Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Ρυθµίσεις θεµάτων µεταφορών.

Έκθεση επιστημονικής επιτροπής βουλής επί του νομοσχεδίου Κ.Ο.Κ.

«Ρυθµίσεις θεµάτων µεταφορών και άλλες διατάξεις»

Ι. Γενικές παρατηρήσεις

Με τo υπό συζήτηση και ψήφιση νοµοσχέδιο, όπως διαµορφώθηκε µετά τη συζήτηση στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εµπορίου, ρυθµίζονται θέµατα αρµοδιότητας του Υπουργείου Υποδοµών και Μεταφορών.

Tο νοµοσχέδιο αποτελείται από έξι µέρη.
Με τις διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1 – 22) θεσπίζονται ρυθµίσεις επί θεµάτων επιβατικών µεταφορών, µε σκοπό τον εν γένει εκσυγχρονισµό, τη βελτίωση και την αυστηροποίηση του θεσµικού πλαισίου λειτουργίας των επιβατικών δηµόσιας χρήσης αυτο- κινήτων (Ε.Δ.Χ.), την εισαγωγή κανόνων στην αρρύθµιστη αγορά των υπηρεσιών διαµεσολάβησης για τη µεταφορά επιβατών, αλλά και τη ρύθµιση ε- πιµέρους ζητηµάτων επιβατικών µεταφορών. Ειδικότερα, το Μέρος Α΄ περιλαµβάνει δύο Κεφάλαια, εκ των οποίων το Κεφάλαιο 1 περιλαµβάνει ρυθµίσεις για τη λειτουργία Ε.Δ.Χ. οχηµάτων (άρθρα 1 – 11), µεταξύ άλλων, όσον αφορά υποχρεώσεις για τους οδηγούς, τους ιδιοκτήτες, εκµεταλλευτές και επιβάτες Ε.Δ.Χ. οχηµάτων, όργανα ελέγχου για την τήρηση αυτών και σχετικό πειθαρχικό πλαίσιο, και το Κεφάλαιο 2, λοιπές ρυθµίσεις επιβατικών µεταφορών (άρθρα 12 – 22), µεταξύ άλλων, όσον αφορά την ηλεκτρονική ή τηλεφωνική διαµεσολάβηση για τη µεταφορά επιβατών µε οχήµατα Ε.Δ.Χ. ή για την ενοικίαση Επιβατικών Ιδιωτικής Χρήσης (Ε.Ι.Χ.) οχηµάτων µε οδηγό και τη σύσταση µητρώου όπου θα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία Ε.Δ.Χ. οχηµάτων και Ε.Ι.Χ. οχηµάτων µε οδηγό όπως και των εταιρειών διαµεσολάβησης µε ορισµένα χαρακτηριστικά.

Στο Μέρος Β (άρθρα 23 – 32) τροποποιούνται διατάξεις του Κώδικα Οδι- κής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ), µε σκοπό την πρόβλεψη στον Κ.Ο.Κ. κατακόρυφης και οριζόντιας σήµανσης καθώς και φωτεινής σηµατοδότησης για την κυκλοφορία των ποδηλάτων, καθώς και παρεµβάσεων για τη µεγιστοποίηση της αποτελεσµατικότητάς του, µε την τροποποίηση του πλαισίου επιβολής διοικητικών κυρώσεων και προστίµων για παραβάσεις.

Με τις ρυθµίσεις του Μέρους Γ΄ (άρθρα 33 – 44) προτείνονται διατάξεις για τη λειτουργία λεωφορείων και ΚΤΕΛ, µε σκοπό τον εξορθολογισµό της νοµοθεσίας σε θέµατα σχετικά µε την κυκλοφορία τους.

Στο Μέρος Δ΄ (άρθρα 45 - 66) θεσπίζονται λοιπές ρυθµίσεις περί οχηµάτων και οδηγών µε σκοπό τον εξορθολογισµό της νοµοθεσίας σε θέµατα σχετικά µε τα µεταχειρισµένα οχήµατα, τα ΚΤΕΟ, τις διαδικασίες για την άδεια κυκλοφορίας, την αξιοπιστία στις εµπορευµατικές µεταφορές, τις µεταφορές επικινδύνων εµπορευµάτων κ.λπ. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται παρο- χή συγκεκριµένων βεβαιώσεων για το τέλος ταξινόµησης και την άδεια κυκλοφορίας µεταχειρισµένων αυτοκινήτων από αλλοδαπή χώρα, δηµιουργία ψηφιακού Μητρώου Εγκρίσεων Τύπου Οχηµάτων και ηλεκτρονικό σύστηµα διεκπεραίωσης διαδικασίας εγκρίσεων, εξειδικεύονται τα εχέγγυα αξιοπιστίας του οδικού µεταφορέα εµπορευµάτων ή επιβατών, ρυθµίζονται θέµατα για την επαγγελµατική κατάρτιση οδηγών Οχηµάτων Μεταφοράς Επικίνδυνων Εµπορευµάτων και θέµατα σχετικά µε το Πιστοποιητικό Επαγγελµατικής Ικανότητας.

Στο Μέρος Ε΄ (άρθρα 67 – 92) περιλαµβάνονται διατάξεις για διάφορα ζητήµατα αρµοδιότητας του Υπουργείου Υποδοµών και Μεταφορών. Μεταξύ αυτών περιλαµβάνονται ρυθµίσεις για τις προϋποθέσεις έγκρισης άδειας πρατηρίων υγρών καυσίµων και την ασφαλή λειτουργία αυτών, διατάξεις για την δηµιουργία Ψηφιακού Μητρώου συνεργείων και τεχνιτών επισκευής και συντήρησης αυτοκινήτων, µοτοσυκλετών και µοτοποδηλάτων καθώς και για τη δηµιουργία Ψηφιακού Μητρώου σταθµών αυτοκινήτων και πλυντηρίων – λιπαντηρίων επιβατικών αυτοκινήτων, φορτηγών, λεωφορείων και µοτοσυκλετών – µοτοποδηλάτων και λοιπών εγκαταστάσεων εξυπηρέτησης οχηµάτων (εµπορευµατικοί σταθµοί φορτηγών, σταθµοί αφίξεων/αναχωρήσεων υπεραστικών λεωφορείων, σταθµοί λεωφορείων που διενεργούν διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραµµές), διατάξεις σχετικώς µε τις κτηριακές εγκαταστάσεις σιδηροδροµικού ενδιαφέροντος, διατάξεις οι οποίες ρυθµίζουν πολεοδοµικά θέµατα στις περιπτώσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την κατασκευή της σιδηροδροµικής υποδοµής, καθώς και διατάξεις για την οριστικής εκτίµηση της ικανότητας για ασφαλή οδήγηση των οδηγών των εταιρειών αστικών συγκοινωνιών Αθήνας και Θεσσαλονίκης.

