικών μεριδίων της κυριότητας του αιτούντα στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «... ΕΠΕ», που εδρεύει στο Δήμο Κ. στον οικισμό Λ., καθώς και η εκποίηση αυτών με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, για την ικανοποίηση της ως άνω σε βάρος του απαίτησης της, ύψους 26.510,43 ευρώ. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμ. 4474/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία διατάχθηκε η κατάσχεση των ως άνω πενήντα έξι (56) εταιρικών μεριδίων της κυριότητας του αιτούντα, τα οποία αποτελούν στο ποσοστό συμμετοχής του στην ως άνω εταιρία περιορισμένης ευθύνης, καθώς και η εκποίηση αυτών με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, για την ικανοποίηση της ως άνω σε βάρος του απαίτησης της καθής η αίτησης, ύψους 26.510,43 ευρώ. Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στον αιτούντα στις 11.10.2012, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού Επιμελητή στο σώμα αυτής. Ακολούθως, δυνάμει της υπ` αριθμ. ./19.10.2012 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης μεριδίων ΕΠΕ του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Κ., η οποία επιδόθηκε στον αιτούντα στις 22.10.2012 (όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού Επιμελητή στο σώμα αυτής), κατασχέθηκαν αναγκαστικά τα ως άνω εταιρικά μερίδια του αιτούντα, προκειμένου να ικανοποιηθεί η σε βάρος του απαίτηση της καθής, και ορίσθηκε ως ημέρα πλειστηριασμού αυτών η 21.11.2012. Ο αιτών, παραπονούμενος κατά ως άνω υπ` αριθμ. 4474/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την από 19.9.2012 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η συζήτηση της οποίας έχει ορισθεί για τη δικάσιμο της 7.3.2012, και ζητεί την εξαφάνιση της για τους λόγους που αναφέρει σ` αυτήν. Ειδικότερα με τον δεύτερο λόγο της έφεσης ο αιτών επικαλείται ότι με την εκκαλουμένη απόφαση κακώς διατάχθηκε η αναγκαστική κατάσχεση των ως άνω εταιρικών μεριδίων του, προς ικανοποίηση της απαίτησης της καθής η αίτηση, για το λόγο ότι αυτός διαθέτει την αναφερόμενη στο δικόγραφο αυτής κινητή περιουσία, από την οποία η καθής η αίτηση μπορούσε πλήρως να ικανοποιηθεί.
Ακόμη και αν πιθανολογηθεί ότι ο αιτών διαθέτει τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία καθώς και ότι πράγματι αυτός διατηρεί απαίτηση σε βάρος του Δήμου Πεντέλης για την αμοιβή του από την εκτέλεση δημοσίων έργων, όπως ο ίδιος επικαλείται, σε καμία περίπτωση η ύπαρξη των περιουσιακών αυτών στοιχείων, τα οποία υπόκεινται σε κατάσχεση βάσει άλλων διατάξεων και όχι βάσει των διατάξεων των άρθρων 1022, 1023 του ΚΠολΔ, με εφαρμογή των οποίων έχει διαταχθεί η αναγκαστική κατάσχεση των προαναφερόμενων εταιρικών μεριδίων του, δεν αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης, με την οποία ζητήθηκε από την καθής η κατάσχεση των εταιρικών αυτών μεριδίων ως ειδικών περιουσιακών στοιχείων του τελευταίου, σύμφωνα με τις σκέψεις που διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη της παρούσας. Εξάλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κατά την διάταξη του άρθρου 1023 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο έχει μόνο δικαίωμα και όχι υποχρέωση να μην επιτρέψει την κατάσχεση, δηλαδή να απορρίψει την αίτηση, μόνο στις περιοριστικά σ` αυτήν αναφερόμενες περιπτώσεις, δηλαδή μόνο αν κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι δυσχερής ή κατ` αποτέλεσμα απρόσφορη, ενώ στην προκειμένη περίπτωση με την εκκαλουμένη απόφαση δεν κρίθηκε ότι συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες περιοριστικά στην ως άνω διάταξη διαζευκτικές περιπτώσεις. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός του αιτούντα δεν κρίνεται νομικά βάσιμος και συνεπώς ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει. 
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της έφεσης ο αιτών επικαλείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί για το λόγο ότι με αυτήν διατάχθηκε αναγκαστική κατάσχεση, η οποία επεκτάθηκε σε περισσότερα περιουσιακά στοιχεία της κυριότητας του από όσα χρειάζεται για να ικανοποιηθεί πλήρως η σε βάρος του απαίτηση της καθής και για να καλυφθούν τα έξοδα εκτέλεσης. Συνεπώς, πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει ο πρώτος λόγος της έφεσης κατά το μέρος και μόνο που ο αιτών παραπονείται για την κατάσχεση των περισσοτέρων εταιρικών μεριδίων της κυριότητας του, από αυτά που απαιτούνται για την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησης της καθής η αίτηση και για την κάλυψη των εξόδων εκτέλεσης, αφού, όπως ήδη προαναφέρθηκε στις σκέψεις που διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο III μείζονα σκέψη της παρούσας, η επέκταση της κατάσχεσης σε περισσότερα περιουσιακά στοιχεία δεν επιφέρει ακυρότητα, όπως σε κάθε άλλη περίπτωση αντίθεσης προς τις αρχές των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά περιορισμό της κατάσχεσης σε εκείνα μόνο τα αντικείμενα, τα οποία καλύπτουν την απαίτηση και τα έξοδα εκτέλεσης. Ενόψει δε του ότι στην προκειμένη περίπτωση πιθανολογείται 1) ότι από τα προαναφερόμενα 56 εταιρικά μερίδια της κυριότητας του αιτούντα που κατασχέθηκαν επαρκούν τα 20, συνολικής αξίας 53.560 (2.678 χ 20) ευρώ, για να ικανοποιηθεί πλήρως η προαναφερόμενη απαίτηση της καθής η αίτηση και για να καλυφθούν τα έξοδα εκτέλεσης και ότι συνεπώς ότι η κατάσχεση πρέπει να περιοριστεί σε αυτά, εφόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν πιθανολογείται ότι τα εταιρικά αυτά μερίδια έχουν ενσωματωθεί σε έναν ενιαίο τίτλο και συνεπώς είναι δυνατός ο περιορισμός της αναγκαστικής κατάσχεσης σε μέρος αυτών [πρβλ. ΕφΑΘ 1730/2010 ΔΕΕ 2010,911], καθώς και 2) ότι η εκτέλεση της απόφασης επί του συνόλου των ως άνω εταιρικών μεριδίων του αιτούντα θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον τελευταίο, αφού πρόκειται για οικογενειακή επιχείρηση (δεδομένου ότι το υπόλοιπο ποσοστό των 168 εταιρικών μεριδίων αυτής ανήκουν στην κυριότητα της συζύγου του), στην οποία ο τελευταίος προσφέρει την προσωπική του εργασία και από την οποία θα αποξενωθεί παντελώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Κατόπιν τούτου πρέπει να ανασταλεί εν μέρει η εκτέλεση της υπ` αριθμ. 474/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ειδικότερα κατά το μέρος που διατάσσει την κατάσχεση μεγαλύτερου αριθμού των 20 εταιρικών μεριδίων της κυριότητας του αιτούντα στην ως άνω εταιρία περιορισμένης ευθύνης και την εκποίηση αυτών με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της από 19.9.2012 έφεσης του αιτούντα κατά της απόφασης αυτής. Τα δικαστικά έξοδα της καθής η αίτηση θα επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος του αιτούντα, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτού (άρθρα 178 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...