2 Στο Μέρος ΣΤ΄ (άρθρα 93 – 94) περιλαµβάνονται µεταβατικές διατάξεις και ορίζεται ο χρόνος ισχύος του νοµοθετήµατος.

ΙΙ. Επί των διατάξεων του Νοµοσχεδίου 1.

Επί του άρθρου 1 παρ. 6

Με την προτεινόµενη διάταξη ρυθµίζεται η µεταφορά µικρών ζώων συντροφιάς µε Ε.Δ.Χ. αυτοκίνητα συµφώνως προς τις διατάξεις του ν. 4039/2012.
Παρατηρείται ότι δεν διευκρινίζεται η δυνατότητα µεταφοράς σκύλων βοηθείας (εκπαιδευµένων σκύλων οδηγών τυφλών ατόµων και σκύλων βοηθών ατόµων µε αναπηρίες).

2. Επί του άρθρου 7 παρ. 1

Με τη ρύθµιση παρέχεται εξουσιοδότηση στον αρµόδιο υπουργό να ανα- θέτει τον έλεγχο εφαρµογής του παρόντος Κεφαλαίου «και σε άλλα όργανα εκτός από όσα προβλέπονται στο άρθρο 4». Προκειµένου να πληρούνται οι όροι του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγµατος (βλ. κατωτέρω), σκόπιµο είναι διευκρινισθούν τα εν λόγω όργανα.

3. Επί του άρθρου 8 παρ.4

«Με απόφαση του Υπουργού Υποδοµών και Μεταφορών, οι παραβάσεις του άρθρου 2 κατατάσσονται στις ανωτέρω κατηγορίες και καθορίζονται λε- πτοµερώς τα διοικητικά πρόστιµα και οι διοικητικές κυρώσεις ανά κατηγορία παράβασης, καθώς και η συγχώνευση ποινών σε περίπτωση συνεκδίκασης περισσότερων πειθαρχικών παραπτωµάτων. Με την ίδια απόφαση µπορεί να προβλέπεται η απευθείας επιβολή διοικητικών κυρώσεων και προστίµων από τα όργανα ελέγχου για παραβάσεις χαµηλής αξιολόγησης, χωρίς αυτοί να παραπέµπονται στο Πειθαρχικό Συµβούλιο του άρθρου 5 και χωρίς να ακο- λουθείται η διαδικασία του άρθρου 7». Με τη διάταξη παρέχεται δυνατότητα επιβολής κυρώσεων και προστίµων χωρίς ακρόαση του ενδιαφεροµένου. Κατά το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αν η άµεση λήψη του δυσµενούς µέτρου είναι αναγκαία για την αποτροπή κινδύνου ή λόγω ε- πιτακτικού δηµόσιου συµφέροντος, είναι, κατ’ εξαίρεση, δυνατή η, χωρίς προηγούµενη κλήση του ενδιαφεροµένου, ρύθµιση. Αν η κατάσταση που ρυθµίσθηκε είναι δυνατόν να µεταβληθεί, η διοικητική αρχή, µέσα σε χρονι- κό διάστηµα δεκαπέντε (15) ηµερών, καλεί τον ενδιαφερόµενο να εκφράσει τις απόψεις του σύµφωνα µε τις προηγούµενες παραγράφους, οπότε και 3 προβαίνει σε τυχόν νέα ρύθµιση. Σε αυτό το πλαίσιο, προβλέπεται επιτόπου αφαίρεση της άδειας οδήγησης και πινακίδων οχήµατος στον Κ.Ο.Κ. (βλ. άρθρ. 103), µετά δε την επιβολή του µέτρου αυτού, το πρόσωπο σε βάρος του οποίου λαµβάνεται αυτό µπορεί, εµφανιζόµενο στην αρµόδια Αρχή, να εκθέσει τις αντιρρήσεις του και, ακολούθως, επικυρώνεται ή αίρεται το διοικητικό µέτρο.
Όπως έχει κριθεί, «κατ’ αρχήν, κατά την έννοια του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγµατος - και άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1994 (Α’ 45) - δεν απαιτείται η προηγούµενη ακρόαση του ενδιαφεροµένου, όταν τα σε βάρος του διοικητικά µέ- τρα λαµβάνονται βάσει αντικειµενικών κριτηρίων, όπως συµβαίνει στην … περίπτωση της λήψης των διοικητικών µέτρων αφαίρεσης της άδειας και των πινακίδων κυκλοφορίας Φ.Δ.Χ. αυτοκινήτου και (σωρευτικά) της επιβολής προστίµου, κατ’ εφαρµογή του άρθρου 37 παρ. 2 περ. β’ του ν. 2800/2000, τα οποία δεν ανήκουν στην διακριτική ευχέρεια του αρµοδίου (αστυνοµικού) οργάνου, αλλά αποτελούν δέσµια ενέργειά του, εφόσον διαπιστωθεί η συνδροµή των νοµίµων προϋποθέσεων, δεν καταλείπονται δε περιθώρια επιλογής ούτε για τα δύο ως άνω διοικητικά µέτρα ούτε για την επιµέτρηση του προστίµου (πρβλ. ΣτΕ 713/2010, 1880/2008 επταµελούς)» (1196/2011 ΔΕΦ ΑΘ. Πρβλ. και ΣτΕ 2169/2012, κατά την οποία «[ε]ν όψει του … σκοπού δηµόσιου συµφέροντος …, το πρόστιµο επιβάλλεται µόλις διαπιστωθούν οι πιο πάνω τυπικές παραβάσεις και ανεξάρτητα από υπαιτιό- τητα του υπόχρεου εργοδότη»). «…. [Ό]ταν, όµως, εκ του νόµου καταλείπονται περιθώρια για την επιµέτρηση του ποσού του προστίµου, επιµέτρηση για την οποία λαµβάνονται υπ` όψη η βαρύτητα και οι συνθήκες τελέσεως της παραβάσεως καθώς και λοιπές περιστάσεις που ασκούν επιρροή στον προσδιορισµό του ύψους του επιβλητέου προστίµου, όπως στην περίπτωση επιβολής προστίµου κατ’ εφαρµογή του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3054/2002, είναι αναγκαία η κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις τήρηση του τύπου της προηγούµενης ακροάσεως του φεροµένου ως παραβάτη …» (1880/2008 ΣΤΕ).
Υπό το φως των ανωτέρω, σκόπιµο είναι να προβλεφθεί από τον νόµο να διαφοροποιούνται στην εν λόγω υπουργική απόφαση οι περιπτώσεις προστίµων για τις παραβάσεις χαµηλής αξιολόγησης, εάν καταλείπονται περιθώρια ως προς την επιµέτρηση του ποσού αυτών βάσει των περιστάσεων και συνθηκών τέλεσης της παράβασης.

4  4. Επί των άρθρων 12 και 13

Το άρθρο 12 ρυθµίζει την περίπτωση της παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικής και τηλεφωνικής διαµεσολάβησης για τη µεταφορά επιβατών µε οχήµατα Ε.Δ.Χ., κατά την οποία ο πάροχος της εν λόγω υπηρεσίας εφόσον α) επηρεάζει την τιµή της υπηρεσίας µεταφοράς αµέσως ή εµµέσως διά της παροχής εκπτώσεων ή επιδοτήσεων κοµίστρου ή άλλων τρόπων, ή β) επηρεάζει τις κρίσιµες πτυχές της υπηρεσίας µεταφοράς, θέτοντας προδιαγραφές τις οποίες πρέπει να πληρούν τα χρησιµοποιούµενα για την υπηρεσία οχήµατα, πέραν των νοµίµων, θεωρείται ότι έχει ως κύρια οικονοµική δραστηριότητα τη µεταφορά επιβατών, για την άσκηση της οποίας απαιτείται η χορήγηση άδειας κατά τα οριζόµενα στο άρθρο.
Συµφώνως προς την Αιτιολογική Έκθεση, σκοπός των διατάξεων του άρθρου 12 (όπως και του ακόλουθου, 13) είναι να τεθούν «για πρώτη φορά ορθολογικοί, βασικοί και αναγκαίοι κανόνες στην παντελώς αρρύθµιστη µέχρι σήµερα αγορά των υπηρεσιών διαµεσολάβησης για την µεταφορά επιβατών, είτε στην περίπτωση µεταφορικού έργου µε επιβατηγά δηµόσιας χρήσης (Ε.Δ.Χ.) οχήµατα (άρθρο 12) είτε στην περίπτωση εκµίσθωσης επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης (Ε.Ι.Χ.) αυτοκινήτων µε οδηγό (άρθρο 13)». Επί σχετικού ζητήµατος ως προς το αν εταιρεία που διευκολύνει την επι- κοινωνία µεταξύ µη επαγγελµατιών οδηγών οι οποίοι χρησιµοποιούν δικό τους όχηµα και ατόµων που επιθυµούν να µετακινηθούν πρέπει να διαθέτει προηγούµενη διοικητική άδεια ή όχι, ώστε να ελεγχθεί το συµβατό των δρα- στηριοτήτων της µε τους κανόνες ανταγωνισµού, υπεβλήθη προδικαστικό ερώτηµα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το Juzgado de lo Mercantil n° 3 de Barcelona (3ο εµποροδικείο της Βαρκελώνης, Ισπανία - δίκη Asociación Profesional Elite Taxi κατά Uber Systems SpainSL).
Στην απόφαση του Δικαστηρίου (τµήµα µείζονος σύνθεσης) της 20.12.2017 (υπόθεση C-434/15) επί του προδικαστικού ερωτήµατος εξετά- σθηκε, µεταξύ άλλων, το αν η κερδοσκοπική δραστηριότητα που συνίσταται στη διαµεσολάβηση µεταξύ του ιδιοκτήτη οχήµατος και του προσώπου το ο- ποίο επιθυµεί να µετακινηθεί εντός της πόλης, µέσω της διαχείρισης των µέσων πληροφορικής – διεπαφή και εφαρµογή λογισµικού (“έξυπνων τηλεφώνων και τεχνολογικής πλατφόρµας, κατά την [Uber Systems Spain]”– τα οποία επιτρέπουν τη σύνδεσή τους, πρέπει να θεωρηθεί απλή δραστηριότητα στον τοµέα των µεταφορών κατά την έννοια του άρθρου 58 παρ. 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΣΛΕΕ) ή πρέπει να θεωρηθεί ηλεκτρονική υπηρεσία διαµεσολάβησης ή υπηρεσία της κοινωνίας των πληροφοριών, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου της 22.6.1998 5 για την καθιέρωση µιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τοµέα των τεχνικών προτύπων και κανονισµών (ήδη αντικατασταθείσα από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου, της 9.9.2015, για την καθιέρωση µίας διαδικασίας πληροφόρησης στον τοµέα των τεχνι- κών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικώς µε τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών).
Από την απάντηση στο ανωτέρω ερώτηµα εξαρτάται το εφαρµοστέο καθεστώς, και, ειδικότερα, εφόσον η συγκεκριµένη υπηρεσία θεωρείται υπηρε- σία µεταφοράς, αυτή αποκλείεται από το πεδίο εφαρµογής του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, της Οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου της 12.12.2006 σχετικώς µε τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, και της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµ- βουλίου της 8.6.2000 για ορισµένες νοµικές πτυχές των υπηρεσιών της κοι- νωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εµπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εµπόριο»).
Εάν, όµως, θεωρείται ηλεκτρονική υπηρεσία διαµεσολάβησης ή υπηρεσία της κοινωνίας των πληροφοριών, η υπηρεσία αυτή διέπεται από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, την Οδηγία 2006/123 και την Οδηγία 2000/31. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, «υπηρεσία διαµεσολάβησης η οποία συνίσταται στη διευκόλυνση της επικοινωνίας µεταξύ µη επαγγελµατία οδηγού που χρησιµοποιεί το δικό του όχηµα και ατόµου που επιθυµεί να µετακινηθεί εντός πόλης αποτελεί, κατ’ αρχήν, υπηρεσία χωριστή από την υπηρεσία µεταφοράς, η οποία συνίσταται στην υλική πράξη της µετακίνησης προσώπων ή πραγµάτων από ένα µέρος σε άλλο, µε τη χρήση οχήµατος».
Οι εν λόγω υπηρεσίες «αν ληφθούν µεµονωµένα, ενδέχεται να διέπονται από δια- φορετικές οδηγίες ή διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά µε την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών». Υπό αυτό το σκεπτικό, «υπηρεσία διαµεσολάβησης η οποία καθιστά δυνα- τή τη µετάδοση, µέσω µιας εφαρµογής για έξυπνα τηλέφωνα, πληροφοριών σχετικών µε την κράτηση υπηρεσίας µεταφοράς, µεταξύ του επιβάτη και του µη επαγγελµατία οδηγού που χρησιµοποιεί δικό του όχηµα και ο οποίος θα πραγµατοποιήσει τη µεταφορά πληροί, κατ’ αρχήν, τα κριτήρια για να χαρα- κτηριστεί "υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας" κατά την έννοια του άρθρου 1, σηµείο 2, της οδηγίας 98/34, στο οποίο παραπέµπει το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31. Αυτή η υπηρεσία διαµεσολάβησης συνι- στά όντως, όπως προβλέπει ο ορισµός στην εν λόγω διάταξη της οδηγίας 98/34, "υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αµοιβής, µε ηλεκτρονικά µέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν προσωπικής επιλογής ενός αποδέκτη υπηρεσιών". Αντιθέτως, µια υπηρεσία µη συλλογικής αστικής µεταφοράς, όπως 6 η υπηρεσία ταξί, πρέπει να χαρακτηριστεί "υπηρεσία στον τοµέα των µεταφορών" κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2006/123…».
Το Δικαστήριο, όµως, διαπίστωσε ότι η συγκεκριµένη υπηρεσία δεν περιοριζόταν στην υπηρεσία διαµεσολάβησης, αλλά δηµιουργούσε ταυτόχρονα προσφορά υπηρεσιών αστικής µεταφοράς από µη επαγγελµατίες οδηγούς µε δικό τους όχηµα, µέσω υπηρεσίας την οποία καθιστούσε προσβάσιµη, ιδίως δι’ εργαλείων πληροφορικής, και την οποία οργάνωνε ως προς τη γενική της λειτουργία. Ως στοιχεία αναφέρονται το ότι η εταιρεία στο πλαίσιο της υπηρεσίας δια- µεσολάβησης επέλεγε µη επαγγελµατίες οδηγούς που χρησιµοποιούν δικό τους όχηµα και τους παρείχε µία εφαρµογή, χωρίς την οποία οι µεν οδηγοί δεν θα ήταν σε θέση να παράσχουν τις υπηρεσίες µεταφοράς, τα δε άτοµα που επιθυµούσαν να µετακινηθούν εντός πόλης δεν θα είχαν πρόσβαση στις υπηρεσίες των οδηγών. Επίσης, αναφέρεται το ότι ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί των όρων παροχής της υπηρεσίας από τους οδηγούς (καθορίζοντας, µέσω της οµώνυµης εφαρµογής, τουλάχιστον το ανώτατο κόµιστρο, εισπράττοντας το κόµιστρο από τον πελάτη και εν συνεχεία αποδίδοντας τµήµα του στον µη επαγγελµατία οδηγό του οχήµατος, και ελέγχοντας σε ορισµένο βαθµό την ποιότητα των οχηµάτων και των οδηγών, αλλά και τη συµπεριφορά των τελευταίων, επ’ απειλή ακόµη και αποκλεισµού τους). Υπό το φως των ανωτέρω, το δικαστήριο κατέληξε στο ότι «… αυτή η υπηρεσία διαµεσολάβησης πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί αναπόσπαστο τµήµα µιας συνολικής υπηρεσίας της οποίας κύριο στοιχείο είναι η υπηρεσία µεταφοράς και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται "υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας" κατά την έννοια του άρθρου 1, σηµείο 2, της οδηγίας 98/34, στο οποίο παραπέµπει το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31, αλλά "υπηρεσία στον τοµέα των µεταφορών" κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2006/123».
Εν προκειµένω, ο νοµοθέτης θεωρεί την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικής και τηλεφωνικής διαµεσολάβησης για τη µεταφορά επιβατών µε οχήµατα Ε.Δ.Χ. ως αµιγή µεταφορά επιβατών υπό τη διαζευκτική συνδροµή δύο κριτηρίων, ήτοι α) την επιρροή ως προς την τιµή της υπηρεσίας µεταφοράς αµέσως ή εµµέσως διά της παροχής εκπτώσεων ή επιδοτήσεων κοµίστρου ή άλλων τρόπων, ή β) την επιρροή επί κρίσιµων πτυχών της υπηρεσίας µεταφοράς, µε την επιβολή προδιαγραφών ως προς τα χρησιµοποιούµενα οχήµατα, πέραν των νοµίµων.
Παρατηρείται σχετικώς ότι, όπως συνάγεται από την ανωτέρω νοµολογία του ΔΕΕ, επί υπηρεσιών διαµεσολάβησης για τη µεταφορά επιβατών, η εφαρµογή του καθεστώτος περί υπηρεσιών µεταφοράς γίνεται εφόσον η συγκεκριµένη υπηρεσία αποτελεί αναπόσπαστο τµήµα µιας συνολικής υπηρε- σίας της οποίας κύριο στοιχείο είναι η υπηρεσία µεταφοράς, δοθέντος ότι ο πάροχος προσφέρει σε µη επαγγελµατίες οδηγούς που χρησιµοποιούν δικό τους όχηµα δυνατότητα την οποία άλλως δεν θα διέθεταν, αντιστοίχως δε στους αποδέκτες της υπηρεσίας, δυνατότητα πρόσβασης στις υπηρεσίες των οδηγών που επίσης δεν θα διέθεταν µε άλλο τρόπο.
Επιπλέον, ο πάροχος οργανώνει το σύνολο της λειτουργίας της υπηρεσίας, επεµβαίνοντας µε καθοριστική επιρροή στους όρους παροχής της υπηρεσίας από τους οδηγούς, καθορίζοντας το ανώτατο κόµιστρο, εισπράττοντας το κόµιστρο από τον πελάτη και εν συνεχεία αποδίδοντας τµήµα του στον µη επαγγελµατία οδηγό του οχήµατος, και ελέγχοντας σε ορισµένο βαθµό την ποιότητα των οχηµάτων και των οδηγών, αλλά και τη συµπεριφορά των τελευταίων, επ’ απειλή ακόµη και αποκλεισµού τους. Υπό το φως των ανωτέρω, και στο πλαίσιο της συµβατότητας προς την ερµηνεία του ΔΕΕ ως προς την παροχή υπηρεσιών µεταφοράς και κοινωνίας της πληροφορίας, σκόπιµο θα ήταν να διευκρινισθεί ειδικότερα ο τρόπος και η έκταση της επιρροής ως προς τις τιµές της παρεχόµενης υπηρεσίας και ως προς την επιβολή προδιαγραφών, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς.

5. Επί του άρθρου 18

Με τη διάταξη προτείνεται η τήρηση στο Υπουργείο Υποδοµών και Μεταφορών ψηφιακού Μητρώου Ε.Δ.Χ. αυτοκινήτων και Επιβατικών Ιδιωτικής Χρήσης (Ε.Ι.Χ.) οχηµάτων µε οδηγό, στο οποίο θα καταχωρίζονται και θα τηρούνται όλα τα στοιχεία των Ε.Δ.Χ. αυτοκινήτων και των Ε.Ι.Χ. οχηµάτων µε οδηγό, όπως και των οδηγών τους, τα στοιχεία των φορέων που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικής διαµεσολάβησης, οι οποίες ασκούν ως κύρια οικονοµική δραστηριότητα αυτή της µεταφοράς επιβατών, κατά τα άρθρα 12 και 13, τα στοιχεία των σχετικών συµβάσεων και τα στοιχεία κυκλοφορίας ενός εκάστου των συµβεβληµένων οχηµάτων µε τους ως άνω φορείς ηλεκτρονικής διαµεσολάβησης. Το ανωτέρω Ψηφιακό Μητρώο θα είναι διασυνδεδεµένο µε τα προβλεπόµενα στα άρθρα 86 και 96 του ν. 4070/2012 Μητρώα και θα αντλεί αυτοµάτως κάθε δεδοµένο, που εισάγεται σε αυτά.
Υπό το φως των διατάξεων του ν. 2472/1997, απαιτείται περιγραφή σα- φούς και καθορισµένου σκοπού της συλλογής των προσωπικών δεδοµένων, η οποία, προφανώς, γίνεται για την εκτέλεση έργου δηµόσιου συµφέροντος και εκτελείται από δηµόσια αρχή (βλ., σχετικώς, τα άρθρα 4 και 5 του ν. 2472/1997).8

6. Επί του άρθρου 20 παρ. 2 και 3

Με τη ρύθµιση της παραγράφου 2 προτείνεται, µεταξύ άλλων, σε περίπτωση λύσης µε οποιονδήποτε τρόπο σύµβασης ενοικίασης Ε.Ι.Χ. µε οδηγό προ της παρόδου της ελάχιστης διάρκειας, η απαγόρευση σύναψης νέας σύµβασης για το χρονικό διάστηµα που αποµένει µέχρι τη συµπλήρωση της ελάχιστης διάρκειας της λυθείσας σύµβασης. Συµφώνως προς την Αιτιολογική Έκθεση, η διάταξη αποσκοπεί στην καθιέρωση ενός πλήρους και αποτελεσµατικού συστήµατος «ελέγχου της τήρησης των διατάξεων, που ρυθµίζουν την µετακίνηση επιβατών µε ενοικια- ζόµενο όχηµα µε οδηγό, και για οποιοδήποτε Ε.Ι.Χ. µε οδηγό, ώστε να αποτραπούν φαινόµενα καταστρατήγησης των […] διατάξεων [των προηγούµε- νων άρθρων του νσχ] και υποκλοπής του µεταφορικού έργου από τα δηµόσιας χρήσης οχήµατα µε τη µεθόδευση της πρόωρης λύσης των συµβάσεων παρότι έχουν ελάχιστη εκ του νόµου διάρκεια».
Παρά τον επιδιωκόµενο σκοπό (αποτροπή της καταστρατήγησης των σχετικών διατάξεων του νοµοσχεδίου), παρατηρείται ότι η προτεινόµενη ρύθµιση, κατά τη γενικότητα της διατύπωσής της, καταλαµβάνει και περιπτώσεις που είθισται να λαµβάνουν χώρα σε περιόδους αιχµής κίνησης επιβατών, όπως, επί παραδείγµατι, σε τουριστικές περιόδους, µε αποτέλεσµα τον περιορισµό της δυνατότητας των παρόχων υπηρεσιών να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για όσο διάστηµα υπολείπεται της συµπλήρωσης συµφωνηθείσας και ακυρωθείσας, κατόπιν, ενοικίασης.
Κατά τούτο, δηµιουργείται προβληµατισµός ως προς το αν πρέπει να εξειδικευθούν περιπτώσεις οι οποίες δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα του εκµισθωτή και για τις οποίες προκύπτει µε βεβαιότητα η έλλειψη σκοπού καταστρατήγησης των εν λόγω διατάξεων. Εξ άλλου, κατωτέρω ορίζεται ότι µε απόφαση του Υπουργού Υποδοµών και Μεταφορών µπορούν «να καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δηµιουργία, ανάπτυξη, λειτουργία, συντήρηση, ανταλλαγή πληροφοριών και διασύνδεση µε το Μητρώο του Υπουργείου Τουρισµού και µε άλλα Μητρώα του ανωτέρω ψηφιακού Μητρώου, για τη διαδικασία και τον έλεγχο της καταχώρισης των παραπάνω συµβάσεων, για τη διαδικασία επιβολής των ποινών των παραπάνω εδαφίων, για τη διαδικασία και τους όρους γνωστοποίησης της λύσης των παραπάνω συµβάσεων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια».
Υπό το φως των προαναφεροµένων περί προστασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, σκόπιµη είναι η διευκρίνιση ως προς τον σκοπό της δηµι-ουργίας του µητρώου και της διασύνδεσής του µε το Μητρώο του Υπουργείου Τουρισµού και «µε άλλα Μητρώα». Επίσης, για λόγους νοηµατικής σαφήνειας, πρέπει να διευκρινισθεί ότι πρόκειται περί του ψηφιακού µητρώου της παραγράφου 1 του άρθρου, να µετακινηθούν οι λέξεις «του ανωτέρω ψηφιακού Μητρώου» και να τεθούν µετά από τη λέξη «διασύνδεση». Ακόµη, στην παράγραφο 3 παρέχεται νοµοθετική εξουσιοδότηση στον αρµόδιο υπουργό, µεταξύ άλλων, να συγκροτήσει τριµελή επιτροπή για την εξέταση προσφυγών κατά των πράξεων επιβολής κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο και να ορίσει τον τρόπο λειτουργίας της. Κατά το άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγµατος, επιτρέπεται να ορισθούν ως φορείς άσκησης κανονιστικής αρµοδιότητας, εκτός από τον Πρόεδρο της Δηµοκρατίας, και άλλα όργανα, εφόσον πρόκειται για «ειδικότερα θέµατα ή θέµατα µε τοπικό ενδιαφέρον ή µε χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτοµερειακό».
Ως ειδικότερα θέµατα θεωρούνται «εκείνα, τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόµενό τους και σε σχέση προς την ουσιαστική ρύθµιση που περιέχεται στο νοµοθετικό κείµενο, µερικότερη περίπτωση ορισµένου θέµατος, που αποτελεί το αντικείµενο της εν λόγω νοµοθετικής ρυθµίσεως» (βλ. ΣτΕ 35 [Ολ] 1776/2007), απαιτείται εποµένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νοµοθετικό κείµενο όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισµό του αντικειµένου της εξουσιοδότησης, αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθµισή του, έστω και σε γενικό, ορισµένο, όµως, πλαίσιο, συµφώνως το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειµένου να ρυθµίσει τα µερικότερα θέµατα (βλ. ΣτΕ [Ολ] 1101/2002, 941/2008, 2116/2009). Ως λεπτοµερειακά θεωρούνται τα ζητήµατα που αφορούν «στη θέσπιση όλως δευτερευουσών και επουσιωδών ρυθµίσεων, ενώ οι κύριες και ουσιώδεις ρυθµίσεις πρέπει να έχουν τεθεί από τον ίδιο τον νοµοθέτη» (ΣτΕ 2820/1999, 2967/1999), τεχνικού, δε, χαρακτήρα είναι τα θέµατα που αφορούν ρυθµίσεις για τις οποίες είναι κατ’ αρχήν απαραίτητη η παρέµβαση τεχνικού οργάνου (ΣτΕ 2820/1999, 2967/1999). Υπό το φως των ανωτέρω, είναι σκόπιµο να διευκρινισθεί το πλαίσιο συµ- φώνως προς το οποίο θα ρυθµίσει τα εν λόγω ζητήµατα µε απόφασή του, ο αρµόδιος υπουργός.

7. Επί του άρθρου 27

Η διάταξη ορίζει ότι µε απόφαση του αρµόδιου υπουργού «καθορίζονται οι κατηγορίες παραβάσεων που αφορούν τη ρύθµιση κυκλοφορίας ποδηλάτων, καθώς και οι επιβαλλόµενες διοικητικές κυρώσεις στους παραβάτες ποδηλάτες. Το εύρος των διοικητικών προστίµων ανάλογα µε την κατηγορία επικινδυνότητας της παράβασης µπορεί να καθοριστεί έως το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ».Υπό το φως των προαναφεροµένων όσον αφορά τις κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόµενες πράξεις διοικητικών οργάνων κατά το άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγµατος, σκόπιµο είναι να προσδιορίζονται στο κείµενο του νόµου οι διοικητικές παραβάσεις και τα αντίστοιχα πρόστιµα, στο µέτρο ιδίως που καταλείπεται στην απόλυτη επιλογή του αρµόδιου υπουργού ο καθορισµός του εύρους διακύµανσης των προστίµων µέχρι του ποσού των εξακοσίων ευρώ.

8. Επί του άρθρου 28 παρ. 4

Στις προτεινόµενες ρυθµίσεις ορίζονται τα εξής: «3. Με απόφαση του Υπουργού Υποδοµών και Μεταφορών κατατάσσονται στις κατηγορίες των παραγράφων 1 και 2 οι παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και καθορίζονται τα διοικητικά πρόστιµα και κυρώσεις ανά κατηγορία παράβασης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέµα. Για κάθε κατηγορία παράβασης προβλέπονται τα ίδια διοικητικά πρόστιµα και οι ίδιες διοικητικές κυρώσεις. Με την ίδια απόφαση εξειδικεύονται τα διοικητικά πρόστιµα ανά κατηγορία παράβασης, για τις παραβάσεις χαµηλής επικινδυνότητας έως και εκατό (100) ευρώ, για τις παραβάσεις µεσαίας επικινδυνότητας από εκατό ένα (101) έως και τριακόσια (300) ευρώ και για τις παραβάσεις υψηλής επικινδυνότητας από τριακόσια ένα (301) έως και εξακόσια (600) ευρώ. 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονοµικών και Υποδοµών και Μεταφορών καθορίζεται η διαδικασία βεβαίωσης και επιβολής αυτών από τα αρµόδια όργανα και η διαδικασία είσπραξης των βεβαιωµένων διοικητικών προστίµων της παραγράφου 3. Με την ίδια απόφαση επιτρέπεται, προκειµένου τα επαπειλούµενα διοικητικά πρόστιµα να επιτελούν αποτελεσµατικά την προληπτική και κυρωτική λειτουργία τους, να θεσπίζονται εισοδηµατικά και περιουσιακά κριτήρια, µε βάση τα οποία µπορεί να αυξάνεται το ύψος των διοικητικών προστίµων που προβλέπεται για τις ανωτέρω κατηγορίες παραβάσεων και κατ’ ανώτατο όριο µέχρι το τριπλάσιο του βασικού προστίµου. Για την έκδοση της απόφασης αυτής µπορεί να λαµβάνονται υπόψη δεδοµένα από την Ελληνική Στατιστική Αρχή και άλλες αρχές και επιστηµονικούς ή άλλους φορείς, δηµόσιους ή ιδιωτικούς». Στην παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Συντάγµατος ορίζονται τα εξής: «Ύστερα από πρόταση του αρµόδιου Yπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγµάτων, µε ειδική εξουσιοδότηση νόµου και µέσα στα όριά της. Eξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειµένου να ρυθµιστούν ειδικότερα θέµατα ή 11 θέµατα µε τοπικό ενδιαφέρον ή µε χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτοµερειακό».
Παρατηρείται ότι τα θέµατα, τα οποία προτείνεται να καταστούν αντικείµενο υπουργικής απόφασης, δηλαδή το ύψος των απειλούµενων διοικητικών ποινών (προστίµων) για παραβάσεις των κανόνων οδικής κυκλοφορίας, δεν είναι ειδικότερα θέµατα ή θέµατα µε τοπικό ενδιαφέρον ή µε χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτοµερειακό. Άλλωστε, ως αναγκαίο συµπλήρωµα των κανόνων που περιγράφουν τη διοικητική παράβαση, εκφράζουν αξιολογήσεις της έννοµης τάξης για την ύπαρξη διοικητικού αδίκου σε έναν εξαιρετικά σηµαντικό τοµέα ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως η οδική κυκλοφορία. Ως εκ τούτου, δεν µπορούν, κατά το Σύνταγµα, να αποτελέσουν αντικείµενο κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόµενης υπουργικής απόφασης. Σε κάθε δε περίπτωση, η θέσπιση διοικητικών ποινών βάσει εισοδηµατικών κριτηρίων δεν έχει εσω- τερική συνάφεια µε την εκάστοτε τελεσθείσα παράβαση και, συνεπώς, τίθεται ζήτηµα τήρησης της αρχής της αναλογικότητας. Αποτελεί, βεβαίως, έτερο ζήτηµα η λήψη υπόψη εισοδηµατικών κριτηρίων για την επιµέτρηση διοικητικής ποινής, εντός των πλαισίων ποινών, τα οποία πάντως τίθενται από τον νόµο.
Επίσης, στο πλαίσιο του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγµατος, ως ανωτέρω, οι όροι εισοδηµατικά και περιουσιακά κριτήρια χρήζουν διευκρίνισης, όπως επίσης και το είδος των δεδοµένων που συλλέγονται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή και άλλες αρχές και δηµόσιους και ιδιωτικούς φορείς, όπως και ο τρόπος αξιολόγησής τους από τα αρµόδια όργανα.

9. Επί του άρθρου 29 παρ. 3

Η διάταξη θεσπίζει εξαίρεση από την επιβολή της κύρωσης που συνίστα- ται στην αφαίρεση πινακίδων και άδειας κυκλοφορίας όσον αφορά οδικά οχήµατα που ανήκουν στις νοµίµως λειτουργούσες επιχειρήσεις εκµίσθωσής τους, κατά τη διάρκεια της µίσθωσης, και οχήµατα δηµόσιας χρήσης. Η εξαίρεση θεσπίσθηκε µε τον ν. 2094/1992 και διατηρήθηκε µε τις επόµενες τροποποιήσεις του. Στο θεσπιζόµενο γενικό πλαίσιο, όµως, αυστηρών ποινών, θα ήταν σκόπιµο να αιτιολογείται επαρκέστερα. Σηµειώνεται, εξ άλλου, ότι κατά το άρθρο 103 παρ. 4 του ν. 2696/1999 (Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας) η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει για παραβάσεις «οι οποίες αναφέρονται σε ελλείψεις ή ελαττωµατική λειτουργία του οχήµατος, που επηρεάζουν δυσµενώς την οδική ασφάλεια ή σε εκποµπές επικίνδυνων καυσαερίων και την πρόκληση υπερβολικών θορύβων» και ορισµένες άλλες παραβάσεις. 12

10. Επί του άρθρου 46

Με τις διατάξεις του άρθρου θεσπίζεται κατηγορία βεβαιώσεων που απαιτούνται για τον υπολογισµό του τέλους ταξινόµησης µεταχειρισµένου επιβατηγού οχήµατος ή ελαφρού φορτηγού, για την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας µεταχειρισµένου που προέρχεται από άλλη χώρα επιβατηγού οχήµατος ή ελαφρού φορτηγού, και για τη µεταβίβαση πάσης φύσεως οχηµάτων για τα οποία δεν έχουν εκδοθεί οι βεβαιώσεις των ανωτέρω δύο περιπτώσεων.
Απαιτείται, ειδικότερα, «βεβαίωση τεχνικής επικαιροποίησης, η οποία εκ- δίδεται από τον εγχώριο εθνικό διανοµέα ή τον κατασκευαστικό οίκο του οχήµατος, µε την οποία βεβαιώνεται για το συγκεκριµένο αριθµό πλαισίου: αα) το µοντέλο και η έκδοση ή η παραλλαγή του, ββ) το πρώτο έτος κυκλοφορίας του οχήµατος και το γνήσιο του αριθµού πλαισίου και κινητήρα, ο κυβισµός, ο χρωµατισµός και η κατηγορία του οχήµατος, γγ) ο επιπλέον του βασικού (εξτρά) εξοπλισµός του, σύµφωνα µε τους τιµοκαταλόγους λιανι- κής πώλησης του οχήµατος στη χώρα µας, δδ) η εκ κατασκευής αντιρρυπαντική τεχνολογία και οι εκποµπές διοξειδίου του άνθρακα, εε) ποιες ανακλήσεις έχουν γίνει στο όχηµα και ποιες εκκρεµούν και στστ) οι πλέον σύγχρονες καταχωρηµένες πληροφορίες οδοµέτρου από τη µµηχανογραφική βάση του εργοστασίου».
Για λόγους αποτελεσµατικής εφαρµογής της διάταξης (βλ. και Αιτιολογική Έκθεση), είναι σκόπιµο να προσδιορισθούν σε αυτή και περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται εγχώριος εθνικός διανοµέας ή κατασκευαστικός οίκος του οχήµατος. Εξ άλλου, ως προς το πρόστιµο που επιβάλλεται στους εγχώριους διανοµείς και κατασκευαστικούς οίκους σε περίπτωση παράλειψης έκδοσης των βεβαιώσεων εντός προθεσµίας (παρ. 5 του άρθρου), επισηµαίνεται το σοβαρό ενδεχόµενο πρακτικής δυσχέρειας κατά τη συλλογή των απαιτούµενων στοιχείων για µοντέλα οχηµάτων που κυκλοφορούν σε άλλες χώρες και που ενδεχοµένως δεν έχουν κυκλοφορήσει στη χώρα µας ή έχουν κυκλοφορήσει µε διαφορετικά χαρακτηριστικά, η αναφορά στο σύνολο των χωρών όπου έχει γίνει ανάκληση συγκεκριµένου µοντέλου οχήµατος και, κυρίως, η βεβαίωση «για το συγκεκριµένο αριθµό πλαισίου» των «πλέον σύγχρον[ων] καταχωρηµέν[ων] πληροφορι[ών] οδοµέτρου από τη µηχανογραφική βάση του εργοστασίου»[κατασκευής του].
Περαιτέρω, απαιτούνται βεβαιώσεις από αλλοδαπές αρχές (βεβαίωση του Κ.Τ.Ε.Ο. της χώρας προέλευσης και βεβαίωση της αρχής που εξέδωσε την ξένη άδεια κυκλοφορίας) µε συγκεκριµένο περιεχόµενο, ελλείψει δε δυνατότητας έκδοσης τέτοιων βεβαιώσεων κατά το σχετικό ρυθµιστικό πλαίσιο 13 άλλων χωρών, αρκεί σχετική βεβαίωση για τη µη έκδοση των παραπάνω βεβαιώσεων από την αρµόδια αλλοδαπή αρχή. Για λόγους αποτελεσµατικής εφαρµογής της ρύθµισης, πρέπει να διευκρινισθεί και η περίπτωση κατά την οποία η αρµόδια αλλοδαπή αρχή δεν εκδίδει ή αρνείται να εκδώσει την τελευταία βεβαίωση.

11. Επί του άρθρου 52

Στην παράγραφο 1 οι ταχυδροµικές υπηρεσίες και τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών ορίζονται ως οι υπηρεσίες στις οποίες αποκλειστικώς υποβάλλονται αιτήσεις για έκδοση αδειών κυκλοφορίας και για χορήγηση ή αντικατάσταση κρατικών πινακίδων οχηµάτων από τις Υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Περιφερειών όλης της χώρας. Στο τέλος της ίδιας παραγράφου υπάρχει πλεοναστική διατύπωση περί απαγόρευσης της αυτοπρό- σωπης προσέλευσης πολιτών στις ανωτέρω υπηρεσίες για τις προαναφερόµενες δραστηριότητες. Για τον λόγο αυτό, προτείνεται η διαγραφή του τµήµατος της προτεινόµενης διάταξης από τη φράση «και δεν επιτρέπεται» µέχρι τη φράση «παραπάνω δραστηριότητα».

12. Επί του άρθρου 55

Με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού αντικαθίστανται οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 18 Α του νόµου 3446/2006. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της προτεινόµενης ως νέας παραγράφου 3 πρέπει να απαλειφθεί το τελικό «ς» της λέξης «απόφασης» από τη φράση «στην κοινή υπουργική απόφασης», εφόσον προφανώς ετέθη εκ παραδροµής.

13. Επί του άρθρου 75

Με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού προτείνεται η αντικατάσταση της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 9 του άρθρου 23 του νόµου 3911/2011. Για λόγους σαφήνειας της υπό ψήφιση διάταξης, προτείνεται, η φράση «Η ανωτέρω εκπαίδευση είναι θεωρητική µετά το πέρας της οποίας ακολουθεί», να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Η ανωτέρω εκπαίδευση είναι θεωρητική, και µετά το πέρας αυτής ακολουθεί».

14. Επί του άρθρου 78

Με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού προστίθεται εδάφιο στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 24 του νόµου 3891/2010, ως εξής: «Το προσωπικό της ΡΑΣ υπάγεται στο Πειθαρχικό Συµβούλιο του Υπουργείου Υποδοµών και Μεταφορών».
Για λόγους νοµοτεχνικής ακρίβειας, προτείνεται η αναδιατύπωση της προτεινόµενης διάταξης ως εξής: «Για ζητήµατα πειθαρχικού χαρακτήρα του προσωπικού προσωπικό της ΡΑΣ αρµόδιο είναι το Πειθαρχικό Συµβούλιο του Υπουργείου Υποδοµών και Μεταφορών».

Αθήνα, 21 Mαρτίου 2018

Οι εισηγητές Αθανασία Διονυσοπούλου Επιστηµονική Συνεργάτις Επίκουρη Καθηγήτρια της Νοµικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Αθηνών, Δρ. Νικόλαος Παπαχρήστος Επιστηµονικός Συνεργάτης, Γεωργία Μακροπούλου Ειδική Επιστηµονική Συνεργάτις, Ο Προϊστάµενος του Α΄ Τµήµατος Νοµοτεχνικής Επεξεργασίας Ξενοφών Παπαρρηγόπουλος Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστηµίου Πελοποννήσου, Ο Προϊστάµενος της Β΄ Διεύθυνσης Επιστηµονικών Μελετών Αστέρης Πλιάκος Καθηγητής του Οικονοµικού Πανεπιστηµίου Αθηνών, Ο Πρόεδρος του Επιστηµονικού Συµβουλίου Κώστας Μαυριάς Οµότιµος Καθηγητής της Νοµικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Αθηνών.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